Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Μολότωφ κοκτέιλ #26

Αριστεριστής είναι κάποιος που δεν ξέρει πού πάει, γιατί πάει και τι περιμένει να βρει, ούτε από ποιο δρόμο θα πάει εκεί·  ξέρει όμως ότι η ώρα για να πάει είναι τώρα και θυμώνει με όσους δεν τσακίζονται να τον ακολουθήσουν.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Hegel, ή ψωμί, παιδεία, ελευθερία

Η βασική θέση της καντιανής κριτικής ήταν ότι η ύπαρξη ή το είναι (αυτές οι έννοιες εκλαμβάνονται εδώ ως ταυτόσημες) δεν είναι μια ιδιότητα, ούτε ένα πραγματικό κατηγόρημα, δηλαδή, δεν είναι έννοια ενός πράγματος το οποίο να μπορούσε να προστεθεί στο περιεχόμενο του πράγματος. Με αυτό ο Καντ εννοεί ότι το είναι δεν είναι καθορισμός του περιεχομένου του πράγματος. Για αυτό το λόγο, συνεχίζει, το εφικτό δεν περιέχει περισσότερα από ότι το πραγματικό· εκατό πραγματικά δολλάρια δεν περιέχουν ούτε ελάχιστο περισσότερα πράγματα από ότι εκατό εφικτά δολλάρια. Δηλαδή το περιεχόμενο των πρώτων δεν έχει άλλο καθορισμό από ότι το περιεχόμενο των δεύτερων. 

[...] Όταν λοιπόν λέγεται ενάντια στην ενότητα του είναι και του τίποτε ότι παρ' όλα αυτά δεν είναι αδιάφορο θέμα αν κάτι (τα εκατό δολλάρια) είναι ή δεν είναι, εξασκούμε την εξαπάτηση της μετατροπής της διαφοράς ανάμεσα στο έχω ή δεν έχω τα εκατό δολάρια σε διαφορά ανάμεσα στο είναι και το μη είναι. Η εξαπάτηση αυτή βασίζεται, όπως είδαμε, στην μονοδιάστατη αφαίρεση η οποία αγνοεί τον καθορισμένο χαρακτήρα του είναι που παρίσταται σε τέτοιου είδους παραδείγματα και προσκολλάται απλώς στο είναι και το μη είναι, όπως ακριβώς και αντίστροφα, το αφηρημένο είναι και αφηρημένο τίποτε τα οποία θα έπρεπε να συλληφθούν, μεταμορφώνονται σε συγκεκριμένο είναι και τίποτε, σε καθορισμένο είναι. Το καθορισμένο είναι είναι η πρώτη κατηγορία που περιέχει την πραγματική διαφορά μεταξύ είναι και τίποτε, κάτι και κάτι άλλο.

[...] Το να αναφερόμαστε αναδρομικά από το συγκεκριμένο, περατό είναι στο είναι ως τέτοιο, στην εντελώς αφηρημένη του οικουμενικότητα πρέπει να ιδωθεί όχι απλώς ως η πρώτη θεωρητική απαίτηση αλλά και η πρώτη πρακτική απαίτηση επίσης. Όταν για παράδειγμα γίνεται καυγάς για τα εκατό δολλάρια, ότι έχει σημασία για την κατάσταση της περιουσίας μου αν τα έχω ή δεν τα έχω, ακόμα περισσότερο αν είμαι ή αν δεν είμαι, ή αν κάτι είναι κάτι άλλο ή όχι [...] μπορούμε να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος έχει το καθήκον να εξυψώνεται στην αφηρημένη εκείνη οικουμενικότητα της διάθεσης στην οποία να είναι πράγματι αδιάφορος για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη των εκατό δολλαρίων, όποια και αν είναι η ποσοτική τους σχέση με την περιουσία του, όπως θα έπρεπε να του είναι αδιάφορο αν ο ίδιος είναι ή αν δεν είναι -- στην περατή ζωή, εννοείται.

[...] Στο όνομα του ατέρμονου, η καρδιά και ο νους φωτίζονται, γιατί στο ατέρμονο το πνεύμα δεν παρίσταται απέναντι στον εαυτό του μόνο αφηρημένα, αλλά εξυψώνεται προς τον εαυτό του, στο φως της σκέψης του, στην οικουμενικότητά του, στην ελευθερία του.
G.W.F Hegel, Η επιστήμη της λογικής

Ένας άνθρωπος που πεινάει έχει απόλυτο δικαίωμα να παραβιάσει την περιουσία ενός άλλου· παραβιάζει την περιουσία του άλλου με περιορισμένο μόνο τρόπο. Το δικαίωμα της ακραίας ανάγκης (Notrecht) δεν εξυπακούει την παραβίαση του δικαιώματος του άλλου ως τέτοιου: το ενδιαφέρον [του παραβάτη] κατευθύνεται εξ ολοκλήρου στο μικρό κομμάτι ψωμί· δεν αποτελεί συμπεριφορά στον άλλο ως πρόσωπο χωρίς δικαιώματα.
G.W.F Hegel, Διάλεξη για τη φιλοσοφία του δικαίου, αδημοσίευτο εδάφιο

Λίγα λόγια για το ιδεολόγημα της "αριστείας", ή μάθε παιδί μου ipod

Το ιδεολόγημα της "αριστείας" βρίσκεται στο κέντρο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την αποστολή του πανεπιστημίου. Αυτό είναι γνωστό εδώ και αρκετά χρόνια, όπως γνωστός είναι ο ρόλος των αρμόδιων θεσμικών οργάνων της ΕΕ στην προώθηση αυτού του ιδεολογήματος ως θεμελιώδους σημασίας για την επιβαλλόμενη "ανασυγκρότηση" του πανεπιστημίου. 

Γιατί όμως μιλούμε για "ιδεολόγημα" και όχι για "αξία" ή έστω "προτεραιότητα";

Πρώτον, επειδή η επιμονή στην αριστεία έχει όλα τα χαρακτηριστικά της άνευ περιεχομένου κοινοτοπίας, αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει περιεχόμενο εντελώς διαφορετικό από αυτό που φαίνεται να δηλώνει. Γιατί φυσικά το πανεπιστήμιο ως θεσμός δεν ήταν ακριβώς ταγμένο στην "μη αριστεία" πριν αναλάβει να το "αναδιαμορφώσει" ο νεοφιλελευθερισμός. Σε ό,τι αφορά την αρχή λειτουργίας του, τις θεμελιώδεις ρητές αρχές του --και αυτές υποτίθεται ότι θέλει να υπερασπιστεί ο νεοφιλελευθερισμός-- το πανεπιστήμιο αφορούσε πάντοτε την αριστεία, εκτός και αν ο Χέγκελ και ο Χάιντεγκερ, ή ο Δελμούζος, ο Τριανταφυλλίδης και ο Δημαράς, και οι χιλιάδες κορυφαίοι επιστήμονες ανά την υφήλιο, εκλέχθηκαν τυχαία ή από άσχετους στις έδρες τους στα αντίστοιχά τους πανεπιστήμια. Ως αρχή λοιπόν, και ο νεοφιλελευθερισμός υποτίθεται ότι θέτει θέμα αρχής, το πανεπιστήμιο προάγει την αριστεία σε όλη του την ιστορία. Στην πράξη, φυσικά, δεν είναι ούτε όλοι του οι διδάσκοντες ούτε όλοι του οι φοιτητές άριστοι. Δεν ήταν ποτέ όλοι άριστοι και δεν θα γίνουν ποτέ όλοι άριστοι. Συνεπώς, τι νόημα έχει αυτή η πρόταξη της ιδέας ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να γίνει χώρος αριστείας;

Το νόημα αυτής της επιμονής, και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο πρόκειται για ιδεολόγημα και όχι για ουδέτερη "αξία", είναι απλώς και μόνο ο εκτοπισμός άλλων, εξίσου επί μακρόν σημαντικών αντιλήψεων επί της αρχής του τι πρέπει να είναι το πανεπιστήμιο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο οι νεοφιλελεύθεροι μιλούν διαρκώς για "αριστεία" είναι για να μην μιλήσουν για τίποτε άλλο, για να παρακάμψουν και να διαγράψουν όλες τις άλλες θεμελιώδεις αρχές που συγκροτούν το πανεπιστήμιο ως θεσμό. Ποιες είναι αυτές οι άλλες, εξίσου σημαντικές αρχές του πανεπιστημίου; Εν συνόψει, οι εξής άκρως παραδοσιακές και κάποτε οικουμενικά παραδεκτές ιδέες:

α) Η προαγωγή της κριτικής --και για αυτό και έλλογης-- σκέψης, καθώς και η καλλιέργεια της ατομικής ευθύνης στην σοβαρή και ενημερωμένη αντίληψη για τα πράγματα και τον κόσμο·
β) Η κοινωνία και αλληλεπίδραση μεταξύ των ιδεών που αναπτύσσονται σε διαφορετικά γνωστικά πεδία και η διατήρηση του διαλόγου ανάμεσα σε αυξανόμενα εξειδικευμένες επιστήμες·
γ) Η δημιουργία μιας ζώνης ανιδιοτέλειας, μιας ζώνης στην οποία θα είναι εφικτό για τους ανθρώπους, για ένα τουλάχιστο ζωτικό χρονικό διάστημα, να σκέπτονται και να εξερευνούν τον κόσμο και τις ιδέες χωρίς τις στρεβλωτικές πιέσεις του κινήτρου του κέρδους -- ιδεώδες θεμελιακό ήδη για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και επιστήμονες, και συγκροτητικό του "ανθρωπιστικού" χαρακτήρα της παιδείας (η διαφορά είναι ότι πανεπιστήμιο της νεωτερικής εποχής υπόσχεται να το κάνει διαθέσιμο σε τάξεις που αποκλειόταν από το αρχαιοελληνικό "ευ ζειν" -- φτωχούς, γυναίκες, μετανάστες, κλπ)· συγκροτητικό, επίσης, κάθε πραγματικής καινοτομίας στο πεδίο της επιστημονικής σκέψης: ο άνθρωπος που βλέπει την φυσική με όρους φέτας τυρί προς πώληση σε μπακάλικο δεν θα μπορέσει ποτέ του να σπρώξει τη φυσική πέρα από τα όρια φέτας τυρί σε μπακάλικο.

Η "αριστεία", όπως χρησιμοποιείται στην νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, εκπαραθυρώνει και τις τρεις αυτές αρχές, τις περιθωριοποιεί, και έτσι κενώνει τον εαυτό της από περιεχόμενο και ουσία. 

Αυτός είναι ο τρίτος λόγος για τον οποία η "αριστεία" στην ρητορική των πολιτικών και των διοικητικών στελεχών σήμερα είναι ιδεολόγημα και όχι ουδέτερη αξία: η αριστεία δεν έχει κανένα ουσιώδες νόημα χωρίς τις ισότιμες επί της αρχής αξίες τις οποίες συνοδεύει ως θεμέλιο του πανεπιστημίου. Τι είδους "αριστεία" θα χαρακτήριζε μια σκέψη η οποία έχει απεμπολήσει την κριτική διάσταση --απέναντι στον εαυτό της, πρώτα από όλα, αλλά και απέναντι στον κόσμο και τους θεσμούς, περιλαμβανομένου του πανεπιστημίου, κατά δεύτερον; Τι είδους "αριστεία" μπορεί ποτέ να διεκδικήσει μια σκέψη η οποία είναι εγκλωβισμένη στα στεγανά της υπερεξειδίκευσης; Τι είδους "αριστεία" μπορεί να διεκδικήσει ένας μαθηματικός που δεν έχει ποτέ του ανοίξει βιβλίο φιλοσοφίας, ένας φιλόσοφος που δεν έχει ποτέ του ασχοληθεί με τα ανώτερα μαθηματικά, ένας κοινωνιολόγος που δεν έχει καμία επαφή με την πολιτική οικονομία, ένας οικονομολόγος με ανύπαρκτες γνώσεις ιστορίας; Και τέλος, τι είδους "αριστεία" θα μπορούσε να διεκδικήσει μια σκέψη --η σκέψη ενός φυσικού, ενός χημικού, ενός μηχανικού, ενός ιστορικού-- ο οποίος διαπαιδαγωγήθηκε εξ ολοκλήρου να θεωρεί όχι ότι το ουσιώδες είναι και χρήσιμο, αλλά ότι μόνο το άμεσα και εκμεταλλεύσιμα χρήσιμο είναι ουσιώδες; 

Και για να κλείσω μιλώντας χοντροκομμένα, τι είδους επιστήμονες μπορεί να παράξει ένα πανεπιστήμιο που εμμένει μόνο στην "αριστεία", καταστέλλοντας την άμεση εξάρτησή της από τις τρεις αρχές που ονομάσαμε, παρά επιστήμονες των οποίων η σκέψη προορίζεται εξ αρχής να οδηγήσει (αν βέβαια θεωρηθεί αρκούντως "χρήσιμη" για να εργοδοτηθεί) στο νέο ipod ή την νέα τηλεόραση πλάσμα --καταναλωτικά μπιχλιμπίδια για μια ήδη κορεσμένη και αδιέξοδη κοινωνία υπερχρεωμένων καταναλωτών-- ή, ακόμα χειρότερα, σε "νέους ειδικούς" επί του τι χρειάζεται για να "αναμορφωθεί" το πανεπιστήμιο και η κοινωνία, που θα συνεχίσουν το καταστροφικό έργο των προηγουμένων; Τι άλλο είναι η αποστειρωμένη από αξιακό περιεχόμενο, φετιχιστικά φορμαλιστική νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί "αριστείας" εκτός από μια ωραία λέξη για την μετατροπή επιστημόνων σε εργάτες παραγωγής υλικών και πνευματικών μπιχλιμπιδιών, καθρεφτών και χαντρών, υπό το βλέμμα της ευτελισμένης, και στις χρεοκοπημένες μέρες μας όλο και πιο πρόδηλα κίβδηλης, θεότητας της "παραγωγικότητας"; 

Must see: Νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου, Μ. Βορίδης και "Μαρξιστική" Ανάλυση


Στο εκπληκτικό αυτό βίντεο ο γνωστός και μη εξαιρετέος Μ.Βορίδης προβαίνει σε μια ''μαρξιστική-γκραμσιανή'', όπως λέει ο ίδιος(!!!) ανάλυση της σημερινής εκπαιδευτικής συγκυρίας στην Ελλάδα, με την ψήφιση του Νομοσχεδίου Διαμαντοπούλου. Ποιό είναι το περίεργο; Μα φυσικά, και μόνο η διατύπωση απαγορευμένων λέξεων όπως ''ταξική πάλη'' και ''αστικό κατεστημένο'', ''άρχουσα τάξη'' από έναν ακραιφνή, κυνικό υπερασπιστή της αστικής εκμετάλλευσης, προκαλεί ισχυρό πολιτικό-πολιτισμικό σοκ. Και μάλιστα, δεν πρόκειται για απλή διατύπωση όρων, τους οποίους αποφεύγει σαν ο διάολος το λιβάνι τμήμα της σημερινής Αριστεράς. Πρόκειται για την ανάπτυξη μιας ορισμένης συλλογιστικής, καλής η κακής, που μετέρχεται πάντως ορισμένα παραδοσιακά για την ''Αριστερά'' εργαλεία.

