Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Ανδρέας Παναγιώτου, Τα ΜΜΕ και οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης μετά από την έκρηξη στο Μαρί

Ανδρέας Παναγιώτου
Τα ΜΜΕ και οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης μετά από την έκρηξη στο Μαρί

Εισαγωγή
Η προσφορά της κοινωνιολογίας στην κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας έγραψε ο C.W.Mills μπορεί να ερμηνευθεί ως η διασταύρωση της βιογραφίας με την Ιστορία – η ένταξη δηλαδή της προσωπικής εμπειρίας σε ένα ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε τις εμπειρίες που είχαμε μετά από την έκρηξη στο Μαρί, θα πρέπει να τις βάλουμε σε ένα πλαίσιο. Αυτό το πλαίσιο αναπόφευκτα πρέπει να περιλαμβάνει την γεωπολιτική (αφού η έκρηξη έγινε λόγω ενός φορτίου που δεν «μας» ανήκε σαν Κυπριακή Δημοκρατία, και το οποίο υποχρεωθήκαμε να αναλάβουμε λόγω της γεωγραφικής-γεωπολιτικής μας θέσης/προβλήματος), αλλά και τον τρόπο που παρουσιάστηκε το θέμα από τα ΜΜΕ: διότι ουσιαστικά η τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού δεν έζησε άμεσα την εμπειρία της έκρηξης – την «ζήσαμε» όπως μας την παρουσίασαν και τη συσκεύασαν τα ΜΜΕ σαν μηχανισμοί οργάνωσης, συσκευασίας και κατεύθυνσης-εστίασης της πληροφόρησης. Και αυτός ο μηχανισμός δεν είναι ένας αθώος μηχανισμός απλής μεταφοράς ειδήσεων όπως θα δούμε – και όπως είναι γνωστό στα αναλυτικά μοντέλα για την επίδραση των ΜΜΕ . Ο τρόπος οργάνωσης και κατεύθυνσης της πληροφορίας από τα ΜΜΕ είναι μέρος του πλαισίου-περιβάλλοντος το οποίο επηρεάζει τον τρόπο κατανόησης και αντίδρασης/αντιμετώπισης της ευρύτερης πραγματικότητας από το κοινό-πολίτες.

Η ανάλυση που ακολουθεί εστιάζει σε δυο εφημερίδες (σαν ενδεικτικές του ευρύτερου πλαισίου των μεγάλων[1] ΜΜΕ) και ο στόχος είναι να ανιχνευτεί ο τρόπος με τον οποίον οργάνωσαν την πληροφόρηση τόσο για το γεγονός στο Μαρί όσο και για το τι ακολούθησε – και σαν έρευνα αλλά και σαν πολιτικό πλαίσιο.

Η ανάλυση θα είναι ιστορική και θα εστιαστεί σε 2 κατευθύνσεις:
1. Θα αναλυθούν 2 ενδεικτικές διαστάσεις των αιτιών της τραγωδίας (το ζήτημα της εκκένωσης/μη-εκκένωσης όταν ξεκίνησε η φωτιά και η παρουσίαση των τεκμηρίων των γεωπολιτικών δεδομένων γύρω από την κράτηση του φορτίου στην Κύπρο) με στόχο να διαφανεί πώς έγινε η παρουσίαση των στοιχείων – με ποια έμφαση και με ποιο ενδεχομένως στόχο, αν μπορεί να διαφανεί κάτι τέτοιο.
2. Θα αναλυθούν 2 περιπτώσεις δημόσιας αντιπαράθεσης αντιπάλων και υποστηρικτών του προέδρου για να διαφανεί η στάση των ΜΜΕ.

Τα ερωτήματα τα οποία θα διερευνηθούν είναι:
1. Να ανιχνευτεί αν υπήρξε μια ισομερής πληροφόρηση ή αν τα υπό διερεύνηση ΜΜΕ προσπάθησαν να κατασκευάσουν ένα ηγεμονικό πλαίσιο το οποίο να αποκλείει άμεσα ή/και έμμεσα την άλλη άποψη στο όνομα κάποιου «φυσικού» αυτονόητου.
2. Να αναλυθεί η επιλογή και ιεράρχηση των ειδήσεων (με έμφαση στην πρώτη σελίδα) με στόχο να φανεί αν τα υπό ανάλυση ΜΜΕ ουσιαστικά λογόκριναν συγκεκριμένα τεκμήρια, και υπάρχουσες οπτικές ή τάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να εκφραστούν στο πλαίσιο του προϋπάρχοντος ρητορικού αφηγηματικού τους κώδικα.
3. Να αναλυθεί η πιθανότητα συντονισμένης (δομικά η συνειδητά) προσπάθειας δαιμονοποίησης και περιθωριοποίησης απόψεων – και αν υπήρξε μορφή αντίστασης σε αυτή τη νέα οικοδόμηση ενός κλειστού πλαισίου αναφοράς.

ΜΕΡΟΣ Ι:
1. Μεθοδολογικά και θεωρητικά πλαίσια για την ανάλυση των ΜΜΕ

Οποιαδήποτε ανάλυση θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αρχικά το μεθοδολογικό πλαίσιο για να μπορούν οι αναγνώστες να την κρίνουν με βάση κάποια κριτήρια τα οποία αντλούνται από την ευρύτερη επιστημονική διερεύνηση της επίδρασης των ΜΜΕ και της μαζικής επικοινωνίας.

Αν και η τηλεόραση ήταν το Μέσο το οποίο μου κίνησε αρχικά την περιέργεια με την κατασκευή «αυτονόητων» μέσα από την αποσπασματική και παραπλανητική πληροφόρηση, τα βασικά τεκμήρια εδώ είναι από τα έντυπα μέσα. Ο λόγος επιλογής έχει να κάμει και με την διαθεσιμότητα των τεκμηρίων αλλά και με την αντιπροσωπευτικοτητα του δείγματος. Οι εφημερίδες είναι διαθέσιμες και μέσω του αρχείου ηλεκτρονικών εκδόσεων, οπότε μπορεί κάποιος να έχει ένα πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα το οποίο μπορεί να ελέγξει και ο αναγνώστης. Αλλά και λόγω του ότι οι εφημερίδες καταγράφουν πιο στατικά (μια φορά την ημέρα) τα δεδομένα, μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζουν την ευρύτερη τάση στον χώρο των ΜΜΕ τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ενός 24ωρου.[2] Η επιλογή των 2 συγκεκριμένων εφημερίδων έγινε με άξονα την αντιπροσωπευτικότητα[3] αλλά και την διερεύνηση του σημείου εστίασης της έρευνας: τη διεκδίκηση μερικών ΜΜΕ ότι εκφράζουν μια ουδέτερη στάση απλής μεταβίβασης της πληροφορίας. Και οι δυο εφημερίδες διεκδικούν τον ρόλο της «ουδέτερης» εφημερίδας και αυτό είναι σημαντικό για το ζητούμενο της έρευνας – προσπάθησαν πραγματικά να παρουσιάσουν τουλάχιστον και τις 2 οπτικές (ή όσες άλλες προέκυπταν) η έκφραζαν ουσιαστικά μια άποψη; Η φαινομενική ομοφωνία (στο βαθμό που θα διαφανεί ότι υπήρχε) αξίζει να σχολιαστεί και με βάση τους ευρύτερους κώδικες τους οποίους χρησιμοποιούν: αυτές οι δυο εφημερίδες λ.χ. εκφράζουν διαφορετικές οπτικές για το κυπριακό – ο μεν «φιλελεύθερος» εκφράζει συνήθως μια «απορριπτική» η πιο αρνητική τάση για τις προσπάθειες λύσης, ενώ ο «Πολίτης» στήριξε το «ναι» στο δημοψήφισμα του 2004. Σε αυτό το πλαίσιο ο μεν «Φιλελεύθερος» συνήθως εκφράζει μια καχυποψία που τείνει προς ερμηνείες συνωμοσίας – ιδιαίτερα από τον ξένο (δυτικό, «αγγλοαμερικανικό») παράγοντα. Αντίθετα ο «Πολίτης» εστιάζει συνήθως στις εσωτερικές αιτίες του κυπριακού και δείχνει ευαισθησία σε φαινόμενα ρατσισμού η ακροδεξιάς ρητορικής ή βίας.[4] Διατήρησαν οι εφημερίδες αυτή την αφηγηματική/ρητορική τάση κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την έκρηξη στο Μαρί, ή υπήρξε ανεξήγητη μετατόπιση;

