Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

V.I. Lenin-Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά του Μαρξισμού


Η διδασκαλία του Μαρξ[1] προκαλεί σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο τη μεγαλύτερη εχθρότητα και το μίσος όλης της αστικής επιστήμης (και της επίσημης και της φιλελεύθερης), που βλέπει το μαρξισμό σαν μια «βλαβερή αίρεση». Και δεν μπορεί να περιμένει κανείς διαφορετική στάση, γιατί δεν είναι δυνατό να υπάρξει «αμερόληπτη» κοινωνική επιστήμη σε μια κοινωνία χτισμένη πάνω στην ταξική πάλη. Έτσι ή αλλιώς, όλη και η επίσημη και η φιλελεύθερη επιστήμη, υπερασπίζει τη μισθωτή δουλεία, ενώ ο μαρξισμός έχει κηρύξει αμείλικτο πόλεμο ενάντια σ’ αυτή τη δουλεία. Το να περιμένει κανείς αμερόληπτη επιστήμη στην κοινωνία της μισθωτής δουλείας είναι κουτούτσικη αφέλεια, που μοιάζει με το να περιμένει κανείς αμεροληψία από τους εργοστασιάρχες στο ζήτημα αν θα πρέπει ν’ αυξήσουν το μεροκάματο των εργατών, ελαττώνοντας τα κέρδη του κεφαλαίου.

Μα δεν είναι μόνο αυτό. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία της κοινωνικής επιστήμης δείχνουν πεντακάθαρα ότι στο μαρξισμό δεν υπάρχει τίποτε που να μοιάζει με «αίρεση», με την έννοια κάποιας κλειστής, αποστεωμένης διδασκαλίας που εμφανίστηκε έξω από τη λεωφόρο της εξέλιξης του παγκόσμιου πολιτισμού. Αντίθετα, όλη η μεγαλοφυΐα του Μαρξ βρίσκεται ακριβώς στο ότι έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα που είχε ήδη θέσει η πρωτοπόρα σκέψη της ανθρωπότητας. Η διδασκαλία του γεννήθηκε σαν κατευθείαν και άμεση συνέχιση της διδασκαλίας των πιο μεγάλων εκπροσώπων της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του σοσιαλισμού.

Η διδασκαλία του Μαρξ είναι παντοδύναμη, γιατί είναι σωστή. Είναι πλήρης και αρμονική, γιατί δίνει στους ανθρώπους μιαν ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία, ασυμβίβαστη απέναντι σε κάθε δεισιδαιμονία, σε κάθε αντίδραση, σε κάθε υπεράσπιση της αστικής καταπίεσης. Είναι νόμιμος διάδοχος ό,τι πιο καλού δημιούργησε η ανθρωπότητα στο 19ο αιώνα με τη μορφή της γερμανικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας, του γαλλικού σοσιαλισμού.

Σ’ αυτές τις τρεις πηγές, που αποτελούν ταυτόχρονα και τα συστατικά μέρη του μαρξισμού, θα σταθούμε με συντομία.

Ι

Η φιλοσοφία του μαρξισμού είναι ο υλισμός. Στη διάρκεια όλης της νεότερης ιστορίας της Ευρώπης και κυρίως στα τέλη του 18ου αιώνα, στη Γαλλία όπου δινόταν η αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε μεσαιωνική σαβούρα, ενάντια στη δουλοπαροικία που επικρατούσε στους θεσμούς και στις ιδέες, ο υλισμός αποδείχτηκε η μοναδική συνεπής φιλοσοφία, πιστή σ’ όλες τις αρχές των φυσικών επιστημών, εχθρική προς τις δεισιδαιμονίες, την ψευτοευλάβεια κτλ. Γι’ αυτό οι εχθροί της δημοκρατίας προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να «αναιρέσουν», να υποσκάψουν, να συκοφαντήσουν τον υλισμό και υπεράσπιζαν τις διάφορες μορφές του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, που έτσι είτε αλλιώς καταλήγει πάντα στην υπεράσπιση ή στην υποστήριξη της θρησκείας.

Ο Μαρξ και ο Έγκελς υπεράσπισαν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο το φιλοσοφικό υλισμό και εξήγησαν επανειλημμένα πόσο βαθιά λαθεμένη είναι κάθε παρέκκλιση απ’ αυτή τη βάση. Οι απόψεις τους έχουν εκτεθεί με τη μεγαλύτερη σαφήνεια και διεξοδικότητα στα έργα του Έγκελς Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και Αντιντίριγκ, που όπως και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αποτελούν εγκόλπιο κάθε συνειδητού εργάτη.

Ο Μαρξ όμως δεν σταμάτησε στον υλισμό του 18ου αιώνα, μα προώθησε τη φιλοσοφία. Την πλούτισε με τις κατακτήσεις της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα του συστήματος του Χέγκελ, που με τη σειρά του είχε οδηγήσει στον υλισμό του Φόιερμπαχ. Η κυριότερη απ’ αυτές τις κατακτήσεις είναι η διαλεκτική, δηλαδή η διδασκαλία της εξέλιξης στην πιο πλήρη, βαθιά κι απαλλαγμένη από κάθε μονομέρεια μορφή της, η διδασκαλία της σχετικότητας της ανθρώπινης γνώσης που μας δίνει μιαν αντανάκλαση της αιώνια εξελισσόμενης ύλης. Οι νεότατες ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών –ράδιο, ηλεκτρόνια, μεταστοιχείωση– επιβεβαίωσαν περίλαμπρα το διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ, παρόλες τις θεωρίες των αστών φιλοσόφων με τις «καινούργιες» αναδρομές τους στον παλιό και σάπιο ιδεαλισμό.

Ο Μαρξ, βαθαίνοντας και αναπτύσσοντας το φιλοσοφικό υλισμό, τον οδήγησε ως το τέλος, τον επέκτεινε από τη γνώση της Φύσης στη γνώση της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ αποτελεί μέγιστη κατάκτηση της επιστημονικής σκέψης. Το χάος και η αυθαιρεσία που βασίλευαν ως τότε στις αντιλήψεις για την ιστορία και την πολιτική, αντικαταστάθηκαν από μια καταπληκτικά ολοκληρωμένη και αρμονική επιστημονική θεωρία, που δείχνει πώς μέσα από μια μορφή της κοινωνικής ζωής αναπτύσσεται, σαν συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μια άλλη, ανώτερη μορφή, από τη δουλοπαροικία π.χ. γεννιέται ο καπιταλισμός.

Όπως ακριβώς η γνώση του άνθρωπου αντανακλά τη Φύση που υπάρχει ανεξάρτητα απ’ αυτόν, δηλαδή την εξελισσόμενη ύλη, έτσι και η κοινωνική γνώση του ανθρώπου (δηλαδή οι διάφορες αντιλήψεις και διδασκαλίες φιλοσοφικές, θρησκευτικές, πολιτικές κτλ.) αντανακλά το οικονομικό καθεστώς της κοινωνίας. Οι πολιτικοί θεσμοί είναι το εποικοδόμημα πάνω στην οικονομική βάση. Βλέπουμε λ.χ., πώς οι διάφορες πολιτικές μορφές των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών χρησιμεύουν για τη στερέωση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο.

Η φιλοσοφία του Μαρξ είναι ο ολοκληρωμένος φιλοσοφικός υλισμός, που έδοσε στην ανθρωπότητα –και ιδιαίτερα στην εργατική τάξη– ισχυρά όργανα γνώσης.

ΙI

Ο Μαρξ, αφού αναγνώρισε ότι το οικονομικό καθεστώς είναι η βάση πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό εποικοδόμημα, έστρεψε κυρίως την προσοχή του στη μελέτη αυτού του οικονομικού καθεστώτος. Το βασικό έργο του Μαρξ, Το Κεφάλαιο, είναι αφιερωμένο στη μελέτη του οικονομικού καθεστώτος της σύγχρονης, δηλαδή της καπιταλιστικής, κοινωνίας.

Η κλασική πολιτική οικονομία διαμορφώθηκε πριν από τον Μαρξ στην Αγγλία, την πιο εξελιγμένη καπιταλιστική χώρα. Ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντάβιντ Ρικάρντο, μελετώντας το οικονομικό καθεστώς, έβαλαν τις βάσεις της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Ο Μαρξ συνέχισε το έργο τους. Θεμελίωσε γερά και ανάπτυξε με συνέπεια αυτή τη θεωρία. Έδειξε ότι η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, που απαιτείται για την παραγωγή του εμπορεύματος.

