Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Σκέψεις για την συγκυρία - 31/7/2011 (νεκατώματα)

Σκέψεις για την συγκυρία – 31/7/2011
Παρόλο που κάποια πράγματα θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, επειδή τελικά για κάποιους φαίνεται να μην είναι, θα δοκιμάσω να τα κωδικοποιήσω εδώ – ως προκαταρκτικές αναλυτικές θέσεις και ως συνέχεια της πολιτικής παρέμβασης.

1. Αυτή την στιγμή δεν διακυβεύεται απλά το παρόν και μέλλον της κυβέρνησης Χριστόφια, ούτε απλά το παρόν και το μέλλον του ΑΚΕΛ. Αυτή τη στιγμή διακυβεύεται το παρόν και της μέλλον της κυπριακής Αριστεράς και η ίδια η ιδέα της Αριστεράς – ως αντίσταση απέναντι στον ηγεμονικό Λόγο – αστικό και εθνικιστικό. Και ο καθένας και η κάθε μια μας από την θέση που βρίσκεται οφείλει να το κατανοήσει αυτό ως αφετηρία για τον δικό του δρόμο και τρόπο πολιτικής τοποθέτησης και παρέμβασης – και η ουδετερότητα ή η αδράνεια σύντροφοι, όπως ξέρουμε, είναι θέση και έχει τις συνέπειες της.

2. Στην Κύπρο το μόνο αριστερό πολιτικό κόμμα είναι το ΑΚΕΛ.

α) Αυτό δεν σημαίνει ότι ΑΚΕΛ και Αριστερά είναι ταυτόσημες έννοιες. Υπάρχουν αριστερές δυνάμεις στην κοινωνία που βρίσκονται συνειδητά εκτός του ΑΚΕΛ. Οι πλείστες από αυτές μάλιστα τοποθετούνται αριστερότερα του ΑΚΕΛ. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις διάφορες ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, αλλά και σε πολλούς ανένταχτους που έχουν και εκφράζουν άποψη και που δραστηριοποιούνται κατά καιρούς, αλλά που η μπόχα του εν πολλοίς απαξιωμένου πολιτικού συστήματος και της πολιτικής γενικότερα τους κρατά συνήθως μακριά.
β) Σημαίνει όμως ότι τοποθετήσεις του στυλ “στην Κύπρο δεν υπάρχει Αριστερά”, ή “Αριστερά=Δεξιά”, ή “το ΑΚΕΛ είναι το ίδιο με τα άλλα κόμματα” (στο ίδιο μήκος κύματος με το παιδικό σλόγκαν αστική δημοκρατία=φασιστική χούντα) είναι και πολιτικά λάθος καθότι υποδηλώνουν έλλειψη βασικής αντίληψης αλλά και αναλυτικά-μεθοδολογικά λάθος καθότι οδηγούν σε εννοιολογική ισοπέδωση και αδυναμία άσκησης ουσιαστικής αριστερής κριτικής γενικά αλλά και ειδικά στο ίδιο το ΑΚΕΛ.

3. Το ΑΚΕΛ δεν είναι επαρκώς αριστερό κόμμα και σίγουρα δεν είναι επαναστατικό κόμμα. Από την ίδρυση του, ως μετωπικό σχήμα αρχικά και μετά μετεξέλιξη του ΚΚΚ, δρα με μια ρεφορμιστική λογική και συμβιβάστηκε και συμβιβάζεται με το υπάρχον κοινωνικο-οικονομικό σύστημα όπως η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία προσπαθώντας να κερδίσει όσα μπορεί εντός του, για τους εργαζόμενους. Διατηρούσε βέβαια και σε κάποιο βαθμό διατηρεί ακόμα την κομμουνιστική ρητορική και συνθηματολογία, ειδικότερα στο διεθνές πεδίο, κάτι που το τοποθετεί μεν αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας, όμως στο κυπριακό ιστορικό πεδίο η αλήθεια είναι ότι δεν προχώρησε ποτέ σε βαθιές ρήξεις με τον συντηρητισμό, κάτι που πραγματοποίησαν εν μέρη, τουλάχιστον στο παρελθόν, Ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πχ κατοχυρώνοντας το κοσμικό κράτος, τα ατομικά δικαιώματα κλπ. Το ΑΚΕΛ υπήρξε σταλινικό κόμμα και διατηρεί ακόμα σε οργανωτικό επίπεδο κάποιες σταλινικές νοοτροπίες και πρακτικές. Όμως δεν είναι σταλινικό κόμμα με πολιτικούς όρους. Ο σταλινισμός όμως ούτως ή άλλως είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και μόνο ζημιά προκαλεί η ηλίθια ταύτιση του με τον φασισμό. Η ψυχροπολεμικής προέλευσης, δυτική, Δεξιά προπαγάνδα περί “κόκκινου φασισμού”, όταν υιοθετείται άκριτα από κάποιους, ουσιαστικά μας εμποδίζει από το κάνουμε μια ουσιαστική ανάλυση και μια αριστερή κριτική στο φαινόμενο σταλινισμός, την αυταρχική δηλαδή στρέβλωση του κομμουνισμού, όπως αυτή εμφανίστηκε στην παγκόσμια ιστορία.

4. Η Αριστερά εκτός του ΑΚΕΛ, πέραν από την χρόνια ιδεολογική πολυδιάσπαση και οργανωτική αδυναμία, με βασική επίπτωση την αποστασιοποίηση πολλών, βρίσκεται σήμερα και χωρίς ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό. Παρότι από την συντριπτική πλειοψηφία του ευρύτερου χώρου έγινε πλέον αντιληπτό ότι έχουμε σήμερα μια ολοκληρωτική αντεπίθεση της ενωμένης Δεξιάς, έχει ήδη χαθεί και πολύτιμος χρόνος και πολιτικό έδαφος για δράση, ενώ η κατάσταση διαφοροποιείται μέρα με τη μέρα απαιτώντας συνεχή παρακολούθηση και παρεμβάσεις. Πριν να μιλήσω για το “αύριο”, να πω όμως δυο λόγια για το ήδη χαμένο “σήμερα”. Η σημερινή αδυναμία του κυπριακού ριζοσπαστικού χώρου να παρέμβει στην συγκυρία έχει να κάνει επίσης με 2 άλλες παλιές “ασθένειες” που προκύπτουν από την ανεπαρκή θεωρητική και ιστορική αντίληψη μας. Η πρώτη είναι η άκριτη μεταφορά τοποθετήσεων και πλαισίων ερμηνείας από το εξωτερικό και από το παρελθόν, και ειδικά από την Ελλάδα, χωρίς αυτά να σχετίζονται με την κυπριακή ιστορική και πολιτική πραγματικότητα και χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες, ιδιομορφίες και διαφορές της κυπριακής κατάστασης και συχνά χωρίς να σέβονται καν την κυπριακή αυτονομία. Η δεύτερη είναι ο άκριτος ενθουσιασμός με το πλήθος, το όποιο πλήθος, ο οποίος πηγάζει από μια φετιχοποίηση της μορφής του ακτιβισμού εφ' εαυτού, ή πιο χυδαία του “κατεβαίνω στο δρόμο”, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της. Αυτή η λαϊκίστικη στάση, που θεωρεί το όποιο πλήθος “αγνό” και που αγνοεί την ουσία – δηλαδή το γενικό πλαίσιο, την συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και το άμεσο πολιτικό διακύβευμα, ουσιαστικά υποβιβάζει τον ακτιβισμό σε ζήτημα προσωπικής εμπειρίας και λάιφ στάιλ. Το ότι κάποιοι ήταν έτοιμοι, ευτυχώς μόνο μερικοί και μόνο αρχικά, να κλείσουν και τα μάτια σε ότι χαλούσε αυτή την φαντασίωση, πχ την ανοχή του πλήθους σε φασιστικές ιδέες, συνθήματα, θέσεις κλπ, υπήρξε κατ' ακρίβεια και ελιτίστικη στάση καθότι αρνούνταν σε αυτό που υμνούσαν, “το πλήθος” ή “την μάζα” το ρόλο του πολιτικού υποκειμένου και τις ευθύνες που αυτό φέρει. Οι περισσότεροι όμως κατάλαβαν από την αρχή το παιχνίδι και αντιστάθηκαν στο δεξιό ντελίριο και την μικροαστική μιζέρια που θέλει να αντιγράφει το χαζό μοντέλο των τηλεοπτικών μεταφορών. Σήμερα, μετά το τέλος των συναισθηματισμών και μετά από το πολιτικό ξεκαθάρισμα του πεδίου μπορούμε πλέον να το πούμε, ορθολογικά, νηφάλια και υπεύθυνα. Όχι, δεν υπάρχουν πλέον παρασυρμένοι. Αυτοί που συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να συνυπάρχουν με την ακροδεξιά, διαμαρτυρόμενοι ενάντια στην κυβέρνηση αλλά όχι ενάντια στον κρατικό μηχανισμό και τον στρατό, ενάντια στην Αριστερά αλλά όχι ενάντια στην Δεξιά, ενωμένοι τελετουργικά με ένα διάχυτο εθνο-λαϊκό συντηρητισμό, δεν είναι πλέον ούτε απλά χαζοί, ούτε απολιτίκ, ούτε πολιτικά φιλελεύθεροι. Ξηγημένα πράματα.

5. Όσον αφορά τώρα το πραγματικό πολιτικό παιχνίδι – επειδή πλέον οι συγκεντρώσεις κάθε Δευτέρα μετά τα μπάνια στο προεδρικό απλά εξυπηρετούν σε κάποια νομιμοποίηση της συνεχιζόμενης προσπάθειας των ΜΜΕ για συντήρηση του θεάματος, αποχαυνωτική χειραγώγηση και τροφοδότηση της Δεξιάς για να επιβάλει τους όρους του κεφαλαίου στο κράτος και στην κοινωνία – και εδώ φαίνεται να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα. Τα ΜΜΕ δεν είναι στην πραγματικότητα όσο παντοδύναμα όσο φαίνονται – η λογοκρισία “των απαγορευμένων ερωτημάτων” που επιχειρούν, η επιλεκτική εστίαση αλλού και η αποσιώπηση των αυτονόητων έχουν τα όρια τους. Η ηγεσία του ΔΗΣΥ φαίνεται και αυτή να αντιλαμβάνεται ότι η ανανεωμένη νεοσυντηρητική παράταξη με πυρήνα την ακροδεξιά κερκίδα δεν είναι ακριβώς όσο εύκολα ελεγχομένη όσο θα έλπιζαν. Η ακροδεξιά δεν έχει συγχωρέσει τον Αναστασιάδη για το Ναι το 2004 και σε περίπτωση ανατροπής του Χριστόφια, ακόμα και αν αυτός καταφέρει τελικά να επικρατήσει, να εξασφαλίσει την στήριξη του Αρχιεπισκόπου και να αναλάβει την Προεδρία – [μάλλον απίθανο επειδή λογικά η Αρχιεπισκοπή θα επιλέξει κάποιον καθαρόαιμο απορριπτικό όπως ο Ομήρου ή έστω κάποιον λιγότερο ταυτισμένο με το Ναι όπως ο Κασουλίδης], θα αναγκαστεί και αυτός να συγκρουστεί αργά ή γρήγορα με την ακροδεξιά και εντός και εκτός του ΔΗΣΥ. Η ηγεσία της Δεξιάς παρόλο που αρχικά φλέρταρε με την ιδέα, σήμερα λογικά δεν επιθυμεί πραγματικά την ανατροπή της κυβέρνησης για πολλούς λόγους – οι οικονομικές επιπτώσεις της πολιτικής αστάθειας, ο υπαρκτός κίνδυνος ενός εμφυλίου, το ότι η διάδοχος κατάσταση θα πρέπει σε σημαντικό βαθμό να λογοδοτεί στην ακροδεξιά κλπ. Μάλλον η Δεξιά προτιμά να αφήσει την Αριστερά τυπικά στην κυβέρνηση αλλά παραλύοντας το κυβερνητικό έργο και επιβάλλοντας της πολιτικούς και οικονομικούς όρους για το υπόλοιπο της θητείας της.

6. Υποψιάζομαι ότι η αναδυόμενη συμμαχία απορριπτικών εθνικιστών και νεοφιλελευθέρων του ΔΗΣΥ που σήμερα έγινε πια ολοφάνερη, πασαλειμμένη με ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό, έχει βαθύτερα αλλά και πιο τοπικά αίτια πέραν από την αστική αντεπίθεση και τον φόβο που έσπειρε η καπιταλιστική κρίση στην τάξη των μικροαστών. Ίσως να έχουμε και μια ντε φάκτο, υπόγεια συναντίληψη αν όχι και συνεννόηση τελικά και για το μελλοντικό κλείσιμο του Κυπριακού, χωρίς βέβαια μια ντόμπρα και ανοιχτή παραδοχή από τις ηγεσίες, και με ετοιμότητα παραίτησης και αλληλοεπίρριψης των ευθυνών όταν έρθει η ώρα της επίσημης υπογραφής της διχοτόμησης. Όταν δηλαδή μετά το επερχόμενο ναυάγιο αυτής της τελευταίας προσπάθειας για ομοσπονδιακή λύση, και όταν θα έχει ήδη τροχιοδρομηθεί η συνομοσπονδιακή φόρμουλα για περισσότερο πολιτικό διαχωρισμό των κοινοτήτων και πιο αυστηρή διζωνικότητα, οι Δεξιοί του Ναι θα λεν – τι να κάνουμε, η ομοσπονδία είναι ανέφικτη, ένοχοι οι απορριπτικοί, και οι Δεξιοί του Όχι θα λεν – τι να κάνουμε, το ενιαίο κράτος/εκδίωξη των Τούρκων κλπ είναι ανέφικτη, ένοχοι οι ενδοτικοί, και στην τομή των ενόχων η Αριστερά που θα θεωρείται ταυτόχρονα ενδοτική και απορριπτική καθώς η ενωμένη Δεξιά θα ολοκληρώνει και την νομιμοποίηση της διχοτόμησης που αυτή επέβαλε στην χώρα. Αυτό ακούγεται μεν παραλογισμός, αλλά δεν είναι περισσότερο παραλογισμός από την υφιστάμενη ρητορική της δεξιάς αντεπίθεσης όπου σχεδόν συντονισμένα και χωρίς καμιά αναστολή υπάρχει εναλλαγή στις κατηγορίες προς την κυπριακή Αριστερά – ότι είναι και παρωχημένοι κομμουνιστές και ταυτόχρονα νεοταξίτες καπιταλιστές, και αντι-Δυτικοί και όργανα της Δύσης, ταυτόχρονα δέσμιοι της ιδεολογίας τους και χωρίς ιδεολογία κλπ.