Από την άλλη μεριά, μεγάλο κομμάτι της ''Αριστεράς'', εδώ και πολύ καιρό έχει εγκαταλείψει εκείνα τα μαρξοειδή σχήματα που δεν θα έθελγαν διόλου τα επιλεγμένα target groups της δεξαμενής ψήφων. Για παράδειγμα, ο κ.Αλέξης Τσίπρας συχνά προτιμάει ''εκλαϊκευτικά'' δίπολα όπως πλούσιοι-φτωχοί, προτιμάει μια ανθρωπιστική, από μια ταξικά προσδιορισμένη, στήριξη των μεταναστών, προτιμά να αφουγκράζεται, στις δυνητικά ελπιδοφόρες αλλά ταξικά ανώριμες διαδηλώσεις των αγανακτισμένων, την ''δημοκρατία που μιλά στους δρόμους" (sic!).

Ο Μ.Βορίδης λοιπόν, με ωμότητα και εξαιρετική, θαυμαστή αναίδεια, χρησιμοποιεί εργαλειακά την ''ταξική ανάλυση'' και μια γκραμσιανή, λέει ο ίδιος, προσέγγιση του πανεπιστημίου ως χώρου ιδεολογικής διασποράς και αναπαραγωγής. Θα έλεγα πως, με τον τρόπο που θέτει το ζήτημα, ουσιαστικά ομιλεί εντός του εννοιακού πεδίου των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους, το οποίο ρητά συγκρότησε ο Λουί Αλτουσέρ (βλ. την συλλογή άρθρων του, ''Θέσεις''). Η έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι σχετίζεται με τους ΙΜΚ του Αλτουσέρ, αφενός καταγωγικά (Γκράμσι και Μάο διάβασε ο Αλτουσέρ και σχετικές τους θέσεις ανέπτυξε), αφετέρου με έναν πιο ουσιαστικό τρόπο. Ο πυρήνας της συλλογιστικής του βουλευτή του ΛΑΟΣ είναι ότι το Πανεπιστήμιο, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, αποτελούσε χώρο διάδοσης και αποκρυστάλλωσης της ''αριστερής'' ιδεολογίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί κυρίαρχο πυλώνα και πομπό αντισυστημικών μηνυμάτων στα λαϊκά (μικροαστικά και εργατικά) στρώματα. Ως σταθερή μονάδα παραγωγής και αναπαραγωγής μιας αριστερής ''κοσμοαντίληψης'' (με όρους Γκράμσι), το Πανεπιστήμιο αποτελεί, για τον Μ.Βορίδη, το πλέον ισχυρό για την Αριστερά συγκροτητικό μέσο μιας δυνητικής, πολιτιστικής ηγεμονίας που θα μπορούσε να κατακτήσει, συναρθρώνοντας πλατιές μερίδες του ελληνικού λαού (και όχι απλώς της εργατικής τάξης) σε ένα ενιαίο, αντισυστημικό μέτωπο. Ήδη, σύμφωνα με τον βουλευτή, η αριστερά κατέχει αυτήν την ηγεμονία (την ''κυριαρχία'' όπως την αποκαλεί) εντός των ελληνικών πανεπιστημίων.

Το επιχείρημα αυτό περί ΙΜΚ, Αριστεράς και Ιδεολογίας, εκτυλίσσεται βεβαίως αφού πρώτα έχει εισαχθεί από τον ομιλητή, στο επιχειρηματολογικό πεδίο, η ίδια η ιδεολογική λειτουργία του Πανεπιστημίου. Και μιλάω για ''εισαγωγή'', αφού στο θέατρο του κοινοβουλίου μια τέτοια κουβέντα περί ΙΜΚ και ιδεολογίας είναι κυριολεκτικά off the topic. Ο ευφραδής Βορίδης λοιπόν, αρχικά παίρνει την θέση πως ένα νομοσχέδιο, σε τελική ανάλυση ένα ζήτημα, δεν μπορεί να κριθεί αμιγώς ''ορθολογικά'', ''τεχνοκρατικά'', ή καλύτερα, το περιεχόμενό του είναι κάτι περισσότερο από μια τεχνική αντιστοίχιση των μέσων στους σκοπούς. Κάθε ζήτημα, κάθε νομοσχέδιο διαπερνάται από ιδεολογικές προυποθέσεις, η ιδεολογία είναι ένα οιονεί υπερβατολογικό a priori οποιασδήποτε επιχειρηματολογίας. Έτσι λοιπόν, κατά τον Μ.Βορίδη, προέχει ο εν-τοπισμός των ιδεολογικών προυποθέσεων της μίας και της άλλης πλευράς που αντιδικούν για το νομοσχέδιο. Σημειώνει έτσι πως το ''αστικό μπλοκ'', το οποίο αποτελείται από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ, Δημοκρατική Αριστερά (''ΠΑΣΟΚ''), βρίσκεται σε συμφωνία για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, γιατί όλοι οι συμφωνούντες επιδιώκουν την αναπαραγωγή του υπάρχοντος συστήματος, και όχι την ανατροπή του. Ο στόχος είναι κοινός, επομένως οι όποιες διαφωνίες είναι ''τεχνικά ζητήματα''.

Αντιθέτως, η ''Αριστερά'' έχει σκοπό να ανατρέψει το σύστημα (το αν αληθεύει αυτό, εδώ δεν μας αφορά), συνεπώς δεν επιθυμεί ''τα αριστεία'' και την εναρμόνιση της παραγόμενης γνώσης με την ανθρωποφάγο αγορά και το παροξυσμικό κεφάλαιο -- επιθυμία του αστικού μπλοκ και απαραίτητος όρος ομαλής, απλής και διευρυμένης αναπαραγωγής του καπιταλισμού στην Ελλάδα. Η Αριστερά θέλει να διατηρήσει ''τα κεκτημένα'', όχι γιατί θεωρεί ιδανικό το προηγούμενο Πανεπιστήμιο, αλλά γιατί οι όροι λειτουργίας και κίνησης της πανεπιστημιακής ζωής είχαν διαμορφωθεί υπό ευνοϊκότερους, ''αριστερούς'' συσχετισμούς (μεταπολίτευση), οι οποίοι ακόμη και σήμερα της επιτρέπουν να διεξάγει τον προπαγανδιστικό της αγώνα ενώ αυτός τελεί υπό την ασυλία (λέμε τώρα) της κρατικής καταστολής.

Δεν θέλω να επεκταθώ στο σύνολο της ομιλίας αν και θα είχε ενδιαφέρον. Θα ήθελα όμως να σημειώσω τα εξής:

Ερώτημα α):
Τί πετυχαίνει ο Μ.Βορίδης χρησιμοποιώντας ξένα, εχθρικά ερμηνευτικά σχήματα, που ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο, την Αριστερά; Το συνειδητοποιεί ή όχι, όλα τα παρακάτω:

1) Προσελκύει άμεσα το ενδιαφέρον του ακροατή, απλώς και μόνο μιλώντας για ''τάξεις'' και ''μαρξισμό''.

2) Ασκεί εμμενή κριτική στους αριστερούς χώρους, ωθώντας έως τα άκρα μια συλλογιστική από ''αριστερή-μαρξιστική'' σκοπιά (τις στρεβλώσεις αυτής, θα τις δούμε μετά).

3) Κερδίζει τις εντυπώσεις, καθώς φαίνεται ικανός αφενός να επιχειρηματολογήσει στη βάση των ''μαρξιστικών'' όρων του αντιπάλου, αφετέρου να κερδίσει ''εκτός έδρας''.

4) Θέτει το ζήτημα του ασύλου στο επίκεντρο και μάλιστα με ταξικούς όρους, πράγμα που θα περίμενε κανείς να το κάνει η ''Αριστερά'', η οποία όμως υπερασπίζεται το άσυλο με βάση την νομική επιχειρηματολογία και την περιβόητη θεωρία των ιστορικών κεκτημένων. Καθώς η Αριστερά δεν έχει οργανώσει έναν ταξικό λόγο για το άσυλο (για τον Σύριζα ο νοών νοείτο, ενώ το ΚΚΕ ασχολείται με τα φοιτητικά μόνο παρεμπιπτόντως) και δεδομένου ότι το έδαφος των αστικών νομικών (ή και του λυγμικού ''ανθρωπισμού'' όπως στην περίπτωση των μεταναστών) καταστατικά την υπονομεύει, βρίσκεται εντελώς εκτεθειμένη. Πολύ περισσότερο, μοιάζει να θέλει απλώς να συντηρήσει το μαγαζάκι της μιλώντας για ''κεκτημένα'' και συντήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, ενώ η αστική τάξη μοιάζει επαναστατική, αφού μιλά για μεταρρυθμίσεις. Οι έννοιες του συντηρητικού και του επαναστατικού μετατρέπονται στα αντίθετά τους σε μια διαλεκτική τους αναστροφή. Μένουμε με την αίσθηση ότι η Αριστερά απλώς θέλει να διατηρήσει ένα σύστημα που σήμερα μεταμορφώνεται παγκοσμίως σε μια νέα θεσμική κατοχύρωση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, όπως έχει παρατηρήσει ο Immanuel Wallerstein (βλ. το κείμενο ''Δομικές Κρίσεις'').

5) Πολώνει τους πολιτικούς χώρους σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, ή μάλλον αποκαλύπτει την εγγενή πόλωσή τους, ανάμεσα στους ''μεταρρυθμιστές'' του αστικού συστήματος και τους ''επαναστάτες''. Πιστεύει πως η ανατροπή του συστήματος ηχεί στα αυτιά των δεκτών μια κενή και επικίνδυνη για την ''δημοκρατία'' ουτοπία, ενώ η στάση των μεταρρυθμιστών μοιάζει συνετή, ανταποκρινόμενη στην λαϊκή απαίτηση να ''σωθεί η χώρα από την κρίση'' και ''να αλλάξει επιτέλους το πανεπιστήμιο'', μένοντας εντός του συστήματος που ξέρουμε και μην διακινδυνεύοντας έναν νέο ''ολοκληρωτισμό''.

6) Με την πόλωση αυτή, ασκεί σφοδρή κριτική στην ΝΔ, η οποία εγκαλείται γιατί δεν είναι συνεπές μέλος της αστικής, ''εθνικής'' συμμαχίας, και δεν συμβάλλει στην απολύτως ''λογική'' (για όποιον ανήκει στην πλευρά των μεταρρυθμιστών και όχι των επαναστατών) αναμόρφωση και ''αναβάθμιση'' του ελληνικού Πανεπιστημίου. H NΔ εκτίθεται γιατί μετεωρίζεται ανάμεσα στον λεγόμενο ''μεσαίο'' χώρο και τον νεοφιλελευθερισμό.

7) Ο Βορίδης πετυχαίνει μια πειστική εξήγηση της πραγματικότητας, παρά τα λογικά άλματά του, γιατί κινείται στο εννοιολογικό πλαίσιο του μαρξισμού, και όχι των ειδήσεων των οκτώ.

Ερώτημα β):
Δεν υποσκάπτει τα θεμέλια της αστικής ιδεολογίας η χρήση ''μαρξιστικών'' εννοιών, αποδεικνύοντας την εγκυρότητα του μαρξιστικού σκέπτεσθαι στην οποία προσφεύγουν οι αστοί;

Αυτό συμβαίνει, αλλά συμβαίνει αμυδρά, για τους εξής λόγους:

1) Αστική και μαρξιστική θεώρηση παρουσιάζονται το ίδιο ορθές, και η μόνη διαφορά έγκειται στην στοχοθεσία τους (μεταρρύθμιση-επανάσταση). Απορρίπτοντας τον στόχο της ανατροπής, ο μαρξισμός μένει μια καθαρά περιγραφική θεωρία, δίπλα σε όλες τις άλλες, μια αναλυτική ''οπτική-άποψη'' που υιοθετείται στα πλαίσια της ''εμμενούς'' κριτικής. Παρ'όλα αυτά, φαίνεται να διαθέτει μια ανώτερη τιμή αλήθειας εφόσον περιγράφει τί πραγματικά συμβαίνει στο πολιτικό σκηνικό σε σχέση με το νομοσχέδιο. Αυτή η ''αλήθεια'' ωστόσο της μαρξιστικής σκέψης είναι υπέρτερη μόνο σε σχέση με την άποψη που θέλει το νομοσχέδιο άνευ ιδεολογικών προυποθέσεων. Ο Βορίδης συντρίβει την συνήθη, μυστικοποιημένη-φετιχοποιημένη αστική θεώρηση, για να υιοθετήσει μια συνειδητά, και όχι συγκεκαλυμμένα, αστική θεώρηση.

2) Κύριος αντίπαλος του Βορίδη, και αυτό που τον ενδιαφέρει, είναι τελικά η ΝΔ, για αυτό και έτσι κλείνει την ομιλία του. Για αυτό, η υιοθέτηση μιας συνειδητής και ανοιχτά αστικής θεώρησης (που αναφέρεται σε τάξεις κτλ) ενώ αναμένεται να πολώσει το αριστερόστροφο ακροατήριο απωθώντας το ακόμη περισσότερο από το ΛΑΟΣ, από την άλλη πλευρά, στριμώχνει την ΝΔ και κλείνει το μάτι στους πραγματικά δεξιούς αλλά και τους γενικότερα εθνικόφρονες, που μόνο στο ΛΑΟΣ μπορούν να βρουν την κατάλληλη, συνεπή έκφρασή τους.

γ) Τα μιλάει καλά τα ''μαρξιστικά'' ο κ. Βορίδης;

Αρκετά καλά για τα έδρανα της Βουλής, για αυτό και είναι πειστικός. Ωστόσο, λέει κάτι εντελώς ανυπόστατο. Πως από την μεταπολίτευση και μετά, τα Πανεπιστήμια είναι χώρος κυριαρχίας και αναπαραγωγής αριστερής ιδεολογίας. Αυτό φυσικά είναι πολικάντικο ψέμα, καθώς, το γεγονός ότι οι αριστερές δυνάμεις στα πανεπιστήμια βρίσκονται σε καλύτερη θέση από ότι εκτός αυτών, δεν σημαίνει πως τελικά αναπαράγεται κυρίαρχα η ιδεολογία της αριστεράς. Κάθε άλλο, οι καθεστωτικές παρατάξεις της Πασπ και της Δαπ σαρώνουν, η αποχή, μια κατεξοχήν μικροαστική στάση, βαράει κόκκινο, οι πελατειακές/ψευδοκοινωνικές, αγοραίες σχέσεις και ο ατομικισμός ανθούν, ο επιστημονισμός και το τεχνοκρατικό πνεύμα δίνουν και παίρνουν. Ως ΙΜΚ το Πανεπιστήμιο αναπαράγει ασφαλώς, ως θεσμικότητα, την κυρίαρχη και όχι την αριστερή ιδεολογία, απλώς το ταξικά προσδιορισμένο περιεχόμενο παίρνει διάφορες μορφές, κάποιες εκ των οποίων αναφέρθηκαν. Ωστόσο, δημιουργούνται πράγματι αριστεροί ''θύλακες'' εντός των πανεπιστημίων, αγωνιστικές συνομαδώσεις που εγκαλούν, με αλτουσεριανούς όρους, τους φοιτητές-άτομα ως υποκείμενα αντισυστημικών ξεσπασμάτων (πχ καταλήψεις, συλλαλητήρια, αντι-μαθήματα, ''αριστερή'' ιδεολογική προπαγάνδα), ενσωματώνοντάς τους σε συλλογικότητες, πράγμα φυσικά που αντίκειται στο νεοφιλελεύθερο και καπιταλιστικό ατομικιστικό ιδεώδες.

(Στο σημείο αυτό, να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ το Σύριζα επ' ουδενί αντισυστημικό, αυτό έλειπε, ούτε μου αρέσει να μιλώ για την ''Αριστερά'', καθώς υιοθετώ άλλους πολιτικούς προσδιορισμούς. Ωστόσο, εδώ υιοθετώ την φρασεολογία και τις εννοιολογικές αντιστοιχίσεις του Βορίδη, βάσει των οποίων δομεί τον πολιτικάντικο λόγο του).

Ακόμη, είναι αυτονόητο πως, αφού σύμφωνα με τον ίδιο τον κ.Βορίδη, κάθε λόγος έχει ιδεολογικές προυποθέσεις, η δική του καθαρή αστική συνείδηση του επιβάλλει να παρουσιάζει την αστική νοοτροπία ως δημοκρατική, αξιοκρατική, στο πνεύμα του ''έκαστος στο είδος του'', ενώ οι ''αριστεροί'' είναι οι ολοκληρωτικοί καταχραστές του ασύλου (αριστεροί, αναρχικοί, μπάχαλοι-ασφαλίτες, δεν έχει καμία σημασία). Η ομολογία, στο τέλος, του κ.Βορίδη, ότι η ατόφια νεοφιλελεύθερη λογική υψώνει σινικά τείχη ανάμεσα στους κυρίαρχους διοικητές και τους αδρανείς διοικούμενους, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της à la carte ''δημοκρατικής'' του αντίληψης.

Τέλος, και με κριτήρια καθαρά ακαδημαϊκότητας, δεδομένης της μειωμένης κατά το ήμισυ χρηματοδότησης των ελληνικών πανεπιστημίων και με βάση την διεθνή εμπειρία ανάλογων ''μεταρρυθμιστικών'' επί της πανεπιστημιακής κοινότητας μέτρων, το νομοσχέδιο σε καμία περίπτωση δεν θα έχει τα αποτελέσματα που ψευδώς περιγράφει ο Βορίδης. Όπως έχουν καταδείξει με πολλά τους άρθρα πανεπιστημιακοί στον τύπο (αλλά και οι 1000 ξένοι πανεπιστημιακοί που δήλωσαν κατά του νομοσχεδίου Διαμαντοπούλου), το νομοσχέδιο αυτό προλειαίνει το έδαφος για την οριστική εξάλειψη του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας (στο μέτρο του δυνατού για τον καπιταλισμό), καταπατώντας ήδη βασικά συστατικά του στοιχεία.

Last, but not least...

Η πολύ ενδιαφέρουσα αγόρευση του κυρίου Βορίδη, ωστόσο, πρέπει να μας θυμίσει μια βασική, αναντίρρητη αλήθεια της σχέσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με την εκπαιδευτική θεσμικότητα και ειδικά με το Πανεπιστήμιο. Το Πανεπιστήμιο, εντός του καπιταλισμού, πρέπει να προσανατολίζεται στην αγορά εργασίας, κάτι τέτοιο όμως δημιουργεί μια σχέση υπαγωγής με δυσάρεστα υλικά και ιδεολογικά αποτελέσματα για την υπόθεση χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Για αυτό η Αριστερά πρέπει να αποτρέπει αυτήν την υπαγωγή και αντιστοίχιση, με τίμημα να κατηγορείται ότι δρα καταστροφικά. Η κατηγορία αυτή έχει μια δόση αλήθειας, αφού οι φοιτητιώσες δυνάμεις της κομμουνιστικής επανάστασης οφείλουν να οξύνουν την αντίφαση του πανεπιστημίου με την (καπιταλιστική) κοινωνία (παράλληλα με την διεκδίκηση ισχυρών πτυχίων και γενικής εποπτείας του γνωστικού αντικειμένου), και πάνω σε αυτές τις αντιφάσεις να πατήσει το κεντρικοπολιτικό υποκείμενο, προτείνοντας μια ολιστική λύση, συνολική καπιταλιστική ανατροπή και σοσιαλισμό, που είναι και η μόνη πραγματική λύση. Όταν δεν υπάρχει κεντρικοπολιτικό υποκείμενο, ο αγώνας για τα φοιτητικά είναι αμυντικός, και πολλές φορές αριστερίστικος. Σε περίοδο κρίσης, η Αριστερά πρέπει να δίνει συνολικές λύσεις, εκμεταλλευόμενη τις ρωγμές στους διάφορους κοινωνικούς χώρους, χωρίς να ξεχνά πως το επαναστατικό υποκείμενο είναι η όντως ούσα, εργατική τάξη.
Ονειρμός

Ρωσική εισβολή







G.W.F Hegel-Από την επιστήμη της Λογικής IV (Περατότητα)

Περατότητα
[...]
Όταν λέμε για τα πράγματα ότι είναι περατά, κατανοούμε με τον τρόπο αυτό ότι δεν έχουν απλώς μια καθορισιμότητα, ότι η ποιότητά τους δεν είναι απλώς μια πραγματικότητα και ένας εγγενής καθορισμός --ως τέτοια έχουν ακόμη καθορισμένο είναι εκτός του ορίου τους-- αλλά ότι αντιθέτως το μη είναι συνιστά τη φύση και το είναι τους. Τα περατά πράγματα είναι, αλλά η σχέση τους με τον εαυτό τους είναι ότι σχετίζονται με τον εαυτό τους αρνητικά, και σε αυτή την ίδια την σχέση με τον εαυτό τους στέλνουν τον εαυτό τους μακριά, πέρα από τον εαυτό τους, πέρα από το είναι τους. Είναι, αλλά η αλήθεια αυτού του είναι είναι το τέλος τους. Το περατό δεν αλλάζει απλώς, όπως κάτι γενικά, αλλά παύει να υπάρχει. Και το ότι παύει να υπάρχει δεν είναι απλώς πιθανότητα, ώστε να μπορεί να είναι χωρίς να πάψει να είναι, αλλά το είναι ως τέτοιο των περατών πραγμάτων είναι να έχουν το σπέρμα του θανάτου ως το είναι-εντός-του-εαυτού τους: η ώρα της γέννησής τους είναι η ώρα του θανάτου τους.

Η αμεσότητα του περατού
Η σκέψη της περατότητας των πραγμάτων μας φέρνει τη θλίψη διότι είναι μια ποιοτική άρνηση που σπρώχνεται ως τα άκρα της, και στην μονή φύση ενός τέτοιου καθορισμού δεν μένει πια στα πράγματα ένα καταφατικό είναι που να είναι διακριτό από το πεπρωμένο τους να χαθούν. Εξαιτίας αυτής της ποιοτικά μονής φύσης της άρνησης, η οποία έχει επιστρέψει στην αφηρημένη άρνηση του τίποτε και του παύειν-να-είναι σε αντίστιξη με το είναι, η περατότητα είναι η πιο πείσμων κατηγορία της νόησης· η άρνηση γενικά, η σύσταση και το όριο, συμφιλιώνονται με το άλλο τους, με το καθορισμένο είναι· και ακόμα και το τίποτε, εφόσον ληφθεί αφηρημένα ως τέτοιο, εγκαταλείπεται ως αφαίρεση· αλλά η περατότητα είναι η άρνηση ως παγιωμένη στον εαυτό της, και συνεπώς στέκεται σε απότομη αντίθεση με την κατάφασή της. Το περατό, είναι αλήθεια, αφήνεται να έλθει σε αναταραχή, είναι το ίδιο η αναταραχή, το να καθορίζεται ή να προορίζεται κάτι για το τέλος του, αλλά μόνο για το τέλος του --ή μάλλον, είναι η άρνηση να αφήσει κάτι τον εαυτό του να έλθει καταφατικά στην κατάφασή του, στο απέραντο, και να αφεθεί να ενωθεί μαζί του· συνεπώς τίθεται ως αδιαχώριστο από το τίποτά του, και για αυτό αποκόβεται από κάθε συμφιλίωση με το άλλο του, με το καταφατικό. Ο καθορισμός ή το πεπρωμένο των περατών πραγμάτων δεν τα φέρνει μακρύτερα από το τέλος τους. Η κατανόηση εμμένει στην θλίψη αυτή της περατότητας κάνοντας το μη είναι τον καθορισμό των πραγμάτων, και την ίδια στιγμή κάνοντάς το [το μη είναι] απέθαντο και απόλυτο. Η παροδικότητα των πραγμάτων θα μπορούσε να περάσει και να εξαφανιστεί μόνο στο άλλο τους, στο καταφατικό· η περατότητά τους τότε θα χωριζόταν από αυτά· αλλά είναι η απαράλλαχτή τους ποιότητα [η παροδικότητα], δηλαδή η ποιότητά τους που δεν περνά στο άλλο της, δηλαδή στο καταφατικό της: είναι συνεπώς αιώνια.

Αυτή είναι μια πολύ σημαντική σκέψη· αλλά φυσικά καμία φιλοσοφία ή γνώμη, ή κατανόηση, δεν θα αφήσει τον εαυτό της δεμένο με την οπτική ότι το περατό είναι απόλυτο· αυτό που παρίσταται στην κατάφαση του περατού είναι το ακριβώς αντίθετο· το περατό είναι περιορισμένο, παροδικό, είναι μόνο περατό, όχι απέθαντο· αυτό υπονοείται άμεσα από τον καθορισμό και την έκφρασή του. Αλλά το ζήτημα είναι, εάν σκεπτόμενος το περατό, κάποιος προσκολλάται στο είναι της περατότητας και αφήνει την παροδικότητα να συνεχίσει να είναι, ή αν η παροδικότητα και το να παύει κάτι να είναι παύουν να είναι. Αλλά με την αντίληψη ακριβώς αυτή του περατού που κάνει το παύειν-να-είναι τον τελικό καθορισμό του περατού κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Είναι ρητή δήλωση ότι το περατό δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το απέραντο και δεν μπορεί να ενωθεί μαζί του, ότι το περατό αντιτίθεται απόλυτα στο απέραντο. Το είναι, το απόλυτο είναι, αποδίδεται στο απέραντο· στεκόμενο απέναντί του, το περατό λοιπόν παραμένει προσκολλημένο ως αρνητικό του· ανίκανο να ενωθεί με το απέραντο, παραμένει απόλυτο στην δική του πλευρά· από το καταφατικό, από το απέραντο, θα μπορούσε να λάβει επιβεβαίωση, και έτσι θα έπαυε να είναι· αλλά η ένωση με το απέραντο είναι ακριβώς αυτό που ανακηρύσσεται αδύνατο. Αν [το περατό] δεν παραμείνει προσκολλημένο στην αντίθεσή του στο απέραντο αλλά πάψει να υπάρχει, λοιπόν, όπως ήδη είπαμε, ο τελικός του καθορισμός είναι ακριβώς αυτό το παύειν-να-είναι, και όχι η κατάφαση που θα ήταν απλώς το παύειν να είναι του παύειν-να-είναι. Αν όμως το περατό δεν περνά στην κατάφαση, αλλά το τέλος του πρέπει να εννοηθεί ως το τίποτε, τότε θα επιστρέφαμε στο πρώτο, αφηρημένο εκείνο τίποτε το οποίο έχει εδώ και καιρό εξαφανιστεί.

Σε αυτό το τίποτε όμως, το οποίο υποτίθεται πως είναι μόνο τίποτε, και το οποίο την ίδια στιγμή αποκτά μια ύπαρξη στη σκέψη, την φαντασία ή την ομιλία, επισυμβαίνει η ίδια αντίφαση όπως αυτή που μόλις δείξαμε σε σχέση με το περατό, αλλά με την εξής διαφορά, ότι στην περίπτωση του πρώτου τίποτε απλώς επισυμβαίνει, ενώ στην περατότητα δηλώνεται ρητά. Εκεί εμφανίζεται ως υποκειμενική [η αντίφαση]· εδώ επιβεβαιώνεται ότι το περατό στέκεται σε αέναη αντίθεση ως προς το απέραντο, ότι αυτό που είναι καθεαυτόν μηδέν είναι, και είναι ως καθεαυτόν μηδέν. Θα πρέπει να αποκτήσουμε συνειδητότητα αυτού του γεγονότος, και η ανάπτυξη του περατού δείχνει ότι, έχοντας τούτη την αντίφαση παρούσα μέσα του, καταρρέει μέσα του, αλλά κάνοντάς το αυτό στην πραγματικότητα επιλύει και την αντίφαση· το περατό δεν είναι απλώς παροδικό και [έτσι] παύει να είναι, αλλά το παύειν-να-είναι, το τίποτε, δεν είναι ο τελικός προορισμός [του περατού], αλλά παύει το ίδιο να είναι.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (τέταρτο μέρος)

Στις ΗΠΑ, η διάχυση του γερμανικού μοντέλου παίρνει μια εντελώς διαφορετική μορφή. Και πρώτα απ’ όλα μπορούμε καν να μιλήσουμε για διάχυση του γερμανικού μοντέλου; Στο κάτω-κάτω, ο φιλελευθερισμός, η φιλελεύθερη παράδοση, η διαρκής ανανέωση της φιλελεύθερης πολιτικής, υπήρξε μια σταθερά στις ΗΠΑ, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που βλέπουμε τώρα, ή αυτό που ιδώθηκε ως αντίδραστη στο New Deal, δεν είναι απαραίτητα η διάχυση του γερμανικού μοντέλου. Μπορεί επίσης να ιδωθεί ως φαινόμενο που είναι εντελώς ενδογενές στις ΗΠΑ. Θα χρειαζόταν να αναλάβουμε πιο ακριβείς μελέτες για τον ρόλο που έπαιξαν στις ΗΠΑ οι γερμανοί εμιγκρέδες όπως ο Hayek, για παράδειγμα. Καλώς. Ανάμεσα στον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό και στο γερμανικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο, που βασικά σχηματίστηκε γύρω απ’ την ομάδα του Freiburg, υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα ιστορικών σχέσεων που χωρίς αμφιβολία είναι δύσκολο να ξεδιαλυθούν.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της διάχυσης του γερμανικού μοντέλου στις ΗΠΑ είνι ότι και αυτό λαμβάνει χώρα σε συμφραζόμενα κρίσης, αλλά εντελώς διαφορετικής κρίσης από αυτή που έχουμε στη Γαλλία, εφόσον είναι οικονομική κρίση, βέβαια, αλλά με μια εντελώς διαφορετική μορφή και αναμφίβολα λιγότερα οξεία. Αναπτύσσεται μέσα σε μια πολιτική κρίση στην οποία το πρόβλημα της επιρροής, της δράσης και της παρέμβασης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, το πρόβλημα της πολιτικής της αξιοπιστίας και λοιπά, είχαν ήδη τεθεί στον καιρό του New Deal, και ακόμα περισσότερο με τις προεδρίες των Τζόνσον, Νίξον και Κάρτερ.