Για να γίνει όμως η ανάλυση χρειαζόμαστε ερμηνευτικά εργαλεία. Αν αρχίσουμε να αναλύουμε τα ΜΜΕ σαν μηχανισμούς οργάνωσης και συσκευασίας της πληροφορίας, τότε θα πρέπει να δούμε πρώτα την έννοια της ηγεμονικής ιδεολογίας. Στο φιλελεύθερο μοντέλο ανάλυσης[5] είναι κατανοητό ότι θα πρέπει να παρουσιάζονται (στο βαθμό που είναι εμπειρικά εφικτό) όλες οι οπτικές για ένα θέμα – και στην περίπτωση μιας διαμάχης να εμφανίζονται και οι 2 απόψεις. Η τήρηση αυτού του πλαισίου, ωστόσο, είναι σχετική όπως απέδειξε η ιστορική εμπειρία.[6] Στις δημοκρατικές χώρες με κάπως ανεπτυγμένη Δημόσια Σφαίρα[7] υπάρχουν διάφορα έντυπα με αντικρουόμενες απόψεις, ενώ τίθεται, δεοντολογικά, και το ζήτημα της παράθεσης έστω της άλλης άποψης. Όπως, όμως, έχει γίνει εμφανές ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσης (συχνά κατασκευασμένης από μορφές εξουσίας - ενδεχομένως και των ΜΜΕ), πολλές φορές ο φαινομενικός πλουραλισμός απόψεων κρύβει μια υπόγεια λογοκρισία η οποία λειτουργεί για να επιβάλει ένα ηγεμονικό μοντέλο. Η λειτουργία των ΜΜΕ στη λατινική Αμερική την τελευταία 20ετία υπήρξε χαρακτηριστική της προσπάθειας χειραγώγησης της κοινής γνώμης παρά την εκλογική στάση της πλειοψηφίας – και θα μπορούσε να πει κάποιος της επιτυχημένης αντιμετώπισης αυτής της χειραγώγησης με τοπικά αποκεντρωμένα Μέσα. Η πιο κλασική περίπτωση χειραγώγησης της κοινής γνώμης μέσα από μια διαδικασία επιλεκτικής εστίασης των ΜΜΕ σε καθεστώς «κρίσης»,[8] ήταν οι πόλεμοι οι οποίοι έχουν διενεργηθεί από τις ΗΠΑ και η αιτιολόγησή τους – ξεκινώντας από τον πόλεμο του Βιετνάμ και φτάνοντας στο Ιράκ όπως έχει τεκμηριώσει ο Τσόμσκι.[9] Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα με χρόνια ελευθεροτυπίας θεσμικά. Όμως στην προετοιμασία του πόλεμου στο Ιράκ , λ.χ., υπήρχε μια έντονη διαφοροποίηση των ΜΜΕ στο εσωτερικό των ΗΠΑ από τα ΜΜΕ σε άλλες χώρες οπότε έγινε εξόφθαλμο ότι στις ΗΠΑ λειτουργούσε ένα υπόγειο μοντέλο υποβολής μιας άποψης. Το ότι οι αμερικανοί πείσθηκαν ουσιαστικά ότι το Ιράκ είχε όπλα μαζικής καταστροφής χωρίς τεκμήρια – με απλές δηλώσεις και υπονοούμενα είναι εντυπωσιακό μεν, αλλά είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό ότι μερίδα της αμερικανικής κοινής γνώμης εξακολουθεί να έχει την εντύπωση ότι όντως το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν είχε όπλα μαζικής καταστροφής παρά το ότι ακόμα και η κυβέρνηση Μπους παραδέχτηκε ότι τελικά δεν υπήρχαν. Η πρόσφατη συζήτηση για τον ρόλο του διεθνούς δικτύου Μέσων του R. Murdock απλά αγγίζει την επιφάνεια των επιδράσεων της συγκέντρωσης εξουσίας που προκαλεί η ιδιοκτησία των ΜΜΕ – τα ΜΜΕ του Murdoch έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και για το Ιράκ αλλά και για άλλα ζητήματα για τα οποία ο ιδιοκτήτης ήθελε να επιβάλει τις απόψεις του.[10]

Η καχυποψία απέναντι στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα ιδιωτικά, είναι πλέον μια σταθερή συνισταμένη τόσο της ακαδημαϊκής έρευνας όσο και της πολιτικής σκέψης για τη δημοκρατία.[11]

Ο Ρ. Μπαρτ είχε προσδιορίσει σαν χαρακτηριστικό της ηγεμονικής ιδεολογίας το ότι εκλαμβάνονται θέματα και ζητήματα τα οποία είναι προς συζήτηση σαν αυτονόητα, σχεδόν «φυσικά»[12] – και έτσι κατασκευάζεται μια μυθολογία αυτονόητων: λ.χ. ο Σαντάμ είναι κακός/εχθρός, ο στόχος του είναι οι ΗΠΑ,[13] άρα πρέπει να είναι σύμμαχος του Οσάμα Μπιν Λάντεν, άρα αν κινδυνεύουμε από τον Μπιν Λάντεν πρέπει να επιτεθούμε στο Ιράκ-Σαντάμ που έχει (πρέπει, «αυτονόητα», να έχει αφού «είναι αυτοί που είναι») χημικά και βιολογικά όπλα κλπ. Αυτά τα "αυτονόητα" (τα οποία φυσικά λογόκριναν τις έννοιες «οικονομικό συμφέρον» και «πετρέλαιο») παρουσιάζονται σαν «φυσικά δεδομένα» – λογοκρίνοντας ουσιαστικά ότι πρόκειται για θέματα συζήτησης και διαμόρφωσης από τους ανθρώπους, για ιστορικά θέματα δηλαδή. Η έκφραση λ.χ. στις συζητήσεις του καλοκαιριού στην Κύπρο ότι οι ευθύνες είναι «αυταπόδεικτες» φαίνεται να είναι μια προσπάθεια μερικών να λογοκρίνουν την συζήτηση. Πώς μπορεί να είναι κάτι «αυταπόδεικτο» χωρίς έρευνα; Το ότι αρθρώνεται από εκπρόσωπους του τέως επικεφαλής της επιτροπής άμυνας της βουλής η οποία δεν διερευνήθηκε καν από ανεξάρτητο θεσμό για την ενδεχόμενη αμέλειά της για το φορτίο στο Μαρί,[14] είναι ίσως εκφραστικό του πώς το «αυτονόητο» λειτουργεί και σαν είδος λογοκρισίας. Αν κάποιος ξέρει χωρίς να έχει δει τα τεκμήρια, τότε ούτε η έρευνα (όπως και στην περίπτωση του Ιράκ λ.χ.) δεν έχει και τόση σημασία. Αν ήταν να δούμε ένα αντίστοιχο κυπριακό παράδειγμα διαμάχης για το ηγεμονικό πλαίσιο των «αυτονόητων» μπορούμε να πάμε πίσω στο 2004 – τότε έγινε μια έντονη διαμάχη στην Δημόσια Σφαίρα για να κωδικοποιηθεί (σαν «αυτονόητο») ότι οι υποστηρικτές του «ναι» ήταν ύποπτοι.[15] Αυτή η διαμάχη δεν κατάφερε να συγκροτήσει ένα ηγεμονικό πλαίσιο για πολύ καιρό. Αντίθετα, προηγουμένως, όπως θα δούμε, υπήρξε μια πιο σταθερή ηγεμονική κατάσταση.

Άρα τα πρώτο ζητούμενο μιας έρευνας είναι να δει αν υπάρχει/υπήρξε από τα μαζικά ΜΜΕ υπό διερεύνηση, ένα είδος προσπάθειας να εμπεδωθεί ένα ηγεμονικό πλαίσιο συζήτησης το οποίο να βασίζεται σε αυθαίρετα «αυτονόητα» τα οποία λογοκρίνουν άλλες απόψεις – και ιδιαίτερα ενοχλητικές ερωτήσεις. Η λογοκρισία των «ενοχλητικών ερωτήσεων» θα συγκεκριμενοποιηθεί πιο κάτω στην πορεία ανάλυσης των τεκμηρίων για να δούμε αν έχει μια συστηματική τάση μετατόπισης του θέματος, απόκρυψης διαστάσεων της τραγωδίας κλπ.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης θα πρέπει να προσδιορίσουμε τι ακριβώς συνθέτει σήμερα τον χώρο της Δημόσιας Σφαίρας και της πολιτικής πληροφόρησης – πώς επιλέγεται η πληροφορία που θα γίνει είδηση, πως ιεραρχούνται οι ειδήσεις, και πώς οργανώνονται σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο. Σε αυτό το σημείο είναι πιο εύκολο με βάση την υπάρχουσα βιβλιογραφία να προσδιορίσει κάποιος ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αποτελείται από οργανισμούς συσκευασίας πληροφοριών. Εδώ υπάρχει ένας μύθος – ότι το κοινό αποκτά μέσα από τα ΜΜΕ πρόσβαση στις πληροφορίες. Αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια. Το κοινό αποκτά πρόσβαση στις πληροφορίες μετά τη συσκευασία τους. Όταν λ.χ. μια εφημερίδα («ουδέτερη» σύμφωνα με την δημόσια εικόνα της) βγαίνει με τίτλο «Μια απεργία θα στοιχίσει… » (αναφέρει ένα πόσο), παρέχει μεν πληροφορία (για μια εκτίμηση κόστους – ενδεχομένως αμφισβητούμενη από τις συντεχνίες) αλλά ουσιαστικά επιλέγει τη μια άποψη και την προβάλλει λογοκρίνοντας ντε φάκτο την άλλη – λέει ουσιαστικά «μην κάνετε απεργία». Μια πιο φιλελεύθερη αναλυτική οπτική θα περίμενε ότι ο σχετικός τίτλος θα πληροφορούσε για κάποιες αποφάσεις των συντεχνιών (που επίκεινται τη συγκεκριμένη μέρα), και μετά θα μπορούσε να είχε σαν υπότιτλο τις αντιδράσεις και τα στοιχεία που προβάλλει η κάθε πλευρά.