7. Και τώρα στο δια ταύτα. Το ΑΚΕΛ έχει ευθύνες για την σημερινή κατάσταση. Και χτεσινές και προχτεσινές. Το ζήτημα όμως είναι το σήμερα. Το ΑΚΕΛ βρίσκεται πλέον ξανά και χωρίς να το έχει επιλέξει με την πλάτη στον τοίχο με ουσιαστικά 2 επιλογές – είτε να κινηθεί πιο αριστερά είτε να κινηθεί πιο δεξιά. Αριστερότερα σημαίνει αποφασιστική κίνηση προς την αποστρατικοποίηση και την επανένωση της χώρας και σύγκρουση με το βαθύ κράτος, την Εκκλησία και τον εθνικισμό και ταξική αντίσταση απέναντι στην αντεπίθεση του κεφαλαίου [που ονειρεύεται θεραπείες σοκ και επιχειρεί να αφαιρέσει δικαιώματα εργαζομένων ακόμα και αυτό της διαπραγμάτευσης] υποχρεώνοντας τους κατόχους του πλούτου να συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Και αυτό προϋποθέτει διάθεση για αγώνα, στην πολιτεία και την κοινωνία, στην δημόσια σφαίρα και τον δρόμο, άνοιγμα προς την κοινωνία και κινητοποιήσεις. Δεξιότερα, όπου και μάλλον θα κινηθεί τελικά – όπως έχει διαχρονικά κινηθεί όταν και όποτε στριμώχνεται, σημαίνει κομματική περιχαράκωση και κλείσιμο, αυτοπεριορισμός και διάθεση για εθνική ενότητα ακόμα και με τους όρους της Δεξιάς, περισσότερος συμβιβασμός με το κατεστημένο και τον εθνικισμό, υποχώρηση απέναντι στις διαθέσεις του κεφαλαίου και απέλπιδα προσπάθεια συντήρησης του στάτους κβο που στην ουσία όμως χειροτερεύει πλέον μέρα με την μέρα.

8. Το ΑΚΕΛ βέβαια θα κρίνει το ίδιο τι θα κάνει. Εμείς, οι αριστεροί εκτός του ΑΚΕΛ είναι το ζήτημα τι κάνουμε και τι μπορούμε να κάνουμε, αυτόνομα και ανεξάρτητα. Πιστεύω πως σήμερα οι συνθήκες είναι τέτοιες που μπορούν να σηκώσουν, ίσως για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες, μια σοβαρή και ουσιαστική συσπείρωση με οργανωτική και πολιτική επάρκεια που να υπάρχει στα αριστερά του ΑΚΕΛ. Ένα σχήμα ανοιχτό και ευέλικτο μεν, αλλά ταυτόχρονα επαρκώς δομημένο έτσι ώστε να μπορεί να έχει αποτελεσματική παρέμβαση στα πολιτικά τεκταινόμενα, να αρθρώνει κάπως πιο συστηματικά αριστερό λόγο και να τοποθετείται ορθολογικά και ολοκληρωμένα πέραν από συνθηματολογίες και αποσπασματικές εκρήξεις ακτιβισμού. Δικτυακά οργανωμένο εσωτερικά και εξωτερικά, αλλά με σχέσεις αλληλοδέσμευσης και αλληλοσεβασμού, ταξικά τοποθετημένο αλλά και ιστορικά προσγειωμένο και ταυτόχρονα απελευθερωμένο από δογματισμούς και ατέρμονες ιδεολογικές και αυτο-αναφορικές συζητήσεις.

Πηγή: Νεκατώματα

Διαρκής μη επανάσταση

Πήγαν, λέει, τα ΜΑΤ, με πρωτοβουλία Καμίνη, να αδειάσουν την πλατεία από τις σκηνές που είχαν αφήσει οι θαμώνες, που στο μεταξύ την είχαν κάνει για μπάνια. Διαδόθηκε αυτό μέσω του νετ, όπως συμβαίνει συνήθως, και ξαναμαζεύτηκαν στην πλατεία, όχι βέβαια αναγκάζοντας τα ΜΑΤ σε υποχώρηση (γιατί και αυτό ειπώθηκε) με όπλο τα σορτσάκια και τις σαγιονάρες τους, όταν δεν μπορούσαν να τα φέρουν βόλτα σε πολύ πιο κρίσιμες φάσεις, αλλά δηλώνοντας έμπρακτα ότι η πλατεία είναι λαϊκό και αμεσοδημοκρατικό κεκτημένο και θα μείνει τέτοιο, ακόμα και όταν είναι άδεια λόγω υποχρεώσεων στην παραλία. Τα μπάνια τελειώνουν τον Σεπτέμβρη και την πλατεία τη θέλουμε. Μη μου την πλατεία τάρατε ένα πράμα.

Αν ψάχνει να βρει κανείς εξηγητικά σχήματα για αυτό το σκηνικό καλοκαιρινού σουρεαλισμού στην πολιτική θεωρία θα ψάχνει επί ματαίω, και εδώ την πάτησε η αριστερά, μαζί και η αφεντιά μου: στο ότι προσπάθησε να καταλάβει την πλατεία με όρους πολιτικούς, να της δώσει θετικό ή αρνητικό πολιτικό περιεχόμενο. Αλλά το ζήτημα με την πλατεία, αρχίζω να σκέφτομαι, δεν είναι ζήτημα πολιτικής τάξης. Είναι ζήτημα ανθρωπολογικής, κοινωνιολογικής, και πολιτισμικής τάξης.

Και εδώ ερχόμαστε σε ένα ζήτημα που έχει προκύψει από τις στατιστικές για τις εκλογικές προτιμήσεις των τελευταίων δύο μηνών και που είναι βασικά ότι η πλατεία είχε εντελώς περιφερειακή σχέση με ανακατατάξεις σε εκλογικές προτιμήσεις, δηλαδή, ότι παρά τον άγριο τζόγο κάποιων στην αριστερά μαζί της, η πλατεία δεν μάσησε και περιορίστηκε στο να εκφράσει την αρνητικότητά της απέναντι στα δύο μεγάλα κόμματα παρά στο να υποστηρίξει οποιοδήποτε άλλο με εμφαντικό τρόπο. Τζάμπα η κοπιώδης underground δουλειά των καμουφλαρισμένων συντρόφων --ως τώρα τουλάχιστο-- με λίγα λόγια, διότι η πλατεία δεν ήταν πρώτη ύλη για την έκρηξη της ριζοσπαστικής αριστεράς, όπως φαντασιώνονταν οι καημένοι, αλλά κάτι άλλο, κάτι που δεν υπάρχει πουθενά στα βιβλία πολιτικής θεωρίας: η πλατεία ως τώρα ήταν μια έκρηξη καθαρής κοινωνικότητας,. Δεν είχε πολιτική στόχευση και στρατηγικό πλάνο όχι επειδή δεν κατάφερε να τα αποκτήσει, αλλά επειδή δεν ήταν αυτά που την ενδιέφεραν. Ο κόσμος κατά βάση ήθελε να βγει απ' το σπίτι του όπου είχε εγκλωβιστεί απ' τον φόβο και την κατάθλιψη, να μιλάει, να βλέπει άλλους να μιλάνε, να βλέπει ταινίες, να χορεύει, να τραγουδάει, να στρίβει τσιγάρα, να γνωρίσει ωραία παιδιά του αντίθετου ή του ίδιου φύλου, και γενικώς να περάσει καλά με λίγα λεφτά για καμιά μπύρα και κανα σουβλάκι.

Και αυτό είναι εντάξει, και ακόμα περισσότερο από εντάξει, γιατί σηματοδοτεί μια επιστροφή της λαϊκής διασκέδασης, της σαγιονάρας, της απενεχοποίησης του ότι δεν έχεις μία να πας σε κανα πιο γκλάμορους μέρος και τη βγάζεις στους δημόσιους χώρους. Και επειδή αυτές είναι σοβαρές ανάγκες σε μια υφεσιακή και ετοιμόρροπη οικονομία, είναι πολύ πιθανό --αν και με αυτά τα πράγματα ποτέ δεν ξέρεις-- η πλατεία να μονιμοποιηθεί ως κοινωνικό φαινόμενο, σε μόνιμη απόσταση απ' την πολιτική, να διεκδικήσει την πραγματική της αυτονομία από πολιτικές διεργασίες με επιτυχία χωρίς να αποφεύγει την συζήτηση για τα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά και χωρίς να την πολυκαίει να αναλάβει κάποια δράση σε κάποια κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο, χωρίς να την πολυκαίει να ακούει το οποιοδήποτε κόμμα νομίζει ότι βρήκε εκεί τη μαγιά της επανάστασης (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα, της εκλογικής ενίσχυσης εννοούσα). 

Έτσι, μαζί με το ας πούμε 60% που θα είναι ακόμα προσκολλημένο στα κόμματα, τις ανακοινώσεις τους, και τις ενδοκομματικές και διακομματικές διαμάχες τους, θα υπάρχει και ένα άλλο 30%, που θα είναι βασικά κάτι άλλο, παραπληρωματικό ως προς την πολιτική ζωή, χωρίς φιλοδοξία να την υποκαταστήσει ή να την μετασχηματίσει, αλλά με αρκετό μέγεθος και αποφασιστικότητα να διεκδικήσει τον δίκο του παραπληρωματικό χώρο ώστε το κράτος να αναγκαστεί να το ανεχτεί, τα κόμματα και οι "χώροι" να το αφήσουν ήσυχο, και αυτό να κάνει την δική του διαρκή μη επανάσταση.

Χρόνια μετά, θα γραφτούν πολύ ενδιαφέρουσες ανθρωπολογικές μελέτες για το λαό που, αφού έπαιξε και έχασε με τα καθεστωτικά κόμματα, κουράστηκε να βασανίζεται από την έλλειψη Πλάνου Β' για την πολιτική, και είπε να το διασκεδάσει τουλάχιστο, αφαιρώντας τον εαυτό του από κάθε ιστορικο-πολιτικό καθορισμό, και μετατρέποντας αυτό που για τους θεωρητικούς είναι μια διαρκής πολιτική, θεσμική, ιδεολογική και οικονομική κρίση σε έναν παράδοξα μετα-αφελή και ενσυνείδητο χαβαλέ. Υπ' αυτή την έννοια, όλα τα λεφτά βρίσκονται στο να σκεφτείς το μπαχτινικό παράδειγμα του καρνάβαλου ως αυτό που δεν προηγείται απλώς της ανάδυσης πολιτικών δομών που δίνουν κατεύθυνση στην συγκεχυμένη και αντιφατική ανατρεπτική θέληση του προκαπιταλιστικού αυτού θεσμού, αλλά έπεται επίσης του τέλους της πολιτικής, αυτή τη φορά ως διαδικασία όχι παροδική, αλλά μόνιμη.

Pablo Neruda-Ενότητα

Pablo Neruda
Ενότητα (Unidad)
Residencia en la tierra (1933)
Μτφρ.: Radical Desire

Κάτι υπάρχει πυκνό, ενωμένο, καθισμένο στο φόντο
που επαναλαμβάνει τον αριθμό του, το απαράλλαχτο σινιάλο του.
Πόσο ξεκάθαρο είναι ότι οι πέτρες έχουν αντιμετωπίσει τον χρόνο
στη φίνα τους ύλη υπάρχει η μυρωδιά του καιρού,
και η θάλασσα φέρνει νερό, αλμυρό και νυσταλέο.

Με περιβάλλει ένα μόνο πράγμα, μία μόνο κίνηση:
το βάρος των βράχων, το φως του δέρματος
προσκολλώνται στον ήχο της λέξης νύχτα:
οι αποχρώσεις του σταριού, του ελεφαντόδοντου, των δακρύων,
πράγματα φτιαχμένα από πετσί, από ξύλο, από μαλλί
που γερνούν, που ξεθωριάζουν, που μουντζουρώνονται
ενώνονται γύρω μου σαν τοίχος.

Κοπιάζω κουφός, στριφογυρνώντας πάνω απ' τον εαυτό μου
σαν το κοράκι πάνω απ' τον θάνατο, της θλίψης το κοράκι.
Σκέφτομαι, απομονωμένος στο αχανές των εποχών,
στο κέντρο ακριβώς, περικυκλωμένος από σιωπηλή γεωγραφία:
ένα κομμάτι από καιρό πέφτει απ' τον ουρανό,
μια ακραία αυτοκρατορία από συγκεχυμένες ενότητες
συγκλίνει και με κυκλώνει.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Slacker-(Richard Linklater, 1991)

1. Ο παρανοϊκός με τα προγράμματα εξερεύνησης του διαστήματος:

2. Ο εμμονικός με τη δολοφονία του JFK:

3. Οι μαστούρηδες με τα Στρουμφάκια και τον Σκούμπι Ντου:

4. Ο θυμωμένος τύπος που δεν γουστάρει τη δουλειά:

5. Η τρελή με την σεξουαλική εμμονή:

6. Ο φόρος τιμής στην ταινία, είκοσι χρόνια μετά:

7. Ολόκληρη η ταινία

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Μολότωφ κοκτέιλ #22

Αυτά που βρίσκω ανατριχιαστικά στην περίπτωση του Anders Brevik είναι δύο πράγματα. Το ένα αφορά την αντίδραση στην πράξη του: δεν υπήρξαν λίγες "πολιτισμένες" ευρωπαϊκές αντιδράσεις που, αφού αρχικά απέδωσαν τη βομβιστική επίθεση σε φανατικούς ισλαμιστές, βρήκαν μετέπειτα ιδεολογικό καταφύγιο στην γνήσια διαστροφική λογική ότι στην ουσία ο Brevik λειτούργησε σαν φανατικός ισλαμιστής. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, ο αντι-ισλαμισμός του Brevik είναι ένας πολύ καλός λόγος όχι για να επανεξετάσει κανείς αυτοκριτικά την αρνητική του προδιάθεση προς τους Μουσουλμάνους, αλλά, αντίθετα, για να εμμείνει σε αυτήν με έμφαση: η βία φέρνει βία, όλοι το γνωρίζουν αυτό· και ιδού, ο Brevik δεν έχει μόνο αιμοσταγές άδικο αλλά και κρυφό δίκαιο, διότι η αραβοποίηση της Ευρώπης, απόδειξη της οποίας είναι η δολοφονική πράξη του ίδιου, είναι όντως μια πραγματική απειλή για τον πολιτισμό. Ο Χριστιανισμός δεν απειλεί την Ευρώπη και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό παρά μόνο όταν νιώσει ότι απειλείται σε τέτοιο βαθμό ώστε να μεταλλαχθεί σε "ισλαμικού χαρακτήρα" φονταμενταλισμό, και συνεπώς το Ισλάμ είναι πράγματι αυτό που απειλεί την Ευρώπη, όχι μόνο όταν της επιτίθεται, αλλά και όταν του επιτίθεται η Ευρώπη. Πρόκειται για την απόλυτα παρανοϊκή έκφραση του zeitgeist μιας παραπαίουσας οικονομίας, κουρελιασμένων ψευδο-οραμάτων πολιτισμικής υπερβατικότητας, και κυρίως, της έμπρακτης απουσίας αλληλεγγύης και μέριμνας μεταξύ "γηγενών" Ευρωπαίων, η υπεραναπλήρωση και απάρνηση της οποίας απαιτεί, όπως συμβαίνει πάντοτε, έναν "εξωτερικό" και εξωτικοποιήσιμο εχθρό.

Σε ό,τι αφορά τώρα τον ίδιο τον Brevik, αυτό που βρίσκω ανατριχιαστικό είναι ένα δεύτερο παράδοξο. Το παράδοξο αυτό μπορεί να συνοψιστεί με αναφορά στην απόλυτη αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στο απόλυτα αδιαμεσολάβητο της βίας ως μέσου με την οποία εξολόθρευσε πάνω από εκατό ανθρώπους (και μόνο η ιδέα του ανθρώπου που αντέχει να πυροβολεί ανθρώπινα σώματα για πάνω από μία ώρα, το γεγονός ότι δεν σταματά να πυροβολεί όχι λόγω ηθικής απέχθειας αλλά ούτε καν λόγω φυσικής κούρασης είναι τρομακτική) και τον απόλυτα διαμεσολαβημένο χαρακτήρα των στόχων της: κανείς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει ακόμα αναρωτηθεί τι σημαίνει για κάποιον να μισεί αρκετά ώστε να σκοτώσει με τέτοιο τρόπο δεκάδες νέους, αλλά να μη μισεί αρκετά ώστε να σκοτώσει αυτούς που υποτίθεται ότι πραγματικά μισεί, δηλαδή Μουσουλμάνους. Ο στόχος του Brevik, τα θύματά του, δεν ήταν ο ξένος, αλλά όσοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τη φιλοξενία του. Δεν ήταν ο φαντασιακός φταίχτης ο ίδιος, αλλά ο διαμεσολαβητής του. Ο φόνος τους χαρακτηρίστηκε απ' τον ίδιο ως απλά "αναγκαίος", απαραίτητο τίμημα για ένα στόχο που δεν  ήταν ταυτόσημος με τα θύματα.

Με άλλα λόγια, από τη μία κινητοποιείται μια πολύπλοκη διαδικασία συμβολικής υποκατάστασης (νεολαία του κυβερνώντος κόμματος ως συνώνυμη της κρατικής πολιτικής, κρατική πολιτική ως συνώνυμη της ανεκτικότητας στους Μουσουλμάνους, ανεκτικότητα στους Μουσουλμάνους ως συνώνυμη της καταστροφής του ευρωπαϊκού πολιτισμού), από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή εξέρχεται εντελώς από την σφαίρα της συμβολικής υποκατάστασης και μεταφράζεται φονικά πάνω στα πραγματικά ανθρώπινα σώματα των συμπατριωτών του: είναι σαν η σκηνή στην οποία ο Αβραάμ σφάζει ένα κριάρι αντί για το γιό του, χύνοντας το αίμα του "αλλότριου" αντί για αυτό του "οικείου", να μετατρέπεται σε μια εφιαλτική εκδοχή στην οποία ο πατριάρχης, έχοντας πειστεί απ' τη φωνή του Θεού ότι πρέπει να σφάξει ένα κριάρι, θεωρεί απαραίτητο να σφάξει το γιό του αντ' αυτού. Η μαύρη κωμωδία μιας τέτοιας εκδοχής δεν πρέπει όμως να μάς απομακρύνει από το πραγματικό διακύβευμα της παράδοξης επιλογής του Brevik, που δεν είναι άλλο απ' το να πετύχει αυτό ακριβώς που ήδη, πιθανόν, πέτυχε σε ένα βαθμό: να τρομοκρατήσει τόσο τους οικείους του λευκούς Ευρωπαίους για ένα διπλό σενάριο τρόμου (στο οποίο θα σφαχτούν είτε από Μουσουλμάνους, είτε από κάποιο συμπατριώτη τους επειδή δεν σφάζουν τους Μουσουλμάνους), ώστε να τους αναγκάσει να δουν στον Μουσουλμάνο αυτόν που πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πεθάνει.

Έτσι ερχόμαστε και στην αντικομμουνιστική φλέβα της σκέψης του Brevik, της οποίας την παράνοια βλέπουμε να αποκρυσταλλώνεται άψογα στο σενάριο του ΣΟΣ Πεντάγωνο καλεί Μόσχα του Κούμπρικ: ο διοικητής της αμερικανικής βάσης ενορχηστρώνει ένα ψευδές σενάριο επίθεσης των σοβιετικών ώστε να αναγκάσει τους συμπατριώτες του να συναινέσουν στην πυρηνική καταστροφή της ΕΣΣΔ όχι επειδή διαπιστώνουν ότι έχουν δεχτεί επίθεση, αλλά για να μην δεχτούν επίθεση αφού έχουν οι ίδιοι επιτεθεί πρώτοι. Στην διαδικασία, δεν διστάζει να δώσει εντολή στους στρατιώτες του να πυροβολούν τους συμπατριώτες τους που προσπαθούν να εισβάλλουν στη βάση και να αποσπάσουν τον κωδικό ώστε να ανακαλέσουν την επίθεση, λέγοντάς τους ότι σίγουρα θα πρόκειται για σοβιετικούς μεταμφιεσμένους σε αμερικανούς στρατιώτες. Η σκηνή που ακολουθεί στην αίθουσα πολέμου --όπου ο στρατηγός που υποδύεται ο George C. Scott επιχειρηματολογεί στον εμβρόντητο πρόεδρο των ΗΠΑ ότι έστω και έχοντας ξεκινήσει από έναν τρελό, η πυρηνική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ έχει ωστόσο δημιουργήσει ήδη μια κατάσταση που κάνει μια ενσυνείδητη και με όλα τα μέσα πυρηνική επίθεση αναγκαία-- εκφράζει απόλυτα την παρανοϊκή μεν, λογικά όμως ατράνταχτη, λογική με την οποία ο Brevik μετέτρεψε την απίστευτης ωμότητας επίθεση κατά των ομοφύλων του σε μέσο εκβιασμού της (ήδη αηδιαστικά εκβιάσιμης) ευρωπαϊκής κοινής γνώμης κατά των μουσουλμάνων εχθρών: η Ευρώπη καλείται να γίνει Brevik ακριβώς ώστε να μην ξαναβρεθεί μπροστά είτε σε Brevik, είτε σε αυτούς που πιθανό να θελήσουν να την εκδικηθούν για τους Brevik που ήρθαν και πιθανό να ξαναρθούν στο μέλλον.

Arcade Fire cover The Clash, Bowie, Magnetic Fields







Ο Μαρξ και ο τυφλοπόντικας

Αλλά η επανάσταση είναι συστηματική. Ακόμα, ταξιδεύει μέσα στο καθαρτήριο. Κάνει τη δουλειά της μεθοδικά...Και όταν έχει ολοκληρώσει το δεύτερο μισό της προκαταρκτικής της εργασίας, η Ευρώπη θα αναπηδήσει απ' το κάθισμά της και θα φωνάξει: έσκαψες καλά, γερο- τυφλοπόντικα!
Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ
Αίσωπος, Μακιαβέλι, Χομπς, Μαντεβίλ, Σουίφτ, Λα Φονταίν....Μαρξ. Ζωϊκές αλληγορίες. Διδακτική ζωοπολιτική. Ένα είδος με την δική του ιστορία, υπόγεια και τις περισσότερες φορές αόρατη για την επίσημη λογοτεχνική ιστορία, που μάλλον το θεωρεί περιορισμένου διανοητικού βεληνεκούς και περιφερειακό σε σημασία.
Ο κόρακας και η αλεπού, ο λαγός και η χελώνα, ο κένταυρος, ο Λεβιάθαν, οι μέλισσες, οι Ουϊμίν τα έλλογα άλογα, ο λύκος και το πρόβατο, ο τυφλοπόντικας: Η αλληγορία του Μαρξ είναι αρκετά προκλητική, μάλλον ρηξικέλευθη. Ας θυμηθούμε ότι η αναπαράσταση της  επανάστασης στον 19ο αιώνα είναι επική, εξυψωτική, ηρωϊκή, sublime. Η πεμπτουσία της ρομαντικής αναπαράστασης της (αστικής βέβαια) επανάστασης είναι, φυσικά, ο Ντελακρουά, αλλά και ένα σωρό μιμητές του σε Ευρώπη και Βόρειο Αμερική. H ρομαντική αναπαράσταση δεν έχει χώρο για τυφλοπόντικες. Οι τυφλοπόντικες δεν είναι sublime, είναι underground.
Αλλά ο Μαρξ δεν μιλάει για αστική επανάσταση και δεν τον ενδιαφέρει ο κόσμος του Ντελακρουά. Τα δικά του επαναστατικά υποκείμενα δεν κινούνται στο φως του Διαφωτισμού. Είναι τα υπολείμματά του. Η δική τους σφαίρα είναι "το καθαρτήριο." Δύσμορφα, αγράμματα, αξιοπεριφρόνητα αντικείμενα της αηδίας και της απέχθειας της αστικής κοινωνίας που έρπουν στα τέσσερα: λέγονται προλετάριοι. Η δική τους επανάσταση, αυτό λέει η ζωοπολιτική αλληγορία σε ένα πρώτο επίπεδο, μπορεί να κυοφορηθεί μόνο υπόγεια, να προετοιμαστεί κάτω απ' την επιφάνεια των πραγμάτων, σε αλληγορικές σήραγγες όπως αυτές που φαντάζονται σε κυριολεκτικό επίπεδο ο Ευγένιος Σου και ο Βίκτωρ Ουγκώ στα Μυστήρια των Παρισίων και τους Αθλίους αντίστοιχα. Ή, έξω απ' τα σύνορα της λογοτεχνίας, στις σήραγγες των ορυχείων όπου συχνά-πυκνά οι προλετάριοι θάβονται ζωντανοί όταν κάτι πάει στραβά και καταρρεύσουν τα τοιχώματα. Πώς θα θελε τότε κάποιος να είναι κυριολεκτικά τυφλοπόντικας, να σκάψει με όλη του τη δύναμη προς την έξοδο! Μερικές φορές, το να γίνεσαι τυφλοπόντικας είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα όταν δεν έχεις προοριστεί ακριβώς να ζεις έξω, στο φως που περιβάλλει την καλή κοινωνία, τους ανθρώπους με τρόπους και ευπρέπεια.
Για τον τυφλοπόντικα --αυτό τον ενδιαφέρει επίσης τον Μαρξ-- όλα είναι δρόμος, πέρασμα, δίοδος. Αν το σκεφτείς, ο τρόπος του μοιάζει πολύ μ' αυτόν του "καταστροφικό χαρακτήρα" στον Μπένγιαμιν:
Ο καταστροφικός χαρακτήρας εργάζεται πάντα ατάραχα. Η Φύση είναι αυτή που υπαγορεύει τους ρυθμούς του, τουλάχιστον έμμεσα, διότι πρέπει να την προλάβει. Αλλιώς θα αναλάβει αυτή την καταστροφή.[...]
Ο καταστροφικός χαρακτήρας δεν βλέπει τίποτε ως μόνιμο. Αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο διακρίνει δρόμους παντού. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν τοίχους ή βουνά, εκεί επίσης βλέπει έναν δρόμο. Αλλά επειδή διακρίνει δρόμους παντού, πρέπει να τους καθαρίσει από εμπόδια παντού. Όχι πάντα με την ωμή βία· μερικές φορές με την πιο εκλεπτυσμένη. Επειδή βλέπει παντού δρόμους, στέκεται πάντοτε στο σταυροδρόμι. Καμία στιγμή δεν μπορεί να γνωρίζει τι φέρνει η επόμενη. Αυτό που υπάρχει το κάνει συντρίμμια -- όχι για χάρη των συντριμμιών, αλλά για χάρη του δρόμου που περνά ανάμεσά τους.
Ο τυφλοπόντικας καταστρέφει τη σύσταση του περιβάλλοντος στο οποίο ζει γιατί επιθυμεί διόδους. Αυτή είναι η φυσική του προδιάθεση: να υποσκάπτει το ίδιο του το περιβάλλον στην αναζήτηση περασμάτων. Καθώς γεμίζει το υπέδαφος τρύπες, η εργασία του κάνει το έδαφος επισφαλές, ασταθές. Μια μέρα, μπορεί ο κόσμος όλος που κινείται αμέριμνα από πάνω του να νιώσει τη γη να κλονίζεται κάτω απ' τα πόδια του. Αυτή είναι η στιγμή της πραγματικής αναγωγής του τυφλοπόντικα σε επαναστάτη: όχι η στιγμή που φτάνει σε ένα σημείο-στόχο, γιατί τέλος ούτε υπάρχει ούτε έχει νόημα για αυτόν, αλλά η στιγμή που το αδιάκοπο σκάψιμό του κάνει το έδαφος, και όσους στέκονται πάνω του, να καταρρεύσει.