Τέλος, το τρίτο χαρακτηριστικό αυτής της διάχυσης του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ είναι ότι να είναι τρόπον τινά το αποκλειστικό προνόμιο του κυβερνητικού προσωπικού και των κυβερνητικών συμβούλων, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, η νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα εμφανίζεται, τουλάχιστο εν μέρει, σαν ένα είδος μείζονος οικονομικο-πολιτικής εναλλακτικής η οποία, κάποια στιγμή τουλάχιστο, παίρνει την μορφή αν όχι μαζικού κινήματος, τουλάχιστο ενός εκτεταμένου κινήματος πολιτικής αντιπολίτευσης μέσα στην αμερικανική κοινωνία. Όλα αυτά σημαίνουν ότι είναι εντελώς αδύνατο να ασχοληθούμε με την διάχυση του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία και με το αμερικανικό νεοφιλελεύθερο κίνημα την ίδια στιγμή. Τα δύο φαινόμενα δεν είναι εντελώς αλλεηλεπικαλυπτόμενα αν και υπάρχει βέβαια ένα ολόκληρο σύστημα ανταλλαγών και στηριγμάτων ανάμεσά τους.

Έτσι, σήμερα θα ήθελα να μιλήσω λίγο για αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε νεοφιλελευθερισμό στη Γαλλία και για την ύπαρξη του γερμανικού μοντέλου. Για να πω την αλήθεια, για αρκετό καιρό τώρα νιώθω κάπως άβολα γιατί πιστεύω ειλικρινά ότι δεν είναι δυνατό να διαβάσεις —γιατί πρέπει να διαβαστούν— τις ομιλίες, τα γραπτά και τα κείμενα των Ζισκάρ, Μπαρ, ή των συμβούλων του χωρίς να σου εντυπωθεί, με έναν ξεκάθαρο αλλά απλά διαισθητικό τρόπο, η συγγένεια μεταξύ αυτού που λένε και του γερμανικού μοντέλου, του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού και των ιδεών του Röpke, του Müller-Armack, και ούτω κάθε εξής. Τώρα, είναι πολύ δύσκολο να βρεις ακριβώς την πράξη παραδοχής, την δήλωση που θα σού επέτρεπε να πεις: Ορίστε, αυτό ακριβώς κάνουν, και το ξέρουν. Ήταν πολύ δύσκολο μέχρι πολύ πρόσφατα και σχεδόν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες. Στα τέλη του 1978, τον Δεκέμβρη νομίζω, εμφανίστηκε ένα βιβλίο του Christian Stoffaës, με τίτλο La Grande Menace industrielle. Με δεδομένο το ότι ο Stoffaës είναι ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες της σημερινής κυβέρνησης, ένας οικονομικός σύμβουλος με ειδικότητα στα βιομηχανικά ζητήματα, θεώρησα ότι ίσως βρω στο βιβλίο αυτό αυτό που έψαχνα. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκα, γιατί στο οπισθόφυλλο διαβάζει κανείς ότι ο συγγραφέας “απορρίπτει τον πειρασμό να μεταφέρουμε βιαστικά τα γερμανικά και ιαπωνικά μοντέλα, και θέτει τις βάσεις για μια πρωτότυπη βιομηχανική πολιτική”. Είπα στον εαυτό μου: “Πάλι δεν θα βρω αυτό που ψάχνω.” Αλλά το αστείο, το παράξενο, το οποίο είναι αρκετά αποκαλυπτικό για τους ξεκάθαρους λόγους για το γιατί δεν μπορούν να ειπωθούν αυτά τα πράγματα, είναι ότι αν και η πρόταση αυτή υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, το τελευταίο κεφάλαιο, που συνοψίζει την όλη ανάλυση, στην τελευταία ή προτελευταία παράγραφο νομίζω, συνοψίζει τις προτάσεις του βιβλίου αρχίζοντας με τον εξής τρόπο: “Σε τελική ανάλυση, αυτό το οποίο μάς απασχολεί είναι η κοινωνική οικονομία της αγοράς” —η φράση λέγεται δηλαδή— και προσθέτει ο συγγραφέας, με απλώς “λίγο περισσότερο επαναστατικό θάρρος από ότι στην άλλη πλευρά του Ρήνου.” Στην πραγματικότητα, λέει, είναι ζήτημα της δόμησης τόσο μιας επαρκούς οικονομίας της αγοράς που να είναι ανοιχτή στον κόσμο όσο και ένα προχωρημένο κοινωνικό εγχείρημα.

Δεν είναι ζήτημα του να σας δώσω μια γενική ανάλυση της πολιτικής του Ζισκάρ ή των Ζισκάρ-Μπαρ, πρώτα από όλα επειδή δεν μπορώ να το κάνω και δεύτερο επειδή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν θα σας ενδιέφερε. Θα ήθελα απλώς να αναλογιστώ κάποιες από τις διαστάσεις της. Πρώτον, για να βάλουμε τα πράγματα πίσω στο πλαίσιο αναφοράς τους, θα δώσω κάποιες πληροφορίες για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε οικονομικά συμφραζόμενα, τα οποία επιτάχυναν την εισαγωγή και την εφαρμογή του μοντέλου αυτού τα τελευταία χρόνια. Ας συνοψίσουμε πολύ σχηματικά. Ας πούμε ότι μετά την μεγάλη κρίση του 1930, κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε τύπου γνώριζε ότι τα οικονομικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να λάβει υπόψη της—οποιαδήποτε και αν ήταν η φύση των εναλλακτικών της, οποιεσδήποτε και αν ήταν οι επιλογές και οι στόχοι της— ήταν η πλήρης απασχόληση, η σταθεροποίηση των τιμών, ο ισοσκελισμός του ισοζυγίου πληρωμών, η αύξηση του ΑΕΠ, η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Αυτή είναι χοντρικά η λίστα αυτού που ο Μπένθαμ θα ονόμαζε, σύμφωνα με τους δικούς του όρους, την οικονομική αντζέντα της κυβέρνησης, τα πράγματα με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί, ανεξάρτητα απ’ τον δρόμο που θα διαλέξει να ακολουθήσει. Ας πούμε ότι σε αυτό το σύνολο στόχων, η γερμανική νεοφιλελεύθερη ή ορντολιμπεραλιστική φόρμουλα, όπως θυμάστε, συνίστατο στην υιοθέτηση της σταθερότητας των τιμών και του ισοζυγίου πληρωμών ως πρωταρχικό στόχο, με την ανάπτυξη και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να θεωρούνται τρόπον τινά συνέπειες αυτών των πρωταρχικών, απόλυτων στόχων. Απ’ την άλλη πλευρά, η Αγγλία και η Γαλλία —η Γαλλία στην εποχή του Λαϊκού Μετώπου και έπειτα μετά την απελεύθερωση, η Αγγλία στην εποχή της ανάπτυξης του σχεδίου Beveridge και της νίκης του Εργατικού Κόμματος το 1945— υιοθέτησαν την πλήρη απασχόληση αντί της σταθερότητας τιμών ως τον πρωταρχικό και απόλυτο στόχο, την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών αντί για το ισοζύγιο πληρωμών, και η εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προφανώς συνεπαγόταν ένα βολονταριστικό είδος εκτεταμένης, ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης.

Ας αφήσουμε κατά μέρος το πρόβλημα τού γιατί, αν αναλογιστούμε τα δεδομένα, η αναζήτηση αυτών των στόχων στην Αγγλία απέτυχε ή ανέδειξε τα δραστικά τους όρια στην περίοδο ανάμεσα στο 1955 και το 1975, ενώ στη Γαλλία η ίδια πολιτική οδήγησε σε κάποια θετικά αποτελέσματα. Ας πούμε ότι αυτή ήταν η κατάσταση στην αρχή και ο λόγος για τον οποίο, έχοντας υποστεί την επίδραση μιας σειράς από μέτρα φιλελεύθερου τύπου, αυτοί οι παρεμβατικοί στόχοι και οι μέθοδοι, και αυτές οι διαδικασίες σχεδιασμού που επικεντρωνόντουσαν στην πλήρη απασχόληση και την κατανομή των κοινωνικών υπηρεσιών, συντηρήθηκαν βασικά υπό τον Ντε Γκωλ, όπως δείχνει ξεκάθαρα το πέμπτο Σχέδιο.* Απλοποιώντας τα πράγματα αρκετά, μπορούμε να πούμε ότι από το 1970 ή το 1975, ή τέλος πάντων από την δεκαετία που τώρα τελειώνει, αναδύεται το πρόβλημα της τελικής εξάλειψης αυτών των στόχων και των μορφών οικονομικο-πολιτικών προτεραιοτήτων. Σ’ αυτή τη δεκαετία είναι που αναδύεται το πρόβλημα της γενικής μετάβασης σε μια νεοφιλελεύθερη οικονομία, δηλαδή, χοντρικά, ο συντονισμός με το γερμανικό μοντέλο και η υιοθέτησή του. Οι λόγοι, οι άμεσες οικονομικές αφορμές και τα κίνητρα ήταν βεβαίως η κρίση, η οποία εμφανίστηκε πριν το 1973 σε μια πρωταρχική μορφή που χαρακτηρίστηκε από τη διαρκή άνοδο της ανεργίας μετά το 1969, την πτώση από την κατάσταση ισορροπίας του χρέους στο ισοζύγιο πληρωμών, και τον αυξανόμενο πληθωρισμό: όλα αυτά τα σημάδια τα οποία, σύμφωνα με τους οικονομλόγους, δεν έδειχναν μια κεϋνσιανού τύπου κατάσταση κρίσης, δηλαδή μιας κρίσης κατανάλωσης, αλλά στην πραγματικότητα μια κρίση που αφορούσε το καθεστώς των επενδύσεων. Χοντρικά δηλαδή, η σκέψη ήταν ότι η κρίση οφειλόταν σε σφάλματα στην επενδυτική πολιτική, σε επενδυτικές επιλογές που ήταν ανεπαρκώς εκλογικευμένες και προγραμματισμένες. Ήταν στο πλαίσιο αυτού του προ της κρίσης φαινόμενο που ξέσπασε η λεγόμενη πετρελαϊκή κρίση, η οποία στην πραγματικότητα ήταν μια αύξηση στο κόστος της ενέργειας η οποία οφειλόταν όχι στην διαμόρφωση ενός καρτέλ πωλητών που έθεταν μια υπερβολικά υψηλή τιμή, αλλά μάλλον στην μείωση της οικονομικής και πολιτικής επιρροής του καρτέλ των αγοραστών, και την διαμόρφωση μιας τιμής με βάση την αγορά για το πετρέλαιο και την ενέργεια γενικά, ή σε κάθε περίπτωση, μια τάση στην τιμή της ενέργειας να συντονίζεται με τις τιμές της αγοράς. Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο —συγχωρέστε μου τον εντελώς σχηματικό χαρακτήρα όλων αυτών— είναι εύκολο να δει κανείς πώς μπορούσε να εμφανιστεί ο οικονομικός φιλελευθερισμός· και όντως εμφανίστηκε, ως η μόνη λύση σε αυτή την πρωταρχική μορφή της κρίσης και την επιτάχυνσή της εξαιτίας του ανερχόμενου κόστους της ενέργειας. Ο φιλελευθερισμός, με άλλα λόγια η ολική, απεριόριστη ενσωμάτωση της γαλλικής οικονομίας σε μια εσωτερική, ευρωπαϊκή, και παγκόσμια αγορά, ήταν η επιλογή που έμοιαζε, πρώτα από όλα, ως ο μόνος τρόπος να διορθωθούν οι εσφαλμένες επενδυτικές επιλογές που έγιναν στην προηγούμενη περίοδο λόγω παρεμβατικών στόχων, τεχνικών και τα λοιπά. Έτσι, ο φιλελευθερισμός ήταν το μόνο μέσο διόρθωσης αυτών των επενδυτικών σφαλμάτων, ο οποίος λάμβανε υπόψη τον νέο παράγοντα του υψηλού κόστους της ενέργειας, που ήταν στην πραγματικότητα απλώς η διαμόρφωση μιας τιμής βασισμένης στην αγορά για την ενέργεια. Η γενική εισδοχή της γαλλικής οικονομίας στην αγορά ώστε να διορθωθούν τα επενδυτικά σφάλματα από την μία, και ώστε να προσαρμοστεί η γαλλική οικονομία στο νέο κόστος της ενέργειας από την άλλη, έμοιαζε λοιπόν να είναι η αυταπόδεικτη λύση.

*Το πενταετές οικονομικό πλάνο της γαλλικής κυβέρνησης από το 1965 ως το 1970.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (τρίτο μέρος)


Ενάντια σ’ αυτή την πληθωριστική κριτική του κράτους λοιπόν, ενάντια σ’ αυτού του είδους τη χαλαρότητα, θα ήθελα να προτείνω κάποιες θέσεις οι οποίες χοντρικά παρουσιάστηκαν σε όσα είπα ήδη, αλλά απ’ τις οποίες θα ήθελα να αντλήσω έναν κάποιο προσανατολισμό. Υπάρχει πρώτον η θέση ότι το προνοιακό κράτος δεν έχει ούτε την ίδια μορφή, βέβαια, ούτε, νομίζω, την ίδια ρίζα ή καταγωγή με το ολοκληρωτικό κράτος, το ναζιστικό, φασιστικό, ή σταλινικό κράτος. Θα ήθελα επίσης να προτείνω ότι το χαρακτηριστικό του κράτους που καλούμε ολοκληρωτικό απέχει πολύ απ’ το να είναι η ενδογενής επίταση και επέκταση του κράτους· δεν είναι καθόλου η εξύψωση αλλά μάλλον ο περιορισμός, η συρρίκνωση, και η υποταγή της αυτονομίας του κράτους, της απτότητάς του και του συγκεκριμένου τού χαρακτήρα του — σε σχέση όμως με τι; Σε σχέση με κάτι άλλο, που είναι το κόμμα. Με άλλα λόγια, η ιδέα θα ήταν ότι δεν πρέπει να αναζητούμε την αρχή των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην εγγενή ανάπτυξη του κράτους και των μηχανισμών του: το ολοκληρωτικό κράτος δεν είναι το διοικητικό κράτος του δέκατου όγδοου αιώνα, δεν είναι το Polizeistaat [αστυνομικό κράτος] του δέκατου ένατου αιώνα σπρωγμένο στα όριά του, δεν είναι το διοικητικό κράτος, το γραφειοκρατικό κράτος του δέκατου αιώνα που σπρώχνεται στα όριά του. Το ολοκληρωτικό κράτος είναι κάτι άλλο. Δεν πρέπει να αναζητούμε την αρχή του στην “κρατικοποιητική” ή “κρατικοποιημένη” κυβερνητικότητα που γεννήθηκε στον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα· πρέπει να την αναζητήσουμε σε μια μη κρατική κυβερνητικότητα, ακριβώς σ’ αυτό που μπορεί να ονομαστεί κυβερνητικότητα του κόμματος. Το κόμμα, αυτός ο μάλλον εξαιρετικός, πολύ παράξενος και πολύ καινοφανής οργανισμός, αυτή ή πολύ καινοφανής κυβερνητικότητα του κόμματος που εμφανίστηκε στην Ευρώπη στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα είναι μάλλον — αυτό εν πάσει περιπτώσει θα προσπαθήσω πιθανόν να σας δείξω του χρόνου, αν ακόμα έχω αυτές τις ιδέες κατά νου— στις ιστορικές απαρχές των ολοκληρωτικών καθεστώτων, του ναζισμού, το φασισμού, ή του σταλινισμού.

