Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (έβδομο μέρος)

Το πρόβλημα είναι: Πώς μπορούμε να πετύχουμε να κάνουμε ένα τέτοιο διαχωρισμό ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό να λειτουργήσει; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε αυτή την αποσύνδεση; Και πάλι, με το κείμενο του Ζισκάρ, μπορούμε να δούμε τι εννοεί. Επικαλείται την αρχή για την οποία έχω μιλήσει και η οποία είναι κοινή στον γερμανικό ορντολιμπεραλισμό και τον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό, και η οποία βρίσκεται επίσης στον γαλλικό νεοφιλελευθερισμό. Πρόκειται για την ιδέα ότι η οικονομία είναι βασικά ένα παιχνίδι, ότι αναπτύσσεται ως παιχνίδι ανάμεσα σε συμμετέχοντες, ότι όλη η κοινωνία πρέπει να εμποτίζεται από αυτό το παιχνίδι, και ότι ο βασικός ρόλος του κράτους είναι να ορίζει τους οικονομικούς κανόνες του παιχνιδιού και να βεβαιώνεται ότι όντως εφαρμόζονται. Ποιοί είναι οι κανόνες; Πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε το οικονομικό παιχνίδι να είναι όσο πιο ενεργητικό γίνεται, και συνεπώς να είναι προς συμφέρον του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων, με έναν απλό κανόνα —και αυτή είναι η επιφάνεια επαφής, χωρίς πραγματική διείσδυση, μεταξύ του οικονομικού και του κοινωνικού— έναν επιπρόσθετο και απροϋπόθετο κανόνα του παιχνιδιού, τρόπον τινά, ο οποίος είναι ότι πρέπει να είναι αδύνατο για έναν από τους συμμετέχοντες στο οικονομικό παιχνίδι να τα χάσει όλα και έτσι να μην μπορεί να συνεχίσει να παίζει. Πρόκειται, αν θέλετε, για βαλβίδα ασφαλείας, για έναν περιοριστικό κανόνα ο οποίος δεν αλλάζει τίποτε στην πορεία του παιχνιδιού, αλλά ο οποίος παρεμποδίζει κάποιον απ’ το να εγκαταλείψει οριστικά και ολοκληρωτικά το παιχνίδι. Είναι ένα είδος ανάστροφου κοινωνικού συμβολαίου. Δηλαδή, στο κοινωνικό συμβόλαιο, όλοι όσοι επιθυμούν το κοινωνικό συμβόλαιο και προσχωρούν σ’ αυτό εικονικά ή πραγματικά απαρτίζουν μέρος της κοινωνίας μέχρι την στιγμή που απομακρυνθούν απ’ αυτή. Στην ιδέα ενός οικονομικού παιχνιδιού βρίσκουμε ότι κανείς δεν επέμενε αρχικά στο να είναι μέρος του οικονομικού παιχνιδιού και συνεπώς είναι ευθύνη της κοινωνίας και των κανόνων του παιχνιδιού που επιβάλλονται να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν αποκλείεται από το παιχνίδι αυτό στο οποίο εγκλωβίζεται χωρίς ποτέ να έχει επιθυμήσει ρητά να συμμετέχει. Η ιδέα ότι η οικονομία είναι ένα παιχνίδι, ότι υπάρχουν κανόνες του οικονομικού παινχιδιού για τους οποίους εγγυάται το κράτος, και ότι το μοναδικό σημείο επαφής ανάμεσα στο οικονομικό και στο κοινωνικό είναι ο κανόνας που προστατεύει τους παίχτες από το να αποκλειστούν από το παιχνίδι, διατυπώνεται από τον