Ο τυφλοπόντικας σκάβει στα τυφλά. Αυτό δεν σημαίνει ότι σκάβει χωρίς νόημα, χωρίς πλάνο. Σημαίνει ότι το πλάνο του είναι το ίδιο το σκάψιμο, όχι η ουτοπία του πού οδηγεί. Υπάρχει σιγουριά στην εργασία του, αλλά δεν είναι η σιγουριά της τελεολογίας. Υπάρχει ένστικτο ακριβές για τα σημεία εκείνα όπου το έδαφος είναι πιο ευάλωτο, υποχωρεί πιο εύκολα στη μουσούδα και τα νύχια του. Αλλά όχι ενόραση, ούτε προφητεία. Ο τυφλοπόντικας δεν καταστρώνει σχέδια για το μέλλον, δεν κατασκευάζει μακέτες μιας ωραίας κοινωνίας για τυφλοπόντικες. Δεν έχει χρόνο για αυτά. Η μεθοδικότητά του συνοδεύεται από την έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στις αναπαραστάσεις των ωραίων συναισθημάτων, των ωραίων εμπειριών. Δεν τις βλέπει καν. Το πεδίο του ορατού είναι άλλωστε για αυτούς που ζουν στο φως, του κόσμου από πάνω, του Διαφωτισμού, των ευκλεών χειραφετήσεων του παρελθόντος. Ο δικός του κόσμος είναι σκοτεινός, γεμάτος απ' την αποφορά της μούχλας και της αποσύνθεσης του αρχείου, θαμμένων σκουπιδιών που ο κόσμος πέταξε πριν καιρό και μετά ξέχασε πως υπάρχουν.
Πολύ πριν οι Ντελέζ και Γκουαταρί ανακαλύψουν το "γίγνεσθαι ζώο", ο Μαρξ, χαμένος μέσα στο αρχείο της Βρετανικής βιβλιοθήκης όπου τρύπωνε και ροκάνιζε στις εφημερίδες, τις αναφορές εργατικών ατυχημάτων, τα πρακτικά του κοινοβουλίου, για να φέρει στο φως την θαμμένη και ανήλιαγη ζωή μουτζουρωμένων και βρώμικων προσώπων, την εμπειρία του να ζεις στα τέσσερα σε ένα κόσμο που είναι όλος τοίχωμα και αντίσταση στο σώμα σου, έγινε τυφλοπόντικας. Έγινε ιδρυτής μιας κρυφής συνομοταξίας τρωκτικών που στόχο έκτοτε έχει την διάβρωση, ως το σημείο της εκ των ένδον κατάρρευσης, του περιβάλλοντός της. Η συνομοταξία αυτή δεν συγκεντρώνει τη συμπάθεια των ανθρωπιστών. Το τρίχωμά της είναι τραχύ, τα νύχια της κοφτερά, και η τάση της είναι να δαγκώνει τα χέρια που πάνε να την ταϊσουν. Οι καλλιτέχνες την αποφεύγουν, καθώς δεν ενσαρκώνει τίποτε το υψιπετές και ευπαρουσίαστο. Οι φιλόζωοι, τέλος, προτιμούν σαφώς πιο φιλικά και πειθήνια κατοικίδια από αυτή την αγενή και αγνώμονα φάρα, που θαρρείς και δεν ανασαίνει παρά όταν βρει ευκαιρία να σκάψει, και που δεν επιθυμεί καν τον ήλιο, μόνο τη διάτρηση της πυκνότητας του σκοταδιού.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Amy who?













Απορίες για τη θεωρία του Big Bang (or, what is it that puts Moody's in a bad mood, really?)

Όχι, δεν πρόκειται για ένα κείμενο όπου απευθύνω ερωτήματα στον Στίβεν Χόκιγκ σχετικά με τη γέννεση του Σύμπαντος. Το εν λόγω Big Bang theory είναι θεωρία του οίκου αξιολόγησης Moody's, ο οποίος ανακοίνωσε την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου από A2 σε Baa1. Που κολλάει το Big Bang Theory; Μα, στην ιδέα ότι κεντρική ευθύνη για την υποβάθμιση έχει το μεγάλο μπουμ στο Μαρί στις 11 Ιουλίου. Αντιγράφω από disdaimona:
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο Οίκος, αναφέρει ότι βασικός λόγος της υποβάθμισης είναι η ανησυχία για τη δημοσιονομική θέση της Κύπρου μετά την έκρηξη στο Μαρί και στην οικονομική ζημιά που προκάλεσε στην Κύπρο.
Επικαλούνται επίσης το συνεχώς αυξανόμενο εριστικό πολιτικό κλίμα που αναπτύσσεται στην Κύπρο, το οποίο έχει αυξήσει τους κινδύνους να μην εφαρμοστούν τα νέα κυβερνητικά μέτρα για την οικονομική εξυγίανση.
Κατανοητό ελπίζω ότι στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται ρητά το μεγάλο μπουμ ως λόγος υποβάθμισης, διότι ενισχύει την επενδυτική ανησυχία λόγω των προβληματισμών για το μέγεθος της ζημίας και τις επιπτώσεις της σε μια ήδη υφεσιακή οικονομία, ενώ στη δεύτερη αναφέρεται υπόρρητα, διότι, ε, δεν είναι η ζέστη που προκάλεσε το "συνεχώς αυξανόμενο εριστικό πολιτικό κλίμα" στο νησί, αλλά ο καυγάς για το τις πταίει για το μεγάλο μπουμ. Τώρα, ποια είναι η απορία μου για τη θεωρία του Big Bang και τον οίκο Moody's;

Να σας πω. Τον Μάρτη που μας πέρασε, από την άλλη πλευρά του κόσμου, και δη στην Ιαπωνία, έγινε επίσης ένα μεγάλο μπουμ, πολύ μεγάλο μπουμ, με την έννοια ότι γέμισε τον τόπο πυρηνικά κατάλοιπα, τα οποία δεν συνηθίζουν να φεύγουν απ' την ατμόσφαιρα ή το νερό όπως η πυρίτιδα. Την ίδια στιγμή, οι Ιάπωνες είναι παγκόσμιοι πρωταθλητές δημόσιου χρέους, μιας και σύμφωνα με τα στοιχεία του 2010, το δημόσιό τους χρέος ανέρχεται στο 225.8% του ΑΕΠ τους, δηλαδή, με στοιχεία Αυγούστου 2010, γύρω στα 10.5 ψωροτρισεκατομμύρια δολλάρια.

Τι τους έκανε λοιπόν η Moody's τους καταχρεωμένους Ιάπωνες όταν, σαν να μη τους έφτανε η εκτός ελέγχου κατάσταση του χρέους τους, τούς προέκυψε ένα μεγάλο μπουμ; Σε ποιο αχαρτογράφητο βάραθρο πιστοληπτικής αθλιότητας τους έριξε; Κατ' αρχάς, πριν το ατύχημα στη Φουκουσίμα, η Ιαπωνία με το παγκόσμιο ρεκόρ χρέους είχε πιστοληπτικό rating Aa2, ψηλότερο δηλαδή από αυτό που έχει τώρα η Κύπρος. Όταν ήρθε και το μεγάλο μπουμ,  η Moody's θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε ότι "ίσως θα πρέπει να επανεξετάσει" το  rating καθώς "το οικονομικό και δημοσιονομικό κόστος του σεισμού μπορεί να ήταν πολύ ψηλότερο από αυτό που αναμενόταν." Άλλοι οίκοι, πιο μoβόρικοι αυτοί, δεν περίμεναν τόσο. Η άπονη Standard and Poor (τι όνομα!) την κατέβασε από ΑΑ σε ΑΑ- (μόνο αυτός που η δασκάλα του στο δημοτικό του έβαλε σκέτο δέκα αντί για δέκα με τόνο ξέρει τον πόνο και τον οδυρμό!). Και η Moody's; Η Moody's, που εξέδωσε ανακοίνωση ότι επανεξετάζει την πιστοληπτική ικανότητα της Ιαπωνίας εν όψει πιθανής υποβάθμισής της στις 31 Μαϊου, ακόμα την επανεξετάζει, μιας και το σάιτ της, που επισκέφθηκα επί σκοπού μιας και δεν βρήκα τίποτε σχετικό με υποβάθμιση στο νετ, δεν αναφέρει τίποτε περαιτέρω για το θέμα.

Οπότε, καταλαβαίνετε, έχω κάποιες απορίες για τη θεωρία του big bang. Αλλά μπορώ να τις συνοψίσω σε μία: Ποιον νομίζουν ότι δουλεύουν εκεί στη Moody's;

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Για την πραγματική υπαγωγή (real subsumption) και τις συνεπαγωγές της

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε παγκόσμια κλίμακα, οι σημαντικές και διαβρωτικές επιπτώσεις της κρίσης του καπιταλισμού σε πολιτικούς θεσμούς, κοινωνικές δομές, και επίπεδο διαβίωσης δεν έχουν βρει έως τώρα συμβατή σε σφοδρότητα και αποφασιστικότητα κοινωνική ανταπόκριση. Στην Ελλάδα, όπου ο Ιούνης σημαδεύτηκε από σφοδρές αντιπαραθέσεις μέσα στους κόλπους της αριστεράς για τη φύση και τις προοπτικές του λεγόμενου "κινήματος των αγανακτισμένων" (με το παρόν ιστολόγιο να εξελίσσεται σε πεδίο λεκτικής μάχης για το θέμα), το άτυπο γκάλοπ που διενήργησα σχετικά με το αν οι λαϊκές αντιδράσεις στο Μεσοπρόθεσμο ήταν συμβατές σε έκταση και ένταση με την δική του, αντιλαϊκή, έκταση και ένταση, δείχνει ότι υπάρχει αντίληψη του γεγονότος αυτού: όσο λυσσαλέα και αν διαφώνησαν για το ίδιο το κίνημα, οι αναγνώστες του ιστολογίου έδωσαν 24%, 35%, 11%, και 27% σε διαφορετικές εκδοχές των αιτιών της αρνητικής απάντησης, της απάντησης δηλαδή ότι οι αντιδράσεις που κατάφεραν να εκφράσουν οι πολίτες δεν ήταν συμβατές με τη σφοδρότητα των μέτρων που προαναγγέλθηκαν (οι θετικές αποτιμήσεις του συσχετισμού κρατικής δράσης και λαϊκής αντίδρασης ήταν αντίστοιχα μόνο 11%, 11%, 18% και 6%).

Εξίσου αναμφισβήτητα, η Ελλάδα ήταν, από την σκοπιά της πενιχρής έστω έντασης της λαϊκής αντίδρασης, στην πρώτη γραμμή της υποτονικότατης και εν πολλοίς απογοητευτικής αγωνιστικότητας της λεγόμενης (μάλλον καταχρηστικά) "Ευρώπης των λαών", αφού άλλες πληγώμενες χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία υπήρξαν σαφώς πιο ευπειθείς ως προς τη συμμόρφωση με την πολιτική που τους επιβλήθηκε από το ΔΝΤ και την ΕΕ, ενώ οι κοινωνίες των ισχυρών κρατών-μελών έμειναν ουσιαστικά αμέτοχες και αδιάφορες.

Όλα αυτά ειπώθηκαν ήδη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις αναρτήσεις του ιστολογίου και στα σχόλια που έγιναν. Αυτό που μένει να αιωρείται είναι ένα "γιατί;" Γιατί βρισκόμαστε, τρία χρόνια μετά την ανάδυση της κρίσης σε παγκόσμια κλίμακα και ενάμιση χρόνο μετά την καταστροφική της έλευση στην Ελλάδα, σε μια κατάσταση ουσιαστικής κοινωνικής ακινησίας και παράλυσης που μόνο ο υστερικός τόνος και οι σωρεία υπερβολών σττις οποίες καθυποβάλλονται τόσο τα ΜΜΕ όσο και τα λεγόμενα "εναλλακτικά μέσα" (ιστολόγια, κλπ) καταφέρνει να παρουσιάσει ως διαρκή τρικυμία;

Θα ήθελα εδώ να προτείνω την επανεξέταση, από τη σκοπιά των φαινομένων που έθιξα συνοπτικά πιο πάνω, των υπονοημάτων της έννοιας της "πραγματικής υπαγωγής" (real subsumption) στο έργο του Μαρξ. Για να καλύψουμε το θέμα συνοπτικά, ας χρησιμοποιήσουμε (σε δική μου μετάφραση) την χρήσιμη σύνοψη του ζητήματος στο αγγλόφωνο ιστολόγιο What in the hell...:
Ο Μαρξ όρισε την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο "Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής", το λεγόμενο αδημοσίευτο έκτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, τόμος 1. Η πραγματική υπαγωγή ορίζεται σε αντίθεση με την τυπική υπαγωγή της εργασίας. Η τυπική υπαγωγή υφίσταται όταν οι καπιταλιστές αναλαμβάνουν τον έλεγχο των εργασιακών διαδικασιών οι οποίες πηγάζουν εκτός ή πριν από την καπιταλιστική σχέση μέσω της επιβολής μισθού. Στην πραγματική υπαγωγή, η εργασιακή διαδικασία οργανώνεται εκ των ένδον,  ώστε να ανταποκρίνεται με τις επιταγές του κεφαλαίου. Ένα παράδειγμα των διαδικασιών αυτών θα ήταν το πλέξιμο με το χέρι, το οποίο γίνεται εργασία που εκτελείται για μισθό (τυπική υπαγωγή) και το οποίο μετά καταλήγει να εκτελείται από μηχανές (πραγματική υπαγωγή). Η πραγματική υπαγωγή με την έννοια αυτή είναι μια διαδικασία ή τεχνική που λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά σημεία σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού. Για κάποιους στοχαστές, όπως ο Αντόνιο Νέγκρι, η πραγματική υπαγωγή μεταμορφώνεται σε πραγματική υπαγωγή της κοινωνίας τέτοια ώστε όλη η κοινωνία να γίνεται μια έκφανση της καπιταλιστικής παραγωγής. Στην εκδοχή αυτή η πραγματική υπαγωγή είναι μια εποχή, ένα στάδιο του καπιταλισμού μέσα σε μια ιστορική περιοδοποίηση, που είναι ανάλογο με την μετανεωτερικότητα.
Αυτό που αντιλαμβάνομαι ως κρίσιμο στοιχείο στον ορισμό του Μαρξ, και συγκεκριμένα στην αντίστιξη τυπικής και πραγματικής υπαγωγής, είναι η σημασία του ιστορικού σταδίου εξέλιξης της παραγωγής από τη σκοπιά των μεταμορφώσεων που φέρνει η διείσδυση της καπιταλιστικής οργάνωσής της: με άλλα λόγια, η σημασία της διαφοράς ανάμεσα σε μια κατάσταση όπου ο καπιταλισμός εγκολπώνει απομεινάρια προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής σε μια νέα οικονομική λογική και σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει πλέον κανένα τέτοιο απομεινάρι, όπου η εργασία έχει ήδη εγκολπωθεί ολοκληρωτικά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και όπου οι όποιες αναπροσαρμογές και μεταμορφώσεις της αφορούν "εσωτερικές", δηλαδή εξ ολοκλήρου εντός του καπιταλισμού, διαδικασίες.

Γιατί θεωρώ το στοιχείο αυτό κρίσιμο από την πολιτική, και όχι απλώς από την οικονομική σκοπιά;

Διότι, ιστορικά, ένα τεράστιο μέρος της πολιτικής ανταπόκρισης που βρήκε ο αντικαπιταλισμός (σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού, ακόμα και αναρχιστικού τύπου) πήγασε από την ύπαρξη μεγάλων πληθυσμών (αγροτών, τεχνητών, κλπ) των οποίων ο τρόπος ζωής, οι συνήθειες, η αντίληψη για την εργασία κλπ, δεν είχαν εγκολπωθεί ακόμα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στην μισθωτή σχέση. Οι πληθυσμοί αυτοί είχαν πολύ φρέσκια ακόμα την εικόνα της μερικής έστω αυτονομίας ή ανεξαρτησίας τους από την μισθωτή σχέση και ήταν, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, ικανοί μεγάλης αποφασιστικότητας μπροστά στην απειλή της πλήρους υπαγωγής τους στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, την απώλεια της αυτονομίας τους απέναντι στη μισθωτή σχέση, και την μετατροπή τους σε απλό προλεταριάτο. Ο ύστερος καπιταλισμός, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη όχι μόνο οποιουδήποτε περιθωρίου αυτονομίας από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και την μισθωτή σχέση, αλλά και από την εξάλειψη της ίδιας της μνήμης μιας τέτοιας αυτονομίας: με απλά λόγια, σε μια κοινωνία όπου η πραγματική υπαγωγή έχει φτάσει στην πλήρη της ωρίμανση τόσο στη σφαίρα της εργασίας όσο και σε αυτή της ιδεολογίας κανείς δεν θυμάται με τρόπο πολιτικά κοινωνήσιμο ένα τρόπο εργασίας πριν τον καπιταλισμό, και συνεπώς κανείς δεν έχει ζωντανή, βιωμένη κοινωνική αναφορά από την οποία να αντλεί και στην οποία να επαναδιοχετεύει δημιουργικά τον όποιον αντικαπιταλισμό του. Ο τελευταίος, κατά συνέπεια, παραμένει αναγκαστικά αφηρημένος, χωρίς ψυχικά και συναισθηματικά ερείσματα, χωρίς ικανότητα να ριζώσει σε αυτό που ο Σορέλ αποκάλεσε "μύθο", ικανό να κινητοποιήσει και να εμφυσήσει αποφασιστικότητα και σθένος στις μάζες. 

Και βέβαια εδώ είναι που εμφανίζεται ως σημαίνον στοιχείο και το γνωστό ζήτημα που θέτουν οι κομμουνιστικές επαναστάσεις στην ΕΣΣΔ και την Κίνα, δηλαδή το γεγονός ότι οι επαναστάσεις αυτές δεν αφορούσαν πληθυσμούς όπου ο καπιταλισμός είχε καταφέρει ήδη την πραγματική υπαγωγή της εργασίας, αλλά πληθυσμούς σε συντριπτικό βαθμό αγροτικούς, ημιφεουδαλικούς από τη σκοπιά της οργάνωσης της παραγωγής, και συνεπώς ξένους και καχύποπτους, σε μεγάλο βαθμό, προς την ιδέα της μισθωτής σχέσης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ο οποίος και συνδέθηκε, με επωφελή για την επανάσταση τρόπο, με το επαχθή για τον λαό χαρακτήρα της ευρύτερης εισβολής της "Δύσης" στον τρόπο ζωής και τις θεμελιώδεις πολιτισμικές αξίες μη δυτικών κοινωνιών). 

Η παρέμβαση του Νέγκρι, η απόφαση δηλαδή να συνδέσει θεωρητικά αυτό που ο Μαρξ περιορίζει στην σχέση του τρόπου παραγωγής με την εργασία με την σφαίρα της κοινωνίας ευρύτερα, μού φαίνεται απόλυτα νόμιμη ως τέτοια (οι συνεπαγωγές που αντλεί ο Ιταλός, από την άλλη, όχι). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο επίπεδο της λεγόμενης βάσης δεν μπορεί να μην συνοδεύεται από συνέπειες στο επίπεδο του εποικοδομήματος, δηλαδή της ιδεολογίας και της ιδεολογικής επεξεργασίας της πραγματικότητας. Μια κοινωνία στην οποία έχει απωλεστεί και το τελευταίο ίχνος αυτονομίας απέναντι στη μισθωτή σχέση και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν είναι απλώς μια κοινωνία όπου το παρελθόν δεν παρέχει καμία απτή εικόνα ανεξαρτησίας από τον καπιταλισμό, καμία εμπειρία της δυνατότητας επιβίωσης της κοινωνίας και του ατόμου έξω από τις καπιταλιστικές σχέσεις· είναι επίσης μια κοινωνία σε κατάσταση ομηρίας ως προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Με άλλα λόγια, και εδώ οφείλουμε να είμαστε ωμοί, ο σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να μισήσει τον καπιταλισμό και να επιθυμήσει την καταστροφή του χωρίς να συναισθανθεί ότι ο μισθός του, οι όποιες οικονομίες του, η βιολογική του επιβίωση, η ζωή και η ευημερία της οικογένειάς του, συνδέονται τόσο άμεσα και οργανικά με την επιβίωση του καπιταλισμού ώστε η καταστροφή του κεφαλαίου να μην είναι εννοήσιμη παρά ως καταστροφή του ίδιου αυτού που θα ήθελε, σε αφηρημένο πάντα επίπεδο, να βγει απ' τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο ζωής. Αλλά και πέραν τούτου, η Νεγκρική ερμηνεία της πραγματικής υπαγωγής σημαίνει, τουλάχιστον για μένα, ότι το σύνολο των τρόπων με τους οποίους ο άνθρωπος που ζει σε μια εξ ολοκλήρου υπαγώμενη στον καπιταλισμό κοινωνία φαντάζεται την "αντίσταση" στον καπιταλισμό, είναι ήδη διαμεσολαβημένοι από τις καπιταλιστικές δομές και έχουν ήδη συγκροτηθεί ιδεολογικά από τις εμφάσεις και τις απαγορεύσεις τους.

Για να επιστρέψουμε στην όλη συζήτηση περί "κινήματος των αγανακτισμένων", η ηδονιστική έμφαση στη μέθεξη με το "βίωμα" της πλατείας, η εξύψωση της ατομικής αυτενέργειας πέρα από κάθε κοινωνικό επικαθορισμό, η παραμέληση της συλλογικής πειθαρχίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης της αποτελεσματικής πολιτικής αντίστασης, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα υπαίθριας αγοράς μεταμοντέρνων "επαναστατικών ταυτοτήτων" σύντομης χρήσης και περιορισμένων μακροπρόθεσμων συνεπειών, η φετιχοποίηση της "δημοκρατίας" και της "γνώμης", η εξ αρχής υπαγωγή στις τεχνικές του θεάματος και στο σύστημα των θεσμικών και εναλλακτικών ΜΜΕ, η καχυποψία απέναντι στην δεδηλωμένα προλεταριακή-εργατική πολιτική στράτευση και μορφή υποκειμενοποίησης--όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της "αμφισβήτησης" που είδαμε να παρελαύνουν στις πλατείες και στις επιδοκιμαστικές έως ενθουσιώδεις αριστερές πολιτικές τοποθετήσεις για αυτές, μαρτυρούν το βάθος της διείσδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην υποτιθέμενα αντικαπιταλιστική ιδεολογία, στον μαζικά διαθέσιμο τρόπο εννοιολόγησης της ιστορίας και των κοινωνικών κινημάτων, στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης του εαυτού και των κοινωνικών σχέσεων. Και βέβαια δεν έχει κανείς λόγους να αμφισβητήσει την θέση ότι τα κομμάτια εκείνα της κοινωνίας που έτυχαν κριτικής σ' αυτή την εξόχως αντιφατική προσπάθεια άρθρωσης αντικαπιταλιστικού λόγου (τα κόμματα της αριστεράς, τα συνδικάτα), είναι τα ίδια εμποτισμένα από τις ιδεολογικές στρεβλώσεις που επιφέρει η πραγματική υπαγωγή (ρεφορμισμός, οπορτουνισμός, παθητικός ησυχασμός, έλλειψη απτού μετασχηματιστικού οράματος) -- τόσο εμποτισμένα, στην πραγματικότητα,  όσο και οι επικριτές τους.

Για να το θέσουμε αλλιώς, η πραγματική υπαγωγή, αρχικά της εργασίας και κατόπιν την κοινωνίας ως ιδεολογικά συγκροτημένης σφαίρας, συνεπάγεται την δημιουργία κεφαλαιωδών εμποδίων για την ίδια την φαντασιακή διαπραγμάτευση ενός κόσμου μετά τον καπιταλισμό, πολλώ δε μάλλον για την συνεπαγώμενη έμπρακτή του πολιτική αμφισβήτηση. Πώς είναι δυνατόν να αντιπαλέψει κανείς την τεράστια μαγνητική δύναμη που ασκεί η πραγματική υπαγωγή πάνω σε κάθε απόπειρα "εξόδου" από την εγκλωβιστική ολότητα του συστήματος; Το ερώτημα αυτό δεν παραμένει απλώς ανεπίλυτο και άρα εξακολουθητικά επίκαιρο, αλλά, καθώς η κρίση και τα αποτελέσματά της εντείνονται, μεταμορφώνεται σε κρίσιμο· σε ερώτημα, ίσως, κοινωνικής ζωής και θανάτου. Χωρίς τον επαρκώς μετασχηματιστικό απεγκλωβισμό των υποκειμένων του ύστερου καπιταλισμού από την ταυτόχρονα πραγματική και ψυχική-συνειδησιακή κατάσταση ομηρείας στην οποία τελούν ως προς ένα οικονομικό σύστημα που τα καταβροχθίζει, το μέλλον θα συνεχίσει βέβαια να περιλαμβάνει τον ταξικό πόλεμο, αλλά θα πρόκειται για ένα πόλεμο τόσο άνισο, τόσο τραγικό για τους ηττημένους, που οι εξολοθρεύσεις γηγενών από πάνοπλους ευρωπαϊκούς στρατούς στην διάρκεια της αποικιακής ιστορίας θα φαντάζουν αλληγορίες της μοίρας των προλεταρίων που θα έχουν επιβιώσει όχι του καπιταλισμού, αλλά της ίδιας τους της προοπτικής χειραφέτησης, μόνο και μόνο για να ζήσουν σε μια κόλαση χωρίς τέλος.

De nobis fabula narratur?

Προβοκάτσια κατά των απεργών πείνας της Υπατίας

Προβοκάτσια κατά των απεργών πείνας της Υπατίας
Κόντρα

Την ευκαιρία να πάρουν εκδίκηση από τους απεργούς πείνας της Υπατίας βρήκαν η Αστυνομία και τα παπαγαλάκια της στα ΜΜΕ. Με ενορχηστρωτή τη ΓΑΔΑ στήθηκε ένα ολόκληρο σκηνικό, με τη σύλληψη τεσσάρων πρώην απεργών πείνας στο αεροδρόμιο, τους οποίους παρουσίασαν ως… κλεπταποδόχους, συλλαμβάνοντάς τους την ώρα που ετοιμάζονταν να ταξιδέψουν για την πατρίδα τους. Αλήθεια, υπάρχουν πολλοί που θα κουβαλούσαν μαζί τους στο αεροδρόμιο, στο σακκίδιο που πήραν μέσα στο αεροπλάνο, αντικείμενα κλεμμένα; Ειδικά οι πρώην απεργοί πείνας της Υπατίας, που έδωσαν έναν τόσο σκληρό και επίπονο αγώνα, θα ρισκάριζαν να μεταφέρουν από ένα παλιό λάπτοπ και από ένα-δυο παμπάλαια κινητά στο αεροδρόμιο, ξέροντας ότι είναι κλεμμένα, όταν στόχος τους είναι να καταφέρουν επιτέλους κάποια στιγμή να νομιμοποιηθούν;

Η ΓΑΔΑ, με ανακοίνωσή της, παρουσίασε ως κλοπιμαία αντικείμενα αγορασμένα κανονικά από μαγαζιά, αντικείμενα αγορασμένα από το παζάρι στο Μοναστηράκι, αντικείμενα αγορασμένα χέρι με χέρι, ακόμα και αντικείμενα χαλασμένα, που προορίζονταν για ανταλλακτικά. Αντικείμενα άμεσης προσωπικής χρήσης, όπως κινητά, φορτιστές και γυαλιά, και αντικείμενα που ποτέ δεν θα μπορούσαν να κλαπούν, όπως φτηνά αρώματα από τους υπαίθριους πάγκους. Μήπως όποιος αγοράζει ένα παλιό λάπτοπ χέρι με χέρι ζητάει και απόδειξη αγοράς από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του; Μήπως ξέρει αν κάποτε κλάπηκε και πόσους ιδιοκτήτες άλλαξε έκτοτε; Γεμάτες είναι καθημερινά οι εφημερίδες και το Ιντερνετ από αγγελίες για ανάλογα αντικείμενα που πουλιούνται χέρι με χέρι.

«Από την έρευνα-προανάκριση διαπιστώθηκε ότι τα παραπάνω αντικείμενα είχαν κλαπεί από οικίες και οχήματα στην Αθήνα και αποδόθηκαν στους κατόχους τους», αναφέρει η ανακοίνωση της ΓΑΔΑ. Δεν λέει, όμως, ποια αντικείμενα επιστράφηκαν. Επιστράφηκαν μήπως τα γυαλιά και τα αρώματα; Επιστράφηκε ένα παλιό playstasion που ήρθε σαν δώρο από τα Χανιά; Επιστράφηκε ένα αυτοφορτιζόμενο τρυπάνι, που επίσης ήρθε από τα Χανιά, καθώς ο κάτοχός του είναι ξυλουργός; Επιστράφηκαν τα προσωπικά κινητά, αγορασμένα κι αυτά στα Χανιά; Επιστράφηκαν και οι φορτιστές των κινητών; Και γιατί δεν ανακοίνωσαν ότι βρήκαν και μερικά χαλασμένα κινητά, αλλά μίλησαν μόνο για μπαταρίες;

Στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν μια προβοκάτσια σε βάρος των πρώην απεργών πείνας, διοχετεύοντας την είδηση ότι συνελήφθησαν τέσσερις απ’ αυτούς και δημιουργώντας κλίμα ενάντια σε όλους. Ομως, είναι τόσο «σοβαρή» η κατηγορία, που και οι τέσσερις συλληφθέντες παραπέμφθηκαν στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο (το χαμηλότερου βαθμού δικαστήριο), το οποίο μάλιστα τους άφησε ελεύθερους μέχρι να γίνει η δίκη τους την Παρασκευή, μολονότι οι τρεις δεν είναι κάτοικοι Αθήνας. Ο δικαστής είδε τους ανθρώπους και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να είναι κλέφτες ή κλεπταποδόχοι και να κουβαλούν φόρα-παρτίδα ασήμαντης αξίας κλοπιμαία στο αεροδρόμιο. Κατάλαβε ότι σκοπός τους δεν ήταν να διαφύγουν από την Ελλάδα, αλλά να κάνουν το ταξίδι στις πατρίδες τους, που κέρδισαν με τον αγώνα τους, και να επιστρέψουν στις δουλειές τους.