Σήμερα τα ΜΜΕ επιτελούν 3 λειτουργίες – οι οποίες εμφανίζονται και ευρύτερα στον τρόπο που κατασκευάζεται η συλλογική αντίληψη για διάφορα γεγονότα όπως δείχνουν οι έρευνες των κοινωνικών επιστημών.[16] Υπάρχει:

Eπιλογή πληροφοριών. Η συλλογή πληροφοριών για ένα θέμα είναι φαινομενικά διαφορετική από την επιλογή των «χρήσιμων» πληροφοριών οι οποίες θα δημοσιοποιηθούν και θα προβληθούν. Όμως ακόμα και στην διαδικασία συλλογής πληροφοριών υπάρχει ένα είδος κατεύθυνσης – ένα είδος «επιλογής» για το είδος των στοιχείων που αναζητούνται προϋπάρχει: αν λ.χ. στο συγκεκριμένο θέμα της έκρηξης στο Μαρί υπάρχει πιθανότητα δολιοφθοράς[17] η ξένης ευθύνης,[18] τότε μια κατεύθυνση εστίασης και άντλησης πληροφοριών θα πρέπει να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Εκτός βέβαια αν υπάρξει συνειδητή αποφυγή αυτής της εστίασης για να γίνει εστίαση αλλού με άλλα κριτήρια. Αν, από την άλλη, θεωρήσει ο αρμόδιος (δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης, ιδιοκτήτης) ότι υπάρχουν ζητήματα εσωτερικής ευθύνης τότε λογικά θα εστιάσει την αναζήτηση πληροφοριών στο εσωτερικό. Αλλά και εδώ πάλι η εστίαση της αναζήτησης πληροφοριών μπορεί να έχει στόχο να δημιουργήσει ένα κλίμα επίθεσης σε κάποιον (όπως στον πρόεδρο), ή να γίνει μετατόπιση του θέματος αν η εστίαση φαίνεται να πηγαίνει σε «ανεπιθύμητες κατευθύνσεις» όπως στον στρατό. Σε έτσι περίπτωση παραβλέπονται λ.χ. εξόφθαλμες ερωτήσεις όπως αν έγινε εκκένωση.

Ιεράρχηση. Όταν συλλεγούν οι πληροφορίες θα γίνει σαφώς μια αξιολόγηση και εδώ είναι καθοριστικό ποιες ειδήσεις θα προβληθούν, θα μπουν δηλαδή στο «πρωτοσέλιδο», και πώς θα προωθηθεί μια ευρύτερη άποψη/πλαίσιο για το γεγονός μέσα από μια ιεράρχηση της σημασίας των στοιχείων που έχουν επιλεγεί. Στο βαθμό που τα διάφορα ΜΜΕ σε μια δημοκρατία θέλουν να αποκρύψουν ότι εκφράζουν κάποια οπτική η συμφέρον (θέλουν δηλαδή να εμφανιστούν σαν «ουδέτερα» μέσα πληροφόρησης και όχι μηχανισμοί συσκευασίας ειδήσεων) θα προσπαθήσουν να έχουν όλες τις πληροφορίες που είναι κάπως διαθέσιμες. Αλλά είναι σαφώς διαφορετικό το ποιες θα προβληθούν και ποιες θα μπουν σαν μικρή η αμελητέα είδηση στις εσωτερικές σελίδες. Ένας βασικός στόχος της ιεράρχησης των ειδήσεων/πληροφοριών είναι ότι αυτοί που αποφασίζουν (ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες) θέλουν να δημιουργήσουν το πλαίσιο συζήτησης (την agenda) για την επόμενη μέρα στρέφοντας την προσοχή του κοινού τους σε επιλεγμένες κατευθύνσεις.

Ρητορική αφήγησης. Μετά από την επιλογή και την ιεράρχηση έρχεται ο τρόπος απόδοσης ενός γεγονότος σαν «είδησης» – η μαρτυρία ενός προέδρου λ.χ. σε μια εξεταστική επιτροπή μπορεί να παρουσιαστεί από την οπτική των στοιχείων που επισυνάπτει ο πρόεδρος, η ,αν ο στόχος είναι η επίθεση στον πρόεδρο, θα γίνει η παρουσίαση όχι με βάση το τι είπε αλλά το τι θεωρεί η εφημερίδα ότι θα έπρεπε να πει, η ακόμα πιο συχνά αναζητώντας λεκτικές λεπτομέρειες για να αλλάξει/μετατοπιστεί η έμφαση από τα στοιχεία που τέθηκαν στην παρουσίαση. Ακόμα και μετά την ιεράρχηση, δηλαδή, υπάρχει ένα πλαίσιο ρητορικής και οργάνωσης της αλληλουχίας των «ειδήσεων» το οποίο καθορίζει και τις κινήσεις των δημοσιογράφων συνειδητά η ασυνείδητα - ξέρουν δηλαδή ποια είναι η γενική γραμμή της εφημερίδας η του ηλεκτρονικού μέσου στο οποίο εργάζονται και προσαρμόζονται ανάλογα. Ο «Φιλελεύθερος», όπως είπαμε έχει μια ρητορική αφήγησης για το κυπριακό που εστιάζει έντονα σε δυτικές συνωμοσίες εναντίον των ε/κ. Αντίθετα ο «Πολίτης» στήριξε το «ναι» στο δημοψήφισμα το 2004, και έγινε στόχος και μια επίθεσης η οποία καταγράφηκε σαν κλίμα της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας». Το θέμα λοιπόν εδώ είναι αν αυτές οι δυο εφημερίδες οι οποίες προσπαθούν να συντηρήσουν το μύθο της ουδετερότητας, κράτησαν τις βασικές τους αφηγήσεις – αναζήτησε ο «Φιλελεύθερος» συνωμοσίες και απέδωσε ευθύνες, όπως κάνει συνήθως στις «δυτικές πιέσεις»; Υπήρξε ανάλογα ευαίσθητος ο «Πολίτης» σε φαινόμενα ακροδεξιάς απειλής βίας; Το λογικό και το αναμενόμενο θα ήταν να διατηρηθούν οι υπάρχουσες αφηγήσεις. Αν όχι τότε σαφώς είχαμε μετατοπίσεις που αξίζει να διερευνηθούν – και σε περιπτώσεις αντιφάσεων μπορεί να οδηγούν σε «απαγορευμένες ερωτήσεις» για τη λειτουργία και το ρόλο των ΜΜΕ στην συγκεκριμένη συγκυρία.

Ας πάμε τώρα στον τρόπο λειτουργίας των ΜΜΕ σε σχέση με το κοινό. Εδώ υπάρχουν τουλάχιστον 2 διαφορετικές θεωρητικές οπτικές.[19] Ο Ν. Τσόμσκι του οποίου το αναλυτικό πλαίσιο[20] υπήρξε χρήσιμο για την παρούσα μελέτη, προσδιορίζει 2 μηχανισμούς σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μια συντονισμένη εκστρατεία των ΜΜΕ για κάποιο θέμα – με βάση τις μελέτες του στις ΗΠΑ. Από την μια υπάρχει μια «δαιμονοποίηση» κάποιου αντίπαλου και από την άλλη μια προσπάθεια «περιθωριοποίησης» των αντιδράσεων για την εκστρατεία δαιμονοποίησης. Η δαιμονοποίηση μπορεί να έχει να κάνει με κάποιο εξωτερικό εχθρό, αλλά μπορεί να έχει να κάνει και με κάποιο εσωτερικό αντίπαλο – όπως ήταν οι συντεχνίες λ.χ. την δεκαετία του 1930, η τα φοιτητικά-νεολαιίστικα κινήματα για μερίδα των ΜΜΕ τις δεκαετίες του 60-70. Η δαιμονοποίηση μετατρέπει τον στόχο σε κάτι πλήρως αρνητικό άρα και εύκολο στόχο. Η περιθωριοποίηση κινείται ανάλογα – αν κάποιος αμφισβητήσει αυτήν την άποψη θα θεωρηθεί ότι είναι άπλα έκφραση μειοψηφίας, ότι είναι αναμενόμενο κλπ. Ο στόχος, λέει ο Τσόμσκι, είναι να νοιώσει το άτομο ότι είναι μόνο του, ότι οι υποψίες και οι ερωτήσεις του είναι παράλογες και ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του/της παρά με την άποψη που προβάλουν τα ΜΜΕ που δεν του φαίνεται ούτε λογική ούτε αυτονόητη. Ο ίδιος ο Τσόμσκι είχε αυτή την αντιμετώπιση για χρόνια ακριβώς επειδή προειδοποιούσε για την χειραγώγηση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Θα δούμε ότι και εδώ, στην υπό διερεύνηση περίπτωση, είχαμε τοπικές προσπάθειες περιθωριοποίησης των αντιστάσεων στις επιθέσεις των ΜΜΕ.[21] Όπως και το 2004 λ.χ. υπήρχαν υπονοούμενα ότι οι υποστηρικτές του «ναι» ήταν κάπως «αναμενόμενοι»/δεδομένοι γιατί ήταν «χρηματοδοτούμενοι» από το εξωτερικό.

Η τάση των ΜΜΕ να φτιάχνουν ένα συνολικό θέαμα το οποίο λειτουργεί σαν ένα είδος υποκατάστατου της εμπειρίας, δημιουργεί σε αυτό το πλαίσιο την ανάγκη για ένα είδος συναισθηματικά αποστασιοποίησης του κοινού αν θέλει να διατηρήσει την κριτική του σκέψη.[22]

Αυτό βέβαια μπορεί να ακούγεται δύσκολο, αλλά μια σειρά ερευνών από την δεκαετία του 1950 έχει δείξει μια άλλη ελπιδοφόρα διάσταση των ανθρώπινων κοινωνιών – αυτό που κωδικοποιήθηκε σαν «2 βαθμίδες στην ροή της επικοινωνίας».[23] Σε αυτό το πλαίσιο φαίνεται ότι οι καταναλωτές των πληροφοριών τις οποίες συσκευάζουν οι βιομηχανίες των ΜΜΕ, δεν αποδέχονται παθητικά τα όσα ακούν/βλέπουν αλλά τα επεξεργάζονται με βάση το κοινωνικό τους περιβάλλον και (μπορούμε να πούμε και με βάση την κυπριακή εμπειρία) τα φίλτρα που έχουν αναπτύξει. Οι άνθρωποι δηλαδή ακούν μεν τις πληροφορίες και τις εκδοχές, αλλά ρωτούν και τον περίγυρό τους και συχνά εμπιστεύονται περισσότερο οικείους opinion leaders στις τοπικές κοινωνίες η άτομα στο περίγυρό τους για την ερμηνεία των γεγονότων. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι σε ένα μεγάλο βαθμό υπάρχει αυτή η διάσταση στην Κύπρο. Μια άλλη, πιο πρόσφατη θεωρητική οπτική τονίζει τη δημιουργική εμπλοκή του κοινού στην ερμηνεία των πληροφοριών η ακόμα και στην αρνητική-σιωπηλή στάση απέναντι στην προσπάθεια χειραγώγησης ή άντλησης πληροφοριών από το, κατά τον κυρίαρχο λόγο, «παθητικό κοινό».[24]

Ιστορικό πλαίσιο: η ελλειπτική λειτουργία της κυπριακής Δημόσιας Σφαίρας μετά την ανεξαρτησία

Πριν προχωρήσουμε στα τεκμήρια πρέπει να γίνει και μια σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου λειτουργίας της Δημόσιας Σφαίρας στην Κύπρο μετά από την αποικιοκρατία. Αντίθετα με ότι θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος, η ανεξαρτησία δεν συνοδεύτηκε κατ’ ανάγκη με διεύρυνση της ελεύθερης έκφρασης. Δεν είχαμε ένα αυταρχικό καθεστώς όπως άλλες μεταποικιακές κοινωνίες, αλλά την πρώτη περίοδο 1960-74, είχαμε ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς το οποίο μπορεί αν ονομαστεί “καθεστώς κωδικοποιημένης έκφρασης” – η “υπό την απειλή της βίας”. Το ότι η βία και η απειλή της για την ελεύθερη έκφραση είχε γίνει μέρος της καθημερινότητας το παρατήρησε σε ένα σχόλιό του από τη δεκαετία του 1970 ο ανθρωπολόγος Π. Λοϊζος, του οποίου η εργασία είναι θεμελιακή για τις κυπριακές κοινωνικές επιστήμες.[25]

Η περίοδος 1958-60 ήταν καθοριστική. Το πρώτο εξάμηνο του 1958 ένοπλοι της ΕΟΚΑ επιτέθηκαν σε αριστερούς σε διάφορες περιοχές της ανατολικής Κύπρου σε μια προσπάθεια να «εξοντωθεί» η να περιοριστεί η δύναμη της αριστεράς[26] όπως το έθεσε ο στρατιωτικός διοικητής της ΕΟΚΑ. Η εκστρατεία δεν πέτυχε – η αριστερά επέμενε να διατηρεί τους συλλόγους και τη δύναμή της παρά τις επιθέσεις, ενώ μια μερίδα της δεξιάς αλλά και στελέχη της ΕΟΚΑ δεν ακολούθησαν την πορεία σύγκρουσης τελικά. Όμως ο φόβος της βίας έμεινε. Η δικοινοτική βία που ακολούθησε το καλοκαίρι του 1958 άπλωσε το φόβο της βίας ευρύτερα. Αλλά ίσως τα πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο της τότε περιόδου ήταν η απαγωγή του Φαρμακίδη την άνοιξη του 1960. Ο Φαρμακίδης ήταν γνωστός δεξιός δημοσιογράφος ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της υποψηφιότητας του Ι. Κληρίδη ενάντια στον Μακάριο στις πρώτες προεδρικές εκλογές. Ένοπλοι της ΕΟΚΑ τον απήγαγαν και όταν απελευθερώθηκε προκάλεσε ένα ακόμα πιο έντονο σοκ στην κοινωνία – ίσως και σαν είδος παραδειγματισμού. Είπε ότι καταλάβαινε τους απαγωγείς του και ότι είχαν δίκαιο!

Αυτό το επεισόδιο καταγράφει δυο διαστάσεις του όλου φαινομένου – όταν ξεκινήσει η βία και οι απειλές στην Δημόσια Σφαίρα τότε το φαινόμενο είναι δομικό και απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Μπορεί να ξεκίνησε με επίθεση στην αριστερά αλλά σύντομα και δεξιοί διαφωνούντες με τους επίδοξους λογοκριτές βρέθηκαν υπό επίθεση. Η άλλη διάσταση ήταν ακριβώς η υποταγή του Φαρμακίδη στη βία – η αποδοχή δηλαδή ότι η βία έθετε πια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να κινείται ο αποδεκτός δημόσιος λόγος. Η επόμενη περίοδος μέχρι και το 1974 υπήρξε μια περίοδος όπου μια σειρά ζητήματα (είτε το ζήτημα της ανεξαρτησίας σε σχέση με την ένωση,[27] είτε η ύπαρξη της ίδιας της αριστεράς, η των θυμάτων των δικοινοτικών συγκρούσεων) κωδικοποιήθηκαν στην έκφρασή τους στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορούσαν δηλαδή να συζητηθούν άμεσα αλλά μόνο έμμεσα.[28]

Αυτό το καθεστώς το οποίο ενίσχυσε η βία της ΕΟΚΑ Β´ σαν ένα είδος βίας που «απαιτούσε» συμμόρφωση με κάποιο πλαίσιο αυταρχικής «εθνικής ορθότητας» μπήκε αυτονόητα σε κρίση μετά το 74. Εκείνη την περίοδο υπήρξε για ένα διάστημα ένα χαλάρωμα των ορίων του δημόσιου λόγου. Σύντομα όμως εμφανίστηκε ένα νέο πλαίσιο έλεγχου της δημόσιας έκφρασης – αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «καθεστώς τελετουργίας» σε συνάρτηση με το τις επιπτώσεις της εισβολής. Το ότι λ.χ. τη δεκαετία του 80 η ίδια η λέξη διζωνική (άνκαι είχε γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων) ήταν ουσιαστικά λογοκρινόμενη (χρησιμοποιείτο η έκφραση «συμφωνίες κορυφής») ήταν εκφραστικό.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τότε περιόδου να ήταν ακριβώς το ζήτημα των αγνοουμένων – και η αντιπαραθεση γύρω απ’ αυτό την δεκαετία του 90 έκφρασε ουσιαστικά μια μετατόπιση της κοινωνίας από την τελετουργία σε ένα νέο καθεστώς συσκευασίας/οργάνωσης της πληροφορίας. Η εμφάνιση των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών αλλά και του λαϊφσταϊλ τύπου/περιοδικών σαν είδους δημοσιογραφίας, οδήγησε εν μέρει σε παρακμή την επιμονή σε λογοκρισία για δήθεν αυτονόητα εθνικά και συναισθηματικά φορτισμένα θέματα/ταμπού. Είναι εκφραστικό το ότι η τότε κυβέρνηση χρειάστηκε 7-8 χρόνια για να μπορέσει να καταθέσει τους κατάλογους με τους αγνοούμενους και να ξεκινήσει η διαδικασία εκταφών – και στην πορεία να αποκαλυφθούν προσωπικά δράματα που ήταν αποτέλεσμα της χειραγώγησης αλλά και της λογοκρισίας.[29].

Αυτή η διαδικασία εμφάνισης του «διάχυτου θεαματικού»[30] όπως θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε δεν έκφρασε όμως και το τέλος των καθεστώτων χειραγώγησης και ορίων του δημόσιου λόγου.

Η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση και η ανάπτυξη συγκροτημάτων ΜΜΕ με ιδιοκτήτες από το χώρο της δεξιάς οδήγησε σε επιλεκτικές στιγμές θεαματικής όξυνσης ή και καλλιέργειας υστερίας – όπως την περίοδο που προηγήθηκε των εκλογών του 1993.[31] Μετέπειτα υπήρξαν «στιγμές» που τα ΜΜΕ εμφανίζονταν να κατασκευάζουν γεγονότα όπως τα επεισόδια των μαθητών στις επετείους της προσπάθειας απόσχισης τ/κ «κρατικής» οντότητας/«ψευδοκράτους» (όπως το ονομάζουν οι ε/κ), μέχρι την τραγωδία της Δερύνειας το 1996. Οι εκλογές του 1998 ήταν μια ενδιαφέρουσα «στιγμή» συντονισμένης επίθεσης με πολιτικό στόχο, όταν στον δεύτερο γύρο υπήρχε μια εκπληκτική ομοφωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των ΜΜΕ – η οποία όμως μόλις και κατάφερε να εκλέξει οριακά τον κ. Κληρίδη.

Όταν πλησίασε το ζήτημα του δημοψηφίσματος του 2004 η κυπριακή κοινωνία βίωσε ξαφνικά (πάλι) μια πόλωση κατά την οποία η μια άποψη κωδικοποιήθηκε σαν η αυτονόητα ορθή, ενώ η άλλη σαν ύποπτη. Η σύγκλιση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ τότε αποκάλυψε πιο έντονα ίσως (αφού για πρώτη φορά βρέθηκε και η ηγεσία της δεξιάς υπό επίθεση) ότι το ζήτημα δεν ήταν η ύπαρξη πολλών Μέσων αλλά το ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς ανήκε ουσιαστικά σε λίγους. Από την άλλη, στα θετικά (με την έννοια του πλουραλισμού), μπορεί να πιστώσει κάποιος το γεγονός ότι λόγω του ότι μια πτέρυγα του κεφαλαίου είχε ταχθεί με το «ναι», υπήρχαν ΜΜΕ που το στήριξαν έστω και αν ήταν στην μειοψηφία. Μια άλλη αναπόφευκτη παρατήρηση είναι ότι η εστίαση των επιθέσεων, τότε ενάντια στον ΔΗΣΥ (ο οποίος είχε ευνοηθεί από την προηγούμενη «συνεργασία/συντονισμό» των ΜΜΕ το 1998), δεν είχαν ουσιαστικά δραματικό αποτέλεσμα. Μπορεί να μην συσπείρωσε ο ΔΗΣΥ την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του στο δημοψήφισμα αλλά ουσιαστικά ένα μήνα μετά βγήκε οριακά πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές – έστω και λόγω της αποχής διαμαρτυρίας μια μερίδας αριστερών ψηφοφόρων. Ταυτόχρονα παρά τις κυριακάτικες «ομοβροντίες» των 4 μικρών απορριπτικών κομμάτων ενάντια στους υποστηρικτές του «Ναι», τελικά όταν φτάσαμε στο 2008 φάνηκε ότι η συσπείρωση του 76% ήταν ρευστή και ο ίδιος ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο. Αν μπορεί να αντλήσει κάποιος κάποια συμπεράσματα αυτά, είναι η ρευστότητα της περιόδου που δείχνει ίσως το σχετικά μικρό βεληνεκές επιρροής των ΜΜΕ και των θεαματικών ομοβροντιών τους.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ανάλυση Τεκμηρίων

2. Περίοδος Ι: Από την έκρηξη στην 19 Ιουλίου

12 Ιουλίου.
Η μέρα αμέσως μετά την έκρηξη ήταν καθοριστική για την κωδικοποίηση του ζητήματος από τις 2 εφημερίδες. Σε εκείνο το πλαίσιο χωρίς να έχει προηγηθεί έρευνα οι δημοσιογράφοι ουσιαστικά θα έπρεπε να βασιστούν σε ότι λεγόταν (και άρα φήμες ανεπιβεβαίωτες, ακόμα, πληροφορίες) αλλά και στο πλαίσιο με βάση το οποίο βρέθηκε στην Κύπρο το φορτίο. Για εκείνο το πλαίσιο θα γίνει αναφορά παρακάτω αλλά σίγουρα η μέχρι τότε ειδησεογραφία δεν προδίκαζε ότι είχε παρθεί μια απόφαση με την οποία διαφωνούσε μέρος της πολιτικής ηγεσίας - ή τα ίδια τα ΜΜΕ.[32]

Η εικόνα ωστόσο των πρωτοσέλιδων προδίκαζε με εντυπωσιακό τρόπο μια εστίαση που σύντομα θα περιστρεφόταν γύρω από τον πρόεδρο – ήδη άλλωστε η μια εφημερίδα τον κατονόμαζε.

Ο «Φιλελεύθερος» στο πρωτοσέλιδό του είχε μια φωτογραφία της καταστροφής με τίτλο «Έγκλημα και τραγωδία». Η έννοια της «τραγωδίας» και η παραπομπή της είναι κατανοητή. Αντίθετα η λέξη «έγκλημα» η οποία είναι και πρώτη στο τίτλο σαφώς δεν είναι εύκολο να θεωρηθεί κατανοητή. Η αντιπολίτευση είχε θέσει θέμα ευθυνών αλλά η έννοια του εγκλήματος προδιαθέτει για ένοχους με κάποια συνείδηση και σκοπιμότητα της πράξης/"εγκλήματος". Σε μια πιο κατανοητή κωδικοποίηση, με βάση τα μέχρι τότε υπάρχοντα δεδομένα θα μπορούσε κάποιος να αναμένει αναφορά σε «αναπάντητα ερωτήματα», «κατηγορίες συγγενών», «αμέλεια» κλπ.

Στον «Πολίτη» η αναφορά είναι ακόμα πιο εξόφθαλμη και ντε φάκτο εστιασμένη σε μορφή επίθεσης ενάντια στον πρόεδρο έστω και χωρίς τεκμήρια. Ο «Πολίτης» δεν αναφέρεται καν σε τραγωδία. Έχει σαν κύριο τίτλο τη λέξη «Εγκληματίες» και σε ένα πλαίσιο φωτογραφιών καταστροφής. Ένας από τους τίτλους του πρωτοσέλιδου εστιάζει άμεσα στον πρόεδρο Χριστόφια: «Με οδηγίες Χριστόφια αφέθηκε στον ανοικτό χώρο το επικίνδυνο φορτίο».

Το εντυπωσιακό είναι ότι το περιεχόμενο των άρθρων που ακολουθούν δεν τεκμηριώνει έστω και απόμακρα τον τίτλο. Στην σελίδα 9 υπάρχει ένα κείμενο («Ούτε στέγαστρο δεν έβαζαν») για το πώς αποθηκεύτηκαν εκεί τα κιβώτια με τα πυρομαχικά χωρίς αναφορά στον πρόεδρο, ενώ η εστίαση στον Χριστόφια γίνεται στην επόμενη σελίδα όπου το θέμα δεν είναι πια η αποθήκευση αλλά η έλευση («Οδηγίες Χριστοφια να μην καταστραφούν»). Ο «Πολίτης» κατά συνέπεια εστιάζει αμέσως και χωρίς τεκμήρια – απλά κάνει ένα συνειρμό σύνδεσης που σε ένα συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα δημιουργεί ταυτίσεις και ανάλογες συμπαραδηλώσεις.

Η περιπέτεια μιας ερώτησης: έγινε η δεν έγινε εκκένωση;
(καταγράφοντας τη σταδιακή αποδοχή μιας λογοκρινόμενης πραγματικότητας)

Αξίζει να παρακολουθήσουμε την διερεύνηση/καταγραφή του τι έγινε (και τι δεν έγινε) στο στρατόπεδο για να δούμε αν η αρχική εστίαση ήταν απλά τυχαία αρχική αντίδραση η αν υπάρχουν στοιχεία ότι υπήρχε μια ευρύτερη τάση για μετατόπιση του θέματος από τα δεδομένα τα οποία μπορεί να προέκυπταν από έρευνες, στην μονοδιάστατη, και άρα πολιτική, έμφαση στον πρόεδρο – όπως είχε ήδη ξεκινήσει ο «Πολίτης». Λογοκρίνοντας, ουσιαστικά, ερωτήματα και προσπαθώντας να κατασκευαστούν «αυτονόητα». Το ζήτημα της εκκένωσης λ.χ. δεν ήταν μόνο ένα θέμα που αφορούσε το τι έγινε το μοιραίο πρωινό (και το κατά πόσο θα μπορούσαν να αποφευχθούν τα θύματα), αλλά και πόση κατανόηση των κινδύνων υπήρχε στον στρατό – και το πώς αντιμετωπίστηκαν οι κίνδυνοι στα πλαίσια των αρμόδιων δομών.

Στην δεξιά πλευρά του πρωτοσέλιδου του «Φιλελεύθερου», της 12 Ιουλίου υπήρχε μια στήλη με σχετικά κείμενα. Το πρώτο αναφέρεται στο διοικητή του ναυτικού Α. Ιωαννίδη για τον οποίο ο «Φιλελεύθερος» θα έχει και ειδικό πρωτοσέλιδο λίγες μέρες μετά. Ίσως να ήταν πρόωρο (αμέσως μετά την τραγωδία) όντως να τεθεί αμέσως ένα μάλλον αναμενόμενο (στρατιωτικά και ερευνητικά) ζήτημα – αυτό της διαταγής ( η μη διαταγής) εκκένωσης, αλλά ο «Φιλελεύθερος» το θέτει και το άπαντα θετικά. Λέει χαρακτηριστικά στο πρωτοσέλιδο «Σωτήρια η διαταγή εκκένωσης»..

Και ακολουθούν τα εξής στο εσωτερικό..

«Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ» ο διοικητής βρισκόταν από νωρίς στο στρατόπεδο.. έχοντας κατά νου τον ενδεχόμενο να σημειωθεί έκρηξη από τη φωτιά στην πυρίτιδα με θάρρος και αυταπάρνηση έδωσε αμέσως εντολές να απομακρυνθούν και να κατευθυνθούν στην πύλη του στρατοπέδου οι ναύτες..»

Όπως θα δούμε, όμως, στην εξέλιξη της έρευνας, όπως καταγράφεται στις ίδιες τις υπό διερεύνηση εφημερίδες, αλλά και όπως προκύπτει από το λογικό ερώτημα (που μπορούσε να τεθεί από την αρχή) πώς και γιατί έμειναν οι 3 στρατιώτες οι οποίοι σκοτώθηκαν εκεί αν είχε διαταχθεί εκκένωση, τότε φαίνεται ότι τελικά δεν είχε διαταχθεί εκκένωση.

Ας παρακολουθήσουμε λίγο την καταγραφή στις εφημερίδες αυτών των λογοκρινόμενων αρχικά ερωτήσεων οι οποίες είχαν να κάνουν ευρύτερα με το τι έγινε πραγματικά στη μονάδα, αλλά και το πώς χειρίστηκε η εθνική φρουρά το όλο ζήτημα. Στις 14 του Ιούλη ο «Φιλελεύθερος» δημοσίευσε πρωτοσέλιδο για «ντοκουμέντα της σφαγής». Τα έγγραφα αφορούν τη σύσκεψη του στρατού στις 5 Ιουλίου και τις πιθανότητες/δυνατότητες να αποφευχθεί η τραγωδία αν λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα. Αναφέρει το κείμενο:

«Πλήρης αδράνεια, παρά τις σαφείς εντολές που είχαν να δράσουν άμεσα, εντοπίζεται σε αξιωματικούς του ΓΕΕΦ που συμμετείχαν στην επιτροπή που συστάθηκε για να προτείνει λύσεις στα διογκωμένα εμπορευματοκιβώτια.»

Πιο κάτω υπάρχει εστίαση στον υπαρχηγό της εθνικής φρουράς. Το σκίτσο της εφημερίδας ταυτόχρονα συνεχίζει την επίθεση στον πρόεδρο έμμεσα αφού εμφανίζει κάποιον να κτυπά κάποιον και να του λέει «Να μην ανησυχείς καθόλου, θα φροντίσω να διοριστεί διερευνητική επιτροπή.»

Η εφημερίδα γενικά αυτή τη μέρα φαίνεται πιο επιφυλακτική στις επιθέσεις της και μόλις στην σελίδα 5 κυριαρχεί το σενάριο της εστίασης στον πρόεδρο: «Σφίγγει ο κλοιός για ευθύνες. Περικυκλώνονται ΥπΕξ και Προεδρικό» με παραπομπή στις εκδηλώσεις έξω από το προεδρικό οι οποίες είχαν προκαλέσει επεισόδια την προ-προηγούμενη νύκτα.

Το αξιοσημείωτο των τεκμηρίων αυτής της μέρας είναι ακριβώς η καταγραφή των ευθυνών του στρατού. Και σε αυτό ο «Φιλελεύθερος» θα συνεχίσει , έστω και καθυστερημένα η σε κάποιο πλαίσιο, να καταγράφει τα γεγονότα όπως φαίνονταν να αναδύονται από τις έρευνες και τα τεκμήρια. Αλλά το κυρίαρχο κλίμα ήταν να σπρωχτεί η ευθύνη προς το προεδρικό. Ήδη την επόμενη μέρα το πρωτοσέλιδο καταγράφει τις απόψεις του Ιωαννίδη αφήνοντας κενό για τις ευθύνες στην τοπική μονάδα: εάν όντως μπορούσε να αποφευχθεί είτε η έκρηξη είτε η τραγωδία τότε σαφώς θα πρέπει να δει κάποιος τι μέτρα πάρθηκαν στην ίδια την μονάδα πριν και κατά την διάρκεια της έκρηξης. Και ευρύτερα βέβαια πώς χειρίστηκε το όλο θέμα της φύλαξης η εθνική φρουρά σαν κρατική δομή. Φαινόταν να υπάρχει μια προσπάθεια να μετατοπιστεί η έμφαση από τον στρατό παρά τα στοιχεία που έδειχναν κακή διαχείριση, αμέλεια κλπ.[33]

Στις 24 Ιουλίου ο «Φιλελεύθερος» έχει συνέντευξη με τον Μιχάλη Θεοφίλου, πατέρα θύματος και αξιωματικό της πυροσβεστικής, ο οποίος είχε στείλει επιστολή στον γενικό εισαγγελέα και την οποία κοινοποίησε στους δημοσιογράφους από τις 19 Ιουλίου. Σε σχέση λοιπόν με το τι έγινε στην μονάδα λέει τα εξής, κάνοντας αναφορά στις εισηγήσεις της πυροσβεστικής που επισκέφθηκε τον χώρο στις 6 Ιουλίου:

«Η εισήγηση εκ μέρους της πυροσβεστικής υπηρεσίας ήταν η τοποθέτηση καταιονιστήρων νερού και η αποψίλωση της περιοχής γύρω από τα εμπορευματοκιβώτια…»

Και δήλωσε αναφερόμενος στον επικεφαλής της ομάδας των πυροσβεστών:

«Αν δεν του είχαν δώσει διαταγή ή καθοδήγηση, έπρεπε να ελέγξουν τις διαδικασίες και να γίνει εκκένωση. Αν συνέβαινε αυτό το πράγμα, δηλαδή αν εφαρμόζονταν οι σωστές διαδικασίες, θα υπήρχαν μόνο υλικές ζημιές και μικροτραυματισμοί.»

Το ότι δεν έγινε εκκένωση το επισημαίνει στην πρωτοσέλιδη συνέντευξή του ο Θεοφίλου στο "Φιλελεύθερο": οι πυροσβέστες πήγαν εκεί στα τυφλά. Οι δικοί μας ήξεραν, είδαν με τα μάτια τους, έκαναν σχετικές εκθέσεις, και όμως δεν προστάτευσαν κανένα. Έπρεπε από την αρχή να δώσουν διαταγή εκκένωσης…»

Αν όμως έπρεπε οι αρμόδιοι της πυροσβεστικής που δεν ήταν καν στο χώρο να δώσουν διαταγή εκκένωσης, τότε δεν θα έπρεπε να δώσουν ανάλογη διαταγή και οι αρμόδιοι του στρατού – από το ΓΕΕΦ μέχρι τους υπεύθυνους την μονάδας;

Αν έγινε αποψίλωση λ.χ. πώς αναπτύχθηκε τόσο γρήγορα η φωτιά εκτός των κιβωτίων;[34]

Η σχετικά επίσημη παραδοχή ότι τελικά δεν διατάχτηκε εκκένωση, έγινε σε πρωτοσέλιδη είδηση του φιλελεύθερου στις 20 Αυγούστου. Ήταν μια είδηση στο κάτω μέρος του πρωτοσέλιδου με τίτλο «Φορτώνουν ευθύνες στους Ιωαννίδη και Λάμπρου». Με υπότιτλο: «Στην εμπλοκή προσώπων λίγο πριν την έκρηξη επικεντρώνονται οι ανακρίσεις».

«Με βάση το ανακριτικό υλικό που έχει περισυλλεγεί και τις εκτιμήσεις των ανακριτών και της νομικής υπηρεσίας για τους χειρισμούς που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν τα τελευταία 24ωρα πριν την φονική έκρηξη, καταλογίζονται ευθύνες στον μακαρίτη Λάμπρο Λάμπρου, επειδή δεν εκκενώθηκε έγκαιρα η ναυτική βάση, με αποτέλεσμα στους νεκρούς να συμπεριλαμβάνονται και στρατιώτες. Επίσης θεωρείται ότι την ευθύνη της φύλαξης και της ασφάλειας των εμπορευματοκιβωτίων είχε καθηκόντως ο διοικητής της ναυτικής βάσης. Συνεπώς μαζί με τον ανώτερό του και διοικητή του ναυτικού Ανδρέα Ιωαννίδη, θα έπρεπε να προβούν στις ανάλογες ενέργειες.»

Παρά το ότι αυτά τα στοιχεία-συμπεράσματα φαίνονται να πηγάζουν από την έρευνα, ο δημοσιογράφος κωδικοποιεί αυτή τη λογική κατάληξη (όπως άλλωστε πηγάζει και από τις αναφορές Θεοφίλου) σαν «φορτώνουν ευθύνες..» Ενώ δηλαδή καταγράφει μεν την είδηση, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα είδος αποποίησης ευθύνης για τις πληροφορίες που καταγράφει – αλλά ίσως και για την ρητορική αφήγηση των προηγούμενων ημερών. Ταυτόχρονα βέβαια αυτή η ρητορική λειτουργεί και σαν είδος πίεσης για λογοκρισία.[35]

Η καταληκτική αναφορά τον Αύγουστο για την μη-εκκένωση ήρθε τελικά από τον "Πολίτη" οποίος πήρε συνέντευξη από τον στρατιώτη φρουρό στην πύλη ο οποίος δήλωσε:

«Ποιος ευτζιαίρωσεν την βάση; Ούλλοι ετζιοιμούνταν…
Φκαίνουν τζιαί λαλούν πολλά πράματα, τζαί τα πιο πολλά εν πελλάρες. Ότι ευτζιαιρώσαν την βάσην τζαι άλλα πολλά. Όταν έφυα που τον θάλαμο ( η υπηρεσία του ξεκινούσε στις 4) οι συνάδελφοι μου ετζιοιμούνταν. Θκυο που τζείνους επάθαν τα φκιά τους που την έκρηξην. Οι οϋκάδες ήταν τζιαμαί στο round about της βάσης. Άλλοι είπαν ότι εβάλαν μας μέσα στες βάρκες να φύουμεν τζαί άλλα πολλά..»

19 Ιουλίου: όξυνση της έντασης και επιλεκτική ερμηνεία των δηλώσεων του Μ. Κυπριανού
(όταν τα ΜΜΕ λογοκρίνουν την κριτική μετατοπίζοντας την συζήτηση)

Στις 19 Ιουλίου η ένταση φαινόταν να κορυφώνεται. Εκείνη τη μέρα είχε προαναγγελθεί εκδήλωση «μνημης και τιμής» στους νεκρούς του 1974 – η εκδήλωση είχε προγραμματιστεί[36] πριν από την έκρηξη στο Μαρί και ανήκε στην τελετουργία των ε/κ εκδηλώσεων για τις επετείους του 1974. Στο πλαίσιο το οποίο διαμορφώθηκε με την επίθεση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ ενάντια στον πρόεδρο,[37] οι αντίπαλοί του άρχισαν να καλλιεργούν ένα κλίμα που λίγο πολύ απαιτούσε να ακυρωθεί η προγραμματισμένη εκδήλωση μέσα στο Προεδρικό. Είχαν ήδη προηγηθεί 2 συγκεντρώσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί από τα ΜΜΕ σαν δείγματα «λαϊκής οργής»: Η μια ήταν στις 12 Ιουλίου όταν μια συγκέντρωση στην πλατεία ελευθερίας,[38]μετατράπηκε σε πορεία ενάντια στον πρόεδρο καθώς μια μερίδα ακολούθησε την ακροδεξιά στο προεδρικό όπου και έγιναν επεισόδια. Η άλλη ήταν την Πέμπτη όταν μετά το διάγγελμα του προέδρου καλλιεργήθηκε πάλι ένα κλίμα ότι «δεν απολογήθηκε» άρα ήταν δικαιολογημένος στόχος επίθεσης. Η συγκέντρωση το βράδυ της 18ης Ιουλίου σχεδόν μεταδιδόταν άμεσα από διάφορα τηλεοπτικά κανάλια. Εκεί οι συγκεντρωμένοι αρνήθηκαν τις εκκλήσεις που είχαν γίνει από πολιτικούς ηγέτες το πρωί να μεταφέρουν την εκδήλωση τους αλλού το επόμενο βράδυ. Και η πλειοψηφία των ΜΜΕ δεν φαινόταν να θέτει καν το θέμα του δικαιώματος των οποιονδήποτε ήθελαν να πάνε στο προεδρικό, είτε για την τελετουργία των επετείων του 1974, είτε για να στηρίξουν τον πρόεδρο στο υπό διαμόρφωση κλίμα. Ήδη το ρητορικό πλαίσιο είχε τεθεί από τα ΜΜΕ, υποχρεώνοντας ακόμα και τους πολιτικούς που είχαν συμβουλεύσει να μετακινηθεί η εκδήλωση την προηγούμενη να υποχωρήσουν: σύμφωνα με την ηγεμονική εικόνα των ΜΜΕ έξω από το προεδρικό ήταν «ο λαός» και μέσα στο προεδρικό θα ήταν «οι λίγοι του προέδρου» - άρα η εκδήλωση μέσα στο προεδρικό μπορούσε να ακυρωθεί. Όταν άρχισε να γίνεται φανερό ότι «οι μέσα» δεν θα ήταν λίγοι, τότε η ρητορική μετατοπίστηκε στον κίνδυνο επεισοδίων.

Τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ άρχισαν να καλλιεργούν, με τη βοήθεια δηλώσεων από πολιτικούς της αντιπολίτευσης, ένα κλίμα εκφοβισμού. Άνκαι ο φόβος για επεισόδια ερχόταν κατά κύριο λόγο από τα συγκεντρωμένους έξω από το προεδρικό, εντούτοις τα ΜΜΕ συμπεριφέρονταν λες και θεωρούσαν «κατανοητή» την στάση απειλών στην οποία έμμεσα τοποθετούνταν οι αντίπαλοι του προέδρου – έτσι η κατασκευή μιας «ενοχής» μέσα από επιθέσεις των ΜΜΕ, μετατρεπόταν σε ένα είδος αυτονόητου που επέτρεπε ακόμα και την έμμεση απειλή βίας.

Το πολιτικό ζητούμενο φαινόταν να ήταν η ανάδειξη ενός είδους «απομόνωσης» του προέδρου. Αυτή η ρητορική έκφραση προϋπήρχε της έκρηξης στο Μαρί (και εμφανίστηκε όπως θα δούμε και τον Αύγουστο σε ανάλογη περίπτωση) και έκφραζε ένα είδος επιθυμίας τόσο από την φιλελεύθερη δεξιά που εκφράζει ο «Πολίτης» όσο και από την απορριπτική πτέρυγα του κέντρου που φαίνεται να έκφραζε ο «Φιλελεύθερος».

Σε εκείνο το κλίμα η παραίτηση του Μάρκου Κυπριανού για λόγους ευθιξίας μπροστά στις επιθέσεις που δέχτηκε και ο ίδιος, ήταν ένα ενδιαφέρον επεισόδιο για την όλη προσπάθεια. Στη δήλωση για την παραίτησή του ο Μ. Κυπριανού έθετε για πρώτη φορά στον δημόσιο λόγο το ζήτημα της χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Υπογράμμισε ότι πρέπει να σταματήσει «..το παιχνίδι εντυπώσεων όπως αυτό παίχτηκε τις τελευταίες μέρες, που ήταν μια προσπάθεια, όχι αναζήτησης των πραγματικών ευθυνών, όχι των πραγματικών υπεύθυνων, αλλά αποδιοπομπαίων τράγων…στόχος δεν ήταν η διαφώτιση της κοινής γνώμης αλλά η διαχείριση της με ανεύθυνο τρόπο». Στις μετέπειτα μαρτυρίες του ο Μ. Κυπριανού προσδιόρισε έντονα την ευθύνη της εθνικής φρουράς για φύλαξη του φορτίου. Εκείνη την Δευτέρα ωστόσο ο «Πολίτης» και ο «Φιλελεύθερος» είχαν τίτλους οι οποίοι λογόκριναν αυτές τις κριτικές και ερμήνευαν την παραίτηση και αναπόφευκτα την δήλωση (χωρίς όμως τεκμήρια από το συγκεκριμένο κείμενο), σαν «αιχμές» για τον Χριστόφια.

Ήταν εμφανές στο δεδομένο πλαίσιο ότι κάθε δήλωση θα ερμηνευόταν πια με βάση μια έμφαση που είχε να κάνει με την προσπάθεια να φανεί ένοχος ή να απομονωθεί ο πρόεδρος.

