Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Σύντομη ανακοίνωση

Αποφάσισα σήμερα η διακοπή αναρτήσεων στο ιστολόγιο Radical Desire να είναι οριστική. Το ιστολόγιο θα παραμείνει ανοιχτό μόνο ως αρχείο. Λόγω και της κατεπείγουσας και γεμάτης συγκρούσεις φύσης της ιστορικής συγκυρίας, ο βαθμός ιδιοποίησής του από φορείς της αστικής τάξης και των Μέσων της, η καθιέρωσή του σε "ένα ακόμα" μέσο διασκέδασης της αστικής ανίας και βαυκαλισμού της νοσηρής αστικής κουλτούρας του τόπου, είναι αφόρητες και επώδυνες για τον συγγραφέα του. Όπως είναι και ο συσχετισμός του με ιδέες, αντιλήψεις και πρακτικές ενός τυχοδιωκτικά συγκεχυμένου αριστερισμού, τις οποίες δεν συμμερίζεται και με τις οποίες δεν έχει καμία διάθεση να συμβιβαστεί. Το τοπίο λόγου και διαλόγου πρέπει να χωροθετηθεί εκ νέου. Η Ελλάδα στην οποία πρωτοαπευθύνθηκε το Radical Desire δεν υπάρχει πια. Ούτε και οι ψευδαισθήσεις στις οποίες βασίστηκε η απεύθυνση.

Ως εκ τούτου, το Radical Desire θα αντικατασταθεί από ένα διαφορετικής φύσης ιστολόγιο, το οποίο θα είναι προσανατολισμένο καθαρά σε ζητήματα κομμουνιστικής παιδαγωγίας και προπαγάνδας, στρατηγικής και τακτικής: δηλαδή στην συνδρομή μέσω του λόγου (και δυστυχώς από γεωγραφική απόσταση) της κατεύθυνσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα με σκοπό αποκλειστικά και μόνο την ηγεμονία της εργατικής τάξης και του δικού της πολιτικού πολιτισμού στην επερχόμενη ιστορική φάση. 


Αντώνης

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Οδηγίες σωστής ανάγνωσης του αρχείου του ιστολογίου Radical Desire από φερέλπιδες διανοούμενους

1. Άνοιξε τα μάτια. Κοίταξε πώς φτιάχνονται οι διακόπτες χάρη στους οποίους έχεις ρεύμα για να δουλεύει ο υπολογιστής σου:

2. Κλείσε τα μάτια. Σκέψου:
α) Πόσο καιρό θα σού έπαιρνε να μάθεις να το κάνεις αυτό με την ίδια ταχύτητα;
β) Τι συνέπειες θα είχε αυτή η εκμάθηση για τον τρόπο που δουλεύει το μυαλό σου;
γ) Πόσο καιρό θα άντεχες να το κάνεις, με ωράριο, ας πούμε, 8 ώρες τη μέρα, 5 μέρες τη βδομάδα;
δ) Τι ακριβώς διακρίνει εσένα από αυτή που το κάνει; 
ε) Τι θα σήμαινε για σένα "σκέψη" και τι είδους σκέψη θα άξιζε τον "ελεύθερο χρόνο" σου αν ήσουν στη θέση της;

3. Διάβασε το αρχείο καθώς το βίντεο παίζει και ξαναπαίζει στο μυαλό σου. Θα δεις αρκετά πράγματα διαφορετικά.

Εις το επανιδείν.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

All along the watchtower (Να τα λέμε, μη χαθούμε!)

All along the watchtower
Bob Dylan

“There must be some way out of here,” said the joker to the thief
“There’s too much confusion, I can’t get no relief
Businessmen, they drink my wine, plowmen dig my earth
None of them along the line know what any of it is worth”

“No reason to get excited,” the thief, he kindly spoke
“There are many here among us who feel that life is but a joke
But you and I, we’ve been through that, and this is not our fate
So let us not talk falsely now, the hour is getting late”

All along the watchtower, princes kept the view
While all the women came and went, barefoot servants, too

Outside in the distance a wildcat did growl
Two riders were approaching, the wind began to howl

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Η ΟΑΚΚΕ (;) σπάει τη σιωπή της για τις εξελίξεις στον Παναθηναϊκό

Ναι, ως επί το πλείστον προσπαθώ να κρατήσω ένα σοβαρό ιστολόγιο. Μπορεί να διαφωνούν πολλοί, αλλά εγώ αλήθεια προσπαθώ. Αλλά υπάρχουν φορές που ο πειρασμός να αφήσεις τον εαυτό σου να κατρακυλήσει στην ανεύθυνη απόλαυση της ευθυμίας υπερβαίνει κάθε δυνατότητα αντίστασης. Άνευ λοιπών σχολίων. Πηγή: oakke.blogspot.com

ΠΑΟ: ΤΟ ΔΙΩΞΙΜΟ ΤΟΥ ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΧΉ
Την τελευταία φορά που είχαμε γράψει για τις εξελίξεις στον ποδοσφαιρικό Παναθηναϊκό, είχαμε την άτακτη τότε (Σεπτέμβρης 2010) υποχώρηση Βαρδινογιάννη μπροστά στο μέτωπο Βγενόπουλου – Πατέρα. Τότε είχαμε γράψει ότι το ντόπιο και δυτικόφιλο κεφάλαιο Βαρδινογιάννη φεύγει από το φόβο μην του κάψουν την Παιανία ή και τη MOTOROIL οι φιλο-βγενοπουλικοί τραμπούκοι της εξέδρας του ΠΑΟ. Τελικά πρόσφατα ετοιμαζόταν όντως από τους τραμπούκους διαδήλωση έξω από τις εγκαταστάσεις της MOTOROIL (!), με αίτημα την αποχώρηση Βαρδινογιάννη από τη μετοχική σύνθεση της ΠΑΕ ΠΑΟ, πριν αυτή ανακοινωθεί επίσημα στις 5 του Σεπτέμβρη. Δεν χρειάστηκε οι τραμπούκοι να πραγματοποιήσουν την απειλή τους. Έφτανε ο φασιστικού τύπου εκφοβισμός του κεφάλαιου Βαρδινογιάννη στο κέντρο και στη βάση της πραγματικής ισχύος του, που είναι τα διυλιστήρια, για να ξεκόψει αυτό το κεφάλαιο οριστικά από τον Παναθηναϊκό.

Στην πραγματικότητα δεν είναι μια φράξια τραμπούκων και το αφεντικό τους, ο κρατικοολιγάρχης Βγενόπουλος, που έδιωξαν τους Βαρδινογιάννηδες από τον Παναθηναϊκό. Είναι το διακομματικό σύμπλεγμα κορυφής που το πέτυχε αυτό μέσα από μια πολύχρονη εκστρατεία φθοράς. Δίχως τον άμεσα κρατικό πόλεμο της διαιτησίας, δίχως μια «επαγγελματική» τραμπούκικη και ηθικά διεφθαρμένη πτέρυγα αυτού του συμπλέγματος στην εξέδρα, δίχως μια κατάλληλα υποταγμένη αθλητική δικαιοσύνη που θα κάλυπτε το εξεδρικό και διαιτητικό όργιο σε βάρος του Παναθηναϊκού και υπέρ του Κόκκαλη επί μια 15ετία, δίχως μια ποινική δικαιοσύνη και μια αστυνομία που θα άφηναν ουσιαστικά ατιμώρητες τις εκτός γηπέδων επιθέσεις των τραμπούκων κάθε είδους ενάντια στους παναθηναϊκούς συνδέσμους που δεν υποτάχθηκαν στο πνεύμα Κόκκαλη-Βγενόπουλου, δίχως ένα Συμβούλιο της Επικρατείας στα χέρια του ΣΥΝ και του ψευτοΚΚΕ που με τις «κινήσεις πολιτών τους» υπονόμευαν πάντα το γήπεδο του Παναθηναϊκού, όπου αυτό και να χτιζόταν, και πάνω απ’ όλα δίχως τα όλο και πιο δουλικά ΜΜΕ που γενικά κάλυπταν όλη αυτή τη φασιστική και σαμποταριστική κτηνωδία, δεν μπορούσε να επιτευχθεί η πολιτική και οικονομική δήμευση της ισχυρότερης κεφαλαιακά ομάδας της χώρας.

Ακόμα βαθύτερα αυτή η δήμευση αντανακλά την ανυπαρξία στην Ελλάδα μιας ισχυρής και σχετικά ανεξάρτητης από τον ιμπεριαλισμό -τώρα από τον πανίσχυρο ρώσικο σοσιαλιμπεριλισμό- βιομηχανικής αστικής τάξης. Αυτή που στήθηκε μετά τον πόλεμο έδειξε το στενότερο και δουλικότερο πολιτικά πνεύμα όταν μετά το 1981 άφησε τη μια μετά την άλλη τις μεγάλες βιομηχανίες και τις μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις να τσακιστούν από τους ρωσόδουλους σαμποταριστές. Αλλά και οι ίδιοι οι Βαρδινογιάννηδες παραιτήθηκαν από κάθε δημοκρατική πολιτική αντίσταση, όταν ένα στέλεχός τους στον ΠΑΟ, ο Φιλιππίδης, προσπάθησε να μετατρέψει σε ρεύμα πολιτικής διαμαρτυρίας το ρεύμα ενάντια στο διαρκές διαιτητικό ρίξιμο του Παναθηναϊκού. Προτίμησαν να διώξουν τον Φιλιππίδη, που ήταν ένας γενικά επιτυχημένος πρόεδρος σε επίπεδο επιδόσεων του ΠΑΟ στην Ευρώπη μεταξύ 2000 και 2003, παρά να τα βάλουν έστω και λίγο με το κράτος, πράγμα που για μας αποδεικνύει την οικονομική τους εξάρτηση από αυτό.

Αλλά ας δούμε τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στον συντριπτικά πολιτικό και ελάχιστα ποδοσφαιρικό πόλεμο μέσα στους κόλπους του Παναθηναϊκού, πόλεμο που αποτελεί το ύψιστο δείγμα της γενικότερης πολιτικοποίησης του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα ή για την ακρίβεια της φασιστικοποίησής του.

Από την προσωρινή πτώση του Βγενόπουλου στο φασιστικό διώξιμο του Βαρδινογιάννη
Τι έχει συμβεί λοιπόν από πέρσι το Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα; Χοντρικά έχουν συμβεί τα εξής: ο Βγενόπουλος, μετά από μια εξαιρετικά συμφέρουσα για τον ίδιο συμφωνία, που ουσιαστικά του παραχωρούσε την κυριαρχία στον Παναθηναϊκό μονάχα μέσα από τη συμμετοχή του στις Αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου (ΑΜΚ), δηλαδή χωρίς να δώσει δεκάρα τσακιστή στους Βαρδινογιάννηδες, βρέθηκε σε δύσκολη θέση κεφαλαιακά, λόγω της κρίσης που δέρνει τις επιχειρήσεις του, αφού σε αντίθεση με τους πιο βαθιά κρατικοδίαιτους παλιότερους ανατολικούς κρατικοολιγάρχες Μπόμπολα – Κόκκαλη – Γερμανό κλπ., αυτός, έχοντας την πιο δυτική φασάδα αγόρασε για λογαριασμό του ανατολικού καθεστώτος μια σειρά από πολύ σύγχρονες βιομηχανικές εταιρείες που παράγουν με όρους ελεύθερης αγοράς. Τέτοιες εταιρείες όμως δεν μπορεί να τις δουλέψει καλά και τις καίει το διεφθαρμένο ανατολικό κεφάλαιο που μπορεί και ζει κυρίως από την κρατική λεηλασία και την πολιτική εύνοια γενικότερα. Έτσι του ήταν δύσκολο του Βγενόπουλου να ανταπεξέλθει στις αυξημένες ανάγκες σε ρευστό της ΠΑΕ ΠΑΟ, από τη στιγμή που το άνοιγμα-έλλειμμα που δημιούργησε η διαχείριση Πατέρα ήταν πολύ μεγάλο (πάνω από 30 εκατ. ευρώ).

Το έλλειμμα αυτό ήταν στο βάθος απόρροια της λαϊκίστικης και τυχοδιωκτικής διαχειριστικής πολιτικής Βγενόπουλου, που ερέθιζε την ταπεινωμένη από τον Κόκκαλη και το φιλικό του καθεστώς εξέδρα του ΠΑΟ με τη φασιστική γραμμή «νίκες πάση θυσία», δηλαδή νίκες ακόμα και με στημένη διαιτησία. Ο Βαρδινογιάννης έχει πολλές φορές πει πως ο Πατέρας δεν έκανε συνειδητά προβοκατόρικη πολιτική, αλλά έχει ανοιχτά υπονοήσει ότι ήταν το νέο «αφεντικό» ο Βγενόπουλος, που του έλεγε σε όλους τους τόνους να σπαταλάει λεφτά για να πάρει ο ΠΑΟ το πρωτάθλημα με κάθε μέσο. Εμείς φυσικά δεν θεωρούμε αθώο κανέναν τύπο που εμπλέκεται σε βρώμικα παιχνίδια στο παρασκήνιο, είτε έχοντας έναν εντολέα, είτε αυτόβουλα.

Έτσι λοιπόν, γύρω στο Γενάρη, ο Βγενόπουλος βρίσκει -σχεδόν χωρίς προσχήματα- τρόπο και ακυρώνει τη συμφωνία με το Βαρδινογιάννη, που μένει και πάλι μόνος ενεργός μέτοχος με μια καταχρεωμένη από τους Βγενόπουλο – Πατέρα ομάδα. Φαίνεται πως οι Βαρδινογιάννηδες δεν ήταν διατεθειμένοι να αιμορραγήσουν κι άλλο τον όμιλό τους σε ώρες κρίσης για την κάλυψη του ελλείμματος που έφτιασαν οι διώκτες τους. Αυτό ο Γ. Βαρδινογιάννης το διακηρύσσει ανοιχτά, αλλά ταυτόχρονα σημειώνει πως δεν θα αφήσει τον ΠΑΟ να πτωχεύσει μέχρι να βρεθεί διάδοχη κατάσταση.

Ωστόσο, οι «κεφαλές» της εξέδρας και ειδικά του «Ενιαίου Φορέα», που έχουνε προνομιακές σχέσεις με το Βγενόπουλο, συνεχίζουν να βρίζουνε το Βαρδινογιάννη σε κάθε ματς του ΠΑΟ, τη στιγμή που δεν υπάρχει -μετά την αποχώρηση Βγενόπουλου- καμία διάδοχη λύση. Ουσιαστικά, οι λακέδες αυτοί περίμεναν κι έστρωναν το έδαφος για την επόμενη κίνηση του αφεντικού τους.

Αφού λοιπόν οι Βαρδινογιάννηδες έστησαν μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ομάδα για τις αγωνιστικές υποχρεώσεις 2011-2012, με χαμηλό και σφιχτό μπάτζετ είναι η αλήθεια, καταθέσαν τις μετοχές τους, που αντιστοιχούνε στο 54,7% του συνόλου, σε δικηγορικό γραφείο, καθιστώντας τες ανενεργές. Ο Γ. Βαρδινογιάννης έδωσε τότε στις 5 του Σεπτέμβρη μια συνέντευξη, όπου ουσιαστικά ξεμπρόστιαζετην ανατολικο-φεουδαρχική πανούκλα του ελληνικού ποδοσφαίρου, το τρίπτυχο «συναλλαγή – δωροδοκία – πουλημένη εξέδρα», αποχωρώντας από τον ΠΑΟ. (όσο του επέτρεπε πολιτικά η ταξική του θέση και η στενή του σχέση με το ευρύτερο πολιτικό καθεστώς)

Σε μια βδομάδα μέσα, στις 12 του Σεπτέμβρη, ο Βγενόπουλος, που πλέον και με τη βούλα δεν έχει παρά να βάλει λεφτά για ΑΜΚ για να γίνει κύριος της ΠΑΕ ΠΑΟ, δίνει και ο ίδιος συνέντευξη τύπου στο ξενοδοχείο ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΝ, στην οποία παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο η γεμάτη θράσος και τραμπούκικη φυσιογνωμία του: απαγορεύει με φουσκωτούς (!) την είσοδο στο χώρο στο διευθυντή της αθλητικής εφημερίδας Derby News Κώστα Γκόντζο, που χτυπάει το Βγενόπουλο και υποστηρίζει τον Βαρδινογιάννη, ρωτάει σα δικαστής-ανακριτής κάθε δημοσιογράφο αν εργάζεται και σε άλλο μέσο εκτός αυτού που δηλώνει όταν λαμβάνει το λόγο, ειρωνεύεται παλαίμαχους του ΠΑΟ που ζητούν το λόγο κλπ. Το βασικότερο όλων είναι ότι αποκαλύπτει πως συμμετείχε ΕΝΕΡΓΑ στο μέτωπο των σαμποταριστών του ΣΥΝ και μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας με μια δράκα κατοίκων του Βοτανικού κατά της δημιουργίας του γηπέδου του ΠΑΟ στον Ελαιώνα, δικαιώνοντας την ΟΑΚΚΕ που μιλούσε και τότε για υπονόμευση του γηπέδου από το σοσιαλφασισμό σε συνεργασία με το σκοτεινό αυτόν ολιγάρχη!

Μάλιστα ο Βγενόπουλος έβαλε και νέους όρους στο Γ. Βαρδινογιάννη, που ήδη είχε αποχωρήσει (!), σε ό,τι αφορά τη ΓΗΠΕΛ (εταιρεία που συστήθηκε για την κατασκευή του γηπέδου, με μετοχική σύνθεση ίδια με την ΠΑΕ), εταιρεία στην οποία ο Βγενόπουλος είχε εκπρόσωπο στο ΔΣ τον Ν. Ξυλά, άρα ήξερε τα πάντα για το τι αυτή ξόδευε και πώς κινούνταν!! Ο Βγενόπουλος κατηγόρησε τον Βαρδινογιάννη ότι σπατάλησε μέσω ΓΗΠΕΛ 10 εκατ. ευρώ για μακέτες, ενώ έχει ήδη παραδεχτεί ότι στεκόταν ο ίδιος στα κρυφά δίπλα από τους σαμποταριστές του ΣτΕ και του ΣΥΝ, με αποτέλεσμα να πάνε χαμένες δεκάδες χιλιάδες ευρώ που πήγαιναν στα προκαταρκτικά για το χτίσιμο του γηπέδου! Το νέο ψέμα κατέρρευσε, όταν αποδείχτηκε πως τα 6,5 από τα 9,5 εκατ. είχαν ήδη επιστραφεί από τη ΓΗΠΕΛ στην ΠΑΕ, τα δε υπόλοιπα 3 εκατ. ευρώ είναι επίδικα και τα ζητάει η ΓΗΠΕΛ πίσω από το Δήμο Αθηναίων (θεωρώντας τον υπεύθυνο για τη διακοπή του έργου) μαζί με επιπλέον αποζημίωση.

Δύο είδη κεφάλαιου, δύο είδη ομάδων. Οι Σαουδάραβες στο προσκήνιο
Κι εκεί που ο Βγενόπουλος ουσιαστικά, σαν κράτος εν κράτει, ζητάει την απόλυτη ταπείνωση του αντιπάλου του και έμμεσα να πληρώσει με επιπλέον λεφτά τη βγενοπουλική κυριαρχία στην ΠΑΕ (!!), εμφανίζεται η πρόταση του Σαουδάραβα πρίγκιπα Αλ Σαούντ για το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών του ΠΑΟ. Αυτήν την πρόταση που θα πρέπει να την ευνόησαν οι Βαρδινογιάννηδες, που έχουν πολύ παλιούς και στενούς επιχειρηματικούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, μάλλον δεν την περίμενε το καθεστώς, γι’ αυτό και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι αυτή έγινε με τη μεσολάβηση ενός γενικά γραφικού μεσάζοντα, του Βλάσση Τσάκα. Επί τουλάχιστον πέντε μέρες, τα καθεστωτικά τσιράκια μιλούσαν για «τρικ του Βαρδινογιάννη» για να «μην απαντήσει στις κατηγορίες Βγενόπουλου» και άλλους γκεμπελισμούς. Οι ίδιοι που έγραφαν όλα αυτά «ξέχασαν» να καταδικάσουν το ξωπέταγμα από τους φουσκωτούς του Βγενόπουλου του συναδέλφου τους Γκόντζου από το ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΝ.

Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις απ’ ό,τι φαίνεται προχωρήσανε και ο Σαουδάραβας ετοιμάζεται να πάρει τον ΠΑΟ*, σε μια στιγμή που κάτι τέτοιο είναι πραγματικά ιδιαίτερα συμφέρον από οικονομική άποψη για κάθε επενδυτή, αφού οι μετοχές Βαρδινογιάννη δεν πουλιούνται αλλά χαρίζονται σε όποιον προχωρήσει σε γενναία Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου.

Τη στιγμή λοιπόν αυτή, και ενώ ο Βγενόπουλος φαίνεται να χάνει το παιχνίδι, γίνονται δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι βγάζει απόφαση η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού ότι δεν μπορεί με κεφάλαια μη ελληνικών συμφερόντων να ελέγξει ένας επιχειρηματίας μία ελληνική ΠΑΕ. Το άλλο είναι ότι εμφανίζεται μια Arboris Capital, εταιρεία-συμβουλάτορας για επενδύσεις με άκρες σε Ασία, Αφρική και Μέση Ανατολή και μπαίνει σφήνα στους σαουδάραβες, με δεύτερη πρόταση. Στη Μέση Ανατολή η συγκεκριμένη εταιρεία έχει έδρα το Εμιράτο του Αμπού Ντάμπι. Αυτό γενικά είναι φιλοδυτικό αλλά είναι και χώρος διακίνησης και ανατολικών κεφαλαίων. Θυμόμαστε πως μέσω Αμπού Ντάμπι πήρε τα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά ένας φίλος της Χεζμπολλάχ. H πρόταση της Arboris Capital δεν είναι ακόμα συγκεκριμένη όπως αυτή των σαουδαράβων, αλλά η εταιρεία αυτή διατείνεται πως, αν η ΠΑΕ ΠΑΟ πει το ναι, θα βρει επενδυτή μέσα σε 20 ημέρες. Είναι δηλαδή μια πρόταση ΓΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΠΕΝΔΥΤΗ κι όχι για άμεση επένδυση. Αυτό ενισχύει τις υποψίες μας ότι κάπου σε όλα αυτά υπάρχει δάκτυλος Βγενόπουλου ή γενικότερα του σοσιαλφασισμού, για να χαλάσει η συμφωνία Αλ Σαούντ – Βαρδινογιάννη.

Η πάλη πάνω από το σώμα της μεγαλύτερης και δημοφιλέστερης, μαζί με τον Ολυμπιακό, ποδοσφαιρικής ομάδας της χώρας, συνεχίζεται. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό εδώ είναι ποιος τύπος κεφάλαιου βρίσκεται στη στρατηγική επίθεση σε αυτή τη χώρα και είναι δεμένος με το φασισμό και ποιος όχι. Το κεφάλαιο τύπου Βαρδινογιάννη, που κι αυτό έχει σημαδεμένη την ιστορία του από το σπάσιμο του εμπάργκο στο απάνθρωπο για το μαύρο πληθυσμό ρατσιστικό καθεστώς της Ροδεσίας πριν δεκαετίες, αλλά επίσης είχε και τις δικές του ισχυρές κρατικές στηρίξεις και εύνοιες για πολλά χρόνια, είναι σήμερα ένα κεφάλαιο που δουλεύει κύρια με όρους ελεύθερης αγοράς, οπότε επιζεί και σε συνθήκες πολιτικής δημοκρατίας. Το βιομηχανικό αυτό κεφάλαιο έστησε σε μεγάλο βαθμό έναν αρκετά «βιομηχανικό» ΠΑΟ, δηλαδή μια καπιταλιστική επιχείρηση οπωσδήποτε πολιτικού ενδιαφέροντος, δηλαδή που ο βασικός ρόλος της ήταν να δίνει κύρος και φίλους στον ιδιοκτήτη της, αλλά και που τουλάχιστον θα έβγαζε τα έξοδά της. Γι’ αυτό και βασιζόταν στην πολιτική «λίγα έξοδα – φυτώριο και υποδομές για ταλέντα – ευρωπαϊκές επιτυχίες – κέρδος μέσα από τη μεταπώληση παικτών». Είναι γεγονός ότι και ο ΠΑΟ έχει δεχτεί κριτικές του στην χρυσή εποχή του ότι δεν ήταν έξω από τη λογική του η παρέμβαση στη διαιτησία και στην ΕΠΟ (π.χ. εποχή Τριβέλλα). Ωστόσο δεν έφτιαξε τα δίκτυα του υπόκοσμου και της εντελώς διεφθαρμένης κρατικής παρέμβασης στα οποία βασίστηκε ο ρωσοφτιαγμένος Κόκκαλης για να ελέγξει με απύθμενο θράσος και ολοκληρωτικά το ελληνικό ποδόσφαιρο μετά το 1996. Γι’ αυτό και ο ΠΑΟ ακόμη και στη 12ετία του κοκκαλισμού είχε μεγαλύτερες επιτυχίες στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις από όσες ο Ολυμπιακός, καθώς στην Ευρώπη η διαιτησία δεν μπορούσε εύκολα να «πιαστεί», ενώ οι παίκτες που βγήκαν από τις ακαδημίες του αποτέλεσαν και τη βάση της Εθνικής που κατάχτησε το EURO 2004.

Αυτό ακριβώς το είδος ομάδας, ομάδας της βιομηχανικής αστικής τάξης έβαλε στο στόχαστρό του ο ανατολικοφτιαγμένος μεσάζων ολιγάρχης Βγενόπουλος: «Τι να τις κάνω τις υποδομές, αν σε ξεφτιλίζει ο Ολυμπιακός», τόνιζε παντού... Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βγενόπουλος δεν χτυπούσε ποτέ ανοιχτά το καθεστώς Κόκκαλη, αλλά αντίθετα ειρωνευόταν μόνιμα τον Βαρδινογιάννη που το χτυπούσε, έστω αδύναμα σαν «κλαψιάρη», «ανίκανο» κλπ. Στην ουσία, ο Βγενόπουλος και τα τσιράκια του δηλητηρίασαν την εξέδρα του ΠΑΟ με τη φασιστική και εντελώς διεφθαρμένη νοοτροπία «νίκες με κάθε κόστος». Έφτασε πριν λίγα χρόνια αυτή η πτέρυγα της οργανωμένης εξέδρας να απαιτήσει ωμά από τους ιδιοκτήτες του Παναθηναϊκού να πάρουν πρωτάθλημα με τις βρώμικες μέθοδες Κόκκαλη.

Φυσικά η πλατιά μάζα των παναθηναϊκών οπαδών όπως και κάθε άλλης ομάδας είναι κομμάτι του λαού και σαν τέτοια δεν είναι διεφθαρμένη, οπότε ακόμη και σήμερα αποδοκιμάζει σε γενικές γραμμές τα συνθήματα και τη λογική των βγενοπουλικών. Γι’ αυτό και ο Βγενόπουλος χρειάστηκε ηχηρές μεταγραφές μεταξύ 2008 και 2010, για να ουδετεροποιήσει και κάπως να γλυκάνει αυτή τη γενικά πολιτισμένη οπαδική μάζα με μερικές γνήσιες νίκες. Είναι χαρακτηριστική για τα πεπραγμένα των πάσης φύσεως ανατολικών ολιγαρχών η εξής αποστροφή του Γιάννη Βαρδινογιάννη (Τζίγγερ) στη συνέντευξη αποχώρησής του: «Με αυτούς τους κύριους (σ.σ. τους επικεφαλής των οργανωμένων) δεν έχω ποτέ συναλλαγή και ούτε πρόκειται να το κάνω. Ούτε τα εισιτήρια τους πληρώνω, ούτε σουβλατζίδικο τους άνοιξα, ούτε τους βγάζω από τη φυλακή όπως άλλοι». Από τούτο δω το απόσπασμα, που όχι τυχαία εκστομίζεται μόνον όταν ο ιδιοχτήτης της ΠΑΕ παύει να είναι τέτοιος, μαθαίνουμε ότι ένας καλός «οργανωμένος», δηλαδή αδίστακτος και αφοσιωμένος στον ιδιοκτήτη στρατός στην εξέδρα, μπορεί σήμερα να συγκροτηθεί μόνο σε μισθοφορική βάση και μόνο αφού το αφεντικό του έχει ευλογηθεί από το βαθύ κρατικό καθεστώς ώστε να μπορεί να αποφυλακίζει εγκληματικά στοιχεία.

Το σημερινό δίλημμα και ένα άλλο μέλλον για το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό
Για το καλό λοιπόν της χώρας, και του ελληνικού ποδοσφαίρου πρέπει να αποτύχουν οι σχεδιασμοί του Βγενόπουλου και γενικότερα του ρωσόδουλου καθεστώτος που τον στηρίζει. Φτάνουν οι συμμορίες και τα στίφη που έφτιαξε ο Κόκκαλης και κληροδότησε στον ομοϊδεάτη του Μαρινάκη, δε χρειάζεται μέσα στην πείνα και στην κρίση να έχουμε και τα αντίστοιχα του Βγενόπουλου και του κάθε διαδόχου του. Το ότι καλούμαστε βέβαια σήμερα να διαλέξουμε ανάμεσα σε διαδόχους του ενός ή του άλλου καπιταλιστή ή βαθύτερα ανάμεσα σε ένα φασιστικό ιμπεριαλιστικό και σε ένα τριτοκοσμικό ραντιέρικο και γι’ αυτό αυταρχικό κεφάλαιο (σαουδαραβικό) σαν ιδιοκτήτη μιας ποδοσφαιρικής ομάδας δεν είναι μια εξαιρετική θέση για δημοκρατικούς ανθρώπους και για πραγματικούς φίλους του ποδοσφαίρου. Είναι μια κατάσταση ανάγκης που έχει να κάνει με το αν τα γκολ που θα μπαίνουν από τον ΠΑΟ και τον κάθε ΠΑΟ θα είναι πραγματικά και απλά θα λειτουργούν σαν παρηγοριά στον τσακισμένο εργάτη και στον ανασφαλή μικροαστό, που γίνονται περήφανοι μόνο μετά από κάθε νίκη της ομάδας τους, και γι’ αυτό δεν πολυνοιάζονται για το ωραίο ποδόσφαιρό ή αν τα γκολ αυτά θα είναι εν πολλοίς ψεύτικα και θα μεταφράζονται σε ιδεολογικό ντοπάρισμα ενός άγριου φασιστικού στίφους «φιλάθλων» που θα χρησιμοποιείται σαν φονιάς κάθε δημοκρατισμού μέσα κι έξω από τα γήπεδα και σαν εργαλείο του χειρότερου ιμπεριαλισμού που γνώρισε ο κόσμος.

Αυτό είναι το κεντρικό δίλημμα σήμερα όπου το συνειδητό επαναστατικό προλεταριάτο είναι ακόμα πολύ αδύναμο για να προβάλει στην πράξη, πέρα από το επίπεδο της φιλικής παρέας και της στενής γειτονιάς, τη δικιά του εκδοχή του ποδοσφαίρου και γενικότερα του αθλητισμού. Όμως δεν θα αργήσει πολύ η μέρα όπου, μέσα στις ταξικές θύελλες που θα σαρώσουν τον ιμπεριαλιστικό κόσμο, που ήδη έχει μπει σε βαθιά κρίση και οδηγείται γοργά στον παγκόσμιο πόλεμο, θα αρχίσει να αμφισβητείται έμπρακτα το σημερινό ανταγωνιστικό πρωταθλητικό ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο αυτό είναι σύμφυτο με την υπεργύμναση και την εξάντληση του παίκτη, παράλληλα με την όλο και πιο αρρωστημένη αγυμνασιά και την φανατική σχεδόν τυφλή απαιτητικότητα του θεατή για νίκη του συλλόγου του ή του έθνους του. Μια τέτοια νίκη συγχωρεί την εξαπάτηση του κάθε διαιτητή και την σκληρότητα απέναντι στον αντίπαλο πράγματα που αναχαιτίζονται προσωρινά μόνο με νέους όλο και αυστηρότερους κανονισμούς. Παράλληλα με το δυνάμωμα του ποδοσφαιρικού κεφαλαίου αυξάνεται η διαφθορά όλων των ποδοσφαιρικών θεσμών, δυναμώνουν οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις ομάδες καθώς και οι ανταγωνισμοί μέσα στις ομάδες που αποσυντίθενται ψυχολογικά και τεχνικά από την διαρκή εξαγορά και αιμορραγία των ταλέντων τους από την κάθε ισχυρότερη ομάδα-κεφάλαιο, πράγμα που ορφανεύει και ευνουχίζει κάθε μακρόχρονη συλλογική δουλειά.

Αυτά τα αρνητικά φαινόμενα που διαρκώς δυναμώνουν και θα δηλητηριάζουν το ποδόσφαιρο (και τον αθλητισμό γενικότερα), θα απαιτούν όλο και περισσότερο το ποδόσφαιρο και γενικότερα τον αθλητισμό του τύπου «πρώτα η φιλία μετά ο συναγωνισμός» που θα αντανακλά τις νέες συλλογικές παραγωγικές σχέσεις και το νέο εποικοδόμημα που θα είναι δεμένο με αυτές τις παραγωγικές σχέσεις. Φανταζόμαστε έναν αθλητισμό που θα αντικαθιστά τον ανταγωνισμό με την άμιλλα, που δεν θα ταπεινώνει τον αντίπαλο ούτε τις φίλαθλες μάζες της κάθε ομάδας, αλλά θα τις εκπαιδεύει ηθικά και τεχνικά, θα τις γυμνάζει και θα τις διασκεδάζει κάνοντας τες τις ίδιες πάνω απ όλα να αθλούνται και να παίζουν και όχι μόνο να βλέπουν ποδόσφαιρο. Γι’ αυτούς και μόνο τους σκοπούς θα μπορούν να συνδυαστούν οι ομάδες στη βάση (γειτονιές, χώροι δουλειάς) με εκείνες που θα συγκροτούνται από εκείνους τους παίχτες, προπονητές κλπ. που θα έχουν φτάσει στα ψηλότερα επίπεδα δεξιοτεχνίας και ανάπτυξης της τακτικής-στρατηγικής κάθε αθλητικού παιχνιδιού και θα μπορούν να παίζουν το ρόλο των ομάδων- πιλότων, χωρίς όμως οι άνθρωποι που τις αποτελούν να ξεκόβονται ποτέ από τη λαϊκή βάση τους, τόσο αθλητικά όσο και κοινωνικά.

Αυτό το ποδόσφαιρο, και γενικότερα αυτός ο αθλητισμός που δεν θα είναι για την ατομική και την εθνική υπεροχή, δεν έχει ανάγκη να σκοτώνει σωματικά τον αθλητή-παίκτη με την υπεργύμναση, ούτε να τον διαφθείρει ηθικά και ταξικά με τις υπέρογκες αμοιβές και με την απάτη και με την σκληρότητα στο παιχνίδι, ούτε να κομπλεξάρει το νικημένο, ούτε τέλος να μετατρέπει το νικητή σε ένα είδος βιαστή. Το κυριότερο, δεν έχει ανάγκη να κάνει ποτέ τις μάζες ανήμπορο θεατή ή υποτακτικό, όπως τις έχει κάνει σήμερα σε επίπεδο παραγωγής, αλλά και στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα. Καλλιεργώντας τέτοιες αντιλήψεις και τέτοιες πρακτικές για τον ομαδικό αθλητισμό έστω σε επίπεδο γειτονιάς και χώρου δουλειάς θα μπορούμε να δώσουμε διεξόδους στις αυθόρμητες συλλογικές και δημιουργικές διαθέσεις της νεολαίας και όλου του λαού. Αυτός είναι ένας πιο βαθύς τρόπος για την αναχαίτιση του φασιστικού αθλητικού ανταγωνισμού και του βασικού του συνθήματος που είναι «όλα επιτρέπονται για την Νίκη».

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Καντ και Χέγκελ, ή η αμφισημία των καταγωγών I (Φιλοσοφία και Επανάσταση)

Στάθης Κουβελάκης
Φιλοσοφία και επανάσταση: Από τον Καντ στον Μαρξ
Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Verso, 2003

Κεφάλαιο 1
Καντ και Χέγκελ, ή η αμφισημία των καταγωγών

Όπως άλλες αλήθειες που επαναλαμβάνονται υπερβολικά συχνά, η εικόνα της Γερμανίας, ακόμα και της Γερμανίας του “σκεπτόμενου ανθρώπου”, να χαιρετίζει τα γεγονότα στο Παρίσι τον Ιούλη του 1789 με μια ενωμένη φωνή χρειάζεται λεπτύτερες αποχρώσεις. Κι όμως το πλατύ κύμα καλής προαίρεσης που κατέκλυσε την “πεφωτισμένη” γερμανική κοινή γνώμη με την έφοδο στη Βαστίλη, καθώς και η περίοδος ευφορίας που ακολούθησε, δεν είναι απλά μύθοι. Η αντίδραση αυτή δεν περιορίστηκε στις πριγκιπικές αυλές που ήταν περισσότερο φιλόξενες στις ιδέες του Διαφωτισμού. Από την Βαυαρία στη Βαϊμάρη, ακόμα και στην Πρωσσία, πολλοί Γερμανοί υπέκυψαν για λίγο —αν και η στιγμή καθορίστηκε αυστηρά από την προοπτική της θέσμισης μιας φιλελεύθερης μοναρχίας (αυτή ήταν λοιπόν η στιγμή πριν την Varennes και, κυρίως, πριν την εξέγερση του Αυγούστου του 1792)— στην αρέσκεια για την χωρίς προηγούμενο ελευθερία που εξαπλωνόταν τότε απ’ το Παρίσι σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό μας δίνει κάποιες ενδείξεις για το βάθος του ενθουσιασμού που το επαναστατικό συμβάν δημιούργησε στην πιο στρατευμένη πτέρυγα του γερμανικού διαφωτισμού, κυρίως στον Καντ και τον Φίχτε, για να μην αναφέρουμε άλλους. Όμως η μέριμνα των στοχαστών που βρισκόταν τότε στο κέντρο της φιλοσοφικής σκηνής δεν ήταν απλώς να υπερασπιστούν το συμβάν αυτό, αλλά, ακόμα περισσότερο να το θεωρητικοποιήσουν —τόσο πολύ που δεν φαίνεται υπερβολή το να πούμε ότι η γερμανική φιλοσοφία ως τέτοια έγινε η κατεξοχήν φιλοσοφία της Επανάστασης. Η παρατήρηση λοιπόν της Χάνα Άρεντ είναι πολύ ακριβής:
Το μοντέλο για αυτή την νέα αποκάλυψη [του παλιού απόλυτου των φιλοσόφων] δια μέσου της ιστορικής διαδικασίας ήταν ξεκάθαρα η Γαλλική Επανάσταση, και ο λόγος για τον οποίο η μετα-καντιανή γερμανική φιλοσοφία έφτασε να εξασκήσει την τεράστιά της επιρροή στην ευρωπαϊκή σκέψη στον εικοστό αιώνα, κυρίως σε χώρες που εκτέθηκαν στην επαναστατική αναταραχή —τη Ρωσία, τη Γερμανία, τη Γαλία— δεν είναι ο λεγόμενος ιδεαλισμός, αλλά αντιθέτως, το γεγονός ότι [η φιλοσοφία] είχε εγκαταλείψει τη σφαίρα της καθαρής εικοτολογίας και είχε προσπαθήσει να διατυπώσει μια φιλοσοφία που θα ανταποκρινόταν και θα συνελάμβανε εννοιoλογικά την πιο πρόσφατη και την πιο πραγματική εμπειρία του καιρού.
Αντίθετα όμως από ότι η δηλώνει λίγο αργότερα η Άρεντ, ο Καντ και ο Φίχτε δεν ξεκίνησαν απλά αυτό το κίνημα, αλλά παρέμειναν και πιστοί σε αυτό, ακόμα και κατά την Ιακωβίνικη περίοδο· υπερασπίστηκαν την οικουμενική σημασία της Επανάστασης σε μια περίοδο που άλλοι στρεφόταν μακριά της και εγκατέλειπαν τις θέσεις που είχαν πριν για να αναζητήσουν παρηγοριά στην εξυψωμένη σφαίρα της τέχνης —ή, αντιστρόφως, για να χαθούν στα βάθη των δικών τους βασανισμένων ψυχών. Θα ήταν όμως δύσκολο να δώσουμε υπερβολική έμφαση στο γεγονός ότι ο ενθουσιασμός αυτός και η πιστότητα αυτή ήταν αδιαχώριστα από το άλλο τους πρόσωπο, την θεμελιώδη αμφιθυμία της γερμανικής θεωρίας προς το επαναστατικό φαινόμενο, μια αμφιθυμία που η επόμενη γενιά, η γενιά του Vormärz, θα αντιμετώπιζε επανελειμμένα: μπορεί να ιδωθεί ως συγκροτητική της όλης προβληματικής του “γερμανικού δρόμου” προς την πολιτική και κοινωνική νεωτερικότητα. Αν και ήταν αποδεκτή ως θεμελιώδες σημείο αναφοράς, ακόμα και αντικείμενο θαυμασμού, η Επανάσταση ήταν όμως επίσης το αντικείμενο μιας συνεχιζόμενης απάρνησης, αναμφίβολα για λόγους που έχουν να κάνουν με το τραυματικό φορτίο που έφερε το συμβάν και οι πολλές του αναπαραστάσεις. Από την οπτική θέση που στεκόταν απ’ την άλλη πλευρά του Ρήνου, η αναστάτωση στις πηγές της ανακλαστικότητας που αποκρυσταλλώθηκε στην σύγχρονη έννοια της λέξης “επικαιρότητα” [actualité] έμοιαζε ταυτόχρονα να φέρει τα σημάδια μιας όχι λιγότερο ριζικής “ανεπικαιρότητας” [inactualité], που είχε να κάνει με το hic et nunc, με τη Γερμανία την ίδια και με τη μοίρα του ancien régime της.

Ο Καντ είναι καλό παράδειγμα τούτου. Ακόμα και καθώς χαιρετίζει το συμβάν, χωρίς να εξαιρείται η Ιακωβίνικη στιγμή, και αν και αποκηρύσσει χωρίς υπεκφυγές την γαλλική και την ξένη αντεπενάσταση, δηλώνει κατηγορηματικά ότι μια επαναστατική προοπτική είναι παράκαιρη και μη επιθυμητή για τη Γερμανία. Ο Καντ καταφέρνει να θεωρητικοποιήσει την επανάσταση ως αποκάλυψη του κοσμικού χιλιασμού της ιστορίας, ως φανέρωση της ηθικής προδιάθεσης του ανθρώπινου είδους και ως βέβαιο σημάδι της εμμενούς του τάσης για πρόοδο, καθώς θεωρητικοποιεί ταυτόχρονα την αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα σ’ αυτή την επανάσταση και οποιονδήποτε την στοχάζεται απλά από τη θέση του θεατή. Αν και είναι αφοσιωμένος θεατής, ο Καντ καταβάλει σημαντική προσπάθεια να ανυψωθεί πάνω από την σύγκρουση: “αυτή η επανάσταση”, λέει, “έχει ξυπνήσει στις καρδιές και τις επιθυμίες όλων των θεατών που δεν εμπλέκονται οι ίδιοι σ’ αυτή μια συμπάθεια η οποία αγγίζει σχεδόν τον ενθουσιασμό, αν και το να προφέρεις ακόμα αυτή τη συμπάθεια ήταν πράγμα επικίνδυνο. Δεν μπορεί λοιπόν να έχει προκληθεί [η Επανάσταση] από τίποτε αλλό παρά απ' την ηθική προδιάθεση στο ανθρώπινο γένος.” Η επανάσταση λοιπόν είναι ένα “ιστορικό σημάδι” —ενδεχομενικό το ίδιο, και συνεπώς ένα “συμβάν” εξωγενές ως προς την τάξη του αιτιατού— που όμως προσφέρει μια απτή φανέρωση της τελεολογικής ενότητας της φύσης και της ανθρώπινης ελευθερίας. Το νόημα αυτού του σημαδιού μπορεί να αποκωδικοποιηθεί μόνο από μια συνείδηση θέασης· το χάσμα ανάμεσα σε μια τέτοια συνείδηση και στο συμβάν, ανάμεσα στην τάξη των αιτιών και των στόχων, παραμένει αγεφύρωτο. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθούμε τη σημασία αυτής της διαδικασίας μέσα από την οποία το συμβάν ανάγεται στην ερμηνευτική του πρόσληψη και μόνο: σημαίνει πως μπορεί κάποιος να εκφράσει την έγκρισή του για την επανάσταση ως σημείο ακόμα και καθώς δείχνει δημόσια, κυρίως για χάρη του υπάρχοντος (απολυταρχικού) κράτους, είτε μια προφανή έλλειψη ενδιαφέροντος για το αποτέλεσμα της ίδιας της επανάστασης, είτε —εφόσον το μόνο που έχει σημασία είναι η επίδραση της επανάστασης στην συνείδηση του θεατή— ξεκάθαρη αντίθεση στην προοπτική εξάπλωσής της.

Συνέντευξη με τον V.A. Vazioulin IV

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η θέση και ο ρόλος της γραφειοκρατίας στην ανάπτυξη της σοβιετικής κοινωνίας; Ποιος είναι ο ρόλος της στην ήττα του σοσιαλισμού;

Β. Β.: Η γραφειοκρατία είναι ένας διοικητικός μηχανισμός που δουλεύει για τον ίδιο τον εαυτό του, δηλαδή είναι ένας μηχανισμός διοί­κησης που έχει μετατραπεί σε αυτο­σκοπό. Εάν υπάρχει στην κοινωνία μια ουσιώδης διάκριση (αντίθεση) μεταξύ κοινωνικών (κοινών) και ατομικών (ειδικών) συμφερόντων, η ενότητα τους πραγματοποιείται μέ­σω του διχασμού κοινών συμφερό­ντων αφ' ενός και μοναδικών αφ' ετέρου. Η ίδια η ενότητα των συμφε­ρόντων αποβαίνει εξωτερικά ως το κοινό συμφέρον (ψευδο-κοινό). Συνεπώς, ο διοικητικός μηχανισμός εκφράζει, προασπίζεται κάποια κοι­νά συμφέροντα, τα οποία αποτε­λούν ταυτόχρονα μια ψευδο-κοινότητα. Όταν υφίσταται η διάσταση που προαναφέραμε, ο μηχανισμός της διοίκησης είναι αναπόφευκτα, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, απο­κομμένος απ τους διοικούμενους και, συνεπώς, δουλεύει για τον εαυ­τό του. Μετατρέπεται σε αυτοσκο­πό. Η αναγκαιότητα υπαγωγής των ατομικών συμφερόντων στα κοινω­νικά γίνεται μέσω του πειθαναγκα­σμού. Η γραφειοκρατία, στο βαθμό που εκφράζει το ψευδο-κοινό συμ­φέρον, συνιστά μια συγκεντροποίηση, που μάλιστα εδράζεται στην ιε­ραρχική αρχή της υπαγωγής των κα­τώτερων μηχανισμών στους ανώτε­ρους και χωρίς την ικανότητα των πρώτων να επιδρούν στους δεύτε­ρους.

Κατ' αυτό τον τρόπο εξέταζε τη γραφειοκρατία ο Κ. Μαρξ. Συνε­πώς, ο αγώνας κατά της γραφειοκρατίας δεν είναι μόνο αγώνας ενα­ντίον μεμονωμένων γραφειοκρατών, ούτε μόνο εναντίον της γραφειοκρα­τίας αυτής καθαυτής. Πρόκειται για αγώνα και εναντίον της γραφειοκρα­τίας αυτής καθαυτής και εναντίον ξεχωριστών γραφειοκρατών, αλλά κυρίως εναντίον των όρων που γεν­νούν τη γραφειοκρατία.

Αναφορικά μεε τη χώρα μας τώ­ρα... Λόγω του γνωστού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνά­μεων, που χαρακτηρίζει μια χώρα μέσου επιπέδου ανάπτυξης, η γρα­φειοκρατία «μας» θα έπρεπε να εμ­φανιστεί και εμφανίστηκε. Υπήρχε, επίσης, η κληρονομημένη από την τσαρική Ρωσία, γραφειοκρατία. Υπήρχαν οι τσαρικοί υπάλληλοι που προσελκύθηκαν στην κρατική μηχανή, αλλά έχουμε και τη γραφειοκρατικοποίηση των νέων ανθρώ­πων που ήρθαν στην εξουσία. Το ξε­ρίζωμα της γραφειοκρατίας είναι ανέφικτο όσο υπάρχει μια λίγο - πο­λύ σταθερή τάση των ανθρώπων να εργάζονται για το μισθό τους, πράγ­μα που αποτελεί μια έκφραση της απόσπασης μεταξύ ατομικών και κοινωνικών συμφερόντων.

Οι τάσεις γραφειοκρατικοποίησης ενισχύθηκαν επιπλέον και λόγω της βαρύτατης κατάστασης έκτα­κτης ανάγκης στην οποία είχε πε­ριέλθει η ΕΣΣΔ ως η μόνη χώρα στην οποία νίκησε η σοσιαλιστική επανάσταση σ' όλο τον καπιταλιστι­κό κόσμο. Αυτό εξώθησε σε μεγαλύτερη συγκεντροποίηση απ' αυτή που θα υπήρχε αν έλειπε η εν λόγω πίε­ση. Οι συνθήκες αυτές απαιτούσαν μεγαλύτερη εργασιακή πειθαρχία, μεγαλύτερο πειθαναγκασμό για ερ­γασία. Όμως, η ενίσχυση του εξανα­γκασμού σε εργασία οδηγεί στην επίταση της αλλοτρίωσης των διοι­κούμενων απ' τους διοικούντες. Ενισχύει την αποξένωση μεταξύ ερ­γατών και διοικητικού μηχανισμού. Χωρίς να επεκταθώ στην πλήρη ανάλυση του συνολικού μηχανισμού εμφάνισης της γραφειοκρατίας, των αμοιβαίων σχέσεων στο εσωτερικό της, θα επισημάνω μόνο ότι η δια­μόρφωση της «νέας» γραφειοκρα­τίας και η ενίσχυση της ήταν νομο­τελειακή στη χώρα μας. Εάν μια γραφειοκρατία ενισχύεται, όλο και πιο πολύ αποξενώνεται απ' το λαό. Αυτό σημαίνει ότι οι γραφειοκράτες επιδιώκουν όλο και πιο πολύ τους δικούς τους ατομικούς σκοπούς, τον προσωπικό τους πλουτισμό, τη σταδιοδρομία τους κ.λπ. Και μάλι­στα, όπως ήταν φυσικό, η μεγαλύτε­ρη αποξένωση απ' το λαό παρατη­ρούνταν στα ανώτερα κλιμάκια, στην κορυφή του μηχανισμού. Αυτά τα κλιμάκια άρχισαν να προσανατο­λίζονται προς τη Δύση.

Ο σοσιαλισμός εμφανίζεται και εγκαθιδρύεται με σοβαρές εσωτερι­κές αντιφάσεις. Στον πρώιμο σοσια­λισμό οι αντιφάσεις αυτές παίρνουν τέτοια έκταση και βάθος, που μπο­ρούν να οδηγήσουν στην κατάργηση του σοσιαλισμού. Χωρίς την παρα­μικρή παρέμβαση της CΙΑ, οι ικανό­τητες της οποίας συχνά υπερεκτι­μούνται (ντοκουμέντα αποδεικνύ­ουν ότι η ΚGΒ δούλευε πολύ καλύ­τερα από τη CΙΑ).

Μπορούμε να παρατηρήσουμε την κλιμάκωση της γραφειοκρατικοποίησης καθ' όλη την ιστορία της ΕΣΣΔ. Βαθμιαία άλλαζαν οι άνθρω­ποι που έρχονταν στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό. Άλλοι ήταν αυτοί που ανέλαβαν μετά την επα­νάσταση. Άλλοι αυτοί που επιλέχθη­καν μετά τις εκκαθαρίσεις της αρι­στερής κομματικής αντιπολίτευσης. Οι τελευταίοι, αν και επιλέχθηκαν απ' τα κάτω και προέρχονταν απ' την παραγωγή, δε διέθεταν εκείνο το επαναστατικό ατσάλωμα που χαρα­κτήριζε τη «λενινιστική φρουρά». Στη συνέχεια, δρομολογήθηκε ο πε­ραιτέρω εκφυλισμός. Η διαφθορά μέχρι τον πόλεμο κατέλαβε βασικά τα ανώτατα κλιμάκια. Στη συνέχεια επεκτεινόταν διαρκώς προς τα κά­τω.

Προπολεμικά ίσχυε το «παρτμάξιμουμ» (κομματικό μέγιστο) που πρόβλεπε ότι για το κάθε μέλος του κόμματος ίσχυε ένα όριο αποδοχών λίγο παραπάνω από το επίπεδο του εργατικού μισθού. Αργότερα και ο ίδιος ο Στάλιν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να διατηρήσει το κομματικό μάξιμουμ. Η κατάργηση του σημα­τοδοτούσε και την τυπική, πλέον, μετατροπή των προνομίων ως νομιμοποιημένο και κομματικό καθε­στώς. Και μετά τον πόλεμο υπήρχε πάλη ενάντια στα προνόμια. Είχε, όμως, το χαρακτήρα πάλης ενάντια στα προνόμια του άλλου.

Ανακεφαλαιώνοντας, μέχρι τότε που θα υπάρχουν διαφορές ανάμε­σα στα κοινωνικά και ατομικά συμφέροντα, θα υπάρχει και γρα­φειοκρατία.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η γνώμη σας για τη σταλινική περίοδο; Υπήρχε τότε σοσιαλιστική ανάπτυξη; Πώς εκτιμάτε τον Στάλιν;

Β. Β.: Είναι αντιφατική σχέση... Ο Στάλιν διάλεξε τον πιο εύκολο δρό­μο, τον οποίο συνήθως ακολουθεί και η ιστορία. Ο Λένιν προσπαθού­σε να οδηγήσει τη σοσιαλιστική ανά­πτυξη προς ένα λιγότερο πιθανό -όμως εφικτό- δρόμο. Είναι γνωστό ότι ο Ι. Β. Στάλιν υιοθέτησε πολλές θέσεις του Λ. Ντ. Τρότσκι. Σε γενι­κές γραμμές και συνολικά θα έλεγα ότι ο ρόλος του Στάλιν ήταν θετι­κός. Με ποια έννοια όμως; Τότε ήταν απαραίτητη η επίτευξη μιας ταχύρρυθμης ανάπτυξης των παρα­γωγικών δυνάμεων της χώρας. Για κάτι τέτοιο χρειαζόταν μια αυστηρή συγκεντροποίηση. Όσο λιγότερες εί­ναι οι διαθέσιμες δυνάμεις, όσο πιο σκληρές είναι οι εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες, τόσο περισσό­τερο χρειάζεται η συγκεντροποίηση. Αυτό φαίνεται και στα πιο απλά πράγματα: όταν υπάρχουν λίγοι πό­ροι (π.χ. τρόφιμα), τότε εισάγεται το σύστημα διανομής με το δελτίο. Η χώρα βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Στο εσωτερικό υπερ­τερούσαν οι μικροαστικές μάζες. Στο διεθνές επίπεδο ωρίμαζε ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος, ο οποίος θα στρεφόταν ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Ό,τι κι αν λένε σήμερα πολλοί, προπολεμικά έγιναν πολλά. Σίγουρα με σκληρές και αυστηρές μεθό­δους... Υπήρχε, π.χ., διάταγμα για ποινική καταδίκη της 20λεπτης αρ­γοπορίας στη δουλειά. Τον Στάλιν πρέπει να τον βλέπουμε χωρίς προ­καταλήψεις, αντικειμενικά και επι­στημονικά. Είναι αλήθεια ότι τέτοια πολιτική δεν μπορούσε να ασκήσει ο καθένας. Χρειάζονται γι' αυτό ιδι­αίτερα χαρακτηριστικά (ακόμη και στο επίπεδο της ηθικής) που κάθε άλλο παρά είναι ελκυστικά. Άλλο θέμα είναι τα πορίσματα που βγάζει κανείς αν κάνει μια σύγκριση των χαρακτηριστικών αυτών με αυτό που είναι αναγκαίο επί κομμουνι­σμού.

Οι κομμουνισστές είναι κατ' αρχήν κατά της βίας. Εδώ, όμως, η κατά­σταση της χώρας υπαγόρευε την αναγκαιότητα σκληρού πειθαναγκα­σμού ή απειλής πειθαναγκασμού. Φυσικά διώξεις έγιναν. Κι ο Στάλιν προσωπικά ήταν τύπος που απέδιδε υπερβολικό ρόλο στη βία. Πόσο μάλλον που συνέτρεχαν και προσω­­πικοί (οικογενειακοί) λόγοι που ενίσχυσαν τα δεσποτικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Βέβαια, στις συζη­τήσεις και στα «έργα» των «δημο­κρατών» για τις διώξεις υπάρχουν κραυγαλέες υπερβολές ως προς τους αριθμούς των θυμάτων των διώξεων, γεγονός που ισχύει περισ­σότερο γι' αυτούς που έχουν υπο­στεί άδικα διώξεις. Ο Ρ. Μεντβέντεφ, που κάθε άλλο παρά σταλινι­κός είναι, δίνει στοιχεία που απο­δεικνύουν ότι ο κύριος όγκος των διώξεων έγινε ενάντια στους κουλάκους.

Από την πλευρά του ρόλου της προσωπικότητας στην ιστορία, σί­γουρα ο Στάλιν επέδρασε στο χαρα­κτήρα της πραγματοποίησης αυτών των διαδικασιών (διώξεων). Λόγω της προσωπικότητας του τα κατα­σταλτικά μέτρα ενισχύθηκαν περισ­σότερο απ' ό,τι απαιτούσαν οι περι­στάσεις. Η γραφειοκρατία ενισχύ­θηκε σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο θα μπορούσε να συμβεί υπό την ηγεσία μιας άλλης προσωπικότητας. Πιστεύω, όμως, ότι και μια άλλη προσωπικότητα στη θέση του θα ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει με ανάλογο τρόπο. Ωστόσο, τα βασικά καθήκοντα που έμπαιναν μπροστά στη χώρα (ανάπτυξη της βιομηχα­νίας, της βιομηχανικής παραγωγής και της παραγωγής αγροτικών προϊ­όντων) είχαν εκπληρωθεί πριν απ' τον πόλεμο. Και στο στρατιωτικό τομέα η χώρα είχε, κατά βάση, προε­τοιμαστεί για τον πόλεμο, γεγονός που της επέτρεψε στη συνέχεια, σε εμπόλεμη κατάσταση, να ενεργοποιήσει μια βιομηχανία η οποία ως προς την παραγωγή εξοπλισμών ξε­πέρασε αυτή που είχε στη διάθεση του ο αντίπαλος.

Μετά τον πόλεμο η γραφειοκρατικοποίηση προχώρησε με αρκετά γρήγορους ρυθμούς. Ο ογκώδης γραφειοκρατικός μηχανισμός λει­τούργησε με το νόμο της αδράνειας, μια δύναμη που δεν μπορεί να εξα­φανιστεί από μόνη της. Όταν η απο­ξένωση από τους διοικούμενους έχει φτάσει σε προχωρημένα στάδια, δεν μπορεί να επανασυνδεθεί μ' αυτούς από μόνος του. Ο διοικητι­κός μηχανισμός προπολεμικά και κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε ήδη γραφειοκρατικοποιηθεί σε ορι­σμένο βαθμό, αλλά συνολικά διευθε­τούσε καθήκοντα ζωτικής σημασίας για τη χώρα. Κι αυτό σημαίνει από μόνο του ότι δεν ήταν γραφειοκρα­τικός. Πρέπει να δούμε την αντιφα­τικότητα της κατάστασης. Δείτε, π.χ., τις σοβιετικές κινηματογραφι­κές ταινίες (κυρίως τα πολεμικά κι­νηματογραφικά χρονικά) της επο­χής εκείνης. Παρατηρήστε το πα­ρουσιαστικό των κομματικών στε­λεχών, το ντύσιμο τους, τη συμπερι­φορά τους, τις συνήθειες τους. θα διαπιστώσετε ότι, παρά το ότι ήταν υποχρεωμένα να γραφειοκρατικοποιηθούν, παρά το ότι η διαδικασία αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη, παρέμε­ναν βασικά «σαρξ εκ της σαρκός» του λαού. Ήταν, υπό μια έννοια, αποκομμένοι απ' το λαό, σαν υπάλ­ληλοι που εκτελούσαν κάποιες λει­τουργίες καταναγκασμού. Όμως, ως προς τον τρόπο ζωής τους και τις συνήθειες τους διατηρούσαν όλους τους δεσμούς τους με τους εργάτες και τους αγρότες (προσωπικούς, συγγενικούς κ.ά.). Κι αυτό, γιατί μόλις είχαν αναδειχθεί από το εργα­τικό και αγροτικό τους περιβάλλον. Ήταν υποχρεωμένα να καταναγκά­ζουν σαν κρατικά στελέχη. Κατα­νάγκαζαν, όμως, τους δικούς τους ανθρώπους.

Ο Λ. Ντ. Τρότσκι έκανε κριτική στον Στάλιν. Ο Στάλιν πήρε ένα μέ­ρος από το πρόγραμμα του Τρότσκι. Αν ο Τρότσκι έμενε στη χώρα έχο­ντας την εξουσία, θα ήταν αναγκα­σμένος, για να κρατήσει τη σοβιετι­κή εξουσία, να ενεργήσει με παρεμ­φερή τρόπο με αυτόν του Στάλιν. Γιατί εκείνη την περίοδο συνθήκες για την παγκόσμια επανάσταση δεν υπήρχαν.

Σχετικά με τον Τρότσκι αλλά και τον ίδιο τον Λένιν -σε αντιδιαστολή με τον Μαρξ-, θέλω να σημειώσω ότι δεν κατανόησαν σε επαρκή βαθ­μό την ουσία του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Ακόμη κι ο Λένιν όταν επιχειρούσε να αντιπαλέψει τη γρα­φειοκρατία, σχεδίαζε πράγματα που δεν εξάλειφαν τη γραφειοκρατία. Τα μέτρα που πρότεινε μπορούσαν να καθυστερήσουν για κάποιο διάστη­μα την αποξένωση της γραφειοκρατίας αλλά, τελικά, η γραφειοκρατία θα έπαιρνε το επάνω χέρι. Η γραφει­οκρατία είναι προς το παρόν φαινό­μενο που δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Πρέπει να έχουμε σοβαρή επίγνωση αυτού του γεγονότος. Να γνωρί­ζουμε τα αίτια εμφάνισης και ύπαρ­ξης, τις συνθήκες και τους τρόπους άρσης της γραφειοκρατίας, ώστε να την καταπολεμούμε με επιτυχία. Δεν μπορούμε να βάλουμε ανέφικτους στόχους να την εξαλείψουμε, εδώ και τώρα. Χρειάζεται να προσπα­θούμε να τη θέτουμε, κατά κάποιον τρόπο, σε υπηρεσία. Να λάβουμε διάφορα μέτρα ώστε να μην αποκτά υπερβολική αυτοτέλεια. Μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε...

Αντιπαραθέτουν, συχνά, στη γρα­φειοκρατία την εργατική αυτοδιοί­κηση - αυτοδιαχείριση. Ευελπιστούν να καταργήσουν τη γραφειοκρατία με την εργατική αυτοδιαχείριση στα ξεχωριστά εργοστάσια - επιχειρή­σεις. Αυτό, τελικά, θα οδηγήσει σε τέτοιον κολλεκτιβίστικο εγωισμό, που θα τα διαλύσει όλα. Θα γκρεμί­σει την ενότητα της παραγωγής. Πρέπει να ξέρουμε ποιοι άνθρωποι θα εφαρμόσουν την αυτοδιαχείριση. Κάποιοι ξεκινούν από εξιδανι­κευμένες αντιλήψεις για τους εργά­τες. Ας εξηγήσουν γιατί οι Ρώσοι ερ­γάτες είναι υπέρ του καπιταλισμού, γιατί υποστηρίζουν την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων; Με ποιον τρόπο οι σημερινοί Ρώσοι εργάτες θα αυτοδιαχειριστούν και θα εφαρμόσουν το σοσιαλισμό; Αν ο εργάτης εργάζεται ακόμη, χάριν του μισθού, τότε θα έχει ιδιοτελείς τάσεις. Πριν ακόμα απ' την «περεστρόικα», είχα­με στη χώρα μας, σύμφωνα με τα στοιχεία της «Πράβντα», περίπου 500.000 «κουβαλητές» (ανθρώπους που έκλεβαν αντικείμενα απ' το χώ­ρο εργασίας τους -σ.τ.μ.). Μπορούν να ισχυριστούν ότι η γραφειοκρατία τους οδήγησε σ' αυτή την κατάστα­ση. Και το γεγονός ότι οι άνθρωποι εργάζονται χάριν του μισθού και όχι επειδή η εργασία έχει γίνει ανά­γκη τους, κι αυτό στη δολιότητα της γραφειοκρατίας οφείλεται;

Σε τέτοιες συνθήκες το διοικητικό σύστημα (που αναπόφευκτα είναι σε ορισμένο βαθμό γραφειοκρατικό) παίζει το ρόλο ενός συνδετικού ιστού των αποκομμένων εγωιστι­κών συμφερόντων, συμπεριλαμβα­νομένων και των συλλογικών εγωι­στικών συμφερόντων ξεχωριστών ομάδων. Γι' αυτό αντιτίθεται σε κά­θε ξεχωριστό εγωιστικό συμφέρον, αν και, ταυτόχρονα, είναι αποξενω­μένο από τα συμφέροντα των διοι­κούντων. Τονίζω και πάλι ότι οι κοινωνικές διαδικασίες είναι αντι­φατικές. Κι όμως, τα κομμουνιστι­κά κόμματα τις προσεγγίζουν εξαι­ρετικά απλουστευτικά. Χρειάζεται βαθιά θεωρητική κατανόηση τους, αλλιώς οποιαδήποτε επίδραση πά­νω τους θα είναι ανέφικτη.

Συνέντευξη με τον V.A. Vazioulin III

ΕΡΩΤΗΣΗ: Δυο λόγια για το φαι­νόμενο Ζιρινόφσκι...

Β. Β.: Έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ιδιότυπη συγκυρία στη χώρα μας. Το ιδιόμορφο φαινόμενο Ζιρινόφσκι προσιδιάζει σ' αυτή τη συγκυρία. Ο ίδιος ο Ζιρινόφσκι νο­μίζω ότι αδιαφορεί πλήρως για τα πάντα εκτός από την προσωπική του εξουσία, θα κάνει οτιδήποτε, θα συμπαραταχθεί με οποιοδήποτε μπλοκ, με μοναδικό στόχο την προε­δρία. Αν κρίνει ότι τον συμφέρει, θα πάει και με τους κομμουνιστές. Αυ­τό, βέβαια, αφορά την προσωπικό­τητα του και όχι την άποψη των κοι­νωνικών στρωμάτων που εκπροσω­πεί. Δε διαθέτει προς το παρόν στα­θερή κοινωνική βάση. Αν και, απ' ό,τι φαίνεται, τον υποστηρίζει κά­ποιο μέρος της λεγόμενης αστικής τάξης. Υποστηρίζεται κι απ' έξω, κυρίως απ' τους Αμερικανούς. Πρό­κειται για δημαγωγό που εμφανί­στηκε στο προσκήνιο με μια αποφα­σιστική πολεμική στην υπάρχουσα εξουσία. Μόλις, όμως, αναρριχήθη­κε, ήρθε σε συμφωνία με τον Γέλτσιν. Βασίζεται σε κάποιες δια­θέσεις της στιγμής αρκετά πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού, τις οποίες ξέρει να εκμεταλλεύεται.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιες είναι οι θεωρητι­κές αντιλήψεις των κομμουνιστικών κομμάτων για το σοσιαλισμό;

Β. Β.: Σε γενικές γραμμές, έχω εν μέ­ρει αναφερθεί σ' αυτό το ζήτημα. Αν πάρουμε για παράδειγμα το ΠΚΚ (μπ) και το ΚΕΚΡ, θα δούμε ότι τα προγράμματα τους είναι μια επανά­ληψη του παρελθόντος.

Το ΠΚΚ (μπ) προσανατολίζεται περισσότερο στον Στάλιν, το ΚΕΡΚ περισσότεροο στον Λένιν. ΓΓ αυτό οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτά ση­μαίνει ταυτόχρονα αναφορά σ' αυτό που υπήρξε. Και τα δύο όμως κόμματα θέτουν κομμουνιστικούς στόχους. Είναι και τα δυο αναμφι­σβήτητα κομμουνιστικά.

Το ΚΚΡΟ, όπως ανέφερα ήδη, πε­ρικλείει τρεις τάσεις. Το περιεχόμε­νο του προγράμματος του θα εξαρ­τηθεί από το ποια τάση θα νικήσει. Όσο αυτές οι τάσεις συνυπάρχουν στο πλαίσιο ενός κόμματος, το πρό­γραμμα του θα είναι, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, εκλεκτικιστικό. Διακηρύσσονται κομμουνιστικοί στόχοι και «αγώνας για το σοσιαλι­σμό και τον κομμουνισμό». Παράλ­ληλα, όμως, είναι εναντίον της επα­νάστασης και υπέρ του ειρηνικού -εξελικτικού δρόμου... Είναι ενάντια στη δικτατορία της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, το ΚΚΡΟ αναπτύσσει σοσιαλδημοκρατική δραστηριότητα.

Η ΕΚΚ-ΚΚΣΕ είναι κάτι ενδιά­μεσο στο ΚΚΡΟ και το ΚΕΚΡ. Όμως και η ΕΚΚ-ΚΚΣΕ επίσης δεν είναι ομοιογενές κόμμα, θέτει κι αυτή κομμουνιστικούς στόχους...

Ωστόσο, θα ήθελα να πω -κι αυτό αφορά όλα τα κόμματα- ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Γιατί συχνά με καλές προθέσεις είναι στρωμένος ο δρόμος για την κόλαση.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς βλέπετε τη συνερ­γασία κομμουνιστών και πατριω­τών; Πόσο επικίνδυνη είναι; Χρειά­ζεται αυτή η συνεργασία από την άποψη των αντικειμενικών στόχων του κομμουνιστικού κινήματος;

Β. Β.: Από την άποψη των στρατηγι­κών στόχων, το κομμουνιστικό κί­νημα οφείλει να διαχωρίσει σαφώς τις θέσεις του από τον κρατικό πα­τριωτισμό. Εδώ θεμιτές μπορεί να είναι μόνο ορισμένες συμφωνίες για συγκεκριμένες ενέργειες. Τα κομ­μουνιστικά κόμματα, όμως, πρέπει να διατηρούν την ανεξαρτησία τους και θα πρέπει να διαδραματίζουν τον αποφασιστικό ρόλο σ' αυτές τις συνεργασίες. Έχω τη γνώμη ότι σή­μερα σε ορισμένο βαθμό οι κομ­μουνιστές υποχωρούν από τις αρχές τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το ΚΚΡΟ, Και υποχωρεί όχι μόνο σε σχέση με τις συνεργασίες του με τους εθνικιστές, αλλά και με όσους βρίσκονται στις γραμμές του. Όπως σωστά τόνιζε ο Λένιν, η καλύτερη πολιτική είναι αυτή που διέπεται από αρχές. Οι κομμουνιστές πρέπει να έχουν τέτοια πολιτική, που να μη σπέρνει πλάνες στη συνείδηση των μαζών. Έτσι ώστε οι μάζες με σαφή­νεια να βλέπουν σε τι διαφέρουν οι κομμουνιστές από όλους τους άλ­λους.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η Ρωσία σήμερα προ­σπαθεί να προασπίσει κάποια συμφέροντα της στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Προσπαθεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη Γιουγκοσλαβία. Πολλοί στη Δύση μιλούν για ρωσικό ιμπεριαλισμό. Είναι αυτό σωστό, κατά τη γνώμη σας; Είναι ή, έστω, μπορεί να γίνει η Ρωσία ιμπεριαλιστική χώρα;

Β. Β.: Η υπαρκτή δύναμη της Ρω­σίας, κατά τα φαινόμενα, δεν είναι σήμερα και τόσο μεγάλη. Η Ρωσία προβάλλει δευτερεύουσα και βοηθη­τική δύναμη. Ακριβέστερα, όχι η Ρωσία, αλλά ο πρόεδρος και η κυ­βέρνηση. Κι αυτοί δε διαθέτουν τό­σες δυνατότητες για την άσκηση ιμπεριαλιστικής πολιτικής, ακόμα κι αν το ήθελαν. Δεν αρκεί η επι­θυμία για την άσκηση ιμπεριαλιστι­κής πολιτικής. Προφανώς τέτοιες επιθυμίες υπάρχουν, μόνο που οι δυνατότητες για την εκπλήρωση τους δεν περισσεύουν... Βέβαια, ο Γέλτσιν προσπάθησε να διατηρήσει ένα «πρόσωπο». Οι Αμερικανοί, όμως, χωρίς ενδοιασμό έπληξαν αυτό το «πρόσωπο». Μετά τη συμφωνία του Τσούρκιν με τους Σέρβους, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ βομβάρδισαν τις σερβικές θέσεις. Μπορεί να διεξάγει ιμπεριαλιστική πολιτική κάποια τριτοκοσμική χώ­ρα; Η Ρωσία σ' αυτή την κατάσταση κατρακυλά.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς βλέπετε το «σοσιαλισμό της αγοράς» στην γκορμπατσοφική, αλλά και στην κι­νέζικη εκδοχή του;

Β. Β.: Το ζήτημα των εμπορευματι­κών και χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό εξαρτάται, κατ' αρχήν, από την ανάπτυξη των παραγωγι­κών δυνάμεων της χώρας στην οποία νίκησε η σοσιαλιστική επανά­σταση. Ο Μαρξ απέδειξε προ πολλού ότι η υπέρβαση των εμπορευμα­τικών και χρηματικών σχέσεων εί­ναι εφικτή στο βαθμό που αναπτύσ­σεται ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής. Στο βαθμό που δεν έχει επιτευχθεί ο κοινωνικός χαρακτή­ρας της παραγωγής στις δυνάμεις παραγωγής, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα διατηρούνται οι σχέσεις της αγο­ράς.

Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις νικούν όταν αρχίζει να διαδραματί­ζει αποφασιστικό ρόλο ο κοινωνι­κός χαρακτήρας της παραγωγής και, αφού νικήσουν, έπεται ότι -τότε- δε θα πρέπει να παίζει αποφασιστικό ρόλο στην παραγωγή η οικονομία της αγοράς. Στην περίπτωση που, λόγω κάποιων εξωτερικών συνθη­κών, η σοσιαλιστική επανάσταση νί­κησε σε μια χώρα στην οποία δεν υφίστανται οι (αναγκαίοι γι' αυτό) όροι, βαθμιαία υπερτερούν οι εμπο­ρευματικές και χρηματιστικές σχέ­σεις. Και ο σοσιαλισμός θα εξαλει­φθεί. Πιθανόν, μάλιστα, και να μην ανακύψει σε μια τέτοια χώρα.

Το σε ποιο βαθμό θα διατηρού­νται οι εμπορευματικές και χρημα­τικές σχέσεις έχει να κάνει με το σε ποιο βαθμό έχει αναπτυχθεί ο κοι­νωνικός χαρακτήρας της παραγω­γής. Αυτό δεν εξαρτάται από τις προθέσεις του ενός ή του άλλου κόμματος, αλλά από τις αντικειμε­νικές νομοτέλειες. Καθήκον του κόμματος είναι η κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η γκορμπατσοφική εκδοχή κάθε άλλο παρά σοσιαλισμός είναι. Η λέξη «σοσιαλισμός» λειτουργεί μόνο ως προκάλυμμα για κάτι που στην πραγματικότητα είναι καπιταλι­σμός.

Σχετικά με ττην Κίνα... η κινέζικη εκδοχή είναι πράγματι σοσιαλισμός, αν και παρέχει ένα ευρύ πεδίο για τις εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις. Οι παραγωγικές δυνάμεις στην Κίνα βρίσκονταν σε πολύ χα­μηλότερο επίπεδο ανάπτυξης απ' ό,τι στη χώρα μας. Συνεπώς, είτε το θέλουν είτε όχι οι Κινέζοι κομ­μουνιστές, οι εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις εκ των πραγμά­των θα διαδραματίζουν μεγάλο ρό­λο κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμη­ση. Στην περίπτωση που επιδίωκαν να συντρίψουν τις εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις, θα σήμαινε στήριξη της εξουσίας για μακρό χρονικό διάστημα στις λόγχες. Είναι, όμως, αδύνατο να στηριχθεί και να κρατηθεί μια τεράστια χώρα στις λόγχες. Γι' αυτό, όταν πραγμα­τοποιείται σοσιαλιστική επανάστα­ση σε χώρες όπως η Κίνα, με ασθενώς αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, για την εξουδετέρωση των αρνητικών συνεπειών χρειάζεται, προπαντός, μια πολύ γρήγορη ανά­πτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά για να γίνει αυτό, η Κινέζικη Δημοκρατία χρειάζεται τη βοήθεια (τεχνολογική κ.ά.) των πιο αναπτυγ­μένων σοσιαλιστικών χωρών. Βέβαια, η Κίνα είναι ένα τεράστιο κρά­τος, που ακόμα και η ΕΣΣΔ δε θα μπορούσε να επωμισθεί ένα τέτοιο βάρος.

Το πιθανότερο είναι και η Κίνα να έχει την τύχη της Σοβιετικής Ένωσης, θα ήθελα, εδώ, να αναφέ­ρω την αντίληψη μου για την ύπαρ­ξη των πρώιμων και των ώριμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Αυτό δεν είναι κάτι παράξενο ή μια απόκλιση της ιστορικής πορείας. Στη μετάβαση από ένα κοινωνικο­-οικονομικό σύστημα σ' ένα άλλο, εί­χαμε πάντα επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις. Αυτό συνέβη, π.χ., σε όλες τις αστικές επαναστάσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μετάβαση στον κομμουνισμό. Μόνο που, επει­δή ο κόσμος έχει γίνει περισσότερο ενιαίος, η κλίμακα της αντεπανάστασης είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Μήπως θα έπρεπε να μιλήσουμε για το άκαιρο αυτών των σοσιαλιστικών επαναστάσεων;

Β. Β.: Αν μιλήσουμε απλώς και μό­νο αναλογικά, θα έπρεπε να χαρα­κτηρίσουμε άκαιρες και τις αστικές επαναστάσεις όταν κατέληξαν σε αντεπαναστάσεις. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο και για τις πρώιμες σοσιαλιστικές επανα­στάσεις; Στη Ρωσία διαμορφώθηκε επαναστατική κατάσταση. Οι αντι­φάσεις του παγκόσμιου καπιταλι­σμού και ιμπεριαλισμού οδήγησαν στην αναγκαιότητα της σοσιαλιστι­κής επανάστασης. Λόγω των αντι­φάσεων της ανάπτυξης, η επανάστα­ση δεν μπορούσε να ξεσπάσει στις χώρες που ζούσαν σε βάρος άλλων χωρών. Ξέσπασε στον αδύναμο κρί­κο του ιμπεριαλισμού, στις καθυ­στερημένες - εκμεταλλευόμενες χώ­ρες. Η αστική τάξη των αναπτυγ­μένων χωρών μπορούσε να εξαγο­ράσει την εργατική τάξη, μια και διέθετε τεράστιους πόρους από την εκμετάλλευση των αποικιών και από άλλες πηγές άντλησης υπερκέρδους.

Οι λενινιστικές θέσεις για την ανισομερή ανάπτυξη του ιμπεριαλι­σμού δεν μπορεί να αμφισβητηθούν. Αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση θα εκδηλωθεί σε χώρες με σχετικά μέσο ή ασθενές επίπεδο ανάπτυξης. Η διαδικασία της ανάπτυξης είναι πά­ντοτε αντιφατική. Είναι αντιφατική η ανάπτυξη της ιστορίας. Εμφανί­στηκαν προϋποθέσεις για τη σοσια­λιστική επανάσταση, αλλά αυτή πρωτοπραγματοποιήθηκε σε χώρα με μέσο επίπεδο ανάπτυξης και με πολλά φεουδαρχικά κατάλοιπα.

Όταν μιλάμε για πρώιμες σοσια­λιστικές επαναστάσεις, δεν σημαίνει ότι δεχόμαστε τη θέση των μενσεβίκων, οι οποίοι πίστευαν ότι η επα­νάσταση δε χρειάζεται. Το ζήτημα δεν είναι αν θέλει κανείς ή όχι την επανάσταση, αλλά αν διαμορφώθη­καν αντικειμενικές προϋποθέσεις γι' αυτή. Οι μπολσεβίκοι αυτή ακριβώς τη δυνατότητα πραγματοποίη­σαν. Επαναλαμβάνω, η θέση αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη σοσιαλ­δημοκρατική και μενσεβίκικη ερμη­νεία.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Μια διευκρίνιση για την Κίνα. Η σημερινή ηγεσία ισχυρί­ζεται ότι οι μεταρρυθμίσεις γίνο­νται για να διορθωθούν τα λάθη της προηγουμένης ηγεσίας, η οποία δεν λάμβανε υπόψη της την ιδιαιτερότη­τα της χώρας (το επίπεδο ανά­πτυξης των παραγωγικών δυνάμε­ων)...

Β. Β.: Απ' τη σκοπιά των συνεπών κομμουνιστικών θέσεων, στην Κίνα υπάρχει απόκλιση προς την οικονο­μία της αγοράς. Η κατάσταση είναι περίπλοκη και αντιφατική. Πρέπει να διακρίνουμε τον πρώιμο απ' τον ύστερο σοσιαλισμό, τις πρώιμες από τις υστέρες σοσιαλιστικές επα­ναστάσεις.

Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις των πρώιμων σοσιαλιστικών επα­ναστάσεων ανακύπτουν με την εμ­φάνιση της μεγάλης βιομηχανίας, με την έναρξη της μετάβασης στην πα­ραγωγή με μηχανές. Οι προϋποθέ­σεις αυτές ωριμάζουν με την επί­τευξη κυριαρχίας της παραγωγής με μηχανές στην εθνική οικονομία. Έτσι, υπερτερεί ο κοινωνικός χαρα­κτήρας της παραγωγής. (Ο κοινωνι­κός χαρακτήρας της εργασίας είναι τεχνική αναγκαιότητα για τη μεγάλη βιομηχανία.) Αυτό σημαίνει ότι, με αυτό το επίπεδο ανάπτυξης των πα­ραγωγικών δυνάμεων, αντίστοιχη είναι και η κυριαρχία της κοινωνι­κής μορφής ιδιοκτησίας. Όσο λιγό­τερο αναπτυγμένη είναι η μεγάλη βιομηχανία τόσο χαμηλότερος είναι ο βαθμός διαμόρφωσης των προ­ϋποθέσεων για μια πρώιμη σοσιαλι­στική επανάσταση και για τον πρώι­μο σοσιαλισσμό. Οι δυνατότητες θα είναι, τότε, περισσότερες για ατομι­κή ιδιοκτησία και όχι για κοινωνι­κή.

Όσο λιγότερο αναπτυγμένες είναι οι παραγωγικές δυνάμεις μιας χώ­ρας (που νίκησε η σοσιαλιστική επα­νάσταση) τόσο περισσότερο απαι­τείται η χρήση μέτρων κρατικού πει­θαναγκασμού. Μου έρχονται στο νου τα λόγια του Φρ. Ένγκελς, που επισήμαινε ότι, αν οι κομμουνιστές πάρουν την εξουσία εκεί όπου δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμη οι απα­ραίτητες προϋποθέσεις, δε θα φα­νούν μόνο ανόητοι, αλλά και θα αυτοεξευτελιστοΰν, πράγμα πολύ χειρότερο.

Ας συγκρίνουμε τα μέτρα κρατι­κού πειθαναγκασμού στην ΕΣΣΔ, στην Κίνα και στην Καμπότζη. Ο βαθμός χρήσης τέτοιων μέτρων κα­τά την απόπειρα σοσιαλιστικής οι­κοδόμησης είναι αντιστρόφως ανά­λογος του επιπέδου ανάπτυξης της χώρας. Στην Καμπότζη, που ήταν πολύ ισχυρές οι κοινοτικές δομές, για να υλοποιήσουν κάποιες σοσιαλιστικές ιδέες εξόντωσαν πλήθος λαού.

Υπάρχει η εξής νομοτέλεια, συ­μπερασματικά: όσο πιο ασθενές εί­ναι το επίπεδο ανάπτυξης των πα­ραγωγικών δυνάμεων τόσο πιο ανα­γκαίος είναι ο πειθαναγκασμός για τη διατήρηση του κομμουνιστικού προσανατολισμού των μετασχημα­τισμών της κοινωνίας. Όμως, όσο περισσότερο χρησιμοποιείται ο πει­θαναγκασμός τόσο πιο πολύ δυσφη­μείται η κομμουνιστική ιδέα, τόσο πιο πολύ αποκλίνουμε από την οδό μέσω της οποίας μπορεί να πραγμα­τοποιηθεί. Φυσικά, οι συνέπειες αποδεικνύονται μη κομμουνιστικές.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων κατά την περίοδο των πρώιμων σοσιαλιστι­κών επαναστάσεων, κατά την περίο­δο του πρώιμου σοσιαλισμού, δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένος, ώστε να είναι εφικτή η πλήρης εξάλειψη των εμπορευματικών και χρηματι­κών σχέσεων από την κοινωνία. Αλλά οι εμπορευματικές και χρημα­τικές σχέσεις αντιφάσκουν με τις κομμουνιστικές σχέσεις. Η αντίφα­ση αυτή μεγαλώνει όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται οι εμπορευματι­κές και χρηματικές σχέσεις, γεγονός που ενισχύει και μεγεθύνει την απει­λή της καπιταλιστικής παλινόρθω­σης.

Οι κομμουνιστές της Κίνας δρουν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις αντικειμενικές συνθήκες της χώρας τους. Ο πρώιμος σοσιαλισμός ανέ­κυψε στην Κίνα σε συνθήκες λιγότε­ρο αναπτυγμένων, απ' ό,τι στην ΕΣΣΔ, παραγωγικών δυνάμεων. Γι' αυτό είναι ανάγκη να χρησιμοποιη­θούν οι εμπορευματικές και χρημα­τικές σχέσεις σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι στην ΕΣΣΔ. Επίσης, και λό­γω αυτής της αναγκαιότητας, ο κίν­δυνος της καπιταλιστικής παλινόρ­θωσης γίνεται απειλητικότερος. Αν σε μας η αστική αντεπανάσταση αναπτύχθηκε νομοτελειακά, το ίδιο ισχύει και γι' αυτούς. Οι Κινέζοι κομμουνιστές είναι υποχρεωμένοι να βαδίζουν πάνω από τον γκρεμό σε μια πολύ στενή γέφυρα, που διαρκώς στενεύει περισσότερο...

Είναι άλλο πράγμα αν κάποιες χώρες προσανατολίζονται προς την Κίνα. Η Κούβα είναι αναπόφευκτο να κάνει κάτι τέτοιο. Αν και μετά τον Κάστρο δεν μπορούμε να φα­νταστούμε τι θα γίνει στην Κούβα. Ακόμη και τώρα με δυσκολία κρατι­ούνται στην εξουσία, αν πάνε με το κινέζικο μοντέλο, πολύ γρήγορα θα τη χάσουν.

Χέγκελ και 15 Οκτώβρη

Ένας από τους βασικούς άξονες της εγελιανής διαλεκτικής είναι, ως γνωστόν, η αρχή της μετάβασης από την ποσότητα στην ποιότητα. Υπό αυτή την έννοια, το κάλεσμα για μια παγκόσμια μέρα μαζικών διαμαρτυριών ενάντια στην στάση "πολιτικών και τραπεζιτών" δίνει κάποιες ελπίδες για μια ποιοτική ανέλιξη στο κίνημα των "αγανακτισμένων". Αν και το βασικό ιδεολογικό πλαίσιο --μη βία, απαίτηση για "πραγματική" δημοκρατία, η παλιά καλή πολιτικά φιλελεύθερη ρητορική του "we, the people"-- παραμένει αναμφίβολα πέρα για πέρα προβληματικό στον βαθμό που εξακολουθεί να βρίσκεται σε συμφωνία με τους όρους της αστικής ηγεμονίας, η ενδεχόμενη μαζική συμμετοχή θα εξαναγκάσει επιμέρους κράτη σε βίαιες αντιδράσεις και αύξηση της καταστολής: υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η κυρίαρχη ιδεολογία αναγκάζεται να καταστείλει την ίδια της την ιδεαλιστική εκδοχή δια της βίας γιατί δεν έχει πια τα περιθώρια για ανοχή στον "ανεδαφικό" ιδεαλισμό, και γιατί ακόμη και τα πιο βασικά αιτήματα φτάνουν πια να παρουσιάζονται στο κράτος ακριβώς ως ενοχλητικά ιδεαλιστικά. 

Με την σειρά της, η πιθανά βίαιη αντίδραση επιμέρους κρατών και κυβερνήσεων είναι δυνατό να αρχίσει σιγά-σιγά να καθιστά εμφανέστερο το ανέφικτο των αστικών φαντασιώσεων αυτών των διαμαρτυριών, να οξύνει την αντιπαράθεση μεταξύ κράτους και μικροαστικών και επαπειλούμενων με προλεταριοποίηση στρωμάτων. Αυτό, δυνητικά, μπορεί να αυξήσει τα περιθώρια ριζοσπαστικοποίησης για ένα κομμάτι τουλάχιστον των στρωμάτων αυτών, υπό τη μορφή μιας καταφατικής απάντησης στο αρνητικό βίωμα της έκθλιψης του ρεφορμιστικού ονείρου. Με αυτό το σκεπτικό, οι προγραμματισμένες παγκόσμιες κινητοποιήσεις της 15ης Οκτώβρη μπορεί να συνδράμουν στη διαμόρφωση μιας ανατρεπτικής δυναμικής παρά τις βασικές προθέσεις τόσο του κράτους όσο και της πλειοψηφίας των διαμαρτυρόμενων: ίσως, αν και είναι αδύνατο να το γνωρίζουμε εκ των προτέρων, η Πανουργία του Λόγου να εργαστεί για μια φορά και υπέρ των υποτελών τάξεων. 

Το λιοντάρι και η αντιλόπη: Ευρωπαϊκή Ένωση και αποδέσμευση (Praxis)

Κείμενο της συντακτικής επιτροπής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη αναδιαμορφώνει βίαια το έδαφος πάνω στο οποίο θα κινηθούν οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις για τα επόμενα χρόνια. Η υπέρβασή της είναι ήδη ένα επίδικο της ταξικής πάλης, σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικοοικονομικό, πολιτικό, θεωρητικό), με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Δεν πρόκειται απλά για κρίση του νεοφιλελευθερισμού, ούτε ενός δήθεν καπιταλισμού-καζίνο, όπως διατείνεται ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, αλλά για κρίση υπερσυσσώρευσης, βαθιά και συνολική κρίση του Καπιταλιστικού συστήματος. Η χρηματοπιστωτική έκφρασή της είναι η κορυφή του παγόβουνου, καθώς είναι ο πιο ευάλωτος τομέας, αλλά η βάση του βρίσκεται βαθιά στο έδαφος των νέων κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Άλλωστε ο ίδιος ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει το ρόλο της τεράστιας επιτάχυνσης της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, από την οποία όμως εξαρτάται όλο και περισσότερο η ίδια η χρηματοδότηση της παραγωγικής διαδικασίας σε συνθήκες όπου υποκείμενο πλέον δεν είναι μόνο μια ατομική καπιταλιστική επιχείρηση αλλά πολυμετοχικές πολυεθνικές και πολυκλαδικές επιχειρήσεις που αντλούν κεφάλαια από τη χρηματιστηριακή αγορά.

Η ίδια η «εκτόξευση» του χρηματοπιστωτικού τομέα τις τελευταίες δεκαετίες στηρίχθηκε στην τεράστια κερδοφορία που πέτυχε το κεφάλαιο μέσα από την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και τη διεθνική του επέκταση, σε συνθήκες ήττας και αδυναμίας ουσιαστικής αντίδρασης του εργατικού κινήματος. Αυτό το «πλεονάζον» κεφάλαιο έγινε η βάση της χρηματιστηριακής φούσκας, οδηγώντας την ανταλλακτική αξία σε ένα πεδίο αφαίρεσης και συμβολοποίησης, απ’ όπου μοιάζει τελείως αποκομμένη από τον κόσμο της υλικής παραγωγής. Αλλά το φαινόμενο αυτό παίρνει πιο γενικευμένες και δραματικές διαστάσεις λόγω του ότι τα πάντα έχουν γίνει πλέον ανταλλακτικές αξίες και, μάλιστα, σε ένα διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Και επίσης, διότι έχει μεγαλώσει η δυσκολία της γενικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου, καθώς προσκρούει πάνω σε σημαντικά κοινωνικά και περιβαλλοντικά όρια.

Το καπιταλιστικό σύστημα στηρίζει τις διάφορες μορφές διεθνούς συγκρότησης και ανάπτυξής του στην εκμετάλλευση των εργαζομένων, στην αναζήτηση των τάσεων αύξησης του ποσοστού κέρδους, στους ανώτερους συνδυασμούς και στις νέες μορφές απόσπασης απλήρωτης δουλειάς από την υποταγμένη στο κεφάλαιο εργασία. Ο ιμπεριαλισμός του προηγούμενου αιώνα ήταν ιμπεριαλισμός σε βάρος πρώτα από όλα της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων μαζών των μητροπόλεων. Και μόνο πάνω σε αυτή τη βάση ήταν επόμενα, ιμπεριαλισμός και σε βάρος των εργαζομένων των πιο καθυστερημένων μορφών και συνδυασμών απόσπασης υπεραξίας, καθώς και της εργατικής τάξης που ήταν τυπικά υποταγμένη στο κεφάλαιο (με βάση την απόλυτη, κυρίως, υπεραξία). Μόνο πάνω σε αυτή τη θεμελιακή εθνική και «διεθνική» σχέση εκμετάλλευσης μπορούσε να γίνει ιμπεριαλισμός («παγκόσμιος») και σε βάρος των εργαζομένων, των λαών ακόμα και των ηγεμονικών τάξεων εκείνων των κοινωνιών που βρίσκονταν σε προκαπιταλιστικά στά­δια ή κυριαρχούνταν από καθυστερημένους τρόπους παραγωγής. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στην σημερινή κρίση μας ξεσπούν με πρωτοφανή-τουλάχιστον για την μεταπολεμική περίοδο-ένταση.