Ούτε είναι τυχαίο ότι κανένας από τους μάρτυρες αστυνομικούς δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Μάλιστα, συνέβη ένα επεισόδιο που αποκάλυψε ότι η υπόθεση είναι στημένη για να βγει πολιτική υπεραξία. Το δικαστήριο ανέβαλε τη δίκη για την Παρασκευή και διέταξε την άρση της κράτησης των συλληφθέντων, όμως οι ασφαλίτες που τους συνόδευαν προσπάθησαν να τους περάσουν και πάλι χειροπέδες, δηλώνοντας ότι θα τους μεταφέρουν στο αεροδρόμιο. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες αλληλέγγυων, παρέμβαση της συνηγόρου Αννυς Παπαρούσσου στο δικαστήριο και δήλωσης ότι θα υποβληθεί μήνυση για παράνομη κατακράτηση, που τρομοκράτησε τον επικεφαλής της συνοδείας (τηλεφωνούσε απεγνωσμένα σε κάποιον ανώτερο, που τον πίεζε να τους μεταφέρει πάλι στα κελιά του αεροδρόμιου και φώναζε «δεν έχω δικαίωμα να τους κρατήσω»), δόθηκε τελικά εντολή να τους αφήσουν ελεύθερους. Ας σημειωθεί πως όταν τους έστειλαν στο δικαστήριο, δεν τους παρέδωσαν τα χαρτιά τους (διαβατήριο, απόφαση αναβολής της απέλασης κ.λπ.), ούτε τα χρήματα που τους πήραν, ούτε τα υπόλοιπα προσωπικά τους αντικείμενα. Ηταν σίγουροι πως θα τους πάρουν πίσω κρατούμενους, για να τους παρουσιάσουν σαν μεγάλους εγκληματίες και να τους περιφέρουν δεμένους με χειροπέδες. Δεν τους πέρασε, όμως.

Η δίκη θα γίνει την Παρασκευή 22 Ιούλη, στις 9 το πρωί, στο Β’ Αυτόφωρο Μονομελές (κτίριο 3, ισόγειο, στην Ευελπίδων). Καλούμε όλους τους αλληλέγγυους να παρευρεθούν, για να περάσει το μήνυμα ότι οι πρώην απεργοί πείνας δεν είναι μόνοι τους. Ο αγώνας για την αθώωσή τους είναι καθήκον όλων μας.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Georg Lukács, Τακτική και Ηθική [Κόμμα και κοινωνική τάξη Ι]

Georg Lukács
Τακτική και Ηθική (1919)
[Κόμμα και κοινωνική τάξη Ι]

[...] Όπως οι δημιουργικές δυνάμεις οι πιο ρωμαλέες και οι πιο αγνές εκδηλώνονται σήμερα μέσα σε όλες τις καταστρεπτικές ενέργειες του προλεταριάτου, ενέργειες με τις οποίες συντρίβει τα υλικά και πνευματικά όργανα καταπίεσης του κράτους και της μπουρζουαζίας, έτσι μπορούμε να πούμε ότι και η κρίση των χρόνων και των δεκαετιών που πέρασαν υπήρξε το στοιχείο που πραγματικά προετοίμασε την επανάσταση του προλεταριάτου. Αν θέλουμε να διατυπώσουμε με μια φράση τη φανερή εκδήλωση αυτής της κρίσης, πρέπει να πούμε ότι οι σκοποί και οι πραγματικές δυνατότητες της τάξης του προλεταριάτου βρίσκονται σε διαλεκτική αντίθεση με την οργάνωση του κόμματος, ενώ μόνο στα πλαίσια του κόμματος μπόρεσε ν' αναπτυχθεί αυτή η δραστηριότητα. Πάμπολλες φορές ως τώρα έχουμε αναφερθεί στις άλυτες αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην προλεταριακή τάξη και το κόμμα της [...] Αλλά οι κριτικές της οργάνωσης του κόμματος που χτυπούν αυτή τη δυνατότητα δράσης του προλεταριάτου δεν είδαν με όση καθαρότητα έπρεπε μέσα στον πυρετό της διαμάχης την αναγκαιότητα αυτής της μορφής του κόμματος σαν ένα μεταβατικό σχήμα. Δεν είδαν ότι αυτή η αντίθεση στην οποία έχουν μπει η δράση του προλεταριάτου και η δράση του κόμματος δεν συνίσταται καθόλου στο ότι η μία είναι πέρα για πέρα σωστή και η άλλη πέρα για πέρα λαθεμένη, όπως κατηγορούν ο ένας τον άλλο οι οπορτουνιστές και οι συνδικαλιστές, αλλά στο ότι πρόκειται για μία διαλεκτική αντίθεση, δηλαδή τέτοιοι που είναι οι δύο τρόποι δράσης, αλληλοσυμπληρούμενοι και αλληλοαποκλειόμενοι, είναι εξίσου αναγκαίοι. 

Και ο ένας και ο άλλος δεν είναι λοιπόν εξίσου σωστοί και λαθεμένοι, αλλά η ύπαρξη του ενός απαιτεί την ύπαρξη του άλλου και, όπως αγωνίζονται πλάι πλάι, δεν μπορούν να υπάρξουν ο ένας δίχως τον άλλο. Αυτή η κρίση της ταξικής πάλης του προλεταριάτου συνίσταται στο γεγονός ότι από τη μία μεριά ο συσχετισμός των δυνάμεων έκανε απαραίτητη την οργάνωση ενός κόμματος, από την άλλη πλευρά ο ίδιος ο συσχετισμός δυνάμεων έκανε αυτή την οργάνωση του κόμματος ένα στοιχείο που εμποδίζει πράγματι τη δράση του προλεταριάτου. Η κρίση μ' αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορούσε να λυθεί αποδίνοντας δίκιο στον ένα από τους δύο, αλλά μονάχα αναγνωρίζοντας ότι οι δύο απόψεις, που έμοιαζαν να αλληλοαποκλείονται, ενώνονται σε μια ενότητα ανώτερη· έχουν συγχωνευθεί μέσα σε μία ανώτερη ενότητα χάνοντας έτσι και οι δύο την ανεξάρτητη και απομονωμένη ύπαρξή τους, τη συναφή με την αντίθεσή τους. 

Αυτή η ανώτερη ενότητα είναι το προλεταριάτο ενωμένο, σαν κυρίαρχη τάξη μέσα στην κοινωνία. Ο καθαρός κομμουνισμός, του οποίου η θεωρητική βάση συμπεριλαμβάνεται ήδη στα πρωτόλεια του Μαρξ και του Ένγκελς, και του οποίου το γενικό πλαίσιο είδε το φως χάρη στη συνεργασία τους, ήταν προϊόν της δράσης μιας μικρής επαναστατικής ομάδας. Ο χαρακτήρας του συσχετισμού δυνάμεων ζητούσε μια επαναστατική τακτική με αδιαμφισβήτητη καθαρότητα, που δεν επιτρεπόταν δηλαδή να θολώνει ούτε από μια προπαρασκευαστική δουλειά μαζί με τις άλλες τάξεις (όπως πχ στην περίπτωση του 1848), ούτε από τάσεις απομονωμένες και ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Αυτή η τακτική ανατράπηκε, όταν ενισχύθηκε το ταξικό κίνημα του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο είχε γίνει πάρα πολύ ισχυρό για να αποτραβηχτεί από την πολιτική δραστηριότητα, που εκείνη τη στιγμή είχε στενή σχέση με τα πολυάριθμα συμφέροντά του· από την άλλη μεριά, το προλεταριάτο δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρό για να μπορεί να επιβάλλει τη θέλησή του και τα συμφέροντά του στην κοινωνία. Η εξωτερική οργανωτική έκφραση αυτής της εσωτερικής αντίθεσης, αυτής της διχοτομημένης κατάστασης, είναι το κόμμα.

Η σύγχρονη αντίληψη του κόμματος γεννήθηκε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Η ύπαρξή του στηρίχτηκε στο γεγονός ότι παράλληλα με τις πολύπλοκες αντιθέσεις συμφερόντων της άρχουσας τάξης (η ενότητα αυτών των συμφερόντων εκδηλώνεται μόνο όταν έρθει σε αντίθεση με το προλεταριάτο), τα πλατειά στρώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας (μικροαστοί, διανοούμενοι, χωρικοί) δεν ήταν σε θέση ούτε να αποτελέσουν μια ενιαία τάξη ούτε να αποκτήσουν μία συνείδηση με την ανάλογη καθαρότητα. Εάν τέτοιες ομάδες ασκούσαν κάποια επίδραση ή και αναμειγνύονταν άμεσα στην πολιτική δραστηριότητα, αποκλειόταν να δημιουργήσουν μία ταξική οργάνωση με την καθαρότητα εκείνης που έγινε από τη δημιουργική δύναμη του προλεταριάτου. Η οργάνωση σε κόμματα βασίζεται λοιπόν ουσιαστικά στην έλλειψη καθαρότητας της ταξικής συνείδησης. Αυτό μπορεί να εκφραστεί ιδεολογικά με τον ακόλουθο τρόπο: το κόμμα υπερασπίζεται φαινομενικά τα συμφέροντα του "συνόλου" και όχι μόνο της μίας τάξης χώρια από τις άλλες. Ως ποιο σημείο δεν πρόκειται εδώ παρά μόνο για ιδεολογία, το αποδεικνύει το γεγονός ότι τα κόμματα, στο βαθμό που υπήρξαν πράγματι ενεργά από πολιτική άποψη, υπηρέτησαν πάντα ανοιχτά ή καλυμμένα τα συμφέροντα μίας τάξης που μπορεί να μορφώσει καθαρή συνείδηση (μεγάλο κεφάλαιο, μεγάλοι γαιοκτήμονες). Το ιδεολογικό προσωπείο απέβλεπε μονάχα να καταφέρει ορισμένες κοινωνικές ομάδες με θολή συνείδηση να τις κάνει ουραγούς συμφερόντων. Εάν ένα κόμμα παίρνει στα σοβαρά "την τοποθέτησή του πάνω από τάξεις", καταδικάζεται από την αρχή σε αδράνεια. [...]

Ας εξετάσουμε τώρα τη σημασία που πήρε για το προλεταριάτο ο περιορισμός της δραστηριότητάς του στα οργανωτικά πλαίσια του κόμματος. Σημαίνει πριν από όλα ότι το πεδίο, ο τρόπος και το πλαίσιο δράσης, βούλιαξαν μέσα στις κομματικές διενέξεις, που ο χαρακτήρας τους έχει ακριβώς προκαλέσει το συμβιβασμό, την αβεβαιότητα και τον οπορτουνισμό. Σημαίνει ακόμη ότι --σαν αναγκαία συνέπεια της δράσης μέσα στο οργανωτικό σχήμα του κόμματος-- το κόμμα του προλεταριάτου ήταν αναγκασμένο να αναγνωρίζει τις μορφές της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μάταια τις επέκρινε αυτές τις μορφές με τα λόγια και τις πράξεις του, ενώ συγχρόνως συμμετείχε στις ψηφοφορίες, στην κοινοβουλευτική ζωή, κλπ. Στην πραγματικότητα, είχε αναγνωρίσει την καπιταλιστική κοινωνία. Έτσι ανοίχτηκε το βαθύ χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, χάσμα που χαρακτηρίζει τα κινήματα των τελευταίων χρόνων. Σ' αυτό προστέθηκε ακόμη σαν αναγκαία συνέπεια του οργανωτικού σχήματος το γεγονός ότι αναρίθμητα στοιχεία μη προλεταριακά συγκεντρώθηκαν σ' όλα τα "κόμματα του προλεταριάτου." Εφόσον μεγάλες μάζες μικροαστών συγκεντρώθηκαν στο κόμμα και ενίσχυσαν έτσι τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, κάθε στοιχείο μη προλεταριακό ήταν επόμενο να εξασθενίσει αναγκαστικά το όργανο του προλεταριάτου.

Bertolt Brecht-Στους ευθυγραμμιζόμενους/An Die Gleichgeschalteten

Bertolt Brecht
Στους ευθυγραμμιζόμενους
Μετάφραση
Δημήτρη Τζωρτζόπουλου

Εισαγωγικές Υποτυπώσεις

1. Το μεταφραζόμενο εδώ ποίημα του Μπρεχτ διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας το 1935. Φέρει τον τίτλο: An die Gleichgeschalteten (=Στους ευθυγραμμιζόμενους). Ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από την έκφραση Gleichschaltung (=ευθυγράμμιση) που χρησιμοποιούσαν επισήμως οι Ναζί, ευθύς ως ανέλαβαν την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933.

2. Η εφαρμογή της Gleichschaltung στον τύπο και σε όλη τη δημόσια ζωή της Γερμανίας υποδήλωνε τον υποτιθέμενο «επαναστατικό χαρακτήρα» της «εθνικής αναγέννησης» που επαγγελόταν το ναζιστικό καθεστώς. Υπό το πνεύμα αυτής της Gleichschaltung το καθεστώς ψήφισε τους λεγόμενους νόμους ευθυγράμμισης, δυνάμει των οποίων το κόμμα των Ναζί αναγορεύτηκε σε μοναδικό φορέα ή εκφραστή της κρατικής εξουσίας, απαγορεύοντας την ίδρυση και λειτουργία άλλων κομμάτων.

3. Αυτό το ναζιστικό πνεύμα ευθυγράμμισης είναι χαρακτηριστικό όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν καθεστωτικά. Σε όλους τους χρόνους, μηδέ εξαιρουμένου και του παρόντος, βλέπουμε δημοσιογράφους, διανοούμενους, πολιτικούς, «επιστήμονες», συνδικαλιστές και παρόμοιους: «φρόνιμα και τακτικά να πηγαίνουν με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Στη συνέχεια παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη μετάφραση του ποιήματος. Μετά τη μετάφραση ακολουθεί το γερμανικό κείμενο. 

Στους ευθυγραμμιζόμενους

Για να μη χάσει το ψωμί του
Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης
Αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια
Για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση
Της εκμετάλλευσης, αλλά
Και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή
να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης
Να μην χάνει το κύρος του, μα στην πραγματικότητα
Είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο
Να μην χάνει το ψωμί του. Σίγουρα, αυτή του η απόφαση
Να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο:
Από δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Αυτό βέβαια μπορεί
Λίγο μόνο καιρό να κρατήσει. Αλλά και στον
Καιρό αυτό,
Που στη διάρκειά του περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και
Στων εφημερίδων τις συντάξεις
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως
Άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια,
Αρχίζει κιόλας η βλαβερότητά τους. Όποιου τ’ αυτί
Δεν ιδρώνει μπρος στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνει ακριβώς
Να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο για να το προσέξουμε όσο η βροχή
Αλλά και τόσο μη-δυνάμενο να εμποδιστεί όσο η βροχή.
Έτσι υποστηρίζει ήδη με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, σε λίγο όμως
Θα παρατηρήσει πως, για να μη χάσει το ψωμί του
Πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπά, αλλά
Και τα ψέματα να λέει.

Όχι δυσμενώς
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος
Αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα
Και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει.
Όταν ο εγκωμιαστής,
Καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, το στόμα του ανοίγει
Και βλέπει κανείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Τα εγκώμια όμως εκείνου
Που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι
δεν ήταν προσκαλεσμένος
Περισσότερη έχουν αξία. Μα αυτός
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Ό,τι λέει, ισχύει
Κι ό,τι δεν λέει, δεν ισχύει.
Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει
Καθόλου καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδελφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει να επιβεβαιώσει
Πως τον αδελφό του
Τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή.
Το απλό ψέμα
Προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει
Να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί
Στο είδος του. Γρήγορα
Ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων
Θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια
η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή.
Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται
Με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες
αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο
Να μπορεί να το λέγει.
Συμβαίνει τότε, αυτός στους καταπιεστές
Να χρειάζεται να απευθύνει περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, Γιατί σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Και όλα τούτα ισχύουν μόνο
Μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν
Για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια
και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.


An Die Gleichgeschalteten

Um sein Brot nicht zu verlieren
In den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Beschließt mancher, die Wahrheit
Über die Verbrechen des Regimes bei der Aufrechterhaltung der Ausbeutung
Nicht mehr zu sagen, aber
Auch die Lügen des Regimes nicht zu verbreiten, also
Zwar nichts zu enthüllen, aber
Auch nichts zu beschönigen. Der so Vorgehende
Scheint nur von neuem zu bekräftigen, daß er entschlossen ist
Auch in den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Sein Gesicht nicht zu verlieren, aber in Wirklichkeit
Ist er doch nur entschlossen
Sein Brot nicht zu verlieren. Ja, dieser sein Entschluß
Keine Unwahrheit zu sagen, dient ihm dazu, von nun an
Die Wahrheit zu verschweigen. Das kann freilich
Nur eine kleine Zeit durchgeführt werden. Aber auch zu dieser Zeit
Während sie noch einhergehen in den Ämtern und Redaktionen
In den Laboratorien und auf den Fabrikhöfen als Leute
Aus deren Mund keine Unwahrheit kommt
Beginnt schon ihre Schädlichkeit. Wer mit keiner Wimper zuckt
Beim Anblick blutiger Verbrechen, verleiht ihnen nämlich
Den Anschein des Natürlichen. Er bezeichnet
Die furchtbare Untat als etwas so Unauffälliges wie Regen
Auch so unhinderbar wie Regen.
So unterstützt er schon durch sein Schweigen
Die Verbrecher, aber bald
Wird er bemerken, daß er, um sein Brot nicht zu verlieren
Nicht nur die Wahrheit verschweigen, sondern
Die Lüge sagen muß.
Nicht ungnädig
Nehmen die Unterdrücker ihn auf, der da bereit ist
Sein Brot nicht zu verlieren.
Er geht nicht einher wie ein Bestochener
Da man ihm ja nichts gegeben, sondern
Nur nichts genommen hat.
Wenn der Lobredner
Aufstehend vom Tisch der Machthaber, sein Maul aufreißt
Und man zwischen seinen Zähnen
Die Reste der Mahlzeit sieht, hört man
Seine Lobrede mit Zweifeln an.
Aber die Lobrede dessen
Der gestern noch geschmäht hat und zum Siegesmahl nicht geladen war
Ist mehr wert. Er
Ist doch der Freund der Unterdrückten. Sie kennen ihn.
Was er sagt, das ist
Und was er nicht sagt, ist nicht.
Und nun sagt er, es ist
Keine Unterdrückung.
Am besten schickt der Mörder
Den Bruder des Ermordeten
Den er gekauft hat, zu bestätigen
Daß ihm den Bruder
Ein Dachziegel erschlagen hat. Die einfache Lüge freilich
Hilft ihm, der sein Brot nicht verlieren will
Auch nicht lange weiter. Da gibt es zu viele
Seiner Art. Schnell
Gerät er in den unerbittlichen Wettkampf aller derer
Die ihr Brot nicht verlieren wollen: es genügt nicht mehr der Wille zu lügen.
Das Können ist nötig und die Leidenschaft wird verlangt.
Der Wunsch, das Brot nicht zu verlieren, mischt sich
Mit dem Wunsch, durch besondere Kunst dem ungereimtesten Gewäsch
Einen Sinn zu verleihen, das Unsagbare
Dennoch zu sagen.
Dazu kommt, daß er den Unterdrückern
Mehr Lob herbeischleppen muß als jeder andere, denn er
Steht unter dem Verdacht, früher einmal
Die Unterdrückung beleidigt zu haben. So
Werden die Kenner der Wahrheit die wildesten Lügner.
Und das alles geht nur
Bis einer daherkommt und sie doch überführt
Früherer Ehrlichkeit, einstigen Anstands, und dann
Verlieren sie ihr Brot.

Πηγή: hegel-platon.blogspot.com

More Yo La Tengo



















Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Μολότωφ κοκτέιλ #21

Η αρχική χρήση της λέξης "τρομοκρατία", εφόσον εξαιρέσει κανείς τις αναφορές στην έννοια του "Τρόμου" την περίοδο 1793-94 στη Γαλλία, αφορά κυρίως πολιτικές δολοφονίες που διενεργήθηκαν από αναρχικούς στα τέλη του 19ου αιώνα στην Ρωσία, τις ΗΠΑ, και αλλού. Αρχικά δηλαδή, ο όρος "τρομοκρατία" και ο όρος "πολιτική δολοφονία" (δολοφονία πολιτικού στόχου με πολιτικά κίνητρα) ήταν βασικά συνώνυμοι. Η περίοδος μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, και ιδιαίτερα μετά την επίθεση τους δίδυμους πύργους τον Σεπτέμβρη του 2001, χαρακτηρίστηκε από μία ευρεία συναίνεση για την αποσύνδεση της "τρομοκρατίας" από την έννοια της "πολιτικής δολοφονίας". Η τρομοκρατία αποπολιτικοποιήθηκε: έγινε ζήτημα θρησκευτικών πεποιθήσεων, ψυχολογικών ανισορροπιών και συμπλεγμάτων, κουλτούρας, περιρρέουσας ατμόσφαιρας, παιδικών παραστάσεων, κλπ. Οι ειδικοί της δεν ήταν οι πολιτικοί επιστήμονες αλλά οι ψυχαναλυτές και οι ψυχίατροι, οι κριτικοί της κουλτούρας, οι δημοσιογράφοι. Το λουτρό αίματος στη Νορβηγία --η βομβιστική επίθεση στα κυβερνητικά γραφεία του Εργατικού Κόμματος στο Όσλο και η κατά συρροή δολοφονία της νεολαίας του στο νησί Ουτόγια από έναν 32χρονο ακροδεξιό που δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να ρισκάρει τη δική του ζωή και που θα βρίσκεται εκτός φυλακής πριν κλείσει τα πενήντα-- μάς θυμίζει ότι πίσω από τις ελκυστικές μυστικοποιήσεις της τρομολαγνείας εξακολουθεί να βρίσκεται κάτι απείρως πιο δυσκολοχώνευτο απ' τα ψυχολογικά προφίλ των ταμπλόιντ και των νυχτερινών δελτίων ειδήσεων: μια λογική της οποίας η διάθεση στάθμισης μέσων και σκοπών αναδεικνύει τον σκανδαλωδώς έλλογο και βαθιά πολιτικό χαρακτήρα. Άξαφνα καθίσταται ανάρμοστο να συνεχίσει να μιλά κανείς για "τρομοκρατική ενέργεια" αγνοώντας τον παραγκωνισμένο πλέον όρο "πολιτική δολοφονία", όσο και αν το μέγεθος αυτής της δολοφονίας λειτουργεί για να την επανα-κατατάξει στο θολό και τελικά ανέξοδο για την σκέψη γκραν γκινιόλ της "τρομοκρατίας."

Georg Lukács, Τακτική και Ηθική [Θεωρία και προλεταριάτο, αριστερή ενότητα]

Georg Lukács
Τακτική και Ηθική (1919)
Μτφρ.: Θεοπούλα Ανθογαλίδου
Εκδ. Γρηγόρη, 1982
[Θεωρία και προλεταριάτο, αριστερή ενότητα]

[...] Αυτή η ενότητα [του ουγγρικού προλεταριάτου του 1919] στηρίζεται, όπως και κάθε ενέργεια του προλεταριάτου, στη θεωρητική ενότητα. Ολόκληρο το κίνημα του προλεταριάτου διακρίνεται καθαρά από τις άλλες τάξεις με την πάντα αποκλειστικά θεωρητική φύση των καταβολών του και του ξεκινήματός του. Η δράση των άλλων τάξεων ήταν καθορισμένη από περιστασιακούς συνδυασμούς συμφερόντων, και οι τάξεις αυτές ταλαντεύονταν γι' αυτό το λόγο από δω κι από κει, χωρίς μία ενότητα που να τους μαζέψει όλους (ενότητα που μόνη η θεωρία μπορούσε να τη δημιουργήσει) μέσα στο λαβύρινθο των εξωτερικών γεγονότων· αντίθετα, οι πράξεις του προλεταριάτου ακολούθησαν μόνιμα ένα δρόμο που οδηγεί κατευθείαν στο σκοπό. Πράγματι, οδηγήθηκαν πάντα από θεωρητικές αρχές, που είχαν ξεκαθαριστεί στο παρελθόν· τα εξωτερικά γεγονότα επηρέασαν το πολύ την περιστασιακή τακτική τους, δίχως να καθορίσουν ωστόσο ποτέ τις αρχές τους στο σύνολό τους. 

[...]

Η θεωρητική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο σοσιαλδημοκρατικό και το κομμουνιστικό κόμμα εκδηλώθηκε λοιπόν βασικά στο πώς εκτιμούσαν το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στο ιμπεριαλιστικό χρηματιστικό κεφάλαιο και στο προλεταριάτο, στο αν το προλεταριάτο γνώριζε σωστά ή λαθεμένα ποια ήταν η τελευταία φάση του αγώνα για την απελευθέρωσή του. Αυτή η γνώση δίνει τη βεβαιότητα ότι ένα πλατύ μέτωπο δεν μπορούσε να στηριχθεί παρά μόνο στην ανεπιφύλακτη παραδοχή του κομμουνιστικού προγράμματος, αφού μάλιστα η βαθιά θεωρητική διαφορά αμφισβητούνταν, τη στιγμή που ήταν πράγματι φανερό ότι οι περιστάσεις ήταν ώριμες για ένα τέτοιο μέτωπο. Οι κομμουνιστές είχαν ήδη πει το ναι στο παρελθόν για μια τέτοια πραγματοποίηση, και δεν υπήρχε για αυτούς περίπτωση να το ανακαλέσουν. Η μόνη δυνατότητα να γίνει μέτωπο ήταν να πεισθεί το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ότι πραγματοποιήθηκε όντως ένα τέτοιο ωρίμασμα των περιστάσεων. 

[...]

Το πρόβλημά μας είναι ολοφάνερα θεωρητικό πρόβλημα. Δεν είναι πάντως οι θεωρητικές συζητήσεις, κι επομένως τα μέσα "πειθούς" που το οδήγησαν στη λύση του. Οι συζητήσεις δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε μια λύση. Οι δύο πλευρές έχουν ήδη γράψει τόμους γεμάτους επιχιερήματα σχετικά με την εκτίμηση της κατάστασης. Η πειθώ ήταν σ' αυτό το σημείο από την αρχή αδύνατη, μια και κανένα επιχείρημα δεν απορρέει κατευθείαν από την πηγή: και η πηγή αυτή είναι η ενωτική και αποφασιστική θέληση του προλεταριάτου, η θέλησή του να καταλάβει την εξουσία. Γιατί όλα τα άλλα σημάδια που φάνταζαν σαν αποδείξεις της ωριμότητας ή της ανωριμότητας των περιστάσεων ήταν επιφανειακά. Μονάχα η ενωτική θέληση του προλεταριάτου μπορεί να καταστρέψει την παλιά κοινωνία και να οικοδομήσει τη νέα. Οι περιστάσεις λοιπόν για την εξουδετέρωση του καπιταλισμού ήταν ώριμες όταν αυτή η αποφασιστική θέληση του προλεταριάτου αφυπνίστηκε μέσα στη συνείδηση.

Η ενότητα του προλεταριάτου, και σε συνάφεια μ' αυτήν, η δυνατότητα μιας δικτατορίας του προλεταριάτου δημιουργήθηκαν αποκλειστικά από το ίδιο το προλεταριάτο. Αυτή η ενότητα δεν πραγματοποιήθηκε από μια "συνάντηση" κορυφής των δύο κομμάτων όπου οι ηγέτες "ξεπέρασαν" τις αντιθέσεις που υπήρχαν. Αντίθετα, κινητοποιήθηκε το προλεταριάτο με μία δύναμη ενοποιητική. Σκέφτηκε πάνω στις δυνατότητές του και δημιούργησε μέσα στην απόλυτα καθαρή συνείδηση του εαυτού του, την ενότητά του, τη δύναμή του και το σχήμα του. Οι "ηγέτες" δεν ήταν παρά οι εκτελεστές αυτής της ενωτικής θέλησης, που προσανατολιζόταν προς την ενότητα. Το μόνο που έκαμαν ήταν να δώσουν σ' αυτή τη θέληση ένα θεωρητικό σχήμα και αυτή εκδηλώθηκε τότε μέσα στη δράση του προλεταριάτου (στην άμεση ενότητα της θεωρίας και της πράξης).

Κάθε προλετάριος είναι, με την ταξική του ήδη προέλευση, ορθόδοξος μαρξιστής. Αυτό στο οποίο μπορούν να φτάσουν οι θεωρητικοί με μία δύσκολη πνευματική διεργασία είναι πάντα από πριν δοσμένο στον προλετάριο από το γεγονός ήδη ότι ανήκει στο προλεταριάτο -- με την προϋπόθεση ότι στοχάζεται πάνω στην πραγματική ταξική του ταυτότητα και σ' όλες τις συνέπειες που έχει αυτή η ταυτότητα. Αυτό που διακήρυξε η κομμουνιστική θεωρία, ότι δηλαδή το προλεταριάτο πρέπει τώρα να καταλάβει την εξουσία, έμεινε θεωρία ώσπου έφτασε στην συνείδηση του ίδιου του προλεταριάτου.