20 Ιουλίου: οι αναπαραστάσεις για την εκδήλωση στο Προεδρικό
Η εκδήλωση έγινε, ήταν μαζική, και οι συγκεντρωμένοι μέσα στο προεδρικό ήταν πολλαπλάσιοι των συγκεντρωμένων έξω που έδειξαν να φτάνουν σε ένα όριο συγκέντρωσης πλήθους ενώ είχαν αρχίσει και αποχωρήσεις.[39]

Η επόμενη μέρα αναγκαστικά έπρεπε να φέρει μια διαχείριση της αποτυχίας των ΜΜΕ να οδηγήσουν τα πράγματα στην «απομόνωση του προέδρου». Οι στρατηγικές των 2 εφημερίδων ήταν αντίστοιχες της προηγούμενης εβδομάδας. Ο μεν «Φιλελεύθερος» προσπάθησε να καταγράψει μεν τα γεγονότα αλλά και να φτιάξει ταυτόχρονα ένα κλίμα στο οποίο να πριμοδοτείται περισσότερο η μια άποψη – η εχθρική προς τον πρόεδρο. Ο τίτλος του ήταν «Μάθημα από τους πολίτες». Ο τίτλος ήταν, όμως, παραπλανητικός αν απευθυνόταν στον πρόεδρο – ουσιαστικά ήταν ο Χριστόφιας ο οποίος είχε πει την προηγούμενη μέρα ότι αν τελικά οι συγκεντρωμένοι έξω από το προεδρικό δεν μετακινούνταν, θα μπορούσαν να γίνουν και οι δυο συγκεντρώσεις χωρίς παρατράγουδα αφού, όπως είπε χαρακτηριστικά, «είμαστε ένας δημοκρατικός λαός». Η έμφαση προτίμησης του "Φιλελεύθερου" φάνηκε καθαρά στη φωτογραφική απεικόνιση: ενώ ο υπότιτλος ήταν «Δυο παράλληλες μαζικές συγκεντρώσεις» η φωτογραφία έδειχνε μια εικόνα έξω από το προεδρικό η οποία κάλυπτε το ¾ της εικόνας, και στο κάτω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε ένα μικρό ένθετο (το οποίο κάλυπτε το ¼ της συνολικής εικόνας) με μια φωτογραφία από την εκδήλωση μέσα στο προεδρικό. Η πριμοδότηση της συγκέντρωσης έξω από το προεδρικό ήταν σαφής. Και επίσης σαφώς ήταν μια παραπλανητική εικόνα αφού οι δυο συγκεντρώσεις ήταν ανάποδες όσον αφορά το μέγεθος των παρευρισκόμενων σε σχέση με την φωτογραφική αναπαράσταση της εφημερίδας – η συγκέντρωση μέσα στο προεδρικό ήταν πολλαπλάσια της συγκέντρωσης έξω. Μια ισόμερης παρουσίαση των 2 εκδηλώσεων θα ήταν κάπως κατανοητή. Η ανάγκη να μειωθεί η συγκέντρωση μέσα στο προεδρικό με φωτογραφικό μοντάζ, ήταν ίσως ενδεικτική της ελπίδας και της πρόθεσης της αρχισυνταξίας της εφημερίδας παρά των ίδιων των γεγονότων.

Στον "Πολίτη" ο τίτλος ήταν «Σχεδιασμός για κλάματα» και στο κέντρο υπήρχε ο τίτλος «ωριμότητα λαού». Η έμφαση στον «σχεδιασμό» αναφερόταν στην αστυνομία η οποία σύμφωνα με την εφημερίδα άφησε τους συμμετέχοντες να έρθουν σε επαφή. Αν όμως, υπήρξε ωριμότητα (σύμφωνα με τον τίτλο της εφημερίδας) τότε καλά είχε υπολογίσει και η αστυνομία – και αν υπήρχε ένταση τότε προφανώς πάλι η αστυνομία φρόντισε να μην γίνουν επεισόδια.

Γενικά ήταν μια επιτυχής διαχείριση δυο συγκεντρώσεων και η επίθεση στην αστυνομία έμοιαζε με προσπάθεια μετατόπισης του θέματος. Ο «Πολίτης» απεικόνιζε την κριτική της αντιπολίτευσης – αλλά πιο εντυπωσιακά απόφευγε να σχολιάσει τις φραστικές επιθέσεις των συγκεντρωμένων έξω από το προεδρικό οι οποίες αντανακλούσαν ένα κλίμα το οποίο ο «Πολίτης» σαν φιλελεύθερη εφημερίδα ανέκαθεν σχολίαζε αρνητικά - εκφράσεις όπως "τουρκόσποροι" κλπ δεν ήταν ακριβώς αρμόζουσες στην αντιπαραθεση και σε αυτήν την περίπτωση ο «Πολίτης» έκανε μια μετατόπιση στον βασικό ρητορικό κώδικα αντιμετώπισης της εθνικιστικής ακροδεξιάς.

Υπήρξε εδώ μια κορύφωση που έκφρασε επίσης και μια καθαρά επιλεκτική στάση απέναντι σε ένα γεγονός (τη μαζική συγκέντρωση μέσα στο προεδρικό) το οποίο μπορούσε πια να καταγραφεί – σε αντίθεση ας πούμε με το Μαρί όπου τα στοιχεία ήταν ακόμα ασαφή. Η ιεράρχηση των ειδήσεων έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθεί η αναγνώριση ότι τελικά είχαν εμφανιστεί και μαζικά υποστηρικτές του προέδρου, ενώ η ρητορική αφήγηση τουλάχιστον του "πολίτη" έδειχνε μια ξαφνική μετατόπιση.

3. Περίοδος ΙΙ: Μετατόπιση της συζήτησης στην οικονομία και η νέα αντιπαραθεση στο Κελλάκι
Μετά από την 19η Ιουλίου το κλίμα στράφηκε προς την οικονομία. Ήδη είχε αρχίσει μια σειρά εκτιμήσεων ότι το κόστος θα ήταν μεγάλο: το κόστος υπολογιζόταν σε 2 - 3 δις (τελικά, για την ΑΗΚ, μάλλον θα είναι της τάξης των εκατοντάδων εκατομμυρίων παρά των δισεκατομμυρίων) και μερικοί πρόβλεπαν αύξηση της τιμής του ρεύματος μέχρι και 40% (τελικά η αύξηση ήταν πολύ πιο μικρή). Αυτό το κλίμα (που ίσως να είναι αναμενόμενο σε μια περίπτωση θεαματικής προβολής ενός ατυχήματος/τραγωδίας) διασταυρώθηκε μαζί με 2 άλλους παράγοντες: μια υποτροπή στην παγκόσμια οικονομική κρίση που εκφράστηκε και με την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ , αλλά και με την ανάγκη να παρθούν μέτρα για την κυπριακή οικονομία.[40] Πριν από την έκρηξη τα κόμματα[41] είχαν συμφωνήσει σε μια σειρά μέτρων αλλά μετά την έκρηξη το σκηνικό έγινε πιο ρευστό και οι αντιπαραθέσεις οξύνθηκαν με άξονα, σε ένα μεγάλο βαθμό, τον θεσμικό ρόλο του κοινωνικού διαλόγου και των συντεχνιών.[42] Ταυτόχρονα η αρχή του Αυγούστου σημαδεύτηκε και από τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης μετά από ένα «βελούδινο διαζύγιο» όπως αποκάλεσε ο «Φιλελεύθερος» την αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση.[43]

Η επίθεση ενάντια στον Χριστόφια με βάση το Μαρί όμως δεν σταμάτησε παρά τη μείωση του όγκου των συγκεντρώσεων έξω από το προεδρικό. Αρχικά είχαν ανασταλεί για το Σαββατοκύριακο και τελικά άρχισαν να γίνονται μόνο μια φορά την εβδομάδα. Ταυτόχρονα η φιλελεύθερη δεξιά φάνηκε να αποστασιοποιείται και λόγω του ρατσισμού και του ακροδεξιού λόγου που αρθρωνόταν. Από τις αρχές Αυγούστου, ωστόσο, άρχισε μια νέα διαδικασία που είχε σαφή στόχο να εντάξει την εστίαση στον Χριστόφια στις «τελετουργίες πένθους και μνήμης» του Αυγούστου – από την περίπτωση της πτώσης του αεροπλάνου της "Ήλιος" μέχρι την τραγωδία στη Δερύνεια το 1996. Σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησε μια πορεία από την Πάφο με σκοπό να φτάσει στο προεδρικό. Η πορεία έτυχε μαζικής κάλυψης από τις τηλεοράσεις αλλά και από τις εφημερίδες. Ενώ η πορεία βρισκόταν στην περιοχή της ανατολικής Κύπρου μια άλλη (φαινομενικά παράλληλη ομάδα) ανακοίνωσε ότι θα γινόταν πορεία με αυτοκίνητα στο εξοχικό του Δ. Χριστόφια στο Κελλάκι στις 15 Αυγούστου. Το κλίμα αναπόφευκτα φορτίστηκε. Ενδέχεται ο στόχος να ήταν ένα είδος πολιορκίας της εξοχικής κατοικίας του προέδρου για να προβληθεί σε άμεση αναμετάδοση η «απομόνωση». Όμως, όπως και στις 19 Ιουλίου, οι αντίπαλοι του προέδρου μάλλον έκαναν λάθος υπολογισμό και όξυναν την αίσθηση της υπερβολής[44] ενισχύοντας ταυτόχρονα τις υποψίες (στο χώρο της αριστεράς αλλά και ευρύτερα στην καθημερινότητα) ότι κάτι δεν πάει καλά με τα αυτονόητα του ηγεμονικού λόγου και εικόνας των ΜΜΕ.

Ήδη από την Παρασκευή 13 Αυγούστου, 7 κοινότητες/κοινοτικά συμβούλια της περιοχής έκδωσαν ανακοίνωση καλώντας τους οργανωτές της εκδήλωσης να την ακυρώσουν. Η έκκληση δεν έτυχε ανταπόκρισης αλλά ούτε και προβολής από τα ΜΜΕ. Αυτή η λογοκρισία συνεχίστηκε και όταν έφτασε η επίμαχη μέρα. Έτσι