Ζισκάρ μάλλον έμμεσα αλλά αρκετά καθαρά, νομίζω, όταν λέει στο κείμενο του 1972: “Το χαρακτηριστικό της οικονομίας της αγοράς είναι η ύπαρξη κανόνων του παιχνιδιού, οι οποίοι επιτρέπουν τις αποκεντρωμένες αποφάσεις, και οι κανόνες αυτοί είναι για όλους ίδιοι.” Ανάμεσα στον κανόνα του ανταγωνισμού στην παραγωγή και αυτόν της προστασίας του ατόμου, πρέπει να εδραιωθεί “ένα συγκεκριμένο παιχνίδι” έτσι ώστε κανείς παίχτης να μην μπαίνει στο ρίσκο να τα χάσει όλα — λέει “συγκεκριμένο παιχνίδι”, αλλά αναμφίβολα θα ήταν καλύτερο να έλεγε “συγκεκριμένο κανόνα.” Τώρα, αυτή η ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει ένας κανόνας μη αποκλεισμού και ότι η λειτουργία του κοινωνικού κανόνα, της κοινωνικής ρύθμισης, ή της κοινωνικής πρόνοιας με την ευρύτερη έννοια του ρόλου, είναι απλά και ξεκάθαρα να βεβαιωθεί για τον μη αποκλεισμό σε ό,τι αφορά ένα οικονομικό παιχνίδι (το οποίο, με την εξαίρεση του κανόνα αυτού, πρέπει να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο), εφαρμόζεται, ή ιχνηλατείται τέλος πάντων, σε μια ολόκληρη σειρά από περισότερο ή λιγότερο ξεκάθαρα μέτρα.


Επειδή ο χρόνος μάς πιέζει και επειδή δεν θέλω να σας κουράσω με πολλές λεπτομέρειες για αυτό, θα ήθελα απλά να σας δείξω τι σημαίνει, όχι σε ό,τι αφορά τα μέτρα που όντως πάρθηκαν και που, εξαιτίας της κρίσης και της έντασής της, δεν μπορούσαν να ακολουθηθούν εντελώς ή να απαρτίσουν ένα συνεκτικό όλον, αλλά αναφερόμενος στο παράδειγμα ενός εγχειρήματος το οποίο επιστρέφει πολλές φορές μετά το 1974, και το οποίο είναι αυτό του αρνητικού φόρου. Στην πραγματικότητα, όταν ο Ζισκάρ είπε, το 1972, ότι πρέπει να βεβαιωθούμε πως δεν γίνεται κάποιος να τα χάσει όλα, είχε ήδη κατά νου αυτή την ιδέα ενός αρνητικού φόρου. Ο αρνητικός φόρος δεν είναι ιδέα του γαλλικού νεοφιλελευθερισμού, αλλά του αμερικανικού (για τον οποίο ίσως μιλήσω την ερχόμενη εβδομάδα): είναι τέλος πάντων μια ιδέα η οποία υιοθετήθηκε από ανθρώπους γύρω απ’ τον Ζισκάρ, όπως ο Stoléru και ο Stoffaës (για τον οποίο θα μιλήσω σε λίγο), και στις προκαταρκτικές συζητήσεις για το έβδομο Πλάνο, το 1974 ή 1975. Ο Stoffaës έκανε μια έκθεση για τον αρνητικό φόρο. Τι είναι ο αρνητικός φόρος; Για να συνοψίσω πολύ πολύ απλά, μπορούμε να πούμε ότι η ιδέα του αρνητικού φόρου είναι η εξής: για να είναι μια κοινωνική παροχή κοινωνικά αποτελεσματική χωρίς να αναστατώνει την οικονομία, θα πρέπει, όσο γίνεται, να μην παίρνει ποτέ τη μορφή της συλλογικής κατανάλωσης, διότι, έτσι λένε οι υποστηρικτές του αρνητικού φόρου, η εμπειρία μάς δείχνει ότι στο τέλος αυτοί που οφελούνται περισσότερο από τις συλλογικές μορφές κατανάλωσης και αυτοί που συνεισφέρουν τα λιγότερα στην χρηματοδότησή τους είναι οι πλούσιοι. Έτσι, αν θέλουμε να έχουμε μια αποτελεσματική κοινωνική προστασία χωρίς αρνητικές οικονομικές συνέπειες, θα πρέπει απλά να αντικαταστήσουμε αυτές τις γενικές μορφές χρηματοδότησης, όλες αυτές τις λίγο ή πολύ τμηματικές παροχές, με μια χρηματική παροχή η οποία θα εγγυηθεί επιπρόσθετο εισόδημα σ’ αυτούς, και μόνο σ’ αυτούς, που είτε θεωρητικά είτε πρακτικά δεν φτάνουν εισοδηματικά σε ένα επαρκές όριο. Με απλούς όρους, αν θέλετε, δεν έχει νόημα να δώσεις στους πλούσιους τη δυνατότητα να έχουν μερίδιο στην συλλογική κατανάλωση πλούτου· μπορούν κάλλιστα να φροντίσουν την υγεία τους μόνοι τους. Από την άλλη, υπάρχει μια κατηγορία ατόμων στην κοινωνία τα οποία είτε οριστικά, επειδή είναι μεγάλης ηλικίας ή έχουν κάποια αναπηρία, είτε δυνητικά, επειδή έχουν χάσει τη δουλειά τους και είναι άνεργα, δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτό που η κοινωνία θεωρεί επαρκές επίπεδο κατανάλωσης. Λοιπόν, είναι για αυτούς και για το δικό τους καλό μόνο που θα πρέπει να διανείμουμε τις παροχές αποζημίωσης, τις τυπικές παροχές κάλυψης μιας κοινωνικής πολιτικής. Συνεπώς, [για άτομα] κάτω από ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό επίπεδο θα πληρώνουμε ένα συμπληρωματικό ποσό, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την εγκατάλειψη της ιδέας ότι η κοινωνία ως σύνολο οφείλει υπηρεσίες όπως η υγεία και η παιδεία σε όλα τα μέλη της, και επίσης ακόμαι και αν —κι αυτό, αναμφίβολα, είναι το σημαντικότερο— χρειαστεί να επανεισάγουμε την ανισορροπία ανάμεσα στους φτωχούς και τους υπόλοιπους, ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν βοηθήματα και αυτούς που δεν λαμβάνουν.

Προφανώς, το εγχείρημα αυτό ενός αρνητικού φόρου, κυρίως στις γαλλικές του μορφές, δεν έχει την δραστική εικόνα που μόλις έδωσα, ή την απλουστευτική εκδήλωση που μπορεί να σκέφτεστε. Στην πραγματικότητα, ο αρνητικός φόρος ως παροχή που καταβάλλεται σε ανθρώπους με ανεπαρκές εισόδημα για να εξασφαλίσει ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης εκλαμβάνεται από τον Stoléru και τον Stoffaës με έναν αρκετά εκλεπτυσμένο τρόπο, στον βαθμό που θα πρέπει να βεβαιώνεται κανείς ότι ο κόσμος δεν παίρνει αυτή την επιπρόσθετη παροχή ως έναν τρόπο του να απαλλαχθεί από την αναζήτηση εργασίας και της επιστροφής στο οικονομικό παιχνίδι. Μια ολόκληρη σειρά από προσαρμογές και διαβαθμίσεις εξασφαλίζουν ότι, μέσω του αρνητικού φόρου, το άτομο θα μπορεί να έχει εξασφαλισμένο ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης, αλλά με αρκετά κίνητρα, ή, αν προτιμάτε, αρκετές απογοητεύσεις, ώστε να θέλει πάντοτε να δουλέψει και ώστε να παραμένει προτιμότερο να δουλεύεις από το να λαμβάνεις παροχές.

Ας αφήσουμε κατά μέρος όλες αυτές τις λεπτομέρειες — που είναι όμως σημαντικές. Θα ήθελα να σημειώσω απλώς κάποια πράγματα. Πρώτον, τι είναι αυτό το οποίο μετριάζεται με την δράση που αναζητάται ρητά στην ιδέα ενός αρνητικού φόρου; Είναι οι συνέπειες της φτώχειας, και μόνον οι συνέπειές της. Δηλαδή, ο αρνητικός φόρος δεν αναζητά με κανένα τρόπο να γίνει μια δράση με στόχο να μετατρέψει αυτήν ή την άλλη αιτία της φτώχειας. Ο αρνητικός φόρος δεν θα λειτουργήσει ποτέ στο επίπεδο των αιτιών της φτώχειας αλλά απλώς στο επίπεδο των συνεπειών της. Αυτό λέει ο Stoléru όταν γράφει: “Για κάποιους, η κοινωνική μέριμνα πρέπει να έχει ως κίνητρο τις αιτίες της φτώχειας,” και έτσι αυτό που [η μέριμνα] καλύπτει, αυτό στο οποίο απευθύνεται, είναι η ασθένεια, τα ατυχήματα, η έλλειψη ικανότητας για εργασία, ή η αδυνατότητα εύρεσης εργασίας. Δηλαδή, από αυτή την παραδοσιακή οπτική, δεν μπορείς να δώσεις βοήθεια σε κάποιον χωρίς να τον ρωτήσεις τι την χρειάζεται και χωρίς να προσπαθείς να αλλάξεις τους λόγους για τους οποίους την χρειάζεται. “Για άλλους”, για αυτούς που υποστηρίζουν τον αρνητικό φόρο, “η κοινωνική μέριμνα πρέπει να έχει ως κίνητρο μόνον τις συνέπειες της φτώχειας· κάθε άνθρωπος”, λέει ο Stoléru, “έχει βασικές ανάγκες, και η κοινωνία πρέπει να τον βοηθά να ανταπεξέρχεται σε αυτές όταν δεν μπορεί να το κάνει μόνος του.” Έτσι, στην ουσία, η διάσημη διάκριση που η δυτική κυβερνητικότητα έχει για τόσο καιρό προσπαθήσει να επιβάλλει ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς φτωχούς, ανάμεσα στους ενσυνείδητα και τους αθέλητα άνεργους, δεν έχει σημασία. Στο κάτω-κάτω, δεν μας απασχολεί, και δεν πρέπει να μας απασχολεί, το γιατί κάποιος πέφτει κάτω από το επίπεδο του κοινωνικού παιχνιδιού· το αν είναι ναρκομανής ή ενσυνείδητα άνεργος δεν έχει σημασία. Όποιοι και αν είναι οι λόγοι, το μοναδικό πρόβλημα είναι αν βρίσκεται πάνω ή κάτω απ’ το όριο. Το μοναδικό πράγμα που έχει σημασία είναι ότι το συγκεκριμένο άτομο έχει πέσει κάτω από ένα δεδομένο επίπεδο και, στο σημείο αυτό, χωρίς να κοιτάμε παραπέρα, και χωρίς να χρειάζεται να διεξάγουμε όλες αυτές τις γραφειοκρατικές, αστυνομικές ή ιεροεξεταστικές έρευνες, το πρόβλημα γίνεται το να του προσφέρουμε μια χρηματοδότηση με τέτοιο τρόπο ώστε ο μηχανισμός με τον οποίο του δίνεται αυτή [η χρηματοδότηση] να συνεχίσει να τον ενθαρρύνει να ανέβει πάλι στο επίπεδο της διαχωριστικής γραμμής και να έχει αρκετά κίνητρα, μέσα από τη λήψη βοήθειας, ώστε να έχει την επιθυμία, παρά τα όποια εμπόδια, να ανέβει πάλι πάνω από την διαχωριστική γραμμή. Αλλά αν δεν έχει την επιθυμία, αυτό δεν έχει σημασία και θα παραμείνει επιδοτούμενος. Αυτό είναι το πρώτο σημείο το οποίο νομίζω πως είναι πολύ σημαντικό σε σχέση με ό,τι για αιώνες αναπτύχθηκε από την κοινωνική πολιτική στη Δύση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: