Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (τελευταίο μέρος)

Δεύτερον, μπορείτε να δείτε ότι ο αρνητικός αυτός φόρος είναι ένας τρόπος πλήρους αποφυγής μιας κοινωνικής πολιτικής που να έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα υπό τη μορφή μιας γενικής εισφοράς εισοδήματος· δηλαδή, γενικά μιλώντας, [ένας τρόπος αποφυγής] οποιουδήποτε πράγματος θα μπορούσε να περιγραφεί ως σοσιαλιστική πολιτική. Αν καλέσουμε σοσιαλιστική πολιτική μια πολιτική “σχετικής” ένδειας, δηλαδή μια πολιτική η οποία τείνει να μετατρέψει τα χάσματα ανάμεσα σε διαφορετικά εισοδήματα, αν κατανοήσουμε τη σοσιαλιστική πολιτική ως πολιτική που προσπαθεί να μετριάσει τις συνέπειες της σχετικής ένδειας που εκπορεύονται από το χάσμα ανάμεσα στα εισοδήματα των πλουσιοτέρων και των φτωχότερων, τότε είναι εντελώς ξεκάθαρο ότι η πολιτική που εξυπακούει ο αρνητικός φόρος είναι το ακριβές αντίθετο μιας σοσιαλιστικής πολιτικής. Η σχετική ένδεια δεν εμφανίζεται με κανέναν τρόπο στους στόχους μιας τέτοιας κοινωνικής πολιτικής. Το μοναδικό πρόβλημα είναι η “απόλυτη” ένδεια, δηλαδή το επίπεδο κάτω από το οποίο θεωρείται ότι οι άνθρωποι δεν έχουν επαρκές εισόδημα για να διασφαλιστεί ότι καταναλώνουν επαρκώς.

Νομίζω πως θα πρέπει να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την απόλυτη ένδεια. Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί, φυσικά, ως κάποιου είδους όριο που ισχύει για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η απόλυτη ένδεια είναι σχετική για κάθε κοινωνία, και υπάρχουν κοινωνίες που θα έχουν αρκετά υψηλό όριο για την απόλυτη ένδεια, και άλλες, φτωχές κοινωνίες, όπου το όριο αυτό θα είναι αρκετά χαμηλότερο. Δεύτερον, και αυτή είναι σημαντική συνέπεια, μπορείτε να δείτε ότι τούτο επανεισάγει την κατηγορία του φτωχού και της ένδειας που όλες οι κοινωνικές πολιτικές, οπωσδήποτε μετά την απελευθέρωση [της Γαλλίας από τους Γερμανούς], αλλά στην πραγματικότητα όλες οι πολιτικές πρόνοιας, όλες οι λίγο πολύ κοινωνιοποιητικές ή κοινωνικοποιημένες πολιτικές από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, έχουν προσπαθήσει να απεμπολήσουν. Καμία απ’ αυτές οι πολιτικές —ο γερμανικός τύπος πολιτικής κρατικού σοσιαλισμού, μια πολιτική πρόνοιας όπως αυτή που προγραμματίστηκε από τον Pigou, η πολιτική του New Deal, και η κοινωνική πολιτική της Αγγλίας ή της Γαλλίας μετά την απελευθέρωση— δεν ήθελε να γνωρίζει την κατηγορία των φτωχών, ή, όπως και να ’χει, ήθελαν όλες να βεβαιωθούν ότι οι οικονομικές παρεμβάσεις ήταν τέτοιες ώστε ο πληθυσμός να μην χωρίζεται ανάμεσα στους φτωχούς και στους λιγότερο φτωχούς. Η πολιτική ήταν πάντα κάτι που ο χώτος της βρισκόταν στην εξάπλωση της σχετικής ένδειας, στην ανακατανομή των εισοδημάτων, στο παίγνιο του χάσματος ανάμεσα σε πλουσιότερους και φτωχότερους. Εδώ όμως, έχουμε μια πολιτική που ορίζει ένα δεδομένο όριο το οποίο εξακολουθεί να είναι [σε παγόσμια κλίμακα] σχετικό, αλλά το οποίο είναι απόλυτο για την ίδια την κοινωνία, και το οποίο διακρίνει ανάμεσα στους φτωχούς και αυτούς που δεν είναι φτωχοί, ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν επιχορήγηση και αυτούς που δεν λαμβάνουν.

Το τρίτο χαρακτηριστικό του αρνητικού φόρου είναι ότι, όπως θα βλέπετε, διασφαλίζει, τρόπον τινά, μια γενική ασφάλεια, αλλά στο χαμηλότερο επίπεδο· δηλαδή, οι οικονομικοί μηχανισμοί του παιχνιδιού, οι μηχανισμοί του ανταγωνισμού και του επιχειρείν, μπορούν να λειτουργούν ελεύθερα στο υπόλοιπο της κοινωνίας. Πάνω από το όριο, όλοι θα πρέπει να είναι επιχειρήσεις για τον εαυτό τους ή για την οικογένειά τους. Θα είναι εφικτή πάνω από το όριο μια κοινωνία που να τυποποιείται στη βάση του μοντέλου της επιχείρησης, της ανταγωνιστικής επιχείρησης· και θα υπάρχει απλώς μια ελάχιστη ασφάλεια, δηλαδή η εξάλειψη κάποιων κινδύνων στη βάση ενός χαμηλού επιπέδου ορίου. Δηλαδή, θα υπάρχει ένας πληθυμός ο οποίος, από την οπτική γωνία της οικονομικής βασικής γραμμής, θα κινείται διαρκώς ανάμεσα, απ’ τη μία, στην στήριξη που παρέχεται για κάποια ενδεχόμενα όταν ο πληθυσμός αυτός πέφτει κάτω από το όριο και, από την άλλη, τόσο στην χρήση του όσο και στην διαθεσιμότητά του προς χρήση σύμφωνα με τις οικονομικές ανάγκες και δυνατότητες. Θα υπάρχει λοιπόν ένα είδος ενδό- και υπέρ-οριακού πληθυσμού που θα αιωρείται: ένας οριακός πληθυσμός ο οποίος, για μια οικονομία που έχει εγκαταλείψει τον στόχο της πλήρους απασχόλησης, θα είναι μια μόνιμη εφεδρεία ανθρώπινου δυναμικού, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε όταν χρειάζεται, αλλά η οποία μπορεί να επιστρέψει στο στάτους της ως επιχορηγούμενη όταν αυτό είναι απαραίτητο.

Μ’ αυτό λοιπόν το σύστημα —το οποίο, πάλι, δεν έχει εφαρμοστεί για μια σειρά λόγων, αλλά του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι ξεκάραρα στην παρούσα οικονομική πολιτική του Ζισκάρ και του Μπαρ— έχουμε την διαμόρφωση μιας οικονομικής πολιτικής που δεν επικεντρώνεται πλέον στην πλήρη απασχόληση, και που μπορεί να ενσωματωθεί στην γενική οικονομία της αγοράς μόνο εγκατελείποντας τον στόχο της πλήρους απασχόλησης. Η πλήρης απασχόληση και η συνειδητά ηθελημένη ανάπτυξη αποκηρύττονται για χάρη της ενσωμάτωσης σε μια οικονομία της αγοράς. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια έναν αιωρούμενο πληθυσμό, έναν οριακό, ενδο- ή υπερ-οριακό πληθυσμό, στον οποίο ο μηχανισμός επιβεβαίωσης θα επιτρέπει να ζήσει, με κάποιο τρόπο, και να ζήσει με τέτοιο τρόπο ώστε πάντοτε να είναι διαθέσιμος για δυνητική εργασία, εάν το απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα από αυτό μέσα από το οποίο διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε ο καπιταλισμός στον δέκατο όγδοο και δέκατο ένατο αιώνα, όταν ο καπιταλισμός αυτός είχε να κάνει με έναν αγροτικό πληθυσμό ο οποίος ήταν η διαρκής δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού. Όταν η οικονομία λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα, όταν ο αγροτικός πληθυσμός δεν μπορεί πια να εξασφαλίσει ένα ατελείωτο απόθεμα ανθρώπινου δυναμικού, το απόθεμα αυτό πρέπει να διαμορφωθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αυτός ο άλλος τρόπος είναι ο επιχορηγούμενος πληθυσμός, ο οποίος επιχορηγείται πράγματι με πολύ φιλελεύθερο και πολύ λιγότερο γραφειοκρατικό και πειθαρχικό τρόπο από ότι γίνεται σε ένα σύστημα που έχει ως στόχο την πλήρη απασχόληση που χρησιμοποιεί μηχανισμούς όπως αυτός της κοινωνικής πρόνοιας. Στο τέλος, είναι στο χέρι των ανθρώπων το να εργαστούν αν το θέλουν ή να μην εργαστούν αν δεν το θέλουν. Πάνω από όλα, υπάρχει η δυνατότητα του να μην τους αναγκάζεις να εργαστούν αν δεν υπάρχει ενδιαφέρον για να το κάνουν. Τους εξασφαλίζεται απλώς η δυνατότητα μιας ελάχιστης ύπαρξης σε ένα δεδομένο επίπεδο, και έτσι μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Τώρα, αυτού του είδους το εγχείρημα δεν είναι τίποτε άλλο από την ριζοσπαστικοποίηση των γενικών αυτών θεματικών για τις οποίες έκανα λόγο σε σχέση με τον ορντολιμπεραλισμό. Οι γερμανοί ορντολιμπεραλιστές εξήγησαν ότι ο κύριος στόχος μιας κοινωνικής πολιτικής σίγουρα δεν είναι να λάβει υπόψη όλους τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει η παγκόσμια μάζα του πληθυσμού, και ότι μια πραγματική κοινωνική πολιτική θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε, χωρίς να επηρεάσει το οικονομικό παιχνίδι —και έτσι, αφήνοντας την κοινωνία να αναπτυχθεί ως επιχειρηματική κοινωνία—, να χρησιμοποιεί μηχανισμούς παρέμβασης ώστε να βοηθά αυτούς που χρειάζονται βοήθεια, και μόνον όταν χρειάζονται βοήθεια.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

radical mix

http://imageshack.us/f/850/fouc.jpg/

Αντωνης είπε...

Καλό. Μερσί!