Μια δεύτερη θέση που θα ήθελα να προτείνω —και πρόκειται, εν συντομία, για την άλλη πλευρά αυτού που μόλις είπα— είναι ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα στην πραγματικότητά μας, αυτό που βλέπουμε να αναδύεται στις κοινωνίες μας στον εικοστό αιώνα, δεν είναι τόσο η ανάπτυξη του κράτους και του raison d’ État, αλλά πολύ περισσότερο η συρρίκνωσή του, και αυτό με δύο μορφές. Η μία είναι ακριβώς η συρρίκνωση της κρατικής κυβερνητικότητας μέσα από την ανάπτυξη της κομματικής κυβερνητικότητας, ενώ η άλλη μορφή συρρίκνωσης είναι αυτή που παρατηρούμε σε καθεστώτα όπως το δικό μας, στα οποία και υπάρχει μια προσπάθεια να βρεθεί μια φιλελεύθερη κυβερνητικότητα. Προσθέτω ευθύς εξαρχής ότι λέγοντάς το αυτό δεν προσπαθώ να διατυπώσω μια αξιολογική κρίση. Όταν μιλώ για την φιλελεύθερη κυβερνητικότητα, όταν χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη “φιλελεύθερη”, δεν προσπαθώ να εξαγιάσω κάτι ή να δώσω άμεση αξία σε αυτού του είδους την κυβερνητικότητα. Ούτε εννοώ ότι δεν είναι νόμιμο, αν το θέλει κάποιος, να μισεί το κράτος. Αλλά αυτό που νομίζω ότι δεν πρέπει να κάνουμε είναι να φανταζόμαστε ότι περιγράφουμε μια πραγματική, αληθινή διαδικασία που μάς αφορά όταν αποκηρύττουμε την ανάπτυξη του κρατικού ελέγχου, ή την μετατροπή του κράτους σε φασιστικό, ή την εδραίωση της κρατικής βίας, και τα λοιπά. Όλοι όσοι μοιράζονται την μεγάλη κρατοφοβία θα πρέπει να γνωρίζουν ότι πηγαίνουν με το ρεύμα της εποχής, και ότι στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια είναι μια ουσιαστικά συρρίκνωση του κράτους, μια συρρίκνωση τόσο της ανάπτυξης του κρατικού ελέγχου όσο και μιας “κρατικοποιητικής” και “κρατικοποιημένης” κυβερνητικότητας. Δεν λέω καθόλου ότι εξαπατούμε τον εαυτό μας για τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του κράτους όταν λέμε “αυτό είναι πολύ κακό” ή “αυτό είναι πολύ καλό”· δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Λέω ότι δεν πρέπει να εξαπατούμε τον εαυτό μας αποδίδοντας στο ίδιο το κράτος μια διαδικασία που το καθιστά φασιστικό, η οποία στην πραγματικότητα είναι εξωγενής και οφείλεται πολύ περισσότερο στην συρρίκνωση και τον εκτοπισμό του κράτους. Εννοώ επίσης ότι δεν πρέπει να εξαπατούμε τον εαυτό μας για τη φύση της ιστορικής διαδικασίας η οποία καθιστά σήμερα το κράτος τόσο αφόρητο και συνάμα τόσο προβληματικό. Για αυτό τον λόγο θέλω να μελετήσω πιο προσεκτικά την οργάνωση και τη διάχυση αυτού που μπορεί να ονομαστεί γερμανικό μοντέλο. Είναι κατανοητό, βέβαια, ότι το μοντέλο που περιέγραψα και όπως ανακύπτει σε κάποιες από τις μορφές διάχυσής του που θα ήθελα να σας δείξω τώρα, δεν είναι το μοντέλο —το τόσο συχνά απαξιωμένο, απορριμένο, περιφρονημένο και απαρνημένο με απέχθεια μοντέλο— του βισμαρκικού κράτους που γίνεται χιτλερικό κράτος. Το γερμανικό μοντέλο το οποίο διαχέεται, συζητιέται, και δημιουργεί τμήμα της δικής μας πραγματικότητας, δομώντας την και διαμορφώνοντας το αληθινό της σχήμα, είναι το μοντέλο μιας εφικτής φιλελεύθερης κυβερνητικότητας.

Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε την εξάπλωση του γερμανικού μοντέλου με δύο τρόπους. Σήμερα θα προσπαθήσω να εξετάσω την εξάπλωσή του στη Γαλλία, και ίσως, αν δεν αλλάξω γνώμη, θα κάνω το ίδιο και για τις ΗΠΑ την ερχόμενη βδομάδα. Αυτό το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε διάχυση του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία έλαβε χώρα αργά, κρυφά, υπόκωφα, και με τρία χαρακτηριστικά νομίζω. Πρώτα από όλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διάχυση του γερμανικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου έλαβε χώρα στη Γαλλία στη βάση μιας έντονα κρατικο-κεντρικής, παρεμβατικής και διοικητικής κυβερνητικότητας, με όλα ακριβώς τα προβλήματα που υπαγορεύει τούτο. Δεύτερο, η προσπάθεια να εισαχθεί και να εφαρμοστεί στη Γαλλία το γερμανικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο λαμβάνει χώρα σε συμφραζόμενα αρχικά αρκετά περιορισμένης, αλλά τώρα πλέον οξείας οικονομικής κρίσης, η οποία είναι το κίνητρο, η αφορμή, και ο λόγος για την εισαγωγή και εφαρμογή του μοντέλου, και την ίδια στιγμή, αυτό που το κρατά υπό έλεγχο. Τέλος, για τους λόγους που μόλις ανέφερα, το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ότι οι δράστες της εξάπλωσης και της εφαρμογής αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς αυτοί που διοικούν και καθοδηγούν το κράτος στα συμφραζόμενα αυτά κρίσης. Για τους λόγους αυτούς, η εφαρμογή του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία εμπλέκει μια ολόκληρη σειρά δυσκολιών και ένα είδος αμηχανίας που αναμειγνύεται με υποκρισία, παραδείγματα της οποίας θα δούμε.

Η Λιβύη για όλους; (Tony Norfield)

Tony Norfield
Η Λιβύη για όλους;
Μτφρ.: Radical Desire

Οι παρακάτω είναι κάποιοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν αξιολογείται η πτώση του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη:

1. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι τώρα στην καλύτερη θέση για να αποκτήσουν επιρροή στη Λιβύη. Και ειδικά η Βρετανία, η οποία είχε ήδη ηγηθεί στην επανένταξη της Λιβύης στο ιμπεριαλιστικό μαντρί υπό τον Καντάφι. Η βρετανική BP είχε ήδη συνάψει συμφωνίες εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου με το καθεστώς το 2007 -- επρόκειτο για "την μεγαλύτερη δέσμευσή της για εξερεύνηση."[1] Παράλληλα, το London School of Economics (πρόσφατα επονομαζόμενο "Libyan School of Economics" μετά το φιάσκο με τον Saif Al-Islam) ήταν απασχολημένο με την μύηση της λιβυκής ελίτ στα μυστήρια της "διακυβέρνησης." Αυτό ενθαρρύνθηκε, αναμφίβολα, από το Φόρειν Όφις στη Βρετανία, ώστε να αποκτηθεί επιρροή πάνω σε μια νέα γενιά ηγετών.

2. Η Λιβύη είναι ένα κράτος ραντιέρηδων, με την μερίδα του λέοντος από τα ενεργειακά έσοδα να πηγαίνει στον Καντάφι και τη φυλή του. Συνήθως, απέμεναν αρκετά για να διανεμηθούν στις άλλες φυλές ώστε αυτές να κρατηθούν υπάκουες· όταν δεν συνέβαινε αυτό, η πολιτική καταστολή κρατούσε το καθεστώς στη θέση του. Παρ' όλα αυτά, η πολιτική αστάθεια αυξήθηκε μετά την αραβική άνοιξη, η οποία φάνηκε να ανοίγει την δυνατότητα αλλαγής καθεστώτος στις διάφορες ανταγωνιστικές προς τον Καντάφι φυλές. Ο Καντάφι ήταν μια χαρά για την Βρετανία και τις άλλες δυνάμεις ενόσω δεν απειλούνταν και εφόσον εξελισσόταν σε σταθερός συνεργάτης. Μετά την Τυνησία και την Αίγυπτο, δεν ήταν πια αρεστός.

3. Η Αρχή Επενδύσεων της Λιβύης ήταν υπεύθυνη για την επένδυση πετρελαϊκών κονδυλίων και είχε περιουσιακά στοιχεία αξίας πάνω από 50 δισεκατομμύρια δολάρια στα μέσα του 2010. Πριν τις κυρώσεις στη Λιβύη νωρίτερα φέτος, είχε ήδη σπρωχτεί από δυτικές τράπεζες σε στοιχήματα με χασούρα για πράγματα όπως μετοχές της Société Générale, επενδύσεις που προωθούσε η Goldman Sachs, και άλλα, που έχασαν σχεδόν όλη τους την αξία. Εκτός από δυνητικά έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ο έλεγχος αυτών των κεφαλαίων θα είναι μεγάλου ενδιαφέροντος ζήτημα για τις δυτικές δυνάμεις.

4. Η επίθεση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη προωθήθηκε αρχικά από τη Βρετανία και τη Γαλλία. Ξεκινώντας με το συνηθισμένο ψευδεπίγραφο λάβαρο της "ανθρωπιστικής παρέμβασης", έγινε γρήγορα ανοιχτό μέσο προαγωγής της αλλαγής καθεστώτος δια της υποστήριξης ενός από τους εμπλεκόμενους σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Οι Λίβυοι αντάρτες στην Βεγκάζη έπεσαν γρήγορα στην αγκαλιά των δυτικών δυνάμεων, με την βρετανική παρέμβαση για να ανοίξουν "συνομιλίες" να είναι πρόδηλη. Από το τέλος του Ιούλη, το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο έχει πρεσβευτή στο Λονδίνο, μετά την απέλαση του προσωπικού του Καντάφι. Οι Βρετανοί επίσης έχουν απελευθερώσει πρώην παγωμένα λιβυκά περιουσιακά στοιχεία για να χρηματοδοτήσουν το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο. Σήμερα, η Financial Times αναφέρει ότι το βρετανικό γραφείο στην Βεγκάζη (!) έχει χρησιμοποιήσει μια "διεθνή ομάδα σταθεροποιητικής ανταπόκρισης" υπό την ηγεσία της Βρετανίας ώστε να υποστηριχθεί το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο, και ότι μια "ξεχωριστή βρετανική ομάδα βοηθά να οικοδομηθεί η ικανότητα διοίκησης και ελέγχου, περιλαμβανομένων των επικοινωνιών και της εκπαίδευσης της αστυνομίας" [2]

5. Οι ΗΠΑ παρείχαν το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης πυρός για την επίθεση στη Λιβύη, αλλά έχουν ουσιαστικά μπει στο περιθώριο από τους Άγγλους και τους Γάλλους. Η Ιταλία, απασχολημένη με το σώου Μπερλουσκόνι, είχε μικρό ρόλο, παρά το γεγονός ότι ήταν η πρώην αποικιακή δύναμη και είχε εκτεταμένες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές σχέσεις με τη χώρα. Πάνω από τα 20% των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων επενδυτικών κεφαλαίων της Αρχής Επενδύσεων Λιβύης βρίσκονται σε ιταλικές εταιρίες όπως η Unicredit και η ENI.

6. Ως τώρα, τα γεγονότα στη Λιβύη φαίνονται σαν μια μεγάλη επιτυχία του βρετανικού ιμπεριαλισμού: αλλαγή καθεστώτος προς μια πιο υπάκουη ομάδα εξουσίας, μεγάλες συμφωνίες για το μέλλον, και όλα αυτά με κόστος λιγότερο από 300 εκατομμύρια στερλίνες για τον [βρετανικό] στρατιωτικό προϋπολογισμό. Αλλά η "νέα Λιβύη" θα εξακολουθήσει να αποτελεί αντικείμενο ανταγωνισμού και από άλλες δυνάμεις, και οι ΗΠΑ δεν θα είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένες με το γεγονός ότι ξόδεψαν ένα δισεκατομμύριο δολάρια για να χρηματοδοτήσουν τη στρατηγική της Βρετανίας.

Στις πρώτες πρωϊνές ώρες σήμερα, ο Mahmoud Jibril, πρόεδρος του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου είπε, μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο της λιβυκής αντιπολίτευσης: "Η Λιβύη είναι για όλους και θα είναι εφεξής για όλους." Εννοούσε ότι όλος ο λαός της Λιβύης θα συμμετέχει εφεξής στην οικοδόμηση της χώρας, αλλά το πραγματικό μήνυμα ήταν ότι η Λιβύη πλέον είναι διαθέσιμη για φάγωμα.


Σημειώσεις:
[1] Βλ. τον ιστότοπο της BP: http://www.bp.com/genericarticle.do?categoryId=2012968&contentId=7033600
[2] Βλ. ‘Cameron welcomes Gaddafi retreat’, Financial Times, 22 Αυγούστου 2011.

Tony Norfield, 22 Αυγούστου 2011

Περί της εργασίας στον Τομέα Ασφαλίσεων Εργατικών Ατυχημάτων, ή ο Κάφκα στην κόλαση

Ο τομέας του στον Οργανισμό Ασφαλίσεων Εργατικών Ατυχημάτων ήταν η μελέτη της αποφυγής ατυχημάτων και τα αιτήματα που αφορούσαν την ταξινόμηση των επαγγελμάτων σύμφωνα με διαφορετικούς βαθμούς επικινδυνότητας.