Ζήτημα εμπιστοσύνης

22% των Ελλήνων, λέει, εμπιστεύεται σήμερα τις τράπεζες. Διπλάσιο ποσοστό από αυτό που εμπιστεύεται τη Βουλή. Κι ας είναι οι τράπεζες ένας από τους βασικούς λόγους που εμπιστεύεται τόσο λίγο τη Βουλή. Τα κόμματα τα εμπιστεύονται λιγότερο απ' τους μισούς από αυτούς που εμπιστεύονται τη Βουλή. 5%. Κι ας είναι η Βουλή ένα όργανο το οποίο διαμορφώνεται από τα κόμματα και τους κομματικούς συσχετισμούς δύναμης. 10% περισσότεροι εμπιστεύονται, λέει, τις τράπεζες από ότι τα συνδικάτα και τα σωματεία. Ακόμα και τα ΜΜΕ, τα εμπιστεύεται, λέει, ένα 13%, που είναι έστω 1% περισσότερο από αυτό που εμπιστεύεται τους θεσμικούς φορείς του συνδικαλισμού. Αλλά το 41%, λέει, εμπιστεύεται τα κοινωνικά κινήματα. 

Τα κοινωνικά κινήματα για ποιο πράγμα όμως;  Το μεγαλύτερο, μετά τον εαυτό του, αντικείμενο της εμπιστοσύνης του "λαού" είναι τα κινήματα, αλλά, εφόσον δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να συγκεντρώνει ικανοποιητικά ποσοστά εμπιστοσύνης (οι τράπεζες είναι τρίτες στην κατάταξη), η λογική λέει ότι τα κινήματα αυτά δεν έχουν κανένα περιεχόμενο, ή μάλλον ότι το περιεχόμενό τους είναι (αρνητικά) αυτοαναφορικό. Είναι κινήματα που εκφράζουν έναν λαό ο οποίος δεν εμπιστεύεται τίποτα παρά μόνο τον εαυτό του, τον εαυτό του ως φορέα έλλειψης εμπιστοσύνης. Έτσι, τα κοινωνικά κινήματα τα οποία συγκεντρώνουν την εμπιστοσύνη του λαού, την συγκεντρώνουν στον βαθμό που αντανακλούν την έλλειψη εμπιστοσύνης του σε οτιδήποτε εκτός από την έκφραση της έλλειψης εμπιστοσύνης που τον καθορίζει αρνητικά σαν οντότητα. 

Αυτό λέει η στατιστική, αν βεβαίως την εμπιστευτούμε (κάτι διόλου αναγκαίο). Αλλά δε λέει μόνο αυτό, γιατί υπάρχει και ένα 36% του λαού που δεν εμπιστεύεται το λαό και ένα 41% που δεν εμπιστεύεται τα κινήματα. Θα είχε μια κάποια προσθαφαιρετική λογική αν αυτά τα ποσοστά εμφανιζόντουσαν ως θετικά απέναντι σε αυτά που δεν εμπιστεύεται ο λαός και τα κινήματα που τυγχάνουν εμπιστοσύνης ως μέσα έκφρασης έλλειψης εμπιστοσύνης. Αλλά δεν συντρέχει κάτι τέτοιο. Στη μεγαλύτερή τους πλειοψηφία, αυτοί που δεν εμπιστεύονται ούτε το λαό ούτε τα κινήματα δεν εμπιστεύονται επίσης ούτε τα κόμματα, ούτε τα συνδικάτα, ούτε τις κυβερνήσεις, ούτε τη Βουλή. Το 36% που δεν εμπιστεύεται το λαό δεν μικραίνει υπό καμία περίσταση, απλά παραμένει στην θέση του και αυξάνεται κάθε φορά που μπαίνει στην εικόνα ένα άλλο αντικείμενο (μη) εμπιστοσύνης. Υπάρχει δηλαδή ένα 36% το οποίο δεν εμπιστεύεται απολύτως τίποτα, ούτε καν τον φορέα της μη εμπιστοσύνης, δηλαδή τον εαυτό του. 

Ο Μάο της "εμπιστοσύνης στο λαό" θα τα είχε βρει σκούρα απέναντι σε έναν λαό χωρίς εμπιστοσύνη, ή στην καλύτερη περίπτωση, με εμπιστοσύνη μόνο στον εαυτό του, την κινηματική έκφραση  μη εμπιστοσύνης του, και, σε τρίτη μοίρα, τις τράπεζες. Η αριστερά μας, αντίθετα, εμπιστεύτηκε ανεπιφύλακτα το μέλλον της στο ψυχικό ναρκοπέδιο που δημιούργησε η διάψευση του ονείρου ενός δίχως τέλος δυτικού καταναλωτικού παραδείσου, θεωρώντας την διάψευση συνώνυμη της αφοσίωσης σε ένα στόχο, τα πληγωμένα εγώ συνώνυμα των πολιτικών υποκειμένων, την αντίδραση στην παρεμπόδιση της κατανάλωσης συνώνυμη με την διεκδίκηση του δικαιώματος στον έλεγχο της παραγωγής.

Αλλά είναι αδύνατο να εμπιστευτεί κανείς την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη στην γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης. Καλώς ή κακώς, η ιστορία δεν διαμορφώθηκε ποτέ από αυτούς που δεν πιστεύουν σε τίποτα, ούτε βέβαια από αυτούς που, έχοντας χάσει οι ίδιοι την πίστη τους, αφήνονται να πιστέψουν, με την ζέση ανάστροφα ανανηψάντων, στην πολιτική φερεγγυότητα της μη πίστης των πρώτων.

Σημειώσεις για ένα λίθινο κομμάτι συστήματος άρδευσης, Πλάτρες

Το κομμάτι --θραύσμα από κάποιο σύστημα άρδευσης το οποίο δεν μπορώ να τοποθετήσω χρονικά αλλά το οποίο είναι οπωσδήποτε κάποιων εκατοντάδων ετών-- βρίσκεται σε μια αυλή. Πάνω του υπάρχει μια φαινομενικά μόνιμη σκιά, σαν προνόμιο για ό,τι επιτέλεσε το έργο του και αποσύρθηκε, ή σαν ηχώ απ' το νερό που τώρα λείπει. Γιατί είναι το νερό που λείπει --ο ήχος του, κυρίως-- που η πέτρα, κοιλωμένη κατά μήκος για να το δεχτεί και να το διοχετεύσει, κάνει να εμφανιστεί στον νου, σαν να ταν μαγική συνεκδοχή του, κομμάτι απ' το σώμα του.

Εργασία και χρόνος, σημείωσα αργότερα. Πρώτα, ως χρόνος της εργασίας, χρόνος που εγγράφεται στο σώμα της πέτρας ως λάξεμα των πλευρών της (γεμάτων πελεκήματα), σκάψιμο, κοίλωση του εσωτερικού της, πλάτεμα και βάθεμα μιας αρχικής κοιλότητας, ίσως τυχαίας, ίσως δοσμένης απ' τη φύση, κατά μήκος της πέτρας.

Μετά, ως εργασία του ίδιου του χρόνου: φθορά, λείανση του κοιλώματος, στο τέλος ερείπωση, αποκόλληση δηλαδή εν προκειμένω απ' τη χρήση και απ' την χρηστικότητα.

Ανάμεσα στα δύο, στον χρόνο της εργασίας και την εργασία του χρόνου, στη συνάντησή τους, το αισθητικό φαινόμενο: από τη μία, ως αποτύπωση της εργασιακής διαδικασίας, που με τη σειρά της αποκτά αντικειμενική υπόσταση ακριβώς στις μυριάδες ατέλειες της μορφής: η πέτρα δεν είναι κομμένη ίσα και συμμετρικά, οι επιφάνειές της είναι παντού ακανόνιστες, οι πλευρές της είναι γεμάτες εξίσου ακανόνιστα λαξέματα. Είναι ακριβώς οι μορφικές ατέλειες --άφαντες όταν πρόκειται για βιομηχανικά παραγόμενα αγαθά-- που αφενός εγγράφουν πάνω στην ύλη την εργασιακή διαδικασία ως ίχνος, και αφετέρου σε κάνουν να αντιληφθείς --και αυτή είναι η στιγμή της ανάδυσης του αισθητικού-- την υπομονετική αναζήτηση της μορφής, και άρα τη μορφή ως ζητούμενο, ως κάτι μη δεδομένο αλλά αναδυόμενο μέσα απ' την δημιουργική εργασία. Η ύπαρξη του ίχνους της αναζήτησης της μορφής είναι αυτή που αναδεικνύει αυτό που το βιομηχανικό εμπόρευμα τελικά αποτυγχάνει να αναδείξει, τη μορφή αυτή καθαυτή, τα συστατικά που την συγκροτούν στην ουσία της: κοίλωμα, τοιχώματα, ροή, κατεύθυνση, περίκλειση. Η μορφή αυτή καθαυτή δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά μόνο μέσα από το ίχνος της εργασίας, για το οποίο ένα άλλο όνομα είναι ατέλεια, και το οποίο συγκρατεί πάνω στο αντικείμενο, ως μέρος του αντικειμένου, τη διαδικασία της γέννησής του, αυτό που στο αντικείμενο είναι η διάσταση του γίγνεσθαι, δηλαδή του μη "αντικειμενικού", της ενέργειας, της ζωντανής διεργασίας, του δρώντος υποκειμένου. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει αισθητικό που να μην προκύπτει από αυτή την αόρατη συνομιλία του χρόνου της εργασίας και της εργασίας του χρόνου, αυτή την αλληλο-επιστρωμάτωση δημιουργίας και φθοράς.

Και έτσι σκέφτομαι ήδη, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, για το ερείπιο.Το ερείπιο ως το υλικό σημάδι της α-χρησίας: της αποκόλλησης ενός αντικειμένου από τα αρχικά, πάντα εργαλειακά του συμφραζόμενα. Το ερείπιο επιβιώνει της χρήσης, είναι αυτό που επιβιώνει όταν η χρήση και η χρησιμότητα εξαλείφονται. Αλλά αυτό σημαίνει ότι "επιβίωση" είναι μια άλλη λέξη για την κατάσταση α-χρησίας, για την αποκόλληση απ' την χρήση, την χρηστικότητα, την εργαλειοποίηση. Τα ερείπια είναι μορφές αυτού που μένει απ' την ύλη μετά την απελευθέρωσή της απ' τη χρήση.

Το ερείπιο, αυτό που επιβιώνει της χρήσης, φιλοξενείται. Βρίσκεται φιλοξενούμενο, ανάμεσα σε άλλα, χρήσιμα ακόμα αντικείμενα. Γλάστρες για παράδειγμα. Ή πλακάκια κήπου. Ή καρέκλες και τραπέζια.

Τι είναι εν προκειμένω αυτή η φιλοξενεία η οποία επιφυλάσσεται στα ερείπια όταν αυτά υιοθετούνται, θα έλεγε κανείς, από την καθημερινότητα απ' την οποία έχουν προ πολλού αποκτήσει τα χαρτιά χειραφέτησής τους; Είναι ακριβώς η φίλια στάση προς το ξένο, το αλλότριο, αυτό που είναι πρόδηλα, εμφανώς ετερογενές ως προς το περιβάλλον του (πολύ παλαιότερο, απαλλαγμένο από την κατάρα της χρησιμότητας). Αυτή η φίλια στάση, δεν είναι αυτή χάρη στην οποία αναδύεται φαινομενολογικά αυτό που ονομάζουμε ιστορικότητα; Τι άλλο είναι η αντίληψη, φαινομενολογικά ομιλώντας, της ιστορικότητας του υλικού κόσμου, από την διάθεση να κάνεις χώρο για το ερείπιο, να του δώσεις χώρο, να το φιλοξενήσεις, όχι απλώς στον κήπο βέβαια, αλλά στο βλέμμα, και επίσης στη σκέψη;

Αλλά γιατί αυτή η φιλοξενεία; Γιατί αυτή η διάθεση στοργής σε αυτό που επιβιώνει; Επειδή η θηριωδία του ανθρώπου απέναντι στα πράγματα, η τάση του να κατασπαράσσει τα πράγματα στη χρήση, να τα εξαφανίζει στην εργαλειακή τους μεσότητα, δημιουργεί την ανάγκη ενός εξευμενισμού. Το ερείπιο στον κήπο εξευμενίζει τη βία που ασκείται κάθε μέρα πάνω στην ύλη, όχι απλά δια της χρήσης της ως την εξάντληση, αλλά επίσης δια της υποτάξής της στην ανταλλαξιμότητα, που αφαιρεί την διάσταση της ενικότητας (και άρα και κάθε δυνητικής ιερότητας) απ' τα πράγματα, και που κατά συνέπεια προκαλεί μια αόρατη φορά στην υλική τους υπόσταση, σ' αυτό που τα κάνει να είναι αυτό που είναι. Στην φθορά που προκαλεί η εργασία του χρόνου πάνω στα πράγματα, η ανταλλαξιμότητα αντιπαραβάλλει μια αόρατη, αναίμακτη καταστροφή, που δεν συνίσταται στον πολλαπλασιασμό πάνω στο σώμα τους των ιχνών του χρόνου, αλλά αντίθετα, στην εξάλειψη κάθε ίχνους του σιωπηρού διαλόγου χρόνου και εργασίας, στην μετατροπή του πράγματος σε άριζο αλγόριθμο, σε αφαίρεση του νου.

Τα πράγματα που ξεφεύγουν από τη μοίρα αυτής της καταστροφής έχοντας ξεφύγει απ' τη χρήση, τα πράγματα τα οποία ο χρόνος κουβαλάει έξω απ' τα κοινωνικά όρια ενός τρόπου παραγωγής, λειτουργούν εξευμενιστικά. Εξευμενίζουν τον χρόνο εκείνο που έχει αλλοτριωθεί από τη ζωή, που έχει μεταβληθεί όχι σε οργανική διάστασή της αλλά σε αρχή ελέγχου και πειθάρχησής της, δύναμη παρεμπόδισης και καταστολής αυτού που μέσα στη ζωή είναι απλώς είναι. Για αυτό δεν ξέρεις για πόσο χρόνο βρέθηκες να τα κοιτάζεις, ούτε γιατί τα περιβάλλει μέσα στην κάψα του καλοκαιριού μια ευσπλαχνική σκιά, ούτε γιατί δεν έπαψες στιγμή να ακούς το νερό να αυλακώνει την πέτρα που το δέχεται, την κίνηση στην καρδιά της ακινησίας, την ταραχή του γίγνεσθαι μες στην κοιλιά της βουβής αιωνιότητας.