Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Καντ και Χέγκελ, ή η αμφισημία των καταγωγών I (Φιλοσοφία και Επανάσταση)

Στάθης Κουβελάκης
Φιλοσοφία και επανάσταση: Από τον Καντ στον Μαρξ
Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Verso, 2003

Κεφάλαιο 1
Καντ και Χέγκελ, ή η αμφισημία των καταγωγών

Όπως άλλες αλήθειες που επαναλαμβάνονται υπερβολικά συχνά, η εικόνα της Γερμανίας, ακόμα και της Γερμανίας του “σκεπτόμενου ανθρώπου”, να χαιρετίζει τα γεγονότα στο Παρίσι τον Ιούλη του 1789 με μια ενωμένη φωνή χρειάζεται λεπτύτερες αποχρώσεις. Κι όμως το πλατύ κύμα καλής προαίρεσης που κατέκλυσε την “πεφωτισμένη” γερμανική κοινή γνώμη με την έφοδο στη Βαστίλη, καθώς και η περίοδος ευφορίας που ακολούθησε, δεν είναι απλά μύθοι. Η αντίδραση αυτή δεν περιορίστηκε στις πριγκιπικές αυλές που ήταν περισσότερο φιλόξενες στις ιδέες του Διαφωτισμού. Από την Βαυαρία στη Βαϊμάρη, ακόμα και στην Πρωσσία, πολλοί Γερμανοί υπέκυψαν για λίγο —αν και η στιγμή καθορίστηκε αυστηρά από την προοπτική της θέσμισης μιας φιλελεύθερης μοναρχίας (αυτή ήταν λοιπόν η στιγμή πριν την Varennes και, κυρίως, πριν την εξέγερση του Αυγούστου του 1792)— στην αρέσκεια για την χωρίς προηγούμενο ελευθερία που εξαπλωνόταν τότε απ’ το Παρίσι σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό μας δίνει κάποιες ενδείξεις για το βάθος του ενθουσιασμού που το επαναστατικό συμβάν δημιούργησε στην πιο στρατευμένη πτέρυγα του γερμανικού διαφωτισμού, κυρίως στον Καντ και τον Φίχτε, για να μην αναφέρουμε άλλους. Όμως η μέριμνα των στοχαστών που βρισκόταν τότε στο κέντρο της φιλοσοφικής σκηνής δεν ήταν απλώς να υπερασπιστούν το συμβάν αυτό, αλλά, ακόμα περισσότερο να το θεωρητικοποιήσουν —τόσο πολύ που δεν φαίνεται υπερβολή το να πούμε ότι η γερμανική φιλοσοφία ως τέτοια έγινε η κατεξοχήν φιλοσοφία της Επανάστασης. Η παρατήρηση λοιπόν της Χάνα Άρεντ είναι πολύ ακριβής:
Το μοντέλο για αυτή την νέα αποκάλυψη [του παλιού απόλυτου των φιλοσόφων] δια μέσου της ιστορικής διαδικασίας ήταν ξεκάθαρα η Γαλλική Επανάσταση, και ο λόγος για τον οποίο η μετα-καντιανή γερμανική φιλοσοφία έφτασε να εξασκήσει την τεράστιά της επιρροή στην ευρωπαϊκή σκέψη στον εικοστό αιώνα, κυρίως σε χώρες που εκτέθηκαν στην επαναστατική αναταραχή —τη Ρωσία, τη Γερμανία, τη Γαλία— δεν είναι ο λεγόμενος ιδεαλισμός, αλλά αντιθέτως, το γεγονός ότι [η φιλοσοφία] είχε εγκαταλείψει τη σφαίρα της καθαρής εικοτολογίας και είχε προσπαθήσει να διατυπώσει μια φιλοσοφία που θα ανταποκρινόταν και θα συνελάμβανε εννοιoλογικά την πιο πρόσφατη και την πιο πραγματική εμπειρία του καιρού.
Αντίθετα όμως από ότι η δηλώνει λίγο αργότερα η Άρεντ, ο Καντ και ο Φίχτε δεν ξεκίνησαν απλά αυτό το κίνημα, αλλά παρέμειναν και πιστοί σε αυτό, ακόμα και κατά την Ιακωβίνικη περίοδο· υπερασπίστηκαν την οικουμενική σημασία της Επανάστασης σε μια περίοδο που άλλοι στρεφόταν μακριά της και εγκατέλειπαν τις θέσεις που είχαν πριν για να αναζητήσουν παρηγοριά στην εξυψωμένη σφαίρα της τέχνης —ή, αντιστρόφως, για να χαθούν στα βάθη των δικών τους βασανισμένων ψυχών. Θα ήταν όμως δύσκολο να δώσουμε υπερβολική έμφαση στο γεγονός ότι ο ενθουσιασμός αυτός και η πιστότητα αυτή ήταν αδιαχώριστα από το άλλο τους πρόσωπο, την θεμελιώδη αμφιθυμία της γερμανικής θεωρίας προς το επαναστατικό φαινόμενο, μια αμφιθυμία που η επόμενη γενιά, η γενιά του Vormärz, θα αντιμετώπιζε επανελειμμένα: μπορεί να ιδωθεί ως συγκροτητική της όλης προβληματικής του “γερμανικού δρόμου” προς την πολιτική και κοινωνική νεωτερικότητα. Αν και ήταν αποδεκτή ως θεμελιώδες σημείο αναφοράς, ακόμα και αντικείμενο θαυμασμού, η Επανάσταση ήταν όμως επίσης το αντικείμενο μιας συνεχιζόμενης απάρνησης, αναμφίβολα για λόγους που έχουν να κάνουν με το τραυματικό φορτίο που έφερε το συμβάν και οι πολλές του αναπαραστάσεις. Από την οπτική θέση που στεκόταν απ’ την άλλη πλευρά του Ρήνου, η αναστάτωση στις πηγές της ανακλαστικότητας που αποκρυσταλλώθηκε στην σύγχρονη έννοια της λέξης “επικαιρότητα” [actualité] έμοιαζε ταυτόχρονα να φέρει τα σημάδια μιας όχι λιγότερο ριζικής “ανεπικαιρότητας” [inactualité], που είχε να κάνει με το hic et nunc, με τη Γερμανία την ίδια και με τη μοίρα του ancien régime της.

Ο Καντ είναι καλό παράδειγμα τούτου. Ακόμα και καθώς χαιρετίζει το συμβάν, χωρίς να εξαιρείται η Ιακωβίνικη στιγμή, και αν και αποκηρύσσει χωρίς υπεκφυγές την γαλλική και την ξένη αντεπενάσταση, δηλώνει κατηγορηματικά ότι μια επαναστατική προοπτική είναι παράκαιρη και μη επιθυμητή για τη Γερμανία. Ο Καντ καταφέρνει να θεωρητικοποιήσει την επανάσταση ως αποκάλυψη του κοσμικού χιλιασμού της ιστορίας, ως φανέρωση της ηθικής προδιάθεσης του ανθρώπινου είδους και ως βέβαιο σημάδι της εμμενούς του τάσης για πρόοδο, καθώς θεωρητικοποιεί ταυτόχρονα την αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα σ’ αυτή την επανάσταση και οποιονδήποτε την στοχάζεται απλά από τη θέση του θεατή. Αν και είναι αφοσιωμένος θεατής, ο Καντ καταβάλει σημαντική προσπάθεια να ανυψωθεί πάνω από την σύγκρουση: “αυτή η επανάσταση”, λέει, “έχει ξυπνήσει στις καρδιές και τις επιθυμίες όλων των θεατών που δεν εμπλέκονται οι ίδιοι σ’ αυτή μια συμπάθεια η οποία αγγίζει σχεδόν τον ενθουσιασμό, αν και το να προφέρεις ακόμα αυτή τη συμπάθεια ήταν πράγμα επικίνδυνο. Δεν μπορεί λοιπόν να έχει προκληθεί [η Επανάσταση] από τίποτε αλλό παρά απ' την ηθική προδιάθεση στο ανθρώπινο γένος.” Η επανάσταση λοιπόν είναι ένα “ιστορικό σημάδι” —ενδεχομενικό το ίδιο, και συνεπώς ένα “συμβάν” εξωγενές ως προς την τάξη του αιτιατού— που όμως προσφέρει μια απτή φανέρωση της τελεολογικής ενότητας της φύσης και της ανθρώπινης ελευθερίας. Το νόημα αυτού του σημαδιού μπορεί να αποκωδικοποιηθεί μόνο από μια συνείδηση θέασης· το χάσμα ανάμεσα σε μια τέτοια συνείδηση και στο συμβάν, ανάμεσα στην τάξη των αιτιών και των στόχων, παραμένει αγεφύρωτο. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθούμε τη σημασία αυτής της διαδικασίας μέσα από την οποία το συμβάν ανάγεται στην ερμηνευτική του πρόσληψη και μόνο: σημαίνει πως μπορεί κάποιος να εκφράσει την έγκρισή του για την επανάσταση ως σημείο ακόμα και καθώς δείχνει δημόσια, κυρίως για χάρη του υπάρχοντος (απολυταρχικού) κράτους, είτε μια προφανή έλλειψη ενδιαφέροντος για το αποτέλεσμα της ίδιας της επανάστασης, είτε —εφόσον το μόνο που έχει σημασία είναι η επίδραση της επανάστασης στην συνείδηση του θεατή— ξεκάθαρη αντίθεση στην προοπτική εξάπλωσής της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: