Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Περί λογοκρισίας

λογοκρισία, η [loγokrisía] Ο25 : 1. ο προληπτικός έλεγχος που ασκείται συνήθ. από μια αρχή σε προϊόντα του γραπτού ιδίως λόγου αλλά και σε θεάματα ή ακροάματα (βιβλία, έντυπα, εφημερίδες, επιστολές, κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα κτλ.) με δικαίωμα επέμβασης στο περιεχόμενό τους (διαγραφές, τροποποιήσεις, απαγόρευση δημοσιοποίησης, κυκλοφορίας κτλ.): Tο δικτατορικό καθεστώς επέβαλε αυστηρή ~ στον τύπο. Οι επιστολές προς και από τους κρατουμένους υποβάλλονται σε ~ από τη διεύθυνση των φυλακών. Προληπτική ~, ο έλεγχος που ασκείται πριν από τη δημοσιοποίηση, την κυκλοφορία των προϊόντων. (έκφρ.) η ψαλίδα* της λογοκρισίας. 2. η υπηρεσία που ασκεί τον έλεγχο: H ~ έκοψε μερικές σκηνές του έργου, γιατί τις θεώρησε πολύ τολμηρές.
[λόγ. λογοκρι(τής) -σία απόδ. γαλλ. censure]
Λεξικό της κοινής νέας ελληνικής


Το πρώτο πράγμα που θα όφειλε να παρατηρήσει κανείς σχετικά με την κοινή αντίληψη περί λογοκρισίας είναι ότι πριμοδοτεί μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή της: πιο συγκεκριμένα, την αντίληψη ότι η λογοκρισία είναι α) κατασταλτική σε χαρακτήρα, με άλλα λόγια ότι συνίσταται κατ' ουσίαν στην απαγόρευση, αποσιώπηση και την φίμωση του λόγου και β) ότι εκδηλώνεται τεχνικά με την απαλοιφή, τη διαγραφή εδαφίων, κινηματογραφικών σκηνών, στίχων, κλπ που κρίνονται, από ένα θεσμικό όργανο, μη αποδεκτά.

Τόσο η μία όσο και η άλλη διάσταση είναι φυσικά σημαντικές στην πρακτική της λογοκρισίας. Σαφώς όμως, δεν είναι οι μόνες, ούτε ορίζουν συνολικά το φαινόμενο. Για παράδειγμα, στον πιο πάνω ορισμό του Λεξικού της κοινής νέας ελληνικής γίνεται λόγος όχι μόνο για "διαγραφές" ή για "απαγόρευση" αλλά και για "τροποποιήσεις". Οι τροποποιήσεις δεν συνίστανται αποκλειστικά στην διαγραφή ή την αποσιώπηση, φυσικά. Περιλαμβάνουν ακόμα και την επέμβαση με σκοπό την πρόσθεση λέξεων, κινηματογραφικών σκηνών, στίχων, κλπ που δεν υπήρχαν σε ένα αρχικό έργο, είτε σε αντικατάσταση κάποιων που απαλείφθηκαν, είτε ως απαραίτητα μέρη μιας διαδικασίας αναμόρφωσης ή ανασκευής αρχικών διατυπώσεων, εικόνων, κλπ. Μια από τις συνέπειες αυτής της ευρύτερης αντίληψης για το τι συνιστά λογοκρισία είναι και η αναγκαστική μετατόπιση από μια καθαρά κατασταλτική/απαγορευτική αντίληψη της λειτουργίας της σε μια αντίληψη που περιλαμβάνει παραγωγικές διαστάσεις στην λογοκριτική διαδικασία. 

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα από τον κινηματογράφο, και συγκεκριμένα από τον αμερικανικό κινηματογράφο:

Στην χρυσή δεκαετία του 30 στο Χόλιγουντ, την εποχή του λεγόμενου studio system, η λογοκρισία των κινηματογραφικών έργων ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο με τις κρατικές αρχές, και επικεντρωνόταν κυρίως στην προληπτική λογοκρισία, από τα ίδια τα στούντιο, σκηνών στο σενάριο που αφορούσαν την αναπαράσταση της σεξουαλικής δραστηριότητας, των "μη κανονικών" σεξουαλικοτήτων, ή παράνομων πράξεων. Ο αμερικανικός κινηματογράφος ανέπτυξε σε ό,τι αφορά ορισμένα "απαγορευμένα" θέματα μια γλώσσα έμμεσης απεικόνισης, παρακάμπτωντας άμεσες και ρητές αναφορές σε ζητήματα για τα οποία υπήρχε λογοκρισία. Αυτές οι τεχνικές έμμεσης απεικόνισης όμως αποτελούν ουσιαστικά μέρη της παραγωγικής γλώσσας του κινηματογράφου της εποχής, μιας και η λογοκρισία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια έκφραση που βασιζόταν περισσότερο στον συμβολισμό και στην συμβολική κινηματογραφική γλώσσα από ό,τι θα γινόταν υπό άλλες περιστάσεις. Με άλλα λόγια, η λογοκριτική καταστολή είχε επίσης δημιουργικές και παραγωγικές συνέπειες από αισθητική άποψη. 

Ο ερχομός της αντικομμουνιστικής παράνοιας, του λεγόμενου red scare, είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του λογοκριτικού μηχανισμού στην περίοδο 1947-1954, καθώς η HUAC, η House of Unamerican Activities Committee, είχε πλέον ενεργό ρόλο στην λογοκρισία σκηνών από κινηματογραφικά έργα.

Πώς όμως να ερμηνεύσει κανείς το μετέπειτα στάδιο στον αμερικανικό κινηματογράφο, στο οποίο α) η λογοκρισία δεν αφορά πια παρά σπάνια παρεμβάσεις κάποιου θεσμικού κρατικού οργάνου αλλά είναι αποτέλεσμα τεχνικών marketing research, και β) δεν εκδηλώνεται  αναγκαστικά με την απαλοιφή ή τη διαγραφή σκηνών, αλλά με την εκ των προτέρων πρόνοια για την κατασκευή εναλλακτικού μοντάζ, εναλλακτικών σεναρίων, κλπ;

Ας δώσουμε ένα μόνο ενδεικτικό παράδειγμα: την ταινία Blade Runner (1982) του Ridley Scott --που βασίστηκε, ως γνωστό, στο μυθιστόρημα του Philip K. Dick Do Androids Dream of Electric Sheep?. Σύμφωνα με την wikipedia, η αρχική κόπια της ταινίας προβλήθηκε σε δειγματοληπτικό κοινό το 1982, δεν βρήκε καλή ανταπόκριση, και η ταινία ξαναμονταρίστηκε από το στούντιο πριν την προβολή της στους κινηματογράφους, με την πρόσθεση voice-over αφήγησης και διαφορετικό --"ευτυχές"-- τέλος. Το λεγόμενο "director's cut" --η εκδοχή του ίδιου του σκηνοθέτη για την ταινία-- κυκλοφόρησε δέκα χρόνια αργότερα, το 1992. Τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι πολύ συχνές στο Χόλιγουντ, αλλά ποτέ δεν εννοιολογούνται με όρους "λογοκρισίας", αν και φυσικά περιλαμβάνουν τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας αυτής: το "γούστο της αγοράς" δεν περιλαμβάνεται στην χαρτογράφηση του πώς λειτουργεί η σύγχρονη λογοκρισία, αν και είναι ουσιώδες συστατικό της, αποτελώντας βασικό λόγο μη έκδοσης βιβλίων που δεν αναμένεται να πουλήσουν, μη έγκρισης σεναρίων, μη γυρίσματος ή συνέχισης τηλεοπτικών εκπομπών ή σειρών, κατάργησης στηλών σε εφημερίδες, μη συμπερίληψης σκηνών, ανακατασκευής κινηματογραφικών μοντάζ, κλπ. 

Καθώς η λογοκρισία περνά από τον έλεγχο του κράτους και των θεσμικών οργάνων του στην παντοκρατορία του (ήδη κατασκευασμένου) "γούστου του καταναλωτή" συμβαίνει κάτι πολύ ουσιώδες: ενώ πριν η λογοκρισία ήταν είτε προληπτική (από τον "εργοδότη") είτε κατασταλτική (από τα αρμόδια θεσμικά όργανα), αρχίζει όλο και περισσότερο να αποσπάται εντελώς από το κράτος και τον εργοδότη και να εσωτερικεύεται, να γίνεται κάτι το οποίο ο πολιτισμικός παραγωγός κάνει μόνος του στον εαυτό του. Στο μετανεωτερικό παράδειγμα δεν υπάρχουν πολιτικές συνέπειες για όποιον παραβαίνει κανόνες που έχουν γίνει πια άρρητοι· υπάρχουν οικονομικές συνέπειες. Το να "λογοκριθείς" λόγω εμπορικών συσχετισμών δεν είναι κάτι δραματικό, κάτι για το οποίο θα μπορείς αργότερα να περηφανεύεσαι. Το λογοκριμένο έργο σήμερα δεν είναι "αντικαθεστωτικό". Είναι απλώς ασύμφορο, και συνεπώς η ηρωική στάση απέναντι στη λογοκρισία (ας θυμηθούμε τον Ντε Σαντ ή τον Γκράμσι, να γράφουν στις φυλακές, να διακομίζουν κρυφά τα γραπτά τους, κλπ) είναι ουσιαστικά άνευ νοήματος. Σαφώς πιο διαδεδομένο λοιπόν, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, είναι να αυτολογοκρίνεται κανείς προληπτικά, και να αυτολογοκρίνεται όλο και περισσότερο χωρίς καν να συνειδητοποιεί ότι αυτολογοκρίνεται, συγχέοντας την αυτολογοκρισία με την πηγαία και αυθόρμητη έκφραση αυτού που πραγματικά σκέφτεται.

Πράγμα που μάς φέρνει σε μια ελάχιστα συζητημένη σκοπιά του προβλήματος της λογοκρισίας, που είναι το γεγονός ότι η λογοκρισία είναι στην ουσία μια διπλή, ανακλαστική ενέργεια: δεν λογοκρίνεται απλώς κάτι· λογοκρίνεται επίσης το γεγονός ότι λογοκρίθηκε. Μαζί με την λογοκρισία, υπάρχει η λογοκρισία της ίδιας της λογοκρισίας, μια απαραίτητη μετα-λογοκρισία. Έτσι, το μοντάζ σε ένα έργο από όπου κόπηκαν κάποιες σκηνές θα κάνει το παν ώστε να μην φαίνεται ότι κόπηκε οτιδήποτε· ένα κείμενο το οποίο έχει υποστεί λογοκρισία θα είναι αναδομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να εξαλειφθούν όχι απλά κομμάτια του, αλλά και τα ίχνη της λογοκρισίας που τα εξάλειψε· και ούτω κάθε εξής. 

Με δεδομένο τον διπλό, ανακλαστικό χαρακτήρα της λογοκρισίας, οδηγούμαστε σε μια μάλλον αναπάντεχη ανακάλυψη: αν συγκρίνουμε την εξωτερικά επιβαλλόμενη, θεσμικά ελεγχόμενη λογοκρισία που χαρακτηρίζει την εποχή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 με την εσωτερικευμένη, άτυπη, καταναλωτικά ρυθμιζόμενη λογοκρισία που κυριάρχησε στη Δύση από τα τέλη του 50 ως σήμερα, θα δούμε ότι αν η πρώτη διατηρεί το ίχνος της λογοκριτικής πρακτικής έστω στην ίδια την ύπαρξη ενός θεσμικού οργάνου υπεύθυνου για τη λογοκρισία (και συχνά η παρακμή του θεσμικού αυτού οργάνου συνδέεται με την επανακυκλοφορία ή ανακάλυψη λογοκριμένων έργων, σκηνών, κλπ), η δεύτερη έχει ολοκληρωτικά λογοκρίνει την ίδια την ύπαρξη λογοκρισίας, έχει εξαλείψει το ίχνος της εντελώς (και έτσι είναι όλο και λιγότερες οι περιπτώσεις όπου υπάρχει καν κάπου λογοκριμένο υλικό ή μαρτυρία περί λογοκρισίας, μιας και η λογοκρισία γίνεται πια όλο και περισσότερο καθαρά προληπτική υπόθεση, και μιας και δεν βιώνεται καν ως τέτοια).

Με άλλα λόγια, η διαφορά μεταξύ της δυτικής κοινωνίας πριν το 1960 και μετά δεν είναι απλά ή μονοδιάστατα ότι υπάρχει μεγαλύτερη "ελευθερία λόγου" στην μετά το 1960 εποχή· είναι ότι η ύπαρξη της λογοκρισίας έχει λογοκριθεί με πολύ μεγαλύτερη επάρκεια και συστηματικότητα το δεύτερο στάδιο, με αποτέλεσμα να έχουμε το εξής παράδοξο: η συντριπτική πλειοψηφία των αρθρογράφων λέει τα ίδια πράγματα, η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών παρουσιάζει τα ίδια τετριμμένα κλισέ, η συντριπτική πλειοψηφία των μουσικών έργων το ίδιο, και γενικότερα υπάρχει όλο και περισσότερη ουσιαστική μονοφωνία, χωρίς όμως κανείς να βλέπει πουθενά την παρέμβαση κάποιας λογοκρισίας, και με τρόπο επομένως που εμφανίζεται "φυσικός", σχεδόν νομοτελειακός. Ο Πρετεντέρης, ο Μανδραβέλης, η Τριανταφύλλου μιλούν όπως μιλούν γιατί αυτή είναι η ελεύθερη άποψή τους και όχι γιατί αυτό που λένε είναι το αποτέλεσμα του ότι βασίζουν την καριέρα τους στη μεσολάβηση πολλαπλών φίλτρων προληπτικής, εσωτερικευμένης αυτολογοκρισίας αυτού που βλέπουν γύρω τους ή αυτού που θα τους υπαγόρευε η πραγματικότητα· όλοι όσοι εκπροσωπούν την κυρίαρχη άποψη τυχαίνει απλώς να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, να χρησιμοποιούν τα ίδια επιχειρήματα, να καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα:  αυτή είναι η "κοινή λογική" της εποχής, και κάθε αντίρρηση σε τούτη τη λογική κινδυνεύει να χαρακτηριστεί συνομωσιολογική.

Χωρίς μια πιο εκλεπτυσμένη, πιο θεωρητικοποιημένη και πιο ιστορικοποιημένη αντίληψη για τη λειτουργία της λογοκρισίας, η κοινωνία μας είναι καταδικασμένη να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μονοφωνία χωρίς να καταλαβαίνει τι της συμβαίνει, και οι σκέψεις μας να γίνονται όλο και πιο μονοδιάστατες και ακίνδυνες χωρίς την παραμικρή αντίληψη της ύπαρξης "Μεγάλου Αδελφού" ή της ανάγκης ηρωϊκής αντίστασης εναντίον του. Το μυθιστόρημα του Όργουελ είναι έργο καθαρής ιδεολογίας και όχι κριτικής σκέψης για αυτόν ακριβώς τον λόγο: η μυθολογία περί "Μεγάλου Αδελφού" απετέλεσε έναν έξοχο τρόπο της απόσπασης της προσοχής των δυτικών κοινωνιών από την υλοποίηση της εσωτερίκευσής του, χωρίς δράματα καταπίεσης και καταστολής, χωρίς κραυγές διαμαρτυρίας, χωρίς ηρωικές δυνατότητες και προοπτικές. Η Δύση λογόκρινε τον τρόπο με τον οποίο λογοκρίνεται τόσο αποτελεσματικά, ώστε σήμερα το άκουσμα της λέξης "λογοκρισία" να παραπέμπει μόνο σε άλλες χώρες ή/και άλλες εποχές, ποτέ στην αυτοσυνείδηση του τι έχει συμβεί και τι εξακολουθεί να συμβαίνει στις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες. 

3 σχόλια:

OMADEON είπε...

Ανοιξες τεράστιο θέμα εδώ, Αντώνη.

Παλιότερα είχα ασχοληθεί και με το φαινόμενο της "Ιδιωτικοποίησης της Ελευθερίας του Λόγου" (από εταιρείες που διαχειρίζονται τα εκφραστικά μέσα) που έχει κάποιον παραλληλισμό με άλλου είδους ιδιωτικοποιήσεις.

Πιθανότατα η μόνη εγγύηση για πραγματική ελευθερία του λόγου είναι η συλλογική του αυτοδιαχείριση, μαζί με λαϊκά διαμορφωμένους θεσμούς προστασίας του ελεύθερου λόγου. Δηλαδή από τη στιγμή που στα "ψιλά γράμματα" οι ιδιωτικές εταιρείες κρατούν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να παραβιάζουν ελευθερίες των "χρηστών", κάποια στιγμή φέρονται με απίστευτο αυταρχισμό, όπως συνέβη για ορισμένα σάητ και ιστοσελίδες που ανήκαν στα Wikileaks.

Για τα παραδοσιακά ΜΜΕ δεν το συζητάμε, τα έχει πει ήδη όλα η ανάρτηση. Με τη διαφορά ότι αυτά πεθαίνουν έτσι κι αλλιώς και μαζί μ' αυτά θα πεθάνουν κι οι Μανδραβέληδες. Η μονοτονία τους, άλλωστε, καθίσταται άκρως απωθητική για οποιονδήποτε σοβαρό χρήστη του διαδικτύου. Είναι οι μάγειροι της μπαγιάτικης τροφής των προ-διαδικτυακών μαζών. Σε ανεπτυγμένες χώρες αυτό το τμήμα του λαού γίνεται πια μειοψηφία. Και σε μας ίσως, ανάμεσα σε νέους ιδίως.

Αντωνης είπε...

Εγώ δεν πιστεύω στην απροϋπόθετη "ελευθερία του λόγου" -- πιστεύω ότι κάτι τέτοιο είναι απλά φενάκη.

Οπότε έχω μια εναλλακτική ουτοπικού χαρακτήρα πρόταση: να μην λογοκρίνεται η λογοκρισία. Να απαιτούμε να καταστρέφεται η "φυσική" εικόνα της ενότητας και της οργανικότητας του δημόσιου λόγου με την σηματοδότηση όλων εκείνων των σημείων στα οποία μπήκε χέρι επιμελητή ύλης, εργοδότη, αρχισυντάκτη, διευθυντή καναλιού, εφημερίδας, κινηματογραφικού παραγωγού, κλπ.

Αν και αυτό δεν καλύπτει τις περιπτώσεις προληπτικής αυτολογοκρισίας, θα δημιουργούσε τέτοιο πανικό, τέτοια αποξένωση από τα προϊόντα του δημόσιου λόγου, που θα έφερνε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα.

OMADEON είπε...

Μα... ούτε κι εγώ πιστεύω σε μια "απροϋπόθετη" ελευθερία του λόγου. Κλασσικό παράδειγμα είναι η ανάγκη να λογοκρίνονται αστήρικτες και κακόβουλες συκοφαντίες.

Και είμαι απόλυτα σύμφωνος με την "ουτοπική" πρότασή σου Αντώνη. Με τη διαφορά ότι... δεν είναι καθόλου "ουτοπική". Είναι ΗΔΗ υλοποιημένη σε κάποιους διαδικτυακούς χώρους, για παράδειγμα. (Π.χ. κι εγώ προσωπικά χρησιμοποιώ strike-through font και... αυτο-κριτική, αν διαπιστώσω ότι αδίκησα κάποιον).

Αυτό που ζητάς είναι πράγματι το ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ σε μια κατάσταση διαδραστικής και οριζόντιας έκφρασης λόγου, που ζούμε στο διαδίκτυο. Εξάλλου, εμείς οι προγραμματιστές θα εξασφαλίσουμε ότι κανένα κείμενο δεν θα καταστρέφεται εντελώς, άπαξ και δημοσιοποιηθεί. Οπότε η σήμανση του κειμένου με ορατές διορθώσεις καθίσταται η μοναδική αξιοπρεπής λύση.

Πάντως οι εθελοντικά αυτο-λογοκρινόμενοι Μανδραβέληδες είναι σάπιο φρούτο άλλης κατηγορίας εντελώς. Γι΄ αυτούς υπάρχει το... γιουχάισμα ως αντίδοτο! :-)