Εκεί όπου οι αστοί οικονομολόγοι έβλεπαν σχέσεις πραγμάτων (ανταλλαγή εμπορεύματος με εμπόρευμα), ο Μαρξ αποκάλυψε σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων εκφράζει τη σύνδεση ανάμεσα στους ξεχωριστούς παραγωγούς μέσω της αγοράς. Το χρήμα σημαίνει ότι η σύνδεση αυτή γίνεται όλο και πιο στενή, συνενώνοντας αδιάρρηκτα σ’ ένα σύνολο όλη την οικονομική ζωή των ξεχωριστών παραγωγών. Το Κεφάλαιο σημαίνει παραπέρα ανάπτυξη αυτής της σύνδεσης: η εργατική δύναμη του ανθρώπου γίνεται εμπόρευμα. Ο μισθωτός εργάτης πουλάει την εργατική του δύναμη στον ιδιοκτήτη της γης, του εργοστασίου, των εργαλείων δουλιάς. Ένα μέρος της εργάσιμης μέρας ο εργάτης το διαθέτει για να καλύψει τα έξοδα της συντήρησης του και της συντήρησης της οικογένειας του (μισθός εργασίας) και το άλλο μέρος της μέρας ο εργάτης δουλεύει δωρεάν, δημιουργώντας για τον καπιταλιστή την υπεραξία, την πηγή του κέρδους, την πηγή του πλούτου της τάξης των καπιταλιστών.

Η διδασκαλία της υπεραξίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ.

Το κεφάλαιο που δημιουργήθηκε με τη δουλειά του εργάτη καταπιέζει τον εργάτη, καταστρέφοντας τους μικρονοικοκυραίους και δημιουργώντας τη στρατιά των ανέργων. Στη βιομηχανία φαίνεται αμέσως η νίκη της μεγάλης παραγωγής, μα και στη γεωργία βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο: η υπεροχή της μεγάλης καπιταλιστικής γεωργίας μεγαλώνει, αυξάνει η χρησιμοποίηση μηχανών, το αγροτικό νοικοκυριό πιάνεται στη θηλιά του χρηματικού κεφαλαίου, ξεπέφτει και καταστρέφεται κάτω από το βάρος της καθυστερημένης τεχνικής. Στη γεωργία είναι διαφορετικές οι μορφές της κατάπτωσης της μικρής παραγωγής, η ίδια όμως η κατάπτωση της είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

Το κεφάλαιο, τσακίζοντας τη μικρή παραγωγή, οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στη δημιουργία μονοπωλιακής θέσης για τις ενώσεις των πολύ μεγάλων καπιταλιστών. Η ίδια η παραγωγή γίνεται όλο και πιο κοινωνική, –εκατοντάδες χιλιάδες κι εκατομμύρια εργάτες συνενώνονται σ’ ένα σχεδιομετρικό οικονομικό οργανισμό– ενώ το προϊόν της κοινής εργασίας το ιδιοποιείται μια χούφτα καπιταλιστών. Μεγαλώνει η αναρχία στην παραγωγή, οι κρίσεις, το λυσσαλέο κυνηγητό των αγορών, η φτώχεια της μάζας του πληθυσμού.

Το καπιταλιστικό καθεστώς, μεγαλώνοντας την εξάρτηση των εργατών από το κεφάλαιο, δημιουργεί τη μεγάλη δύναμη της ενωμένης εργασίας.

Ο Μαρξ παρακολούθησε την εξέλιξη του καπιταλισμού από τα πρώτα έμβρυα της εμπορευματικής οικονομίας, από την απλή ανταλλαγή ως τις ανώτερες μορφές του, ως τη μεγάλη παραγωγή.

Και η πείρα όλων των καπιταλιστικών χωρών, τόσο των παλιών, όσο και των καινούργιων, δείχνει παραστατικά από χρόνο σε χρόνο όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό εργατών την ορθότητα της διδασκαλίας αυτής του Μαρξ.

Ο καπιταλισμός νίκησε σ’ όλο τον κόσμο, μα η νίκη αυτή δεν είναι παρά μόνο το κατώφλι της νίκης της εργασίας κατά του κεφαλαίου.

ΙII

Όταν ανατράπηκε η δουλοπαροικία και είδε το φως της μέρας η «ελεύθερη» καπιταλιστική κοινωνία, αποκαλύφθηκε αμέσως ότι η ελευθερία αυτή σημαίνει καινούργιο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Αμέσως άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες σοσιαλιστικές διδασκαλίες, σαν αντανάκλαση αυτής της καταπίεσης και σαν διαμαρτυρία ενάντια της. Ο αρχικός όμως σοσιαλισμός ήταν ουτοπικός σοσιαλισμός. Έκανε κριτική στην καπιταλιστική κοινωνία, την καταδίκαζε, την καταριόταν, ονειρευόταν τον αφανισμό της, έπλαθε με τη φαντασία του ένα καλύτερο καθεστώς, προσπαθούσε να πείσει τους πλούσιους για το ανήθικο της εκμετάλλευσης.

Μα ο ουτοπικός σοσιαλισμός δεν μπορούσε να υποδείξει μια πραγματική διέξοδο. Δεν μπορούσε ούτε να εξηγήσει την ουσία της μισθωτής σκλαβιάς στον καπιταλισμό, ούτε ν’ ανακαλύψει τους νόμους της εξέλιξης του, ούτε να βρει την κοινωνική εκείνη δύναμη που είναι ικανή να γίνει ο δημιουργός της νέας κοινωνίας.

Στο μεταξύ οι θυελλώδεις επαναστάσεις, που συνόδεψαν την πτώση της φεουδαρχίας, της δουλοπαροικίας, παντού στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, αποκάλυπταν όλο και πιο εξόφθαλμα πώς βάση όλης της εξέλιξης και κινητήρια δύναμη της είναι η πάλη των τάξεων.

Καμιά νίκη της πολιτικής ελευθερίας πάνω στην τάξη των φεουδαρχών δεν κατακτήθηκε χωρίς απεγνωσμένη αντίσταση. Καμιά καπιταλιστική χώρα δεν διαμορφώθηκε πάνω σε λίγο-πολύ ελεύθερη, δημοκρατική βάση, χωρίς αγώνα ζωής ή θανάτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η μεγαλοφυΐα του Μαρξ συνίσταται στο ότι μπόρεσε νωρίτερα απ’ όλους να βγάλει από δω το συμπέρασμα που μας διδάσκει η παγκόσμια ιστορία και να το εφαρμόσει με συνέπεια. Το συμπέρασμα αυτό είναι η διδασκαλία για την ταξική πάλη.

Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της απάτης και της αυταπάτης στην πολιτική, όσο δεν θα μάθουν ν’ αναζητούν πίσω από τις διάφορες ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις, υποσχέσεις, τα συμφέροντα τούτων η εκείνων των τάξεων. Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δεν θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο παράλογος και σάπιος κι αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων η εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων υπάρχει μόνο ένα μέσο: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει, να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε για την πάλη τις δυνάμεις εκείνες, που μπορούν –και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν– ν’ αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο.

Μόνο ο φιλοσοφικός υλισμός του Μαρξ έδειξε στο προλεταριάτο τη διέξοδο από την πνευματική σκλαβιά, όπου φυτοζωούσαν και φυτοζωούν ως τώρα όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις. Μόνο η οικονομική θεωρία του Μαρξ εξήγησε την πραγματική θέση του προλεταριάτου μέσα στο γενικό σύστημα του καπιταλισμού.

Σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική ως την Ιαπωνία και από τη Σουηδία ως τη Νότια Αφρική, πληθαίνουν οι αυτοτελείς οργανώσεις του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο διαφωτίζεται και διαπαιδαγωγείται, διεξάγοντας την ταξική του πάλη, απαλλάσσεται από τις προλήψεις της αστικής κοινωνίας, συσπειρώνεται όλο και πιο σφιχτά και μαθαίνει να εκτιμά σωστά τις επιτυχίες του, ατσαλώνει τις δυνάμεις του και αναπτύσσεται ακατάπαυστα.

Μάρτης 1913

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————

[1] Το άρθρο αυτό γράφτηκε από τον Λένιν για την τριακοστή επέτειο του θανάτου του Καρλ Μαρξ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Προσβεστσένιγε», τεύχος 3, του 1913 –(Σ.τ. Σ.).

Πηγή: Marxist Books

Δεν υπάρχουν σχόλια: