Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Το λιοντάρι και η αντιλόπη: Ευρωπαϊκή Ένωση και αποδέσμευση (Praxis)

Κείμενο της συντακτικής επιτροπής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη αναδιαμορφώνει βίαια το έδαφος πάνω στο οποίο θα κινηθούν οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις για τα επόμενα χρόνια. Η υπέρβασή της είναι ήδη ένα επίδικο της ταξικής πάλης, σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικοοικονομικό, πολιτικό, θεωρητικό), με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Δεν πρόκειται απλά για κρίση του νεοφιλελευθερισμού, ούτε ενός δήθεν καπιταλισμού-καζίνο, όπως διατείνεται ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, αλλά για κρίση υπερσυσσώρευσης, βαθιά και συνολική κρίση του Καπιταλιστικού συστήματος. Η χρηματοπιστωτική έκφρασή της είναι η κορυφή του παγόβουνου, καθώς είναι ο πιο ευάλωτος τομέας, αλλά η βάση του βρίσκεται βαθιά στο έδαφος των νέων κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Άλλωστε ο ίδιος ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει το ρόλο της τεράστιας επιτάχυνσης της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, από την οποία όμως εξαρτάται όλο και περισσότερο η ίδια η χρηματοδότηση της παραγωγικής διαδικασίας σε συνθήκες όπου υποκείμενο πλέον δεν είναι μόνο μια ατομική καπιταλιστική επιχείρηση αλλά πολυμετοχικές πολυεθνικές και πολυκλαδικές επιχειρήσεις που αντλούν κεφάλαια από τη χρηματιστηριακή αγορά.

Η ίδια η «εκτόξευση» του χρηματοπιστωτικού τομέα τις τελευταίες δεκαετίες στηρίχθηκε στην τεράστια κερδοφορία που πέτυχε το κεφάλαιο μέσα από την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και τη διεθνική του επέκταση, σε συνθήκες ήττας και αδυναμίας ουσιαστικής αντίδρασης του εργατικού κινήματος. Αυτό το «πλεονάζον» κεφάλαιο έγινε η βάση της χρηματιστηριακής φούσκας, οδηγώντας την ανταλλακτική αξία σε ένα πεδίο αφαίρεσης και συμβολοποίησης, απ’ όπου μοιάζει τελείως αποκομμένη από τον κόσμο της υλικής παραγωγής. Αλλά το φαινόμενο αυτό παίρνει πιο γενικευμένες και δραματικές διαστάσεις λόγω του ότι τα πάντα έχουν γίνει πλέον ανταλλακτικές αξίες και, μάλιστα, σε ένα διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Και επίσης, διότι έχει μεγαλώσει η δυσκολία της γενικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου, καθώς προσκρούει πάνω σε σημαντικά κοινωνικά και περιβαλλοντικά όρια.

Το καπιταλιστικό σύστημα στηρίζει τις διάφορες μορφές διεθνούς συγκρότησης και ανάπτυξής του στην εκμετάλλευση των εργαζομένων, στην αναζήτηση των τάσεων αύξησης του ποσοστού κέρδους, στους ανώτερους συνδυασμούς και στις νέες μορφές απόσπασης απλήρωτης δουλειάς από την υποταγμένη στο κεφάλαιο εργασία. Ο ιμπεριαλισμός του προηγούμενου αιώνα ήταν ιμπεριαλισμός σε βάρος πρώτα από όλα της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων μαζών των μητροπόλεων. Και μόνο πάνω σε αυτή τη βάση ήταν επόμενα, ιμπεριαλισμός και σε βάρος των εργαζομένων των πιο καθυστερημένων μορφών και συνδυασμών απόσπασης υπεραξίας, καθώς και της εργατικής τάξης που ήταν τυπικά υποταγμένη στο κεφάλαιο (με βάση την απόλυτη, κυρίως, υπεραξία). Μόνο πάνω σε αυτή τη θεμελιακή εθνική και «διεθνική» σχέση εκμετάλλευσης μπορούσε να γίνει ιμπεριαλισμός («παγκόσμιος») και σε βάρος των εργαζομένων, των λαών ακόμα και των ηγεμονικών τάξεων εκείνων των κοινωνιών που βρίσκονταν σε προκαπιταλιστικά στά­δια ή κυριαρχούνταν από καθυστερημένους τρόπους παραγωγής. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στην σημερινή κρίση μας ξεσπούν με πρωτοφανή-τουλάχιστον για την μεταπολεμική περίοδο-ένταση.

Οι εξαγωγές κεφαλαίων και οι διε­θνείς συναλλαγές πραγματοποιούνται σε ανώτερο από κάθε άλλη φορά επίπεδο κυρίως ανάμεσα στις χώρες και τους συνασπισμούς του διεθνoύς καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού πλέγματος. Όπως δείχνει η κρίση, τό σύστημα της καπιταλιστικής διεθνοποίησης δε σημαίνει παγκοσμιοποίηση και πολύ πε­ρισσότερο δε σημαίνει παγκοσμιοποίηση της ευημερίας, αλλά σημαίνει παγκοσμιοποίηση της φτώχειας με προφυλακή την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους της «ευέλικτης εργασίας». Δείχνει ακόμα ότι υπάρχει μια νέα βάση ενότητας, παρ' όλες τις νέες πολύμορφες αντιθέσεις, ανά­μεσα στους εργαζόμενους και τους καταπιεζόμενους όλης της γης, πάλι με προφυλακή την εργατική τάξη των νέων μορφών εκμετάλλευσης. Φανερώνει, τέλος, ότι ο καπιταλισμός γενικά αντιστρα­τεύεται τη διεθνική ανάγκη του πολιτισμού και της παραγωγής.

Χρόνια τώρα, η αστική ρητορεία πρόβαλε την επιτυχή συμμετοχή του ελληνικού κράτους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για πανκοινωνική ευημερία. Όμως, οι αλλεπάλληλες «λιτότητες», «αναγκαίες θυσίες» και η σημερινή κρίση έχουν πλέον εξαντλήσει τα αποθέματα πειθούς της εν λόγω φιλολογίας και ήδη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αμφισβητούν, από διαφορετικές αφετηρίες και δρόμους, την κοινωνική αυταξία του ευρωμονόδρομου. Παρά ταύτα, ενώ το ευρωπαϊκό και εγχώριο κεφάλαιο οξύνουν ταχύτατα την επίθεσή τους στην εργατική τάξη, οι σχετικές αναζητήσεις της πλειοψηφίας των εργαζομένων (αλλά και αριστερών πολιτικών δυνάμεων), κινούνται ανάμεσα σε προβληματισμούς όπως: «υπεράσπιση του εθνικού κράτους έναντι της Ε.Ε.» ή αλλαγή των συσχετισμών στην Ε.Ε». Κοινό στοιχείο των παραπάνω προβληματισμών, αποτελεί η αντίληψη ότι ο ενδοαστικός ανταγωνισμός σημαίνει έλλειψη ενότητας και στην εκμετάλλευση, άρα μπορεί να παράξει οφέλη για την εργατική τάξη.

Η εγγενής τάση συγκέντρωσης, συγκεντροποίησης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, τροφοδότησε - εκρηκτικά μετά την εκδήλωση της κρίσης της δεκαετίας του ’70 - την ανάπτυξη των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων και οδήγησε, μεταξύ άλλων, στη σημερινή διεθνή δράση και κυριαρχία τους. Ο ολοένα και πιο οξύς ανταγωνισμός μεταξύ τους, δεν εμποδίζει τις συμπράξεις σε ομίλους ή σε ολοκληρώσεις διά των εθνικών κρατών, προκειμένου να εξασφαλίζεται αποτελεσματικότερα, αφ’ ενός, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αφ’ ετέρου ο, από καλύτερες θέσεις, διεθνής ανταγωνισμός, έναντι άλλων ολοκληρώσεων ή εθνικών κρατών. Στην εξέλιξη της παραπάνω διαδικασίας, εντάχθηκε οργανικά, το σύνολο των αστικών τάξεων και των επιμέρους μερίδων τους, μια που η διεθνής δράση του κεφαλαίου, αποτελεί πλέον, οργανική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του και σε εθνικό επίπεδο.