Ο ίδιος δεν θεώρησε ποτέ την επαγγελματική του εργασία αξιόλογη. [...] Η κοινωνική του συνείδηση ενοχλούνταν έντονα όταν έβλεπε εργάτες σακατεμένους λόγω της παραμέλησης προδιαγραφών ασφάλειας. "Πόσο ταπεινοί είναι αυτοί οι άνθρωποι", μού είπε κάποτε, ανοίγοντας τα μάτια του διάπλατα. "Έρχονται σε μας και παρακαλούν. Αντί να χιμήξουν στον Οργανισμό και να τον κάνουν κομματάκια, έρχονται και παρακαλούν."
Max Brod, Κάφκα: Μια βιογραφία

"Δεν έχω τίμια εργασία" [είπε ο Κάφκα].
"Πώς γίνεται αυτό;" είπα, ελαφρά εκνευρισμένος. "Στο κάτω-κάτω, έχεις τη θέση σου στον Οργανισμό Ασφαλίσεων, όπου σε έχουν σε μεγάλη εκτίμηση..."
Αλλά ο Κάφκα με διέκοψε. "Αυτό δεν είναι απασχόληση, αλλά μια μορφή αποσύνθεσης. Κάθε πραγματικά ενεργητική και στοχευμένη ζωή, που να εκπληρώνει πλήρως έναν άνθρωπο, έχει την δύναμη και το μεγαλείο μιας φλόγας. Αλλά εγώ τι κάνω; Κάθομαι στο γραφείο. Είναι ένα βρωμερό εργοστάσιο πόνου, στο οποίο δεν υπάρχει αίσθηση ευτυχίας. Και έτσι ψεύδομαι ήρεμα σ' αυτούς που ρωτούν για την υγεία μου, αντί να στρέφομαι να φύγω σαν τον καταδικασμένο -- γιατί τέτοιος είμαι στ' αλήθεια."
Gustav Januch, Συζητήσεις με τον Κάφκα

"Κάνεις λάθος. Νομίζω ότι ο αντισημιτισμός θα επηρεάσει επίσης τις μάζες. Μπορεί να το δει κανείς να γίνεται ήδη στον Οργανισμό Ασφαλίσεων Εργατικών Ατυχημάτων. Είναι ένα δημιούργημα του εργατικού κινήματος. Και για αυτό θα έπρεπε να είναι γεμάτο απ' το αστραποβόλο πνεύμα της προόδου. Αλλά τι γίνεται; Ο Οργανισμός είναι μια σκοτεινή φωλιά από γραφειοκράτες, όπου λειτουργώ ως ο μοναδικός Εβραίος προς επίδειξη."
Gustav Januch, Συζητήσεις με τον Κάφκα

Δαιμονική διαλεκτική: Για ένα απόσπασμα του Primo Levi και μια παρατήρηση του Σάββα Μιχαήλ

Το παρακάτω απόσπασμα από το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Primo Levi είχα την ευκαιρία να το διαβάσω στο αναμφισβήτητα αξιολογότατο --αν και κατά την γνώμη μου επίσης άνισο-- βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ Μορφές του Μεσσιανικού:
Αλλά στο Άουσβιτς παρατήρησα συχνά ένα παράξενο φαινόμενο: η ανάγκη της 'σωστά εκτελεσμένης εργασίας' είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, ώστε ο άνθρωπος οδηγείται στο να εκτελεί σωστά ακόμα και την εργασία που τού έχει επιβληθεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Ιταλός οικοδόμος, ο οποίος μού έσωσε τη ζωή δίνοντάς μου κρυφά φαγητό επί έξι μήνες, απεχθανόταν τους Γερμανούς, την τροφή τους, τη γλώσσα τους, τον πόλεμο που προκάλεσαν· αλλά όταν έπαιρνε την εντολή να χτίσει τοίχους τους έχτιζε ευθείς και στέρεους, όχι από υπακοή στις διαταγές αλλά από επαγγελματική αξιοπρέπεια. 
Το απόσπασμα αυτό ο Μιχαήλ το προλογίζει ως εξής:
Από την πάλη για την επανάκτηση, την επανιδιοποίηση (Aneinung), τη διάσωση και απελευθέρωση του Ανθρώπινου μέσα στην εργασία αρχίζει η αντίσταση στους δημίους που την απανθρωποποποιούν μέσα στο ίδιο το Άουσβιτς, όπως αριστουργηματικά το φωτίζει ο Πρίμο Λέβι
Η αίσθησή μου, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το απόσπασμα του Levi (το οποίο θα συμφωνήσω πως είναι αριστουργηματικό, αλλά για λόγους αρκετά πιο συγκεκριμένους από αυτούς που δίνει ο Μιχαήλ) είναι ότι ο φαινομενικά ορθόδοξος εγελιανισμός μέσα από τον οποίο διαβάζει το απόσπασμα ο αξιόλογός μας κριτικός είναι ανεπαρκώς διαλεκτικός, και ότι αυτό το έλειμμα διαλεκτικής οδηγεί τόσο σε μια απλοποίηση αυτού που δραματοποιείται στο απόσπασμα όσο και σε μια αποδυνάμωση της διαλεκτικής αντίληψης για την εργασία.

Ας μιλήσω πιο συγκεκριμένα.

Είναι προφανές ότι τόσο το απόσπασμα του Levi όσο και η συζήτηση του Μιχαήλ πλαισιώνονται από την φαντασματική και φρικαλέα παρουσία του μόττο του Άουσβιτς "Arbeit Macht Frei", κάτι το οποίο εύκολα διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι αυτός ακριβώς είναι ο κύριος τίτλος του δοκιμίου του δεύτερου για τον πρώτο. Η παρουσία αυτή θα μπορούσε να περιγραφεί ως σύμπτωμα της αντικειμενικής εκδίπλωσης μιας δαιμονικής διαλεκτικής, σύμφωνα με την οποία το απροκάλυπτο ψέμμα του μόττο (η εργασία είναι κάθε άλλο παρά ελεύθερη σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου η μη παραγωγικότητα τιμωρείται με φόνο) είναι επίσης η αποτρόπαιά του αλήθεια: η εργασία στο Άουσβιτς όντως απελευθερώνει, αλλά από την ίδια τη ζωή, αφού οδηγεί, όπως ακριβώς και η αδυναμία εργασίας, στον θάνατο. Πρόκειται για την φρικαλέα λογική που δραματοποιεί στο Todesfuge ο Celan όταν γράφει: "ο θάνατος είναι ένας αφέντης απ' τη Γερμανία/φωνάζει γραντζουνίστε πιο σκοτεινά τις χορδές σας ν' ανέβετε μετά καπνός απάνω στους αιθέρες/θα 'χετε τότε έναν τάφο στα σύννεφα εκεί δεν θα 'στε στριμωγμένοι", επαναδιατυπώνοντας την "ελευθερία" με όρους εξανεμισμού του εξαθλιωμένου σώματος στον καπνό των κρεματορίων.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο ο Μιχαήλ βλέπει στο απόσπασμα για τον Ιταλό "προλετάριο" και σωτήρα του Levi την αποτύπωση της κατάφασης του δεύτερου στην δυνατότητα επανιδιοποίησης της εργασίας, απόσπασής της από τα νύχια της δαιμονικής διαλεκτικής του "η εργασία απελευθερώνει", επιστροφή της από την σατανική της παρωδία στο στρατόπεδο στην ορθόδοξη, εγελιανή αντίληψη της εργασίας ως διαδικασίας θεμελιωδώς εξανθρωπιστικής. 

Είναι όμως αυτός ο τρόπος με τον οποίο ο Levi καταγράφει την εικόνα του Ιταλού εργάτη-σωτήρα; Ας επιστρέψουμε στο απόσπασμα που παρέθεσα. Ακόμη και μια πρώτη ανάγνωσή του είναι αρκετή για να μας δείξει ότι το απόσπασμα είναι πολύ πιο φειδωλό από ότι εικάζει ο Μιχαήλ στην απόδοση θετικού νοήματος σε αυτό το "παράξενο φαινόμενο" με το οποίο ασχολείται και για το οποίο θα πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικότερα σε λίγο. Αναμφισβήτητα, η εικόνα του εργάτη στον ρόλο του ως ανθρώπου που σώζει τον Levi απ' τον θάνατο είναι καταφατική, αλλά η καταφατικότητα αυτή αφορά ξεκάθαρα τον ρόλο αυτό του καλού Σαμαρίτη και του Δικαίου ανθρώπου, και όχι το "παράξενο φαινόμενο": "Ο Ιταλός οικοδόμος, ο οποίος μού έσωσε τη ζωή δίνοντάς μου κρυφά φαγητό επί έξι μήνες". Όσο για το ίδιο αυτό το "παράξενο φαινόμενο", ο  Levi δεν προσφέρει κανέναν χαρακτηρισμό άλλο απ' το "παράξενο" για να περιγράψει την "ανάγκη της 'σωστά εκτελεσμένης εργασίας'" ως κάτι σαν ανεξάλειπτο ένστικτο, κάτι που είναι τόσο "βαθιά" ριζωμένο "ώστε ο άνθρωπος οδηγείται στο να εκτελεί σωστά ακόμα και την εργασία που τού έχει επιβληθεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας." Το ερώτημα είναι απλό: είναι τούτο κάτι που εμπνέει ελπίδα στον Levi, κάτι το οποίο καταγράφεται ως πειστήριο του ακατανίκητου του ανθρώπινου έστω και κάτω από αδιανόητα (αλλά πραγματικά) απάνθρωπες συνθήκες;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να αναρωτηθούμε εάν το πλαίσιο της "επανιδιοποίησης" του εξανθρωπιστικού χαρακτήρα της εργασίας είναι το μόνο δια του οποίου αποκτά νόημα το απόσπασμα. Η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να είναι αρνητική. Τι κάνει ο Λορέντζο, ο Ιταλός προλετάριος; Αδυνατεί, μας λέει ο Levi, να χτίσει τοίχους με τρόπο που να στερείται μαστοριάς, ακόμα και αν απεχθάνεται τους εργοδότες του με όλο του το είναι· τον εμποδίζει η "επαγγελματική αξιοπρέπεια", η οποία στο απόσπασμα παρουσιάζεται όχι ως ενσυνείδητη αξία, αλλά αντίθετα, ως ένα είδος ακατανίκητου ενστίκτου ("τόσο βαθά ριζωμένη") ικανού να πηγαίνει κόντρα στις ενσυνείδητες πεποιθήσεις του. Αλλά τι είναι μια σχέση του ανθρώπου με την εργασία "τόσο βαθιά ριζωμένη" ώστε να υπερνικά την ενσυνείδητή του απέχθεια για το είδος της εργασίας που καλείται να επιτελέσει (ας μην ξεχνάμε ότι ο Λορέντζο, καλός Σαμαρίτης και Δίκαιος άνθρωπος, φτιάχνει τοίχους σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης· ότι η εργασία του συνίσταται στην συνεισφορά στον φονικό εγκλεισμό των συνανθρώπων του); Είναι μια τέτοια σχέση με την εργασία εξανθρωπιστική; Πρόκειται άραγε για μια σχέση που μπορεί να προσκομιστεί στα πλαίσια ενός επιχειρήματος για την δυνατότητα "επανιδιοποίησης" της εργασίας από αυτό που, μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, την καθιστά απάνθρωπη; Η είναι, αντίθετα, ακριβώς ο χώρος εκδήλωσης του απάνθρωπου μέσα στον άνθρωπο, δηλαδή, εν προκειμένω, αυτού που κάνει τον άνθρωπο λιγότερο από άνθρωπο;

Κάπου εδώ είναι σημαντικό να σκεφτεί κανείς για το αν η αδυναμία ενός ανθρώπου όπως ο Λορέντζο να εργαστεί άσχημα και αντιπαραγωγικά παρά την απέχθειά του για τους εργοδότες του τον διαφοροποιεί από ένα σμάρι μέλισσες, που συνεχίζουν να κάνουν ό,τι έκαναν στην φυσική τους κατάσταση (να παράγουν μέλι) ακόμα και όταν αυτή η εργασία δεν γίνεται πια για τους δικούς τους βιολογικούς σκοπούς αλλά για να επωφεληθεί ένα άλλο είδος το οποίο τις έχει αιχμαλωτίσει, χωρίς καθόλου να μπορούν να αντιδράσουν σ' αυτή την αιχμαλωσία με μια άρνηση του "βαθιά ριζωμένου" ενστίκτου της παραγωγής μελιού· ή αν τον διαφοροποιεί από μια κότα που συνεχίζει να παράγει αυγά ακόμα και όταν αυτά αποσπώνται από κάθε συμφραζόμενο δικής της αναπαραγωγής και συνδέονται με την ανθρώπινή τους κατανάλωση· ή από ένα σκύλο που εκπαιδεύεται να επιτίθεται σε τρόφιμους στρατοπέδων συγκέντρωσης αντί σε λαγούς ή νυφίτσες, χωρίς να μπορεί να αντισταθεί στην αποτρόπαια πολιτική εκμετάλλευση του κυνηγετικού ενστίκτου του· ή από κάθε ζώο το οποίο υποχρεώνει τους επιστημονικούς του παρατηρητές συνεχίζοντας να επιτελεί εργασίες και λειτουργίες ακόμα και κάτω από συνθήκες που κάνουν αυτές τις εργασίες και λειτουργίες να χάσουν κάθε φυσικό νόημα· αν τον διαφοροποιεί, εν τέλει, από το "αυτόματο" που είναι για τον Descartes το ζώο και που δεν είναι, υποτίθεται, ο άνθρωπος.

Ο Levi δεν δίνει βέβαια καμία απάντηση· ή μάλλον είναι στον βαθμό που δεν δίνει απάντηση, στον βαθμό που αφήνει να αιωρείται αυτή η σκανδαλώδης αμφισημία για την σχέση της εργασίας με την διατήρηση ή, αντίθετα, την εξάλειψη του ανθρώπινου, που αποδεικνύει ότι γράφει λογοτεχνία και όχι απλώς ιστορική μαρτυρία. Αλλά είναι επίσης
επειδή αποφεύγει με μεγάλη επιμέλεια να  διαλέξει ανάμεσα σε μια καταφατική/παρηγορητική και μια αρνητική/σκοτεινή ερμηνεία του "παράξενου φαινομένου", που ο Levi εξερευνά αυτό που ο Μιχαήλ εύστοχα αποκαλεί "αντι-ανθρωπολογία" με τρόπο πολύ πιο διαλεκτικά στιβαρό από ότι ο κριτικός μας. Αν, με τα λόγια του Philip Roth, τα οποία παραθέτει νωρίτερα ο Μιχαήλ, ο Levi δίνει στον εαυτό του το καθήκον να περιγράψει "τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να υποστεί μεταβολές, να αποσυντεθεί ή να χάσει τις χαρακτηριστικές του ιδιότητες, όπως μια ουσία η οποία μετατρέπεται στη διάρκεια χημικής αντίδρασης", το σχεδόν αλλόκοτα αποστασιοποιημένο (σε αντίθεση με το δραματικό ύφος του ίδιου του Μιχαήλ) απόσπασμα για το "παράξενο φαινόμενο" που παρουσιάζει η εργασία του ιταλού οικοδόμου αποτελεί μέρος αυτής της ανηλεούς διαδικασίας επερώτησης για το αν υπάρχει ή όχι ένας αδιάλυτος ελάχιστος ανθρώπινος παράγοντας, ένα αναπαλλοτρίωτο ελάχιστο σημείο που να προσιδιάζει στον άνθρωπο και μόνο σ' αυτόν. Στο ερώτημα αυτό το φαινόμενο της εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας δίνει μια απάντηση τρομακτικά αβέβαιη: υπό μία έννοια, είναι αυτό ακριβώς που εξανθρωπίζει τον άνθρωπο που ταυτόχρονα του στερεί την ανθρώπινη ιδιότητα, την ηθική δυνατότητα της άρνησης όσων εξαλείφουν την ελεύθερή του βούληση: η "επαγγελματική αξιοπρέπεια" είναι την ίδια στιγμή έκπτωση στην κατάσταση του ζώου· το ανεξάλειπτο της ικανοποίησης που δίνει η σωστά εκτελεσμένη εργασία είναι συνάμα σημάδι της πιο καταστροφικής αλλοτρίωσης του ανθρώπου απ' τον εαυτό του ως σκεπτόμενο ον· και η δαιμονική διαλεκτική του "Arbeit Macht Frei" αναπαράγεται στο σημείο ακριβώς που ο Μιχαήλ πανηγυρίζει το τέλος της. 

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (δεύτερο μέρος)

Η κριτική αυτή μού φαίνεται πως είναι επίσης πληθωριστική για έναν δεύτερο λόγο, ο οποίος είναι ότι επιτρέπει σε κάποιον να επιδοθεί σε κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε γενική απαξίωση δια της επίκλησης του χειρότερου. Οποιοδήποτε και αν είναι το αντικείμενο της ανάλυσης, όσο δύσκολα διακρίσιμο και ισχνό και αν είναι, και οποιαδήποτε και αν είναι η λειτουργία του, στον βαθμό που μπορεί πάντοτε να οδηγήσει στην αναφορά σε κάτι που θα είναι χειρότερο χάρη στην εγγενή δυναμική του κράτους και τις τελικές μορφές που αυτή μπορεί να πάρει, το μικρότερο μπορεί πάντα να απαξιώνεται από το περισσότερο, και το καλύτερο απ’ το χειρότερο. Δεν επικαλούμαι ένα παράδειγμα του καλύτερου, προφνώς, αλλά σκεφτείτε, για παράδειγμα, κάποιον δυστυχή που καταστρέφει μια βιτρίνα κινηματογράφου και, σε ένα σύστημα όπως το δικό μας, παραπέμπεται στο δικαστήριο και καταδικάζεται μάλλον αυστηρά· πάντα θα βρείτε ανθρώπους που θα λένε ότι η ποινή αυτή είναι το σημάδι ότι το κράτος γίνεται φασιστικό, λες και πριν το φασιστικό κράτος δεν υπήρχαν τέτοιου είδους ποινές — ή και πολύ χειρότερες.

Ο τρίτος παράγοντας, ο τρίτος πληθωριστικός μηχανισμός που μού φαίνεται χαρακτηριστικός αυτού του τρόπου ανάλυσης, είναι ότι επιτρέπει σε κάποιον να αποφύγει να πληρώσει το τίμημα της πραγματικότητας και της αλήθειας, στον βαθμό που, στο όνομα αυτού του δυναμισμού του κράτους, μπορεί να βρεθεί πάντοτε κάτι σαν συγγένεια ή κίνδυνος, κάτι σαν την μεγάλη φαντασίωση του παρανοϊκού και αδηφάγου κράτους. Στον βαθμό αυτό, στο τέλος δεν έχει σχεδόν καμία σημασία ποια είναι η αντίληψη κάποιου για την πραγματικότητα ή τι είδους εικόνα για την αλήθεια παρουσιάζει η πραγματικότητα. Είναι αρκετό, μέσα από την υποψία —και όπως θα λεγε ο François Ewald, μέσα από την “αποκήρυξη” — να βρεις κάτι σαν το φαντασιακό προφίλ του κράτους και δεν υπάρχει κατόπιν καμία ανάγκη να αναλύσεις την αληθινή πραγματικότητα. Η έκλειψη της αληθινής πραγματικότητας μού φαίνεται πως είναι ο τρίτος πληθωριστικός μηχανισμός που βρίσκουμε σε αυτή την κριτική.

Τέλος, θα ήθελα να πω ότι η κριτική αυτή με όρους μηχανισμού και δυναμισμού του κράτους είναι πληθωριστική στον βαθμό που δεν διεξάγει μια κριτική ή μια ανάλυση του εαυτού της. Με άλλα λόγια, δεν αναζητά να μάθει την πραγματική πηγή αυτής της αντικρατικής καχυποψίας, αυτής της κρατοφοβίας που σήμερα κυκλοφορεί με τόσες διαφορετικές μροφές στη σκέψη μας. Τώρα, μού φαίνεται — και αυτός είναι ο λόγος που έδωσα τόση έμφαση στον νεοφιλελευθερισμό των δεκαετιών 1930-1950— ότι το είδος αυτό ανάλυσης, η κριτική αυτή του κράτους, του εγγενούς και ακατάβλητου δυναμισμού του, και των διασυνδεόμενων μορφών του που επικαλούνται η μία την άλλη, υποστηρίζουν η μία την άλλη, και παράγουν αμοιβαία η μία την άλλη, είναι κάτι ουσιαστικά, ολοκληρωτικά και ήδη ξεκάθαρα διατυπωμένο στα έτη 1930-1945. Τον καιρό εκείνο είναι αρκετά εντοπισμένο και δεν είχε την δύναμη της διασποράς που έχει τώρα. Το βρίσκουμε εντοπισμένο ακριβώς μέσα στις νεοφιλελεύθερες επιλογές που αναπτύσσονται στη φάση αυτή. Βρίσκουμε αυτή την κριτική του πολύμορφου, πανταχού παρόντος, και παντοδύναμου κράτους στα χρόνια αυτά, όταν ο φιλελευθερισμός ή νεοφιλελευθερισμός, ή, ακόμα ακριβέστερα, ο ορντολιμπεραλισμός ασχολούνταν με την διάκριση του εαυτού του από την κεϋνσιανή κριτική και την ίδια στιγμή αναλάμβανε την κριτική των πολιτικών κρατικού ελέγχου και παρέμβασης του New Deal και του Λαϊκού Μετώπου, της οικονομίας και της πολιτικής του Εθνικού Σοσιαλισμού, των πολιτικών και οικονομικών επιλογών της Σοβιετικής Ένωσης, ή με άλλα λόγια, του σοσιαλισμού γενικότερα. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, στην γερμανική αυτή νεοφιλελεύθερη σχολή, και παίρνοντας τα πράγματα με την πιο στενή και ακόμα και ποταπή τους μορφή, εντοπίζουμε τόσο αυτή την ανάλυση της αναγκαίας και τρόπον τινά αναπόφευκτης συγγένειας μεταξύ διαφορετικών μορφών του κράτους όσο και την ιδέα ότι το κράτος έχει έναν ειδικό, εγγενή δυναμισμό που σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορεί να σταματήσει την επέκτασή του και την τελική του κατάληψη όλης της πολιτικής κοινωνίας.

Θα ήθελα απλώς να παραθέσω δύο κείμενα που μαρτυρούν για την προχωρημένη φύση αυτών των δύο ιδεών που μοιάζουν τόσο σύγχρονες, τόσε ζωντανές και τόσο πραγματικές για μας. Θα παραθέσω την αντίδραση του Röpke, τον Ιούνη-Ιούλη του 1943 σε ένα ελβετικό περιοδικό, όταν κριτικάρει το πρόσφατα δημοσιευμένο σχέδιο Beveridge και λέει: το σχέδιο Beveridge οδηγεί "προς όλο και περισσότερη κοινωνική ασφάλιση, όλο και περισσότερη κοινωνική γραφειοκρατία, όλο και περισσότερη αναταραχή των εισοδημάτων, όλο και περισσότερα χαρτόσημα και σφραγίδες, όλο και περισσότερες συνδρομές και συνεισφορές, όλο και περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας, εθνικού εισοδήματος, και μέριμνας στα χέρια του κράτους το οποίο έτσι και αλλιώς κυκλώνει τα πάντα, ρυθμίζει τα πάντα, συγκεντρώνει και ελέγχει τα πάντα, με μοναδικό βέβαιο αποτέλεσμα την άσκηση, πάνω στην κοινωνία, μιας διαρκώς πιο συγκεντρωτικής δράσης προλεταριοποίησης και κρατικού ελέγχου που καταστρέφει την αστική τάξη.” Την ίδια ακριβώς στιγμή, στην Αγγλία του 1943, και πάλι σε αντίδραση προς τα μεταπολεμικά σχέδια που έκαναν οι Αγγλο-Αμερικάνοι, και κυρίως οι Άγγλοι, ο Hayek έγραψε τα ακόλουθα: “Κινδυνεύουμε σε έναν βαθμό να επαναλάβουμε τη μοίρα της Γερμανίας”. Δεν το είπε αναφερόμενος στον κίνδυνο μιας γερμανικής εισβολής στην Αγγλία, η οποία είχε οριστικά αποτραπεί μέχρι εκείνο το ιστορικό σημείο. Το 1943, το να έχεις τη μοίρα της Γερμανίας σήμαινε για τον Hayek το να υιοθετήσεις το σχέδιο Beveridge για κοινωνικοποίηση, για παρεμβατική οικονομία, για σχεδιασμό, και για κοινωνική πρόνοια. Ο Hayek διασαφήνισε περισσότερο τη θέση του προσθέτοντας: Δεν είμαστε ακριβώς κοντά στην χιτλερική Γερμανία, αλλά στη Γερμανία του προηγούμενου πολέμου. Όπως και τότε, υπάρχει η επιθυμία “να συντηρήσουμε για παραγωγικούς σκοπούς την οργάνωση που ανταπτύχθηκε για σκοπούς εθνικής άμυνας.” Υπάρχει άρνηση να “αναγνωρίσουμε ότι η ανάδυση του φασισμού και του ναζισμού δεν ήταν αντίδραση προς τις σοσιαλιστικές τάσεις στην προηγούμενη περίοδο, αλλά απαραίτητη συνέπεια των τάσεων αυτών.” Έτσι, σε ό,τι αφορούσε το σχέδιο Beveridge, o Hayek είπε ότι πλησιάζουμε την Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι αναφερόταν στην βιλχελμική Γερμανία, στη Γερμανία πριν τον πόλεμο του 1914, αλλά η Γερμανία αυτή, με τις παρεμβατικές της πρακτικές, τις τεχνικές σχεδιασμού της, και τις σοσιαλιστικές της επιλογές ήταν αυτό που στην πραγματικότητα δημιούργησε τον ναζισμό, και έτσι με το να πλησιάζουμε τη Γερμανία του 1914-1918, πλησιάζαμε επίσης προς την ναζιστική Γερμανία. Ο κίνδυνος μιας γερμανικής εισβολής απέχει πολύ απ’ το να έχει τελεσίδικα αποφευχθεί. Οι Άγγλοι σοσιαλιστές, το Εργατικό Κόμμα, και το σχέδιο Beveridge θα είναι οι πραγματικοί πράκτορες της ναζιστικοποίησης της Αγγλίας μέσα από την ανάπτυξη και την υπερχείλιση του κρατικού ελέγχου. Μπορείτε λοιπόν να δείτε ότι όλα αυτά είναι ζητήματα παλιά και τοπικοποιημένα, και τα παίρνω στην μορφή που είχαν το 1945. Μπορείτε να τα βρείτε το 1939, το 1933, και ακόμα και πιο πριν.

Σκηνές από την εντεινόμενη ταξική πάλη στην Κύπρο


Καθημερινή Κύπρου:
Με απεργία απειλούν οι συντεχνίες
Σημείο τριβής το ύψος της συνεισφοράς τους


Αποσύρουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης τις 12 προτάσεις νόμου που υπέβαλαν για την οικονομία, μετά την παρουσίαση νέων ρυθμίσεων από τον υπουργού Οικονομικών, Κίκη Καζαμία.

Σημείο τριβής αποτελεί το ύψος της συνεισφοράς των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιμένουν τόσο στην υποβολή μόνιμης συνεισφοράς 2,5%, υπέρ των συντάξεων, όσο και στην επιβολή έκτακτης εισφοράς. Στις 5 το απόγευμα η συνεδρίαση της Ολομέλειας, ενώ θα προηγηθεί κρίσιμη συνάντηση των εκπροσώπων των συντεχνιών με τους αρχηγούς των κομμάτων.

Όπως έγινε γνωστό οι αρχηγοί ή εκπρόσωποι των κοινοβουλευτικών κομμάτων θα συναντηθούν στις 16.30 με τις ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες προειδοποίησαν τον πρόεδρο της Βουλής, Γιαννάκη Ομήρου, ότι αν προχωρήσει η Βουλή στη ψήφιση των ρυθμίσεων, τότε θα προχωρήσουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις.

Η συμφωνία
Ο υπουργός Οικονομικών, Κίκης Καζαμίας, μετά το πέρας της πολύωρης σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών δήλωσε ότι απηύθυνε έκκληση του προς τους αρχηγούς των κομμάτων να καταθέσουν τις 12 προτάσεις τους όχι υπό τη μορφή του κατεπείγοντος, αλλά στις 15 Σεπτεμβρίου μαζί με το δεύτερο πακέτο μέτρων της κυβέρνησης.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών, Νικόλας Παπαδόπουλος, δήλωσε όιτι μετά από έκκληση του Υπουργού Οικονομικών αποφασίστηκε να μην ψηφιστούν σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής οι προτάσεις νόμου που κατέθεσαν τα κόμματα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, μετά την κατάθεση των τροποποιήσεων στα δύο από τα επτά νομοσχέδια, από το Υπουργείο Οικονομικών, έγινε αποδεκτή εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών να μην αρθούν ενώπιον της Ολομέλειας οι προτάσεις νόμου που συζητήθηκαν από την Επιτροπή Οικονομικών και να αναμένεται η συζήτηση τους με τα νομοσχέδια του δεύτερου πακέτου μέτρων που θα κατατεθούν στις 15 Σεπτεμβρίου.

Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ο Υπουργός Οικονομικών ενημέρωσε τη σύσκεψη αρχηγών ότι θα μπορούσε, εάν υπάρχει επιμονή από πλευράς των κομμάτων, να ψηφιστεί η πρόταση νόμου που αφορά το ΦΠΑ για την πρώτη κατοικία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, ο κ. Καζαμίας απηύθυνε έκκληση προς τα κόμματα να ψηφιστεί σήμερα σε νόμο το νομοσχέδιο για αύξηση του ΦΠΑ από 15% σε 17%.

Αναθεωρημένα νομοσχέδια
Τα δύο αναθεωρημένα νομοσχέδια που κατάθεσε η Κυβέρνηση στο πρώτο πακέτο μέτρων και περιλαμβάνουν τη νέα συμφωνία του Υπουργού Οικονομικών Κίκη Καζαμία για τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για την έκτακτη εισφορά των υπαλλήλων του ευρύτερου δημοσίου τομέα, με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, προβλέπουν κλιμακωτή έκτακτη 3ετή εισφορά των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αποκοπή 2,5% μηνιαίως για διασφάλιση της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών επαγγελματικών σχεδίων.

Για τα δύο αναθεωρημένα νομοσχέδια ενημερώθηκε η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών από λειτουργούς του Υπουργείου Οικονομικών και το Γενικό Εισαγγελέα, ενώ τα μέλη της Επιτροπής τελούσαν σε αναμονή των αποφάσεων της σύσκεψης αρχηγών ή εκπροσώπων των κομμάτων και μετά διέκοψε τη συνεδρία μέχρι την ολοκλήρωση της σύσκεψης.

Το νέο νομοσχέδιο για τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα των δημοσίων υπαλλήλων προβλέπει ότι οι νεοεισερχόμενοι υπάλληλοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα θα εντάσσονται στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και θα εισφέρουν όπως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα.

Πρόσθετα, περιλαμβάνει αύξηση των περιοδικών εισφορών για σκοπούς μεταβίβασης της σύνταξης στο χήρο ή χήρα και τα τέκνα, σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου, από 0,75% και 1,75% σε 2%.

Το δεύτερο αναθεωρημένο νομοσχέδιο προβλέπει την κλιμακωτή αποκοπή υπό μορφή εισφοράς από τον ακαθάριστο μισθό των υπαλλήλων και συνταξιούχων του ευρύτερου δημοσίου τομέα για περίοδο τριών ετών.

Για μηνιαίες απολαβές από μισθό ή σύνταξη που δεν ξεπερνά τα 1.500 ευρώ δεν θα αποκόπτεται οποιοδήποτε ποσό.

Για απολαβές από μισθό ή σύνταξη από 1.501 ευρώ μέχρι 2.501 ευρώ θα αποκόπτεται ποσοστό 1,5%.

Για απολαβές 2.501 ευρώ μέχρι 3.500 ευρώ θα αποκόπτεται ποσοστό 2,5%.

Για απολαβές 3.501 μέχρι 4.500 ευρώ θα αποκόπτεται ποσοστό 3%, ενώ για απολαβές από 4.501 ευρώ και άνω ποσοστό 3,5%.

Οπως ενημερώθηκε η Επιτροπή, οι συνταξιοδοτικές αποκοπές 2,5% για τον πρώτο χρόνο, εκτός από τους εργαζόμενους στην ΑΗΚ και ΑΤΗΚ, θα καταλήξουν στο πάγιο ταμείο και μετά τον πρώτο χρόνο οι αποκοπές θα μένουν στους οργανισμούς.

Ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης διευκρίνισε ότι δεν θα υπάρξουν αποκοπές από τους μη μόνιμους υπαλλήλους του δημοσίου και ημιδημοσίου τομέα για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, αλλά θα ισχύουν για τους υφιστάμενους μόνιμους υπαλλήλους μόνο.

Οι συμβασιούχοι και οι έκτακτοι εισφέρουν στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξήγησε.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών εξήγησε, επίσης, ότι η κλιμακωτή εισφορά για τρία χρόνια θα λειτουργεί όπως οι κλίμακες στη φορολόγηση του εισοδήματος.

Περαιτέρω, διευκρινίσθηκε ότι η κλιμακωτή εισφορά δεν θα αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα του υπαλλήλου.

Η κλιμακωτή εισφορά τίθεται σε ισχύ από τη 1η Σεπτεμβρίου.

Η αποκοπή 2,5% για τα συνταξιοδοτικά ταμεία θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της δημοσίευσης του νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα.

---
via Νεκατώματα:

Ο πλούτος να πληρώσει την κρίση του

Ένα θέατρο του παραλόγου εκτυλίσσεται στην Κύπρο τον τελευταίο καιρό. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, παράγωγο της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, παρουσιάζεται ως τοπικό πρόβλημα μεγάλων εισοδημάτων των μισθωτών και προτείνονται “εξοικονομήσεις” κατ' αρχήν από μια μερίδα των εργαζομένων, αυτήν του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Ποτέ ο πλούτος της Κύπρου δεν ήταν τόσο μεγάλος όσο σήμερα. Ποτέ ο πλούτος αυτών των λίγων οικογενειών που ελέγχουν την οικονομία δεν έφτανε σε τέτοια μυθικά επίπεδα όσο σήμερα. Χαρακτηριστικά κάτω από 10% του πληθυσμού καρπούνται πάνω από το 50% του εθνικού εισοδήματος. Τελικά μετά από 50 χρόνια ανεξαρτησίας διαπιστώνουμε ότι διαμορφώνεται μια χώρα μπανανία, τσιφλίκι λίγων πλουτοκρατών. Αρκετοί πολιτικοί εργάζονται εργολαβικά, ανοιχτά και ξεδιάντροπα προς αυτήν την κατεύθυνση. Μερικοί πολιτικοί ανήκουν και οι ίδιοι σε αυτήν την μικρή μερίδα των πλουσίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Νικόλας Παπαδόπουλος και Αβέρωφ Νεοφύτου. Ποτέ πολιτικοί δεν πολέμησαν με τόση λύσσα ενάντια στα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργαζομένων. Ποτέ πολιτικοί δεν πολέμησαν με τόση μανία ενάντια στα συνδικάτα ως εκπροσώπους των εργαζομένων. Πέραν από την οικονομική διάσταση αυτό είναι πλήγμα ενάντια στην δημοκρατία και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

Η επίθεση στους δημόσιους υπαλλήλους ακολουθεί την επίθεση στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα την τελευταία δεκαετία που συντελέστηκε μέσα από την απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την πιο σκληρή εκμετάλλευση των ξένων εργαζομένων. Η βελτίωση των όρων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα είναι αναγκαία και επείγουσα, και αυτή δεν μπορεί να προέλθει μέσα από την επιδείνωση των όρων εργασίας στον δημόσιο τομέα αλλά μέσα από την δικαιότερη κατανομή του πλούτου που συνολικά παράγει η χώρα.

Δυστυχώς τα πλείστα από τα μέτρα που προτείνονται πλήττουν τους εργαζόμενους. Μια σωστή πολιτική από την σκοπιά της κοινωνικής δικαιοσύνης θα ήταν:

Αύξηση της φορολόγησης των εταιρειών αναλογικά με τον κύκλο εργασιών και τα κέρδη τους.

Ουσιαστική φορολόγηση της ακίνητης μεγαλο – ιδιοκτησίας.

Συνεισφορά του τεράστιου εκκλησιαστικού πλούτου σε γη, χρυσό και επιχειρήσεις και άτυπα έσοδα από τις εκκλησιαστικές τελετουργίες και τερματισμός της κρατικής επιχορήγησης στη μισθοδοσία των εκκλησιαστικών λειτουργών.

Μείωση της στρατιωτικής θητείας στο ένα έτος, των δαπανών του στρατού γενικά και πώληση όλων των άχρηστων στρατιωτικών υλικών όπως πχ οι πυραύλοι S-300.

Συνεργατική, δημοτική και κρατική εκμετάλλευση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας (που ανήκουν σε όλους) ήλιου και ανέμου καθώς και του υποθαλάσσιου φυσικού αερίου προς όφελος όλων των Κυπρίων και όχι μόνο των λίγων. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι μεγάλο μέρος της αναστάτωσης που προκαλούν οι συντηρητικοί πολιτικοί σχετίζεται περισσότερο με τα κέρδη αυτής της αναδυόμενης αγοράς παρά με την οικονομική κρίση.

Το Ζώο στην Λογοτεχνία και τη Φιλοσοφία (σχέδιο μεταπτυχιακού μαθήματος, Φθινόπωρο 2011)

ENG 705: The Animal in Literature and Philosophy

Course Description
This course rests on the hypothesis that far from being an occasional or marginal concern of the philosophical and literary tradition, the question of the animal is in fact both vital to literary and philosophical history and placed to make it legible and understandable in radically new ways. Moving chronologically from classical Greece to early modern Europe, and from there to the 18th and the 20th centuries, we will see how the questions of the human-animal boundary and of its precarity or permeability, of animal reason or the lack thereof, and of animal habits and propensities have been foundational for virtually every aspect of human thought: the definition of what it means to be human, the conceptualization of the origins and nature of human community and human politics, the function of religion and ritual, the questions of power, law and violence, the problem of reason and rationality, the exploration of sexuality and sexual abjection, the rise of biopolitics and political economy. We will also explore the dialectic of utopia and catastrophe that can be said to define the meaning of the twentieth-century, with particular reference to anti-Semitism and the Shoah and to the drama of Soviet “totalitarianism” -- a historical conjuncture that is explosively configured in the encounter between Kafka’s and Orwell’s animal fictions, and between these and the philosophical discussion of humanism and its limits. We will conclude with reflections on the uses of the literary and philosophical tradition of thinking the animal in the fiction and non-fiction of a twenty-first century (and so-called postcolonial) author like Nobel laureate J.M. Coetzee.

Course Schedule and Readings

Week 1
Course Introduction

Part I. Human, Animal, Polis: Classical Foundations
Plato, The Republic (pp. 53-63)
Catherine McKeen, “Swillsburg City Limits: The ‘City of Pigs’ (Republic 370c-372d)” (pp. 70-92)
Plato, The Republic (pp. 117-121, pp. 298-308)

Week 2
Jean-Jacques Rousseau, Of the Social Contract (pp. 42-43)
Michel Foucault, “‘Omnes et Singulatim’: Toward a Critique of Political Reason” (pp. 300-311)
Michel Foucault, Security, Territory, Population (pp. 125-132)
Aristotle, Politics, Book 1 (pp. 11-22)

Week 3
Aristotle, Politics, Book 1 (pp. 11-22) (continued)
Giorgio Agamben, Homo Sacer (pp. 1-12)
Mladen Dolar, A Voice and Nothing More (pp. 105-112, 119-124)
René Girard, Violence and the Sacred (pp. 94-126)

Week 4
Part II. Sovereignty, Violence and Reason: Human and Animal in the Early Modern World
Pico della Mirandola, “On the Dignity of Man” (pp. 3-34)
Erica Fudge, “Being Human”, in Brutal Reasoning: Animals, Rationality and Humanity in Early Modern England (pp. 3-38)
R.W. Serjeantson, “The Passions and Animal Language 1540-1700” (pp. 425-444)

Week 5
Michel de Montaigne, “Apology for Raymond Sebond” (pp. 330-357)
Jacques Derrida, “The Animal that Therefore I am” (pp. 1-35)
Niccolo Macchiaveli, The Prince (pp. 43-47)
Thomas Hobbes, Leviathan (pp. 106-110)
Jacques Derrida, The Beast and the Sovereign (pp. 1-27)

Week 6
Giorgio Agamben, Homo Sacer (pp. 71-74, 81-86, 91-103)
Edward Sexby, “Killing Noe Murder” (pp. 360-389)
Robert Zaller, “The Figure of the Tyrant in English Revolutionary Thought” (pp. 585-610)
James Holstun, Ehud’s Dagger: Class Struggle in the English Revolution (pp. 305-366)

Week 7
Part III. Animality, Political Economy and Biopolitics: The British Eighteenth Century
Bernard Mandeville, The Fable of the Bees (pp. 63-92)
Ben Dew, “Spurs to Industry in Bernard Mandeville’s Fable of the Bees” (pp. 151-165)
Jonathan Swift, “A Modest Proposal” (pp. 304-311)
Jonathan Swift, Gulliver’s Travels (pp. 205-266)
Charlotte Sussman, “The Colonial Afterlife of Political Arithmetic” (pp. 96-126)

Week 8
Michel Foucault, “Society Must Be Defended” (pp. 23-41, 239-253)
Claude Rawson, “Killing the Poor: An Anglo-Irish Theme?” (pp. 101-131)

Part IV. The Twentieth Century: Animals Between Utopia and Catastrophe
Franz Kafka, “Before the Law” (pp. 3-4); “The New Advocate” (pp. 414-415)
Walter Benjamin, “Critique of Violence” (pp. 236-252)
Giorgio Agamben, Homo Sacer (pp. 49-62)

Week 9
Walter Benjamin, “Franz Kafka” (pp. 494-500)
Walter Benjamin, “Franz Kafka (On the Tenth Anniversary of his Death)” (pp. 794-818)
Theodor Adorno, “Notes on Kafka” (pp. 245-271)
Giorgio Agamben, State of Exception (pp. 59-64)
Giorgio Agamben, The Open: Man and Animal (pp. 1-3, 89-92).

Week 10
Franz Kafka, “Josephine the Singer, or the Mouse Folk” (pp. 360-376)
Fredric Jameson, The Modernist Papers (pp. 96-112)
Fredric Jameson, The Seeds of Time (pp. 122-128)
Mladen Dolar, A Voice and Nothing More (pp. 165-188)
Jay Geller, “Of Mice and Mensa: Anti-semitism and the Jewish Genius” (pp. 361-385)

Week 11
Franz Kafka, “A Crossbreed” (pp. 426-427), “The Metamorphosis” (pp. 89-139), “A Report to an Academy” (pp. 250-259)
Theodor Adorno and Max Horkheimer, “Man and Animal”, in The Dialectic of Enlightenment (pp. 245-255)
Andrew Benjamin, “Particularity and Exceptions: On Jews and Animals” (pp. 71-87)
Giorgio Agamben, Remnants of Auschwitz (pp. 41-48, pp. 61-70)

Week 12
George Orwell, Animal Farm
Martin Heidegger, “Letter on Humanism” (pp. 239-276)
Slavoj Zizek, “Stalinism Revisited: Or, how Stalin Saved the Humanity of Man”, in In Defense of Lost Causes (pp. 211-227, 246-253)
Susan McHugh, “Animal Farm’s Lessons for Literary (and) Animal Studies” (pp. 24-39)

Week 13
Part V. Late Modern Epigones: J.M. Coetzee
J.M. Coetzee, Disgrace
Chris Danta, “‘Like a dog…like a lamb’: Becoming Sacrificial Animal in Kafka and Coetzee” (pp. 721-737)
Richard Barney, “Between Swift and Kafka: Animals and the Politics of Coetzee’s Elusive Vision” (pp. 17-23)
J.M. Coetzee, The Lives of Animals (pp. 15-69)

Relevant Sources on Library Reserve
Agamben, Giorgio. The Open: Man and Animal. Stanford University Press, 2003.
Atterton, Peter and Matthew Calarco, ed. Animal Philosophy. Continuum, 2004.
Benjamin, Andrew. Of Jews and Animals. Edinburgh University Press, 2010.
Brown, Laura. Homeless Dogs and Melancholy Apes: Humans and Other Animals in the Modern Literary Imagination. Cornell University Press, 2010.
Calarco, Matthew. Zoographies: The Question of the Animal from Heidegger to Derrida. Columbia Univeristy Press, 2008.
Coetzee, J.M. The Lives of Animals. Princeton University, 2001.
Derrida, Jacques. The Beast and the Sovereign, Vol. 1. University of Chicago Press, 2009.
---. The Animal that Therefore I Am. Fordham University Press, 2008.
Fudge, Erica. Brutal Reasoning: Animals, Rationality and Humanity in Early Modern England. Cornell University Press, 2006.
---.Perceiving Animals: Humans and Beasts in Early Modern English Culture. University of Illinois Press, 2002.
---. Renaissance Beasts: Of Animals, Humans and Other Wonderful Creatures. University of Illinois Press, 2004.
LaCapra, Dominic. History and its Limits: Human, Animal, Violence. Cornell University Press, 2009.
Santner, Eric. The Royal Remains: The King’s Two Bodies and the Endgames of Sovereignty. University of Chicago Press, 2011.
Tiffin, Helen and Graham Huggan. Postcolonial Ecocriticism: Literature, Animals, Environment. Routledge, 2010.
Wolfe, Cary. Zoontologies: The Question of the Animal. University of Minnesota Press, 2003.