Οι εξαγωγές κεφαλαίων και οι διε­θνείς συναλλαγές πραγματοποιούνται σε ανώτερο από κάθε άλλη φορά επίπεδο κυρίως ανάμεσα στις χώρες και τους συνασπισμούς του διεθνoύς καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού πλέγματος. Όπως δείχνει η κρίση, τό σύστημα της καπιταλιστικής διεθνοποίησης δε σημαίνει παγκοσμιοποίηση και πολύ πε­ρισσότερο δε σημαίνει παγκοσμιοποίηση της ευημερίας, αλλά σημαίνει παγκοσμιοποίηση της φτώχειας με προφυλακή την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους της «ευέλικτης εργασίας». Δείχνει ακόμα ότι υπάρχει μια νέα βάση ενότητας, παρ' όλες τις νέες πολύμορφες αντιθέσεις, ανά­μεσα στους εργαζόμενους και τους καταπιεζόμενους όλης της γης, πάλι με προφυλακή την εργατική τάξη των νέων μορφών εκμετάλλευσης. Φανερώνει, τέλος, ότι ο καπιταλισμός γενικά αντιστρα­τεύεται τη διεθνική ανάγκη του πολιτισμού και της παραγωγής.

Χρόνια τώρα, η αστική ρητορεία πρόβαλε την επιτυχή συμμετοχή του ελληνικού κράτους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για πανκοινωνική ευημερία. Όμως, οι αλλεπάλληλες «λιτότητες», «αναγκαίες θυσίες» και η σημερινή κρίση έχουν πλέον εξαντλήσει τα αποθέματα πειθούς της εν λόγω φιλολογίας και ήδη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αμφισβητούν, από διαφορετικές αφετηρίες και δρόμους, την κοινωνική αυταξία του ευρωμονόδρομου. Παρά ταύτα, ενώ το ευρωπαϊκό και εγχώριο κεφάλαιο οξύνουν ταχύτατα την επίθεσή τους στην εργατική τάξη, οι σχετικές αναζητήσεις της πλειοψηφίας των εργαζομένων (αλλά και αριστερών πολιτικών δυνάμεων), κινούνται ανάμεσα σε προβληματισμούς όπως: «υπεράσπιση του εθνικού κράτους έναντι της Ε.Ε.» ή αλλαγή των συσχετισμών στην Ε.Ε». Κοινό στοιχείο των παραπάνω προβληματισμών, αποτελεί η αντίληψη ότι ο ενδοαστικός ανταγωνισμός σημαίνει έλλειψη ενότητας και στην εκμετάλλευση, άρα μπορεί να παράξει οφέλη για την εργατική τάξη.

Η εγγενής τάση συγκέντρωσης, συγκεντροποίησης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, τροφοδότησε - εκρηκτικά μετά την εκδήλωση της κρίσης της δεκαετίας του ’70 - την ανάπτυξη των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων και οδήγησε, μεταξύ άλλων, στη σημερινή διεθνή δράση και κυριαρχία τους. Ο ολοένα και πιο οξύς ανταγωνισμός μεταξύ τους, δεν εμποδίζει τις συμπράξεις σε ομίλους ή σε ολοκληρώσεις διά των εθνικών κρατών, προκειμένου να εξασφαλίζεται αποτελεσματικότερα, αφ’ ενός, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αφ’ ετέρου ο, από καλύτερες θέσεις, διεθνής ανταγωνισμός, έναντι άλλων ολοκληρώσεων ή εθνικών κρατών. Στην εξέλιξη της παραπάνω διαδικασίας, εντάχθηκε οργανικά, το σύνολο των αστικών τάξεων και των επιμέρους μερίδων τους, μια που η διεθνής δράση του κεφαλαίου, αποτελεί πλέον, οργανική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του και σε εθνικό επίπεδο.

Η ποικιλία των μορφών με τις οποίες δραστηριοποιείται το κεφάλαιο -αυτοτελώς ή δια των εθνικών κρατών και των ολοκληρώσεων - καθώς και οι ανταγωνισμοί του, δεν αντανακλούν, ιδαίτερα σήμερα που ζούμε μια νέα έκρηξη της Καπιταλιστικής κρίσης, αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στην γραμμή της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Στην καπιταλιστική ζούγκλα, οι ανταγωνισμοί αφορούν το μοίρασμα της λείας και ποτέ τη διάσωση του θύματος, όπως και στην πραγματική ζούγκλα άλλωστε, όπου καμία αντιλόπη δεν σώθηκε, επειδή πάλευαν τα λιοντάρια για το ποιο θα την πρωτοφάει.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί κοινό, αναγκαίο και επικερδή στόχο τόσο του ευρωπαϊκού, όσο και του ελληνικού κεφαλαίου. Εθνικό κράτος και υπερεθνική ολοκλήρωση, κινούνται, αλληλοδιαπλεκόμενα και ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση, με ενίσχυση του ενός ή του άλλου, όπου υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη. Η ενίσχυση του υπερεθνικού αποτελεί αναγκαιότητα για την επιτυχία της ολοκλήρωσης, προκειμένου η ένωση να διεκδικήσει ανταγωνιστικό παγκόσμιο ρόλο. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση αυτή, εξυπηρετεί τα εθνικά κράτη που, κινούμενα στην ίδια κατεύθυνση, επιτυγχάνουν μεγαλύτερες ταχύτητες με λιγότερους κοινωνικοπολιτικούς τριγμούς. Με την πολιτική αυτοματοποίηση στην εντατική και εκτατική ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων που προσφέρει ο υπερεθνικός σχηματισμός, κερδοφορούν και το εθνικό κράτος και οι εγχώριες αστικές τάξεις από τη μεσαιωνική εκμετάλλευση των εργατικών τάξεων. Μια κερδοφορία, που κατόπιν μεταφράζεται σε ισχύ στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, εντός και εκτός ολοκλήρωσης.

Τα φαινόμενα αυτά, οξύνονται ακόμη περισσότερο, όσο οξύνεται και η κρίση του συστήματος και αναδεικνύουν ότι η ολοκλήρωση αποτελεί οργανικό στοιχείο για την εξασφάλιση των όρων αναπαραγωγής και κυριαρχίας της εγχώριας αστικής τάξης και δεν υπάρχει καμία μερίδα της, μη διαπλεκόμενη με αυτήν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σήμερα αστική μερίδα, εν δυνάμει έστω, σύμμαχος της εργατικής τάξης στο αίτημα για αποδέσμευση - πολύ περισσότερο "αντικαπιταλιστική" - από την Ε.Ε., και γι’ αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί αυτό, από καμία «αριστερή και προοδευτική» αστική κυβέρνηση.

Η αποδέσμευση απο την Ε.Ε, αν είναι να έχει περιεχόμενο υπέρ των εργαζομένων, δεν μπορεί, παρά μόνο να επιβληθεί, με την μαζική, επαναστατική δράση της εργατικής τάξης. Οποιαδήποτε διάσπαση στην οργανική σχέση που συνδέει το ελληνικό κεφάλαιο με την ολοκλήρωση (και γενικότερα με τους Διεθνείς Καπιταλιστικούς οργανισμούς), δεν κλονίζει απλώς την αστική κυριαρχία-(ώστε να αυτοκτονήσει λόγω της πίεσης απο το κίνημα, όπως υποστηρίζουν απόψεις ρήξης με την Ε.Ε με όχημα αστικές κυβερνήσεις), αλλά, εξ αντικειμένου, θέτει ζήτημα εξουσίας, και συνεπώς, είτε ανατροπής της αστικής κυριαρχίας για την συνολική κοινωνική απελευθέρωση είτε συντριβής από τις «αλληλέγγυες» καπιταλιστικές δυνάμεις.

Πηγή: Praxis

Μολότωφ Κοκτέιλ #47/Molotov Cocktail #47



Εμπεδώσαμε τόσο καλά την ιδέα ότι ο κομμουνισμός ήταν λάθος που αποθέσαμε όλες μας τις ελπίδες μας στην προπτική να μάς περάσουν κατά λάθος για κομμουνιστές: από κάποια σύγχυση ίσως, ή χάρη στην αφηρημάδα, σε κάποιο μπέρδεμα με τις λέξεις, σε κάποια συνήχηση, σε κάποια ευτυχή σύμπτωση αθώων προθέσεων και βαρύνοντων αποτελεσμάτων. Δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε παρά να περιμένουμε να μάς συνδράμει η τύχη.

We have so thoroughly imbibed the idea that communism was a mistake that we have placed all our hopes in the prospect of being mistaken for communists: perhaps out of some sort of confusion, a bout of absent-mindedness, some kind of mix-up of words, a certain homophony, some fortunate coincidence between innocent intentions and weighty consequences. We have nothing else to do but wait for luck to assist us.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Repeat these words...


Repeat these words

After me

In all honesty

Repeat these words

After me

If you dare to believe this

Yourself



Am I vain? Have I shame?

Are my thoughts of a man

Who can call himself sane?

Do I blame, all my pain

On the wickedness

I have arranged?

If I do, bring it down



Repeat these words

After me

In all honesty

Repeat these words

After me

If you dare to believe this

Yourself



Am I vain? Have I shame?

Are my thoughts of a man

Who can call himself sane?

Is my fate, all the same

As the man who has

Walked the line straight

If it is, bring it down



And I, I must rely, my dear

And I, cannot deny, my dear

There will be a reckoning

Which was, is

And is to come



Repeat these words

After me

In all honesty

Repeat these words

After me

If you dare

To believe

Afghan Whigs, "Night by Candlelight"

Μολότωφ Κοκτέιλ #46/Molotov Cocktail #46

Ο Καρλ Μαρξ και ο Γκράουτσο Μαρξ λεγόταν και οι δύο Μαρξ και ήταν και οι δύο Εβραίοι. Αυτό τους κάνει να έχουν μεγαλύτερη σχέση μεταξύ τους από ότι έχουν μεταξύ τους ο Βλάντιμιρ Ίλιτς Λένιν και ο Σλαβόι Ζίζεκ, οι δύο δηλαδή άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την επαναστατική πρακτική με όρους Καρλ και Γκράουτσο Μαρξ αντιστοίχως. 

Karl and Groucho Marx were both named Marx and were both Jews. This makes them more intimately related to each other than is the case for Vladimir Ilich Lenin and Slavoj Zizek -- that is to say, the two people who have most characteristically fashioned themselves after Karl and Groucho Marx respectively.


Appendix:
V.I. Lenin channeling Karl Marx, Petrograd:

Slavoj Zizek channeling Groucho Marx, NYC (with silly back-up vocals chorus):

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (το πλήρες κείμενο)

Michel Foucault
Η γέννηση της βιοπολιτικής
Διαλέξεις στο Collège de France, 1978-1979
Διάλεξη 7 Μαρτίου 1979
Μτφρ.: Radical Desire

Θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι παρά τα φαινόμενα, είχα πράγματι τον σκοπό να σας μιλήσω για την βιοπολιτική, και μετά, με τα πράγματα να είναι όπως είναι, κατέληξα να μιλήσω εκτεταμένα —και ίσως για υπερβολικά πολύ χρόνο— για τον νεοφιλελευθερισμό, και τον νεοφιλελευθερισμό στην γερμανική του μορφή. Πρέπει όμως να εξηγήσω κάπως αυτή την αλλαγή στην κατεύθυνση που ήθελα να δώσω σ’ αυτές τις διαλέξεις. Προφανώς, δεν μίλησα τόσο αναλυτικά για τον νεοφιλελευθερισμό, πόσο μάλλον για τον γερμανικό νεοφιλελευθερισμό, επειδή ήθελα να ιχνηλατήσω το ιστορικό ή θεωρητικό “υπόβαθρο” της γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας. Ούτε το έκανα για να αποκηρύξω ό,τι μη σοσιαλιστικό στις κυβερνήσεις των Βίλι Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ. Επέμεινα τόσο στο πρόβλημα αυτό του γερμανικού νεοφιλελευθερισμού επειδή, σε συνέχεια όσων άρχισα να λέω πέρυσι, ήθελα να δω τι απτό περιεχόμενο μπορεί να δοθεί στην ανάλυση των σχέσεων ισχύος — νοουμένου βέβαια, και αυτό το επαναλαμβάνω και πάλι, ότι η ισχύς δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εννοηθεί είτε σαν αρχή αυτή καθαυτή, είτε ως κάτι που έχει επεξηγηματική αξία η οποία να λειτουργεί εξ αρχής. Ο ίδιος ο όρος, ισχύς, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να οριοθετεί ένα πεδίο σχέσεων οι οποίες απομένει εξ ολοκλήρου ακόμα να αναλυθούν· και αυτό που έχω προτείνει να ονομάσουμε κυβερνητικότητα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να οργανώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν είναι παρά ένα προτεινόμενο αναλυτικό πλαίσιο για αυτές τις σχέσεις ισχύος.

Έτσι, πειραματιστήκαμε με την έννοια αυτή της κυβερνητικότητας, και κατά δεύτερον είδαμε πώς αυτό το πλαίσιο της κυβερνητικότητας, το οποίο μπορούμε να υποθέσουμε πως ισχύει για την ανάλυση της οργάνωσης της συμπεριφοράς των τρελών, των ασθενών, των παραβατικών προσωπικοτήτων και των παιδιών, μπορεί να ισχύει εξίσου όταν ασχολούμαστε με φαινόμενα εντελώς διαφορετικής κλίμακας, όπως είναι αυτά της οικονομικής πολιτικής, για παράδειγμα, ή της διοίκησης ενός κοινωνικού σώματος, και τα λοιπά. Αυτό το οποίο ήθελα να κάνω —και αυτό διακυβεύτηκε στην ανάλυσή μου— ήταν να διαπιστώσω τον βαθμό στον οποίο μπορούμε να δεχτούμε ότι η ανάλυση των μικροεξουσιών, ή των διαδικασιών κυβερνητικότητας, δεν περιορίζεται εξ ορισμού σε έναν ακριβή χώρο ο οποίος προσδιορίζεται από ένα τμήμα της κλίμακας, αλλά θα πρέπει να εννοηθεί απλά ως μια οπτική γωνία, μια μέθοδος αποκωδικοποίησης η οποία μπορεί να ισχύει για όλη την κλίμακα ανεξαρτήτως του μεγέθους της. Με άλλα λόγια, η ανάλυση των μικροεξουσιών δεν είναι ζήτημα κλίμακας, και δεν είναι ζήτημα ενός τομέα, είναι ζήτημα οπτικής γωνίας. Καλώς. Αυτός ήταν, αν θέλετε, ο μεθοδολογικός λόγος.

Ένας δεύτερος λόγος που επέμεινα σ’ αυτά τα προβλήματα του νεοφιλελευθερισμού είναι κάτι που θα ήθελα να ονομάσω κριτική ηθική. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που στις μέρες μας επερωτάται διαρκώς, και από πολλές διαφορετικές οπτικές, είναι σχεδόν πάντοτε το κράτος: η χωρίς όρια επέκταση του κράτους, η παντοδυναμία του, η γραφειοκρατική του ανάπτυξη, το κράτος και οι σπόροι φασισμού που περιέχει, η εγγενής βία του κράτους κάτω από τον προνοιακό του πατερναλισμό…Νομίζω ότι υπάρχουν δύο στοιχεία τα οποία είναι αρκετά σταθερά σ’ αυτή τη θεματική της κριτικής του κράτους.

Πρώτα, υπάρχει η ιδέα ότι το κράτος έχει το ίδιο, και μέσα από τον δυναμισμό του, ένα είδος επεκτατικής ισχύος, μια εγγενή τάση να εξαπλώνεται, έναν ενδογενή ιμπεριαλισμό που το ωθεί διαρκώς να απλώνει την επιφάνειά του και να εξαπλώνεται σε μέγεθος, σε βάθος, και σε διεισδυτικότητα, στο σημείο που θα καταλάβει κάποια στιγμή εξ ολοκλήρου αυτό το οποίο είναι συνάμα το άλλο του, το έξω του, ο στόχος του, και το αντικείμενό του, δηλαδή: την πολιτική κοινωνία. Το πρώτο στοιχείο που μού φαίνεται να διατρέχει όλη αυτή την γενική θεματική της κρατοφοβίας είναι λοιπόν αυτή η εγγενής ισχύς σε σχέση με το αντικείμενο-στόχο της, την πολιτική κοινωνία.

Το δεύτερο στοιχείο που μού φαίνεται ότι βρίσκεται διαρκώς σε αυτές τις γενικές θεματικές της κρατοφοβίας είναι ότι υπάρχει μια συγγένεια, ένα είδος γενετικής συνέχειας ή εξελικτικής επαγωγής, μεταξύ διαφορετικών μορφών του κράτους, με το κράτος διοίκησης, το κράτος πρόνοιας, το γραφειοκρατικό κράτος, το φασιστικό κράτος και το ολοκληρωτικό κράτος να είναι —δεν έχει σημασία σε ποια από τις διάφορες αναλύσεις τους— τα παρακλάδια ενός και μόνο μεγάλου δέντρου κρατικού ελέγχου που αναπτύσσεται διαρκώς και με τρόπο ομοιογενή. Οι δύο αυτές ιδέες, οι οποίες βρίσκονται κοντά η μία στην άλλη και υποστηρίζουν η μία την άλλη —δηλαδή, πρώτον, ότι το κράτος έχει μια χωρίς όρια ισχύ επέκτασης σε σχέση με τον στόχο-αντικείμενό του, την πολιτική κοινωνία, και δεύτερον, ότι οι μορφές του κράτους αναπτύσσουν η μία την άλλη στη βάση ενός δυναμισμού που προσιδιάζει στο κράτος— μού φαίνεται πως δημιουργούν ένα είδος κοινοτοπίας της κριτικής που το βρίσκουμε συχνά σήμερα. Τώρα, μού φαίνεται ότι αυτές οι θεματικές θέτουν σε κυκλοφορία κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πληθωριστική κριτική αξία· ένα πληθωριστικό κριτικό νόμισμα. Γιατί είναι πληθωριστικό;

Είναι πληθωριστικό, πρώτο, επειδή νομίζω πως η θεματική αυτή ενθαρρύνει την ανάπτυξη, με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα, της ανταλλαξιμότητας των αναλύσεων. Μόλις δεχόμαστε την ύπαρξη αυτής της συνέχειας ή της γενετικής συγγένειας μεταξύ διαφορετικών μορφών του κράτους, και μόλις αποδίδουμε στο κράτος έναν διαρκή εξελεκτικό δυναμισμό, γίνεται εφικτό όχι απλώς να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικές αναλύσεις που να υποστηρίζουν η μία την άλλη, αλλά και να αναφερόμαστε από τη μία πίσω στην άλλη και έτσι να τους στερήσουμε κάθε συγκεκριμένο χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η ανάλυση της κοινωνικής ασφάλισης και του διοικητικού μηχανισμού στον οποίο βασίζεται καταλήγει, μέσω κάποιων νοηματικών ολισθημάτων και χάρη σε μερικά λογοπαίγνια, να μας φέρνει στην ανάλυση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Στην μετατόπιση από την κοινωνική πρόνοια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εξανεμίζεται η απαραίτητη απτότητα της ανάλυσης. Υπάρχει λοιπόν πληθωρισμός με την έννοια μιας αυξανόμενης ανταλλαξιμότητας αναλύσεων, καθώς και της απώλειας του συγκεκριμένου τους χαρακτήρα.

Η κριτική αυτή μού φαίνεται πως είναι επίσης πληθωριστική για έναν δεύτερο λόγο, ο οποίος είναι ότι επιτρέπει σε κάποιον να επιδοθεί σε κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε γενική απαξίωση δια της επίκλησης του χειρότερου. Οποιοδήποτε και αν είναι το αντικείμενο της ανάλυσης, όσο δύσκολα διακρίσιμο και ισχνό και αν είναι, και οποιαδήποτε και αν είναι η λειτουργία του, στον βαθμό που μπορεί πάντοτε να οδηγήσει στην αναφορά σε κάτι που θα είναι χειρότερο χάρη στην εγγενή δυναμική του κράτους και τις τελικές μορφές που αυτή μπορεί να πάρει, το μικρότερο μπορεί πάντα να απαξιώνεται από το περισσότερο, και το καλύτερο απ’ το χειρότερο.  Δεν επικαλούμαι ένα παράδειγμα του καλύτερου, προφνώς, αλλά σκεφτείτε, για παράδειγμα, κάποιον δυστυχή που καταστρέφει μια βιτρίνα κινηματογράφου και, σε ένα σύστημα όπως το δικό μας, παραπέμπεται στο δικαστήριο και καταδικάζεται μάλλον αυστηρά· πάντα θα βρείτε ανθρώπους που θα λένε ότι η ποινή αυτή είναι το σημάδι ότι το κράτος γίνεται φασιστικό, λες και πριν το φασιστικό κράτος δεν υπήρχαν τέτοιου είδους ποινές — ή και πολύ χειρότερες.

Ο τρίτος παράγοντας, ο τρίτος πληθωριστικός μηχανισμός που μού φαίνεται χαρακτηριστικός αυτού του τρόπου ανάλυσης, είναι ότι επιτρέπει σε κάποιον να αποφύγει να πληρώσει το τίμημα της πραγματικότητας και της αλήθειας, στον βαθμό που, στο όνομα αυτού του δυναμισμού του κράτους, μπορεί να βρεθεί πάντοτε κάτι σαν συγγένεια ή κίνδυνος, κάτι σαν την μεγάλη φαντασίωση του παρανοϊκού και αδηφάγου κράτους. Στον βαθμό αυτό, στο τέλος δεν έχει σχεδόν καμία σημασία ποια είναι η αντίληψη κάποιου για την πραγματικότητα ή τι είδους εικόνα για την αλήθεια παρουσιάζει η πραγματικότητα. Είναι αρκετό, μέσα από την υποψία —και όπως θα λεγε ο François Ewald, μέσα από την “αποκήρυξη” — να βρεις κάτι σαν το φαντασιακό προφίλ του κράτους και δεν υπάρχει κατόπιν καμία ανάγκη να αναλύσεις την αληθινή πραγματικότητα. Η έκλειψη της αληθινής πραγματικότητας μού φαίνεται πως είναι ο τρίτος πληθωριστικός μηχανισμός που βρίσκουμε σε αυτή την κριτική.

Τέλος, θα ήθελα να πω ότι η κριτική αυτή με όρους μηχανισμού και δυναμισμού του κράτους είναι πληθωριστική στον βαθμό που δεν διεξάγει μια κριτική ή μια ανάλυση του εαυτού της. Με άλλα λόγια, δεν αναζητά να μάθει την πραγματική πηγή αυτής της αντικρατικής καχυποψίας, αυτής της κρατοφοβίας που σήμερα κυκλοφορεί με τόσες διαφορετικές μροφές στη σκέψη μας.  Τώρα, μού φαίνεται — και αυτός είναι ο λόγος που έδωσα τόση έμφαση στον νεοφιλελευθερισμό των δεκαετιών 1930-1950— ότι το είδος αυτό ανάλυσης, η κριτική αυτή του κράτους, του εγγενούς και ακατάβλητου δυναμισμού του, και των διασυνδεόμενων μορφών του που επικαλούνται η μία την άλλη, υποστηρίζουν η μία την άλλη, και παράγουν αμοιβαία η μία την άλλη, είναι κάτι ουσιαστικά, ολοκληρωτικά και ήδη ξεκάθαρα διατυπωμένο στα έτη 1930-1945. Τον καιρό εκείνο είναι αρκετά εντοπισμένο και δεν είχε την δύναμη της διασποράς που έχει τώρα. Το βρίσκουμε εντοπισμένο ακριβώς μέσα στις νεοφιλελεύθερες επιλογές που αναπτύσσονται στη φάση αυτή. Βρίσκουμε αυτή την κριτική του πολύμορφου, πανταχού παρόντος, και παντοδύναμου κράτους στα χρόνια αυτά, όταν ο φιλελευθερισμός ή νεοφιλελευθερισμός, ή, ακόμα ακριβέστερα, ο ορντολιμπεραλισμός, ασχολούνταν με την διάκριση του εαυτού του από την κεϋνσιανή κριτική και την ίδια στιγμή αναλάμβανε την κριτική των πολιτικών κρατικού ελέγχου και παρέμβασης του New Deal και του Λαϊκού Μετώπου, της οικονομίας και της πολιτικής του Εθνικού Σοσιαλισμού, των πολιτικών και οικονομικών επιλογών της Σοβιετικής Ένωσης, ή με άλλα λόγια, του σοσιαλισμού γενικότερα. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, στην γερμανική αυτή νεοφιλελεύθερη σχολή, και παίρνοντας τα πράγματα με την πιο στενή και ακόμα και ποταπή τους μορφή, εντοπίζουμε τόσο αυτή την ανάλυση της αναγκαίας και τρόπον τινά αναπόφευκτης συγγένειας μεταξύ διαφορετικών μορφών του κράτους όσο και την ιδέα ότι το κράτος έχει έναν ειδικό, εγγενή δυναμισμό που σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορεί να σταματήσει την επέκτασή του και την τελική του κατάληψη όλης της πολιτικής κοινωνίας.

Θα ήθελα απλώς να παραθέσω δύο κείμενα που μαρτυρούν για την προχωρημένη φύση αυτών των δύο ιδεών που μοιάζουν τόσο σύγχρονες, τόσε ζωντανές και τόσο πραγματικές για μας. Θα παραθέσω την αντίδραση του Röpke, τον Ιούνη-Ιούλη του 1943 σε ένα ελβετικό περιοδικό, όταν κριτικάρει το πρόσφατα δημοσιευμένο σχέδιο Beveridge και λέει: το σχέδιο Beveridge οδηγεί "προς όλο και περισσότερη κοινωνική ασφάλιση, όλο και περισσότερη κοινωνική γραφειοκρατία, όλο και περισσότερη αναταραχή των εισοδημάτων, όλο και περισσότερα χαρτόσημα και σφραγίδες, όλο και περισσότερες συνδρομές και συνεισφορές, όλο και περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας, εθνικού εισοδήματος, και μέριμνας στα χέρια του κράτους το οποίο έτσι και αλλιώς κυκλώνει τα πάντα, ρυθμίζει τα πάντα, συγκεντρώνει και ελέγχει τα πάντα, με μοναδικό βέβαιο αποτέλεσμα την άσκηση, πάνω στην κοινωνία, μιας διαρκώς πιο συγκεντρωτικής δράσης προλεταριοποίησης και κρατικού ελέγχου που καταστρέφει την αστική τάξη.” Την ίδια ακριβώς στιγμή, στην Αγγλία του 1943, και πάλι σε αντίδραση προς τα μεταπολεμικά σχέδια που έκαναν οι Αγγλο-Αμερικάνοι, και κυρίως οι Άγγλοι, ο Hayek έγραψε τα ακόλουθα: “Κινδυνεύουμε σε έναν βαθμό να επαναλάβουμε τη μοίρα της Γερμανίας”. Δεν το είπε αναφερόμενος στον κίνδυνο μιας γερμανικής εισβολής στην Αγγλία, η οποία είχε οριστικά αποτραπεί μέχρι εκείνο το ιστορικό σημείο. Το 1943, το να έχεις τη μοίρα της Γερμανίας σήμαινε για τον Hayek το να υιοθετήσεις το σχέδιο Beveridge για κοινωνικοποίηση, για παρεμβατική οικονομία, για σχεδιασμό, και για κοινωνική πρόνοια. Ο Hayek διασαφήνισε περισσότερο τη θέση του προσθέτοντας: Δεν είμαστε ακριβώς κοντά στην χιτλερική Γερμανία, αλλά στη Γερμανία του προηγούμενου πολέμου. Όπως και τότε, υπάρχει η επιθυμία “να συντηρήσουμε για παραγωγικούς σκοπούς την οργάνωση που ανταπτύχθηκε για σκοπούς εθνικής άμυνας.” Υπάρχει άρνηση να “αναγνωρίσουμε ότι η ανάδυση του φασισμού και του ναζισμού δεν ήταν αντίδραση προς τις σοσιαλιστικές τάσεις στην προηγούμενη περίοδο, αλλά απαραίτητη συνέπεια των τάσεων αυτών.” Έτσι, σε ό,τι αφορούσε το σχέδιο Beveridge, o Hayek είπε ότι πλησιάζουμε την Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι αναφερόταν στην βιλχελμική Γερμανία, στη Γερμανία πριν τον πόλεμο του 1914, αλλά η Γερμανία αυτή, με τις παρεμβατικές της πρακτικές, τις τεχνικές σχεδιασμού της, και τις σοσιαλιστικές της επιλογές ήταν αυτό που στην πραγματικότητα δημιούργησε τον ναζισμό, και έτσι με το να πλησιάζουμε τη Γερμανία του 1914-1918, πλησιάζαμε επίσης προς την ναζιστική Γερμανία. Ο κίνδυνος μιας γερμανικής εισβολής απέχει πολύ απ’ το να έχει τελεσίδικα αποφευχθεί. Οι Άγγλοι σοσιαλιστές, το Εργατικό Κόμμα, και το σχέδιο Beveridge θα είναι οι πραγματικοί πράκτορες της ναζιστικοποίησης της Αγγλίας μέσα από την ανάπτυξη και την υπερχείλιση του κρατικού ελέγχου. Μπορείτε λοιπόν να δείτε ότι όλα αυτά είναι ζητήματα παλιά και τοπικοποιημένα, και τα παίρνω στην μορφή που είχαν το 1945. Μπορείτε να τα βρείτε το 1939, το 1933, και ακόμα και πιο πριν.

Ενάντια σ’ αυτή την πληθωριστική κριτική του κράτους λοιπόν, ενάντια σ’ αυτού του είδους τη χαλαρότητα, θα ήθελα να προτείνω κάποιες θέσεις οι οποίες χοντρικά παρουσιάστηκαν σε όσα είπα ήδη, αλλά απ’ τις οποίες θα ήθελα να αντλήσω έναν κάποιο προσανατολισμό. Υπάρχει πρώτον η θέση ότι το προνοιακό κράτος δεν έχει ούτε την ίδια μορφή, βέβαια, ούτε, νομίζω, την ίδια ρίζα ή καταγωγή με το ολοκληρωτικό κράτος, το ναζιστικό, φασιστικό, ή σταλινικό κράτος. Θα ήθελα επίσης να προτείνω ότι το χαρακτηριστικό του κράτους που καλούμε ολοκληρωτικό απέχει πολύ απ’ το να είναι η ενδογενής επίταση και επέκταση του κράτους· δεν είναι καθόλου η εξύψωση αλλά μάλλον ο περιορισμός, η συρρίκνωση, και η υποταγή της αυτονομίας του κράτους, της απτότητάς του και του συγκεκριμένου τού χαρακτήρα του — σε σχέση όμως με τι; Σε σχέση με κάτι άλλο, που είναι το κόμμα. Με άλλα λόγια, η ιδέα θα ήταν ότι δεν πρέπει να αναζητούμε την αρχή των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην εγγενή ανάπτυξη του κράτους και των μηχανισμών του: το ολοκληρωτικό κράτος δεν είναι το διοικητικό κράτος του δέκατου όγδοου αιώνα, δεν είναι το Polizeistaat [αστυνομικό κράτος] του δέκατου ένατου αιώνα σπρωγμένο στα όριά του, δεν είναι το διοικητικό κράτος, το γραφειοκρατικό κράτος του δέκατου αιώνα που σπρώχνεται στα όριά του. Το ολοκληρωτικό κράτος είναι κάτι άλλο. Δεν πρέπει να αναζητούμε την αρχή του στην “κρατικοποιητική” ή “κρατικοποιημένη” κυβερνητικότητα που γεννήθηκε στον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα· πρέπει να την αναζητήσουμε σε μια μη κρατική κυβερνητικότητα, ακριβώς σ’ αυτό που μπορεί να ονομαστεί κυβερνητικότητα του κόμματος. Το κόμμα, αυτός ο μάλλον εξαιρετικός, πολύ παράξενος και πολύ καινοφανής οργανισμός, αυτή ή πολύ καινοφανής κυβερνητικότητα του κόμματος που εμφανίστηκε στην Ευρώπη στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα είναι μάλλον — αυτό εν πάσει περιπτώσει θα προσπαθήσω πιθανόν να σας δείξω του χρόνου, αν ακόμα έχω αυτές τις ιδέες κατά νου— στις ιστορικές απαρχές των ολοκληρωτικών καθεστώτων, του ναζισμού, το φασισμού, ή του σταλινισμού.

Μια δεύτερη θέση που θα ήθελα να προτείνω —και πρόκειται, εν συντομία, για την άλλη πλευρά αυτού που μόλις είπα— είναι ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα στην πραγματικότητά μας, αυτό που βλέπουμε να αναδύεται στις κοινωνίες μας στον εικοστό αιώνα, δεν είναι τόσο η ανάπτυξη του κράτους και του raison d’ État, αλλά πολύ περισσότερο η συρρίκνωσή του, και αυτό με δύο μορφές. Η μία είναι ακριβώς η συρρίκνωση της κρατικής κυβερνητικότητας μέσα από την ανάπτυξη της κομματικής κυβερνητικότητας, ενώ η άλλη μορφή συρρίκνωσης είναι αυτή που παρατηρούμε σε καθεστώτα όπως το δικό μας, στα οποία και υπάρχει μια προσπάθεια να βρεθεί μια φιλελεύθερη κυβερνητικότητα. Προσθέτω ευθύς εξαρχής ότι λέγοντάς το αυτό δεν προσπαθώ να διατυπώσω μια αξιολογική κρίση. Όταν μιλώ για την φιλελεύθερη κυβερνητικότητα, όταν χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη “φιλελεύθερη”, δεν προσπαθώ να εξαγιάσω κάτι ή να δώσω άμεση αξία σε αυτού του είδους την κυβερνητικότητα. Ούτε εννοώ ότι δεν είναι νόμιμο, αν το θέλει κάποιος, να μισεί το κράτος. Αλλά αυτό που νομίζω ότι δεν πρέπει να κάνουμε είναι να φανταζόμαστε ότι περιγράφουμε μια πραγματική, αληθινή διαδικασία που μάς αφορά όταν αποκηρύττουμε την ανάπτυξη του κρατικού ελέγχου, ή την μετατροπή του κράτους σε φασιστικό, ή την εδραίωση της κρατικής βίας, και τα λοιπά. Όλοι όσοι μοιράζονται την μεγάλη κρατοφοβία θα πρέπει να γνωρίζουν ότι πηγαίνουν με το ρεύμα της εποχής, και ότι στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια είναι μια ουσιαστικά συρρίκνωση του κράτους, μια συρρίκνωση τόσο της ανάπτυξης του κρατικού ελέγχου όσο και μιας “κρατικοποιητικής” και “κρατικοποιημένης” κυβερνητικότητας. Δεν λέω καθόλου ότι εξαπατούμε τον εαυτό μας για τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του κράτους όταν λέμε “αυτό είναι πολύ κακό” ή “αυτό είναι πολύ καλό”· δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Λέω ότι δεν πρέπει να εξαπατούμε τον εαυτό μας αποδίδοντας στο ίδιο το κράτος μια διαδικασία που το καθιστά φασιστικό, η οποία στην πραγματικότητα είναι εξωγενής και οφείλεται πολύ περισσότερο στην συρρίκνωση και τον εκτοπισμό του κράτους. Εννοώ επίσης ότι δεν πρέπει να εξαπατούμε τον εαυτό μας για τη φύση της ιστορικής διαδικασίας η οποία καθιστά σήμερα το κράτος τόσο αφόρητο και συνάμα τόσο προβληματικό. Για αυτό τον λόγο θέλω να μελετήσω πιο προσεκτικά την οργάνωση και τη διάχυση αυτού που μπορεί να ονομαστεί γερμανικό μοντέλο. Είναι κατανοητό, βέβαια, ότι το μοντέλο που περιέγραψα και όπως ανακύπτει σε κάποιες από τις μορφές διάχυσής του που θα ήθελα να σας δείξω τώρα, δεν είναι το μοντέλο —το τόσο συχνά απαξιωμένο, απορριμένο, περιφρονημένο και απαρνημένο με απέχθεια μοντέλο— του βισμαρκικού κράτους που γίνεται χιτλερικό κράτος. Το γερμανικό μοντέλο το οποίο διαχέεται, συζητιέται, και δημιουργεί τμήμα της δικής μας πραγματικότητας, δομώντας την και διαμορφώνοντας το αληθινό της σχήμα, είναι το μοντέλο μιας εφικτής φιλελεύθερης κυβερνητικότητας.

Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε την εξάπλωση του γερμανικού μοντέλου με δύο τρόπους. Σήμερα θα προσπαθήσω να εξετάσω την εξάπλωσή του στη Γαλλία, και ίσως, αν δεν αλλάξω γνώμη, θα κάνω το ίδιο και για τις ΗΠΑ την ερχόμενη βδομάδα. Αυτό το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε διάχυση του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία έλαβε χώρα αργά, κρυφά, υπόκωφα, και με τρία χαρακτηριστικά νομίζω. Πρώτα από όλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διάχυση του γερμανικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου έλαβε χώρα στη Γαλλία στη βάση μιας έντονα κρατικο-κεντρικής, παρεμβατικής και διοικητικής κυβερνητικότητας, με όλα ακριβώς τα προβλήματα που υπαγορεύει τούτο. Δεύτερο, η προσπάθεια να εισαχθεί και να εφαρμοστεί στη Γαλλία το γερμανικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο λαμβάνει χώρα σε συμφραζόμενα αρχικά αρκετά περιορισμένης, αλλά τώρα οξείας οικονομικής κρίσης, η οποία είναι το κίνητρο, η αφορμή, και ο λόγος για την εισαγωγή και εφαρμογή του μοντέλου, και την ίδια στιγμή, αυτό που το κρατά υπό έλεγχο. Τέλος, για τους λόγους που μόλις ανέφερα, το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ότι οι δράστες της εξάπλωσης και της εφαρμογής αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς αυτοί που διοικούν και καθοδηγούν το κράτος στα συμφραζόμενα αυτά κρίσης. Για τους λόγους αυτούς, η εφαρμογή του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία εμπλέκει μια ολόκληρη σειρά δυσκολιών και ένα είδος αμηχανίας που αναμειγνύεται με υποκρισία, παραδείγματα της οποίας θα δούμε.

Στις ΗΠΑ, η διάχυση του γερμανικού μοντέλου παίρνει μια εντελώς διαφορετική μορφή. Και πρώτα απ’ όλα μπορούμε καν να μιλήσουμε για διάχυση του γερμανικού μοντέλου; Στο κάτω-κάτω, ο φιλελευθερισμός, η φιλελεύθερη παράδοση, η διαρκής ανανέωση της φιλελεύθερης πολιτικής, υπήρξε μια σταθερά στις ΗΠΑ, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που βλέπουμε τώρα, ή αυτό που ιδώθηκε ως αντίδραστη στο New Deal, δεν είναι απαραίτητα η διάχυση του γερμανικού μοντέλου. Μπορεί επίσης να ιδωθεί ως φαινόμενο που είναι εντελώς ενδογενές στις ΗΠΑ. Θα χρειαζόταν να αναλάβουμε πιο ακριβείς μελέτες για τον ρόλο που έπαιξαν στις ΗΠΑ οι γερμανοί εμιγκρέδες όπως ο Hayek,  για παράδειγμα. Καλώς. Ανάμεσα στον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό και στο γερμανικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο, που βασικά σχηματίστηκε γύρω απ’ την ομάδα του Freiburg, υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα ιστορικών σχέσεων που χωρίς αμφιβολία είναι δύσκολο να ξεδιαλυθούν.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της διάχυσης του γερμανικού μοντέλου στις ΗΠΑ είνι ότι και αυτό λαμβάνει χώρα σε συμφραζόμενα κρίσης, αλλά εντελώς διαφορετικής κρίσης από αυτή που έχουμε στη Γαλλία, εφόσον είναι οικονομική κρίση, βέβαια, αλλά με μια εντελώς διαφορετική μορφή και αναμφίβολα λιγότερα οξεία. Αναπτύσσεται μέσα σε μια πολιτική κρίση στην οποία το πρόβλημα της επιρροής, της δράσης και της παρέμβασης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, το πρόβλημα της πολιτικής της αξιοπιστίας και λοιπά, είχαν ήδη τεθεί στον καιρό του New Deal, και ακόμα περισσότερο με τις προεδρίες των Τζόνσον, Νίξον και Κάρτερ.

Τέλος, το τρίτο χαρακτηριστικό αυτής της διάχυσης του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ είναι ότι να είναι τρόπον τινά το αποκλειστικό προνόμιο του κυβερνητικού προσωπικού και των κυβερνητικών συμβούλων, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, η νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα εμφανίζεται, τουλάχιστο εν μέρει, σαν ένα είδος μείζονος οικονομικο-πολιτικής εναλλακτικής η οποία, κάποια στιγμή τουλάχιστο, παίρνει την μορφή αν όχι μαζικού κινήματος, τουλάχιστο ενός εκτεταμένου κινήματος πολιτικής αντιπολίτευσης μέσα στην αμερικανική κοινωνία. Όλα αυτά σημαίνουν ότι είναι εντελώς αδύνατο να ασχοληθούμε με την διάχυση του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία και με το αμερικανικό νεοφιλελεύθερο κίνημα την ίδια στιγμή. Τα δύο φαινόμενα δεν είναι εντελώς αλλεηλεπικαλυπτόμενα αν και υπάρχει βέβαια ένα ολόκληρο σύστημα ανταλλαγών και στηριγμάτων ανάμεσά τους.

Έτσι, σήμερα θα ήθελα να μιλήσω λίγο για αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε νεοφιλελευθερισμό στη Γαλλία και για την ύπαρξη του γερμανικού μοντέλου. Για να πω την αλήθεια, για αρκετό καιρό τώρα νιώθω κάπως άβολα γιατί πιστεύω ειλικρινά ότι δεν είναι δυνατό να διαβάσεις —γιατί πρέπει να διαβαστούν— τις ομιλίες, τα γραπτά και τα κείμενα των Ζισκάρ, Μπαρ, ή των συμβούλων του χωρίς να σου εντυπωθεί, με έναν ξεκάθαρο αλλά απλά διαισθητικό τρόπο, η συγγένεια μεταξύ αυτού που λένε και του γερμανικού μοντέλου, του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού και των ιδεών του Röpke, του Müller-Armack, και ούτω κάθε εξής. Τώρα, είναι πολύ δύσκολο να βρεις ακριβώς την πράξη παραδοχής, την δήλωση που θα σού επέτρεπε να πεις: Ορίστε, αυτό ακριβώς κάνουν, και το ξέρουν. Ήταν πολύ δύσκολο μέχρι πολύ πρόσφατα και σχεδόν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες. Στα τέλη του 1978, τον Δεκέμβρη νομίζω, εμφανίστηκε ένα βιβλίο του Christian Stoffaës, με τίτλο La Grande Menace industrielle. Με δεδομένο το ότι ο Stoffaës είναι ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες της σημερινής κυβέρνησης, ένας οικονομικός σύμβουλος με ειδικότητα στα βιομηχανικά ζητήματα, θεώρησα ότι ίσως βρω στο βιβλίο αυτό αυτό που έψαχνα. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκα, γιατί στο οπισθόφυλλο διαβάζει κανείς ότι ο συγγραφέας “απορρίπτει τον πειρασμό να μεταφέρουμε βιαστικά τα γερμανικά και ιαπωνικά μοντέλα, και θέτει τις βάσεις για μια πρωτότυπη βιομηχανική πολιτική”. Είπα στον εαυτό μου: “Πάλι δεν θα βρω αυτό που ψάχνω.” Αλλά το αστείο, το παράξενο, το οποίο είναι αρκετά αποκαλυπτικό για τους ξεκάθαρους λόγους για το γιατί δεν μπορούν να ειπωθούν αυτά τα πράγματα, είναι ότι αν και η πρόταση αυτή υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, το τελευταίο κεφάλαιο, που συνοψίζει την όλη ανάλυση, στην τελευταία ή προτελευταία παράγραφο νομίζω, συνοψίζει τις προτάσεις του βιβλίου αρχίζοντας με τον εξής τρόπο: “Σε τελική ανάλυση, αυτό το οποίο μάς απασχολεί είναι η κοινωνική οικονομία της αγοράς” —η φράση λέγεται δηλαδή— και προσθέτει ο συγγραφέας, με απλώς “λίγο περισσότερο επαναστατικό θάρρος από ότι στην άλλη πλευρά του Ρήνου.”Στην πραγματικότητα, λέει, είναι ζήτημα της δόμησης τόσο μιας επαρκούς οικονομίας της αγοράς που να είναι ανοιχτή στον κόσμο όσο και ένα προχωρημένο κοινωνικό εγχείρημα.

Δεν είναι ζήτημα του να σας δώσω μια γενική ανάλυση της πολιτικής του Ζισκάρ ή των Ζισκάρ-Μπαρ, πρώτα από όλα επειδή δεν μπορώ να το κάνω και δεύτερο επειδή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν θα σας ενδιέφερε. Θα ήθελα απλώς να αναλογιστώ κάποιες από τις διαστάσεις της. Πρώτον, για να βάλουμε τα πράγματα πίσω στο πλαίσιο αναφοράς τους, θα δώσω κάποιες πληροφορίες για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε οικονομικά συμφραζόμενα, τα οποία επιτάχυναν την εισαγωγή και την εφαρμογή του μοντέλου αυτού τα τελευταία χρόνια. Ας συνοψίσουμε πολύ σχηματικά. Ας πούμε ότι μετά την μεγάλη κρίση του 1930, κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε τύπου γνώριζε ότι τα οικονομικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να λάβει υπόψη της—οποιαδήποτε και αν ήταν η φύση των εναλλακτικών της, οποιεσδήποτε και αν ήταν οι επιλογές και οι στόχοι της— ήταν η πλήρης απασχόληση, η σταθεροποίηση των τιμών, ο ισοσκελισμός του ισοζυγίου πληρωμών, η αύξηση του ΑΕΠ, η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Αυτή είναι χοντρικά η λίστα αυτού που ο Μπένθαμ θα ονόμαζε, σύμφωνα με τους δικούς του όρους, την οικονομική αντζέντα της κυβέρνησης, τα πράγματα με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί, ανεξάρτητα απ’ τον δρόμο που θα διαλέξει να ακολουθήσει. Ας πούμε ότι σε αυτό το σύνολο στόχων, η γερμανική νεοφιλελεύθερη ή ορντολιμπεραλιστική φόρμουλα, όπως θυμάστε, συνίστατο στην υιοθέτηση της σταθερότητας των τιμών και του ισοζυγίου πληρωμών ως πρωταρχικό στόχο, με την ανάπτυξη και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να θεωρούνται τρόπον τινά συνέπειες αυτών των πρωταρχικών, απόλυτων στόχων. Απ’ την άλλη πλευρά, η Αγγλία και η Γαλλία —η Γαλλία στην εποχή του Λαϊκού Μετώπου και έπειτα μετά την απελεύθερωση, η Αγγλία στην εποχή της ανάπτυξης του σχεδίου Beveridge και της νίκης του Εργατικού Κόμματος το 1945— υιοθέτησαν την πλήρη απασχόληση αντί της σταθερότητας τιμών ως τον πρωταρχικό και απόλυτο στόχο, την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών αντί για το ισοζύγιο πληρωμών, και η εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προφανώς συνεπαγόταν ένα βολονταριστικό είδος εκτεταμένης, ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης.

Ας αφήσουμε κατά μέρος το πρόβλημα τού γιατί, αν αναλογιστούμε τα δεδομένα, η αναζήτηση αυτών των στόχων στην Αγγλία απέτυχε ή ανέδειξε τα δραστικά τους όρια στην περίοδο ανάμεσα στο 1955 και το 1975, ενώ στη Γαλλία η ίδια πολιτική οδήγησε σε κάποια θετικά αποτελέσματα. Ας πούμε ότι αυτή ήταν η κατάσταση στην αρχή και ο λόγος για τον οποίο, έχοντας υποστεί την επίδραση μιας σειράς από μέτρα φιλελεύθερου τύπου, αυτοί οι παρεμβατικοί στόχοι και οι μέθοδοι, και αυτές οι διαδικασίες σχεδιασμού που επικεντρωνόντουσαν στην πλήρη απασχόληση και την κατανομή των κοινωνικών υπηρεσιών, συντηρήθηκαν βασικά υπό τον Ντε Γκωλ, όπως δείχνει ξεκάθαρα το πέμπτο Σχέδιο. Απλοποιώντας τα πράγματα αρκετά, μπορούμε να πούμε ότι από το 1970 ή το 1975, ή τέλος πάντων από την δεκαετία που τώρα τελειώνει, αναδύεται το πρόβλημα της τελικής εξάλειψης αυτών των στόχων και των μορφών οικονομικο-πολιτικών προτεραιοτήτων. Σ’ αυτή τη δεκαετία είναι που αναδύεται το πρόβλημα της γενικής μετάβασης σε μια νεοφιλελεύθερη οικονομία, δηλαδή, χοντρικά, ο συντονισμός με το γερμανικό μοντέλο και η υιοθέτησή του. Οι λόγοι, οι άμεσες οικονομικές αφορμές και τα κίνητρα ήταν βεβαίως η κρίση, η οποία εμφανίστηκε πριν το 1973 σε μια πρωταρχική μορφή που χαρακτηρίστηκε από τη διαρκή άνοδο της ανεργίας μετά το 1969, την πτώση από την κατάσταση ισορροπίας του χρέους στο ισοζύγιο πληρωμών, και τον αυξανόμενο πληθωρισμό: όλα αυτά τα σημάδια τα οποία, σύμφωνα με τους οικονομλόγους, δεν έδειχναν μια κεϋνσιανού τύπου κατάσταση κρίσης, δηλαδή μιας κρίσης κατανάλωσης, αλλά στην πραγματικότητα μια κρίση που αφορούσε το καθεστώς των επενδύσεων. Χοντρικά δηλαδή, η σκέψη ήταν ότι η κρίση οφειλόταν σε σφάλματα στην επενδυτική πολιτική, σε επενδυτικές επιλογές που ήταν ανεπαρκώς εκλογικευμένες και προγραμματισμένες. Ήταν στο πλαίσιο αυτού του προ της κρίσης φαινόμενο που ξέσπασε η λεγόμενη πετρελαϊκή κρίση, η οποία στην πραγματικότητα ήταν μια αύξηση στο κόστος της ενέργειας η οποία οφειλόταν όχι στην διαμόρφωση ενός καρτέλ πωλητών που έθεταν μια υπερβολικά υψηλή τιμή, αλλά μάλλον στην μείωση της οικονομικής και πολιτικής επιρροής του καρτέλ των αγοραστών, και την διαμόρφωση μιας τιμής με βάση την αγορά για το πετρέλαιο και την ενέργεια γενικά, ή σε κάθε περίπτωση, μια τάση στην τιμή της ενέργειας να συντονίζεται με τις τιμές της αγοράς. Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο —συγχωρέστε μου τον εντελώς σχηματικό χαρακτήρα όλων αυτών— είναι εύκολο να δει κανείς πώς μπορούσε να εμφανιστεί ο οικονομικός φιλελευθερισμός· και όντως εμφανίστηκε, ως η μόνη λύση σε αυτή την πρωταρχική μορφή της κρίσης και την επιτάχυνσή της εξαιτίας του ανερχόμενου κόστους της ενέργειας. Ο φιλελευθερισμός, με άλλα λόγια η ολική, απεριόριστη ενσωμάτωση της γαλλικής οικονομίας σε μια εσωτερική, ευρωπαϊκή, και παγκόσμια αγορά, ήταν η επιλογή που έμοιαζε, πρώτα από όλα, ως ο μόνος τρόπος να διορθωθούν οι εσφαλμένες επενδυτικές επιλογές που έγιναν στην προηγούμενη περίοδο λόγω παρεμβατικών στόχων, τεχνικών και τα λοιπά. Έτσι, ο φιλελευθερισμός ήταν το μόνο μέσο διόρθωσης αυτών των επενδυτικών σφαλμάτων, ο οποίος λάμβανε υπόψη τον νέο παράγοντα του υψηλού κόστους της ενέργειας, που ήταν στην πραγματικότητα απλώς η διαμόρφωση μιας τιμής βασισμένης στην αγορά για την ενέργεια. Η γενική εισδοχή της γαλλικής οικονομίας στην αγορά ώστε να διορθωθούν τα επενδυτικά σφάλματα από την μία, και ώστε να προσαρμοστεί η γαλλική οικονομία στο νέο κόστος της ενέργειας από την άλλη, έμοιαζε λοιπόν να είναι η αυταπόδεικτη λύση.

Θα μού πείτε πως αυτό, στο κάτω-κάτω, είναι απλά είναι ένα επεισόδιο αυτών των συχνών και ορισμένες φορές ραγδαίων μεταστροφών που έζησε η Γαλλία από τον καιρό του πολέμου, απ’ το 1920, ανάμεσα σε μια μάλλον παρεμβατική, μάλλον κεντρικά ελεγχόμενη [dirigiste],  προστατευτική πολιτική που ενδιαφερόταν για τις γενικές ισορροπίες και ασχολούνταν με την πλήρη απασχόληση, και μια φιλελεύθερη πολιτική που ήταν πιο ανοιχτή στον έξω κόσμο και ενδιαφερόταν περισσότερο για τις εμπορικές συναλλαγές και το νόμισμα. Οι μεταστροφές, αν θέλετε, που χαρακτήρισαν την κυβέρνηση Pinay το 1951-1952,  τη μεταρρύθμιση Rueff το 1958, εκπροσωπούν επίσης κινήσεις προς τον φιλελευθερισμό. Τώρα, αυτό που νομίζω εγώ ότι είναι το ζήτημα σήμερα, και αυτό για το οποίο η οικονομική κρίση (τις όψεις της οποίας προσπάθησα προηγουμένως να ορίσω εν συντομία) έχει λειτουργήσει ως αφορμή, δεν είναι απλά μια τέτοια μεταστροφή από τον παρεμβατισμό σε λίγο περισσότερο φιλελευθερισμό. Στην πραγματικότητα, μού φαίνεται ότι το ζήτημα σήμερα είναι τα συνολικά διακυβεύματα μιας πολιτικής που θα ήταν γενικά φιλελεύθερη. Και πάλι, εφόσον δεν έχω σκοπό να περιγράψω την πολιτική αυτή από όλες της τις απόψεις, θα ήθελα απλά να αναλογιστώ μια άποψη η οποία δεν αφορά αυστηρά την οικονομία ή την απευθείας, άμεση εισαγωγή της γαλλικής οικονομίας σε μια παγκόσμια οικονομία της αγοράς· θα ήθελα να αναλογιστώ [την πολιτική αυτή] από μια άλλη άποψη, αυτή της κοινωνικής πολιτικής. Ποιά ήταν η κοινωνική πολιτική σε ό,τι αφορά την παρούσα κυβέρνηση, την παρούσα κυβερνητικότητα — η οποία ουσιαστικά παράχθηκε με την έλευση στην εξουσία του Ζισκάρ και της πολιτικής του; Ποιά θα μπορούσε να είναι και προς τι κατευθύνεται; Αυτό θα ήθελα να συζητήσω τώρα.

Ας ξαναπούμε, μέσα από λίγες σχηματικές ιστορικές παρατηρήσεις, ότι η μετα-φιλελεύθερη κοινωνική πολιτική η οποία έχει προγραμματιστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, κυριαρχήθηκε στη Γαλλία και την Αγγλία από δύο προβλήματα και ένα μοντέλο. Τα δύο προβλήματα ήταν, πρώτον, η συντήρηση της πλήρους απασχόλησης ως της βασικής οικονομικής και κοινωνικής προτεραιότητας, εφόσον η οικονομική κρίση του 1929 αποδόθηκε στην απουσία πλήρους απασχόλησης. Η απουσία πλήρους απασχόλησης κρίθηκε επίσης υπεύθυνη για όλες τις πολιτικές συνέπειες που είχε στην Γερμανία και γενικά στην Ευρώπη. Συνεπώς, το πρώτο πρόβλημα ήταν η συντήρηση της πλήρους απασχόλησης για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και άρα και πολιτικούς. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν να αποφευχθούν οι συνέπειες μια υποτίμησης που γινόταν απαραίτητη από την πολιτική ανάπτυξης. Για να συντηρηθεί η πλήρης απασχόληση και για να αμβλυνθούν οι συνέπειες της υποτίμησης που καθιστά τις αποταμιεύσεις και την ατομική κεφαλαιοποίηση αναποτελεσματικές, θεωρήθηκε αναγκαίο να εδραιωθεί μια πολιτική κοινωνικής ασφάλισης των κινδύνων. Το μοντέλο για τις τεχνικές επίτευξης αυτών των στόχων ήταν ο πόλεμος, δηλαδή, το μοντέλο της εθνικής αλληλεγγύης το οποίο συνίσταται στο να μην ρωτάς τους ανθρώπους γιατί τους συνέβη αυτό που τούς συνέβη, ούτε σε ποιά οικονομική κατηγορία ανήκουν. Οτιδήποτε συμβεί σε ένα άτομο σε ό,τι αφορά ελλείψεις, ατυχήματα ή άγνωστες αιτίες πρέπει να τύχει μέριμνας από ολόκληρη την κοινότητα στο όνομα της εθνικής αλληλεγγύης. Αυτοί οι δύο στόχοι και το μοντέλο αυτό εξηγούν γιατί οι αγγλικές και γαλλικές κοινωνικές πολιτικές ήταν πολιτικές συλλογικής κατανάλωσης που εξασφαλιζόταν από μια μόνιμη ανακατανομή του εισοδήματος, από μια συλλογική κατανάλωση και μόνιμη ανακατανομή που πρέπει να απασχολεί όλον τον πληθυσμό, με κάποιους μόνο προνομιούχους τομείς. Στη Γαλλία, και εξαιτίας πολιτικών που είχαν ως στόχο την αύξηση των γεννήσεων, η οικογένεια είχε ιδωθεί ως ένας από τους τομείς που έπερεπε να είναι ειδικά προνομιούχος, αλλά γενικά η ιδέα ήταν ότι ολόκληρη η κοινότητα έπρεπε να προσφέρει προστασία για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν τα άτομα. Εφόσον οριοθετήθηκαν οι στόχοι αυτοί και επιλέχθηκε το μοντέλο αυτό για να εκπληρωθούν, εγείρεται βέβαια το ερώτημα αν μια τέτοια πολιτική, που παρουσιάστηκε ως κοινωνική πολιτική, είναι απαραίτητα και μια οικονομική πολιτική ταυτόχρονα. Με άλλα λόγια, δεν φέρνει μια τέτοια πολιτική μαζί της —είτε το θέλει είτε όχι— μια ολόκληρη σειρά από οικονομικές συνέπειες οι οποίες κινδυνεύουν να φέρουν απρόβλεπτες και, όπως λέγεται, στρεβλωτικές επιπτώσεις, στην ίδια την οικονομία, οι οποίες θα αποδιοργανώσουν το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα;

Απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα έχουν δοθεί πολλές. Κάποιοι λένε ναι. Βεβαίως, αυτού του είδους η πολιτική θα φέρει οικονομικές συνέπειες, αλλά αυτές ακριβώς τις συνέπειες θέλουμε. Δηλαδή, για παράδειγμα, η ανακατανομή του εισοδήματος και η εξίσωση του εισοδήματος και της κατανάλωσης είναι ακριβώς το αποτέλεσμα που θέλουμε, και η κοινωνική πολιτική έχει πραγματικό νόημα μόνο εφόσον εισάγει κάποιες διορθωτικές προσαρμογές και κάποια ισορροπία μέσα στο οικονομικό καθεστώς, για τα οποία δεν μπορεί να εγγυηθεί η ίδια η φιλελεύθερη πολιτική και οι οικονομικοί μηχανισμοί ως τέτοιοι. Άλλοι λένε όχι, καθόλου. Η κοινωνική πολιτική που θέλουμε να εγκαταστήσουμε, ή η οποία έχει εδραιωθεί από το 1945, στην πραγματικότητα δεν επηρεάζει άμεσα την οικονομία, ή οι επιπτώσεις της στην οικονμία είναι τόσο προσαρμοσμένες, τόσο συμμορφωμένες ως προς τους μηχανισμούς της ίδιας της οικονομίας που δεν μπορούν να τούς αποδιοργανώσουν. Είναι πολύ ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Laroque, ο άνθρωπος που δεν εφήυρε μεν τις κοινωνικές ασφαλίσεις στη Γαλλία, βρισκόταν όμως πίσω από την οργάνωσή τους και δημιούργησε τον μηχανισμό τους, σε ένα κείμενο του 1947 ή 48, δεν θυμάμαι πλέον, έδωσε ακριβώς αυτή την εξήγηση και αυτή την αιτιολόγηση για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Μιλώντας στο χρονικό εκείνο σημείο στο οποίο δημιουργούνταν [οι κοινωνικές ασφαλίσεις], είπε: Μην ανησυχείτε, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν έχουν στόχο να παράξουν, και δεν μπορεί να έχουν, οικονομικές συνέπειες που δεν είναι ευνοϊκές. Όρισε την κοινωνική ασφάλιση ως εξής: Δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια τεχνική για να διασφαλιστεί ότι “όλοι μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους και αυτούς για τούς οποίους είναι υπεύθυνοι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.” Τι σημαίνει να φροντίζεις τον εαυτό σου και αυτούς για τους οποίους είσαι υπεύθυνος; Σημαίνει, απλά, την εδραίωση ενός μηχανισμού τέτοιου ώστε οι συνεισφορές για την κοινωνική ασφάλιση να αφαιρούνται μόνον από τους μισθούς, με άλλα λόγια, [σημαίνει] να υπάρχει ένας εικονικός μισθός επιπρόσθετα από τον μισθό που πληρώνεται πραγματικά σε χρηματική μορφή. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για πρόσθεση, γιατί θα έχεις έναν συνολικό μισθό, μέρος του οποίου θα έχει την μορφή μισθού με την στενή έννοια, και ένα άλλο μέρος του οποίου θα έχει τη μορφή κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης πληρώνεται από τον ίδιο τον μισθό, από τη μάζα των μισθών, και από τίποτε άλλο. Δεν πρόκειται για αλληλεγγύη που επιβάλλεται σε αυτούς που δεν κερδίζουν μισθό για χάρη αυτών που κερδίζουν μισθό, είναι μια “αλληλεγγύη που επιβάλλεται στη μάζα των μισθωτών”, για δικό τους καλό, “προς όφελος”, λέει ο Laroque, “των παιδιών και των ηλικιωμένων.” Έτσι αυτή η Κοινωνική Ασφάλιση δεν μπορεί να ειπωθεί ότι επιβαρύνει την οικονομία, ότι την παραφορτώνει, ή ότι αυξάνει το κόστος της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις ήταν απλώς ένας τρόπος του να πληρώνεται κάτι που δεν ήταν παρά μισθός· δεν επιβαρύνει την οικονομία. Ακόμα καλύτερα, μάς επιτρέπει βασικά να μην αυξάνουμε τους μισθούς, και συνεπώς το αποτέλεσμά της είναι η μείωση του κόστους της οικονομίας μέσα από την εξειρήνευση των κοινωνικών συγκρούσεων, που με τη σειρά της βασίζεται στο ότι οι μισθοδοτικές απαιτήσεις γίνονται λιγότερο απότομες και πιεστικές. Αυτό είπε το 1947-48 ο Laroque για να εξηγήσει τον μηχανισμό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ο ίδιος είχε τελοιοποιήσει.

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1976, εμφανίστηκε μια έκθεση στη Revue française des affaires sociales, η οποία είναι πολύ ενδιαφέρουσα, διότι γράφτηκε από ορισμένους φοιτητές της Εθνικής Σχολής Διοίκησης ως μελέτη-αξιολόγηση τριάντα ετών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και οι φοιτητές αυτοί έκαναν την εξής παρατήρηση. Κατά πρώτο, λένε, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις είχαν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις και αυτές συνδέονται, επιπλέον, με τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ορίστηκε η βάση για την αξιολόγηση των συνεισφορών. Οι συνέπειες, στην πραγματικότητα, αφορούν το κόστος της εργασίας. Εξαιτίας των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η εργασία γίνεται ακριβότερη. Όταν η εργασία γίνεται ακριβότερη, είναι προφανές ότι θα υπάρξουν περιοριστικές συνέπειες στην απασχόληση, και έτσι θα υπάρξει αύξηση της ανεργίας η οποία οφείλεται άμεσα στην αύξηση του κόστους της εργασίας. Υπάρχουν επίσης συνέπειες για την διεθνή ανταγωνιστικότητα, εφόσον η ύπαρξη διάφορων καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισης σε διαφορετικές χώρες σημαίνει ότι ο διεθνής ανταγωνισμός παραμορφώνεται, και παραμορφώνεται σε βάρος των χωρών που έχουν την πιο πλήρη κοινωνικής ασφάλιση για τους εργασιακούς κινδύνους. Δηλαδή υπάρχει και πάλι εδώ μια πηγή αυξανόμενης ανεργίας. Τέλος, και πάλι εξαιτίας της αύξησης του κόστους της εργασίας, θα υπάρξει μια επιτάχυνση της βιομηχανικής συγκέντρωσης, και της ανάπτυξης μονοπωλίων και και πολυεθνικών. Έτσι, λένε, η πολιτική των κοινωνικών ασφαλίσεων είχε ξεκάθαρες οικονομικές επιπτώσεις.

Δεύτερο, οι επιπτώσεις αυτές δεν εμφανίζονται μόνο ως αποτελέσματα του κόστους της εργασίας που παράγουν αύξηση της ανεργίας, αλλά επιπρόσθετα, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται ένα ανώτατο όριο για τις συνεισφορές, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στις συνεισφορές ως ποσοστό επί του μισθού, έχει επιπτώσεις για την κατανομή του εισοδήματος. Βασιζόμενοι σε έναν αριθμό από προηγούμενες έρευνες, οι φοιτητές της Εθνικής Σχολής Διοίηκησης μπόρεσαν να δείξουν ότι [για τον ίδιο μισθό, αντί η ανακατανομή να πηγαίνει από τους νέους στους ηλικιωμένους, από τους ανύπαντρους σε αυτούς που έχουν οικογένεια, από τους υγιείς στους ασθενείς, η ύπαρξη ανώτατου ορίου στις συνεισφορές δημιούργησε στην πραγματικότητα μια ευρεία εξάπλωση πραγματικών εισοδημάτων τα οποία οφελούσαν τους πιο ευκατάστατους σε βάρος των λιγότερο ευκατάστατων. Έτσι, λένε, ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησαν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις επί τριάντα χρόνια περιλαμβάνει έναν αριθμό από ειδικά οικονομικές επιπτώσεις. Τώρα “ο στόχος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι οικονομικός. Οι τρόποι με τους οποίους χρηματοδοτείται δεν θα πρέπει να είναι στοιχείο οικονομικής πολιτικής που διαστρεβλώνει τον νόμο της αγοράς. Οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις πρέπει να παραμείνουν οικονομικά ουδέτερες.” Εδώ ξαναβρίσκουμε, σχεδόν λέξη προς λέξη, τα ίδια πράγματα για τα οποία μίλησα την περασμένη εβδομάδα (ή πριν δυο εβδομάδες), σε ό,τι αφορά την αντίληψη της κοινωνικής πολιτικής στους γερμανούς ορντολιμπεραλιστές.

Τώρα, αυτή η ιδέα μιας κοινωνικής πολιτικής της οποίας τα αποτελέσματα θα είναι εντελώς ουδέτερα από την οικονομική σκοπιά είναι ήδη ξεκάθαρα διατυπωμένη στην αρχή της περιόδου στην οποία θεμελιωνόταν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο στη Γαλλία από τον Υπουργό Οικονομικό της εποχής, τον Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, δηλαδή το 1972. Σε μια εργασία του 1972 (για ένα συμπόσιο που οργανώθηκε από τον Stoléru),  o Ντ’ Εστέν είπε: Ποιά είναι η οικονομική λειτουργία του κράτους, του οποιουδήποτε νεωτερικού κράτους; Πρώτον, είναι η σχετική ανακατανομή του εισοδήματος, δεύτερον η επιχορήγηση, υπό τη μορφή της παραγωγής συλλογικών αγαθών, και τρίτον, η ρύθμιση των οικονομικών διαδικασιών που εξασφαλίζουν την ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση. Αυτοί είναι οι παραδοσιακοί στόχοι της γαλλικής οικονομικής πολιτικής, που τον καιρό εκείνο δεν μπορούσαν ακόμα να αμφισβητηθούν. Παρ’ όλα αυτά, αυτό το οποίο όντως αμφισβητεί ο Ντ’ Εστέν είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα σε αυτές τις τρεις οικονομικές λειτουργίες του κράτους:  της ανακατανομής, της επιχορήγησης, και της ρύθμισης. Επισημαίνει την προσοχή στο γεγονός ότι ο γαλλικός προϋπολογισμός δομείται με τέτοιον τρόπο ώστε να να είναι αρκετά εύκολο να χρησιμοποιήσεις τα ίδια χρηματικά ποσά για την κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου ή για έναν ειδικά κοινωνικό τύπο επιχορήγησης. Αυτό είναι απαράδεκτο, λέει. Σε μια σωστή πολιτική θα πρέπει “να διαχωρίσουμε εντελώς αυτό το οποίο ανταποκρίνεται στις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης και αυτό που ανταποκρίνεται στην μέριμνα για την αλληλεγγύη και την κοινωνική δικαιοσύνη.” Με άλλα λόγια, θα πρέπει να έχουμε δύο συστήματα τα οποία είναι αδιαπέραστα το ένα από το άλλο στον μέγιστο δυνατό βαθμό, δύο συστήματα με δύο αντίστοιχους και εντελώς διαφορετικούς τύπους φορολόγησης: έναν οικονομικό και έναν κοινωνικό φόρο. Πίσω από αυτή την δήλωση επί της αρχής μπορείτε να δείτε την κεντρική ιδέα ότι η οικονομία πρέπει να έχει δικούς της κανόνες και ότι το κοινωνικό πρέπει να έχει τους δικούς του στόχους, αλλά ότι πρέπει να αποσυνδεθούν έτσι ώστε να μην αναστατώνεται και να μην καταστρέφεται η οικονομική διαδικασία από τους κοινωνικούς μηχανισμούς, και έτσι ώστε ο κοινωνικός μηχανισμός να έχει ένα όριο, μια καθαρότητα, τρόπον τινά, τέτοια ώστε ποτέ να μην παρεμβαίνει στην οικονομική διαδικασία ως αναστάτωση.

Το πρόβλημα είναι: Πώς μπορούμε να πετύχουμε να κάνουμε ένα τέτοιο διαχωρισμό ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό να λειτουργήσει; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε αυτή την αποσύνδεση; Και πάλι, με το κείμενο του Ζισκάρ, μπορούμε να δούμε τι εννοεί. Επικαλείται την αρχή για την οποία έχω μιλήσει και η οποία είναι κοινή στον γερμανικό ορντολιμπεραλισμό και τον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό, και η οποία βρίσκεται επίσης στον γαλλικό νεοφιλελευθερισμό. Πρόκειται για την ιδέα ότι η οικονομία είναι βασικά ένα παιχνίδι, ότι αναπτύσσεται ως παιχνίδι ανάμεσα σε συμμετέχοντες, ότι όλη η κοινωνία πρέπει να εμποτίζεται από αυτό το παιχνίδι, και ότι ο βασικός ρόλος του κράτους είναι να ορίζει τους οικονομικούς κανόνες του παιχνιδιού και να βεβαιώνεται ότι όντως εφαρμόζονται. Ποιοί είναι οι κανόνες; Πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε το οικονομικό παιχνίδι να είναι όσο πιο ενεργητικό γίνεται, και συνεπώς να είναι προς συμφέρον του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων, με έναν απλό κανόνα —και αυτή είναι η επιφάνεια επαφής, χωρίς πραγματική διείσδυση, μεταξύ του οικονομικού και του κοινωνικού— έναν επιπρόσθετο και απροϋπόθετο κανόνα του παιχνιδιού, τρόπον τινά, ο οποίος είναι ότι πρέπει να είναι αδύνατο για έναν από τους συμμετέχοντες στο οικονομικό παιχνίδι να τα χάσει όλα και έτσι να μην μπορεί να συνεχίσει να παίζει. Πρόκειται, αν θέλετε, για βαλβίδα ασφαλείας, για έναν περιοριστικό κανόνα ο οποίος δεν αλλάζει τίποτε στην πορεία του παιχνιδιού, αλλά ο οποίος παρεμποδίζει κάποιον απ’ το να εγκαταλείψει οριστικά και ολοκληρωτικά το παιχνίδι. Είναι ένα είδος ανάστροφου κοινωνικού συμβολαίου. Δηλαδή, στο κοινωνικό συμβόλαιο, όλοι όσοι επιθυμούν το κοινωνικό συμβόλαιο και προσχωρούν σ’ αυτό εικονικά ή πραγματικά απαρτίζουν μέρος της κοινωνίας μέχρι την στιγμή που απομακρυνθούν απ’ αυτή. Στην ιδέα ενός οικονομικού παιχνιδιού βρίσκουμε ότι κανείς δεν επέμενε αρχικά στο να είναι μέρος του οικονομικού παιχνιδιού και συνεπώς είναι ευθύνη της κοινωνίας και των κανόνων του παιχνιδιού που επιβάλλονται να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν αποκλείεται από το παιχνίδι αυτό στο οποίο εγκλωβίζεται χωρίς ποτέ να έχει επιθυμήσει ρητά να συμμετέχει. Η ιδέα ότι η οικονομία είναι ένα παιχνίδι, ότι υπάρχουν κανόνες του οικονομικού παινχιδιού για τους οποίους εγγυάται το κράτος, και ότι το μοναδικό σημείο επαφής ανάμεσα στο οικονομικό και στο κοινωνικό είναι ο κανόνας που προστατεύει τους παίχτες από το να αποκλειστούν από το παιχνίδι, διατυπώνεται από τον Ζισκάρ μάλλον έμμεσα αλλά αρκετά καθαρά, νομίζω, όταν λέει στο κείμενο του 1972: “Το χαρακτηριστικό της οικονομίας της αγοράς είναι η ύπαρξη κανόνων του παιχνιδιού, οι οποίοι επιτρέπουν τις αποκεντρωμένες αποφάσεις, και οι κανόνες αυτοί είναι για όλους ίδιοι.” Ανάμεσα στον κανόνα του ανταγωνισμού στην παραγωγή και αυτόν της προστασίας του ατόμου, πρέπει να εδραιωθεί “ένα συγκεκριμένο παιχνίδι” έτσι ώστε κανείς παίχτης να μην μπαίνει στο ρίσκο να τα χάσει όλα — λέει “συγκεκριμένο παιχνίδι”, αλλά αναμφίβολα θα ήταν καλύτερο να έλεγε “συγκεκριμένο κανόνα.” Τώρα, αυτή η ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει ένας κανόνας μη αποκλεισμού και ότι η λειτουργία του κοινωνικού κανόνα, της κοινωνικής ρύθμισης, ή της κοινωνικής πρόνοιας με την ευρύτερη έννοια του ρόλου, είναι απλά και ξεκάθαρα να βεβαιωθεί για τον μη αποκλεισμό σε ό,τι αφορά ένα οικονομικό παιχνίδι (το οποίο, με την εξαίρεση του κανόνα αυτού, πρέπει να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο), εφαρμόζεται, ή ιχνηλατείται τέλος πάντων, σε μια ολόκληρη σειρά από περισότερο ή λιγότερο ξεκάθαρα μέτρα.


Επειδή ο χρόνος μάς πιέζει και επειδή δεν θέλω να σας κουράσω με πολλές λεπτομέρειες για αυτό, θα ήθελα απλά να σας δείξω τι σημαίνει, όχι σε ό,τι αφορά τα μέτρα που όντως πάρθηκαν και που, εξαιτίας της κρίσης και της έντασής της, δεν μπορούσαν να ακολουθηθούν εντελώς ή να απαρτίσουν ένα συνεκτικό όλον, αλλά αναφερόμενος στο παράδειγμα ενός εγχειρήματος το οποίο επιστρέφει πολλές φορές μετά το 1974, και το οποίο είναι αυτό του αρνητικού φόρου. Στην πραγματικότητα, όταν ο Ζισκάρ είπε, το 1972, ότι πρέπει να βεβαιωθούμε πως δεν γίνεται κάποιος να τα χάσει όλα, είχε ήδη κατά νου αυτή την ιδέα ενός αρνητικού φόρου. Ο αρνητικός φόρος δεν είναι ιδέα του γαλλικού νεοφιλελευθερισμού, αλλά του αμερικανικού (για τον οποίο ίσως μιλήσω την ερχόμενη εβδομάδα): είναι τέλος πάντων μια ιδέα η οποία υιοθετήθηκε από ανθρώπους γύρω απ’ τον Ζισκάρ, όπως ο Stoléru και ο Stoffaës (για τον οποίο θα μιλήσω σε λίγο), και στις προκαταρκτικές συζητήσεις για το έβδομο Πλάνο, το 1974 ή 1975. Ο Stoffaës έκανε μια έκθεση για τον αρνητικό φόρο. Τι είναι ο αρνητικός φόρος;  Για να συνοψίσω πολύ πολύ απλά, μπορούμε να πούμε ότι η ιδέα του αρνητικού φόρου είναι η εξής: για να είναι μια κοινωνική παροχή κοινωνικά αποτελεσματική χωρίς να αναστατώνει την οικονομία, θα πρέπει, όσο γίνεται, να μην παίρνει ποτέ τη μορφή της συλλογικής κατανάλωσης, διότι, έτσι λένε οι υποστηρικτές του αρνητικού φόρου, η εμπειρία μάς δείχνει ότι στο τέλος αυτοί που οφελούνται περισσότερο από τις συλλογικές μορφές κατανάλωσης και αυτοί που συνεισφέρουν τα λιγότερα στην χρηματοδότησή τους είναι οι πλούσιοι. Έτσι, αν θέλουμε να έχουμε μια αποτελεσματική κοινωνική προστασία χωρίς αρνητικές οικονομικές συνέπειες, θα πρέπει απλά να αντικαταστήσουμε αυτές τις γενικές μορφές χρηματοδότησης, όλες αυτές τις λίγο ή πολύ τμηματικές παροχές, με μια χρηματική παροχή η οποία θα εγγυηθεί επιπρόσθετο εισόδημα σ’ αυτούς, και μόνο σ’ αυτούς, που είτε θεωρητικά είτε πρακτικά δεν φτάνουν εισοδηματικά σε ένα επαρκές όριο. Με απλούς όρους, αν θέλετε, δεν έχει νόημα να δώσεις στους πλούσιους τη δυνατότητα να έχουν μερίδιο στην συλλογική κατανάλωση πλούτου· μπορούν κάλλιστα να φροντίσουν την υγεία τους μόνοι τους. Από την άλλη, υπάρχει μια κατηγορία ατόμων στην κοινωνία τα οποία είτε οριστικά, επειδή είναι μεγάλης ηλικίας ή έχουν κάποια αναπηρία, είτε δυνητικά, επειδή έχουν χάσει τη δουλειά τους και είναι άνεργα, δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτό που η κοινωνία θεωρεί επαρκές επίπεδο κατανάλωσης. Λοιπόν, είναι για αυτούς και για το δικό τους καλό μόνο που θα πρέπει να διανείμουμε τις παροχές αποζημίωσης, τις τυπικές παροχές κάλυψης μιας κοινωνικής πολιτικής. Συνεπώς, [για άτομα] κάτω από ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό επίπεδο θα πληρώνουμε ένα συμπληρωματικό ποσό, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την εγκατάλειψη της ιδέας ότι η κοινωνία ως σύνολο οφείλει υπηρεσίες όπως η υγεία και η παιδεία σε όλα τα μέλη της, και επίσης ακόμαι και αν —κι αυτό, αναμφίβολα, είναι το σημαντικότερο— χρειαστεί να επανεισάγουμε την ανισορροπία ανάμεσα στους φτωχούς και τους υπόλοιπους, ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν βοηθήματα και αυτούς που δεν λαμβάνουν.

Προφανώς, το εγχείρημα αυτό ενός αρνητικού φόρου, κυρίως στις γαλλικές του μορφές, δεν έχει την δραστική εικόνα που μόλις έδωσα, ή την απλουστευτική εκδήλωση που μπορεί να σκέφτεστε. Στην πραγματικότητα, ο αρνητικός φόρος ως παροχή που καταβάλλεται σε ανθρώπους με ανεπαρκές εισόδημα για να εξασφαλίσει ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης εκλαμβάνεται από τον Stoléru και τον Stoffaës με έναν αρκετά εκλεπτυσμένο τρόπο, στον βαθμό που θα πρέπει να βεβαιώνεται κανείς ότι ο κόσμος δεν παίρνει αυτή την επιπρόσθετη παροχή ως έναν τρόπο του να απαλλαχθεί από την αναζήτηση εργασίας και της επιστροφής στο οικονομικό παιχνίδι. Μια ολόκληρη σειρά από προσαρμογές και διαβαθμίσεις εξασφαλίζουν ότι, μέσω του αρνητικού φόρου, το άτομο θα μπορεί να έχει εξασφαλισμένο ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης, αλλά με αρκετά κίνητρα, ή, αν προτιμάτε, αρκετές απογοητεύσεις, ώστε να θέλει πάντοτε να δουλέψει και ώστε να παραμένει προτιμότερο να δουλεύεις από το να λαμβάνεις παροχές.

Ας αφήσουμε κατά μέρος όλες αυτές τις λεπτομέρειες — που είναι όμως σημαντικές. Θα ήθελα να σημειώσω απλώς κάποια πράγματα. Πρώτον, τι είναι αυτό το οποίο μετριάζεται με την δράση που αναζητάται ρητά στην ιδέα ενός αρνητικού φόρου; Είναι οι συνέπειες της φτώχειας, και μόνον οι συνέπειές της. Δηλαδή, ο αρνητικός φόρος δεν αναζητά με κανένα τρόπο να γίνει μια δράση με στόχο να μετατρέψει αυτήν ή την άλλη αιτία της φτώχειας. Ο αρνητικός φόρος δεν θα λειτουργήσει ποτέ στο επίπεδο των αιτιών της φτώχειας αλλά απλώς στο επίπεδο των συνεπειών της. Αυτό λέει ο Stoléru όταν γράφει: “Για κάποιους, η κοινωνική μέριμνα πρέπει να έχει ως κίνητρο τις αιτίες της φτώχειας,” και έτσι αυτό που [η μέριμνα] καλύπτει, αυτό στο οποίο απευθύνεται, είναι η ασθένεια, τα ατυχήματα, η έλλειψη ικανότητας για εργασία, ή η αδυνατότητα εύρεσης εργασίας. Δηλαδή, από αυτή την παραδοσιακή οπτική, δεν μπορείς να δώσεις βοήθεια σε κάποιον χωρίς να τον ρωτήσεις τι την χρειάζεται και χωρίς να προσπαθείς να αλλάξεις τους λόγους για τους οποίους την χρειάζεται. “Για άλλους”, για αυτούς που υποστηρίζουν τον αρνητικό φόρο, “η κοινωνική μέριμνα πρέπει να έχει ως κίνητρο μόνον τις συνέπειες της φτώχειας· κάθε άνθρωπος”, λέει ο Stoléru, “έχει βασικές ανάγκες, και η κοινωνία πρέπει να τον βοηθά να ανταπεξέρχεται σε αυτές όταν δεν μπορεί να το κάνει μόνος του.” Έτσι, στην ουσία, η διάσημη διάκριση που η δυτική κυβερνητικότητα έχει για τόσο καιρό προσπαθήσει να επιβάλλει ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς φτωχούς, ανάμεσα στους ενσυνείδητα και τους αθέλητα άνεργους, δεν έχει σημασία. Στο κάτω-κάτω, δεν μας απασχολεί, και δεν πρέπει να μας απασχολεί, το γιατί κάποιος πέφτει κάτω από το επίπεδο του κοινωνικού παιχνιδιού· το αν είναι ναρκομανής ή ενσυνείδητα άνεργος δεν έχει σημασία. Όποιοι και αν είναι οι λόγοι, το μοναδικό πρόβλημα είναι αν βρίσκεται πάνω ή κάτω απ’ το όριο. Το μοναδικό πράγμα που έχει σημασία είναι ότι το συγκεκριμένο άτομο έχει πέσει κάτω από ένα δεδομένο επίπεδο και, στο σημείο αυτό, χωρίς να κοιτάμε παραπέρα, και χωρίς να χρειάζεται να διεξάγουμε όλες αυτές τις γραφειοκρατικές, αστυνομικές ή ιεροεξεταστικές έρευνες, το πρόβλημα γίνεται το να του προσφέρουμε μια χρηματοδότηση με τέτοιο τρόπο ώστε ο μηχανισμός με τον οποίο του δίνεται αυτή [η χρηματοδότηση] να συνεχίσει να τον ενθαρρύνει να ανέβει πάλι στο επίπεδο της διαχωριστικής γραμμής και να έχει αρκετά κίνητρα, μέσα από τη λήψη βοήθειας, ώστε να έχει την επιθυμία, παρά τα όποια εμπόδια, να ανέβει πάλι πάνω από την διαχωριστική γραμμή. Αλλά αν δεν έχει την επιθυμία, αυτό δεν έχει σημασία και θα παραμείνει επιδοτούμενος. Αυτό είναι το πρώτο σημείο το οποίο νομίζω πως είναι πολύ σημαντικό σε σχέση με ό,τι για αιώνες αναπτύχθηκε από την κοινωνική πολιτική στη Δύση.

Δεύτερον, μπορείτε να δείτε ότι ο αρνητικός αυτός φόρος είναι ένας τρόπος πλήρους αποφυγής μιας κοινωνικής πολιτικής που να έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα υπό τη μορφή μιας γενικής εισφοράς εισοδήματος· δηλαδή, γενικά μιλώντας, [ένας τρόπος αποφυγής] οποιουδήποτε πράγματος θα μπορούσε να περιγραφεί ως σοσιαλιστική πολιτική. Αν καλέσουμε σοσιαλιστική πολιτική μια πολιτική “σχετικής” ένδειας, δηλαδή μια πολιτική η οποία τείνει να μετατρέψει τα χάσματα ανάμεσα σε διαφορετικά εισοδήματα, αν κατανοήσουμε τη σοσιαλιστική πολιτική ως πολιτική που προσπαθεί να μετριάσει τις συνέπειες της σχετικής ένδειας που εκπορεύονται από το χάσμα ανάμεσα στα εισοδήματα των πλουσιοτέρων και των φτωχότερων, τότε είναι εντελώς ξεκάθαρο ότι η πολιτική που εξυπακούει ο αρνητικός φόρος είναι το ακριβές αντίθετο μιας  σοσιαλιστικής πολιτικής. Η σχετική ένδεια δεν εμφανίζεται με κανέναν τρόπο στους στόχους μιας τέτοιας κοινωνικής πολιτικής. Το μοναδικό πρόβλημα είναι η “απόλυτη” ένδεια, δηλαδή το επίπεδο κάτω από το οποίο θεωρείται ότι οι άνθρωποι δεν έχουν επαρκές εισόδημα για να διασφαλιστεί ότι καταναλώνουν επαρκώς.

Νομίζω πως θα πρέπει να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την απόλυτη ένδεια. Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί, φυσικά, ως κάποιου είδους όριο που ισχύει για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η απόλυτη ένδεια είναι σχετική για κάθε κοινωνία, και υπάρχουν κοινωνίες που θα έχουν αρκετά υψηλό όριο για την απόλυτη ένδεια, και άλλες, φτωχές κοινωνίες, όπου το όριο αυτό θα είναι αρκετά χαμηλότερο. Δεύτερον, και αυτή είναι σημαντική συνέπεια, μπορείτε να δείτε ότι τούτο επανεισάγει την κατηγορία του φτωχού και της ένδειας που όλες οι κοινωνικές πολιτικές, οπωσδήποτε μετά την απελευθέρωση [της Γαλλίας από τους Γερμανούς], αλλά στην πραγματικότητα όλες οι πολιτικές πρόνοιας, όλες οι λίγο πολύ κοινωνιοποιητικές ή κοινωνικοποιημένες πολιτικές από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, έχουν προσπαθήσει να απεμπολήσουν. Καμία απ’ αυτές οι πολιτικές —ο γερμανικός τύπος πολιτικής κρατικού σοσιαλισμού, μια πολιτική πρόνοιας όπως αυτή που προγραμματίστηκε από τον Pigou, η πολιτική του New Deal, και η κοινωνική πολιτική της Αγγλίας ή της Γαλλίας μετά την απελευθέρωση— δεν ήθελε να γνωρίζει την κατηγορία των φτωχών, ή, όπως και να ’χει, ήθελαν όλες να βεβαιωθούν ότι οι οικονομικές παρεμβάσεις ήταν τέτοιες ώστε ο πληθυσμός να μην χωρίζεται ανάμεσα στους φτωχούς και στους λιγότερο φτωχούς. Η πολιτική ήταν πάντα κάτι που ο χώτος της βρισκόταν στην εξάπλωση της σχετικής ένδειας, στην ανακατανομή των εισοδημάτων, στο παίγνιο του χάσματος ανάμεσα σε πλουσιότερους και φτωχότερους. Εδώ όμως, έχουμε μια πολιτική που ορίζει ένα δεδομένο όριο το οποίο εξακολουθεί να είναι [σε παγόσμια κλίμακα] σχετικό, αλλά το οποίο είναι απόλυτο για την ίδια την κοινωνία, και το οποίο διακρίνει ανάμεσα στους φτωχούς και αυτούς που δεν είναι φτωχοί, ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν επιχορήγηση και αυτούς που δεν λαμβάνουν.

Το τρίτο χαρακτηριστικό του αρνητικού φόρου είναι ότι, όπως θα βλέπετε, διασφαλίζει, τρόπον τινά, μια γενική ασφάλεια, αλλά στο χαμηλότερο επίπεδο· δηλαδή, οι οικονομικοί μηχανισμοί του παιχνιδιού, οι μηχανισμοί του ανταγωνισμού και του επιχειρείν, μπορούν να λειτουργούν ελεύθερα στο υπόλοιπο της κοινωνίας. Πάνω από το όριο, όλοι θα πρέπει να είναι επιχειρήσεις για τον εαυτό τους ή για την οικογένειά τους. Θα είναι εφικτή πάνω από το όριο μια κοινωνία που να τυποποιείται στη βάση του μοντέλου της επιχείρησης, της ανταγωνιστικής επιχείρησης· και θα υπάρχει απλώς μια ελάχιστη ασφάλεια, δηλαδή η εξάλειψη κάποιων κινδύνων στη βάση ενός χαμηλού επιπέδου ορίου. Δηλαδή, θα υπάρχει ένας πληθυμός ο οποίος, από την οπτική γωνία της οικονομικής βασικής γραμμής, θα κινείται διαρκώς ανάμεσα, απ’ τη μία, στην στήριξη που παρέχεται για κάποια ενδεχόμενα όταν ο πληθυσμός αυτός πέφτει κάτω από το όριο και, από την άλλη, τόσο στην χρήση του όσο και στην διαθεσιμότητά του προς χρήση σύμφωνα με τις οικονομικές ανάγκες και δυνατότητες. Θα υπάρχει λοιπόν ένα είδος ενδό- και υπέρ-οριακού πληθυσμού που θα αιωρείται: ένας οριακός πληθυσμός ο οποίος, για μια οικονομία που έχει εγκαταλείψει τον στόχο της πλήρους απασχόλησης, θα είναι μια μόνιμη εφεδρεία ανθρώπινου δυναμικού, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε όταν χρειάζεται, αλλά η οποία μπορεί να επιστρέψει στο στάτους της ως επιχορηγούμενη όταν αυτό είναι απαραίτητο.

Μ’ αυτό λοιπόν το σύστημα —το οποίο, πάλι, δεν έχει εφαρμοστεί για μια σειρά λόγων, αλλά του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι ξεκάραρα στην παρούσα οικονομική πολιτική του Ζισκάρ και του Μπαρ— έχουμε την διαμόρφωση μιας οικονομικής πολιτικής που δεν επικεντρώνεται πλέον στην πλήρη απασχόληση, και που μπορεί να ενσωματωθεί στην γενική οικονομία της αγοράς μόνο εγκατελείποντας τον στόχο της πλήρους απασχόλησης. Η πλήρης απασχόληση και η συνειδητά ηθελημένη ανάπτυξη αποκηρύττονται για χάρη της ενσωμάτωσης σε μια οικονομία της αγοράς. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια έναν αιωρούμενο πληθυσμό, έναν οριακό, ενδο- ή υπερ-οριακό πληθυσμό, στον οποίο ο μηχανισμός επιβεβαίωσης θα επιτρέπει να ζήσει, με κάποιο τρόπο, και να ζήσει με τέτοιο τρόπο ώστε πάντοτε να είναι διαθέσιμος για δυνητική εργασία, εάν το απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα από αυτό μέσα από το οποίο διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε ο καπιταλισμός στον δέκατο όγδοο και δέκατο ένατο αιώνα, όταν ο καπιταλισμός αυτός είχε να κάνει με έναν αγροτικό πληθυσμό ο οποίος ήταν η διαρκής δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού. Όταν η οικονομία λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα, όταν ο αγροτικός πληθυσμός δεν μπορεί πια να εξασφαλίσει ένα ατελείωτο απόθεμα ανθρώπινου δυναμικού, το απόθεμα αυτό πρέπει να διαμορφωθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αυτός ο άλλος τρόπος είναι ο επιχορηγούμενος πληθυσμός, ο οποίος επιχορηγείται πράγματι με πολύ φιλελεύθερο και πολύ λιγότερο γραφειοκρατικό και πειθαρχικό τρόπο από ότι γίνεται σε ένα σύστημα που έχει ως στόχο την πλήρη απασχόληση που χρησιμοποιεί μηχανισμούς όπως αυτός της κοινωνικής πρόνοιας. Στο τέλος, είναι στο χέρι των ανθρώπων το να εργαστούν αν το θέλουν ή να μην εργαστούν αν δεν το θέλουν. Πάνω από όλα, υπάρχει η δυνατότητα του να μην τους αναγκάζεις να εργαστούν αν δεν υπάρχει ενδιαφέρον για να το κάνουν. Τους εξασφαλίζεται απλώς η δυνατότητα μιας ελάχιστης ύπαρξης σε ένα δεδομένο επίπεδο, και έτσι μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Τώρα, αυτού του είδους το εγχείρημα δεν είναι τίποτε άλλο από την ριζοσπαστικοποίηση των γενικών αυτών θεματικών για τις οποίες έκανα λόγο σε σχέση με τον ορντολιμπεραλισμό. Οι γερμανοί ορντολιμπεραλιστές εξήγησαν ότι ο κύριος στόχος μιας κοινωνικής πολιτικής σίγουρα δεν είναι να λάβει υπόψη όλους τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει η παγκόσμια μάζα του πληθυσμού, και ότι μια πραγματική κοινωνική πολιτική θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε, χωρίς να επηρεάσει το οικονομικό παιχνίδι —και έτσι, αφήνοντας την κοινωνία να αναπτυχθεί ως επιχειρηματική κοινωνία—, να χρησιμοποιεί μηχανισμούς παρέμβασης ώστε να βοηθά αυτούς που χρειάζονται βοήθεια, και μόνον όταν χρειάζονται βοήθεια.