Η ποικιλία των μορφών με τις οποίες δραστηριοποιείται το κεφάλαιο -αυτοτελώς ή δια των εθνικών κρατών και των ολοκληρώσεων - καθώς και οι ανταγωνισμοί του, δεν αντανακλούν, ιδαίτερα σήμερα που ζούμε μια νέα έκρηξη της Καπιταλιστικής κρίσης, αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στην γραμμή της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Στην καπιταλιστική ζούγκλα, οι ανταγωνισμοί αφορούν το μοίρασμα της λείας και ποτέ τη διάσωση του θύματος, όπως και στην πραγματική ζούγκλα άλλωστε, όπου καμία αντιλόπη δεν σώθηκε, επειδή πάλευαν τα λιοντάρια για το ποιο θα την πρωτοφάει.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί κοινό, αναγκαίο και επικερδή στόχο τόσο του ευρωπαϊκού, όσο και του ελληνικού κεφαλαίου. Εθνικό κράτος και υπερεθνική ολοκλήρωση, κινούνται, αλληλοδιαπλεκόμενα και ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση, με ενίσχυση του ενός ή του άλλου, όπου υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη. Η ενίσχυση του υπερεθνικού αποτελεί αναγκαιότητα για την επιτυχία της ολοκλήρωσης, προκειμένου η ένωση να διεκδικήσει ανταγωνιστικό παγκόσμιο ρόλο. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση αυτή, εξυπηρετεί τα εθνικά κράτη που, κινούμενα στην ίδια κατεύθυνση, επιτυγχάνουν μεγαλύτερες ταχύτητες με λιγότερους κοινωνικοπολιτικούς τριγμούς. Με την πολιτική αυτοματοποίηση στην εντατική και εκτατική ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων που προσφέρει ο υπερεθνικός σχηματισμός, κερδοφορούν και το εθνικό κράτος και οι εγχώριες αστικές τάξεις από τη μεσαιωνική εκμετάλλευση των εργατικών τάξεων. Μια κερδοφορία, που κατόπιν μεταφράζεται σε ισχύ στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, εντός και εκτός ολοκλήρωσης.

Τα φαινόμενα αυτά, οξύνονται ακόμη περισσότερο, όσο οξύνεται και η κρίση του συστήματος και αναδεικνύουν ότι η ολοκλήρωση αποτελεί οργανικό στοιχείο για την εξασφάλιση των όρων αναπαραγωγής και κυριαρχίας της εγχώριας αστικής τάξης και δεν υπάρχει καμία μερίδα της, μη διαπλεκόμενη με αυτήν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σήμερα αστική μερίδα, εν δυνάμει έστω, σύμμαχος της εργατικής τάξης στο αίτημα για αποδέσμευση - πολύ περισσότερο "αντικαπιταλιστική" - από την Ε.Ε., και γι’ αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί αυτό, από καμία «αριστερή και προοδευτική» αστική κυβέρνηση.

Η αποδέσμευση απο την Ε.Ε, αν είναι να έχει περιεχόμενο υπέρ των εργαζομένων, δεν μπορεί, παρά μόνο να επιβληθεί, με την μαζική, επαναστατική δράση της εργατικής τάξης. Οποιαδήποτε διάσπαση στην οργανική σχέση που συνδέει το ελληνικό κεφάλαιο με την ολοκλήρωση (και γενικότερα με τους Διεθνείς Καπιταλιστικούς οργανισμούς), δεν κλονίζει απλώς την αστική κυριαρχία-(ώστε να αυτοκτονήσει λόγω της πίεσης απο το κίνημα, όπως υποστηρίζουν απόψεις ρήξης με την Ε.Ε με όχημα αστικές κυβερνήσεις), αλλά, εξ αντικειμένου, θέτει ζήτημα εξουσίας, και συνεπώς, είτε ανατροπής της αστικής κυριαρχίας για την συνολική κοινωνική απελευθέρωση είτε συντριβής από τις «αλληλέγγυες» καπιταλιστικές δυνάμεις.

Πηγή: Praxis

Δεν υπάρχουν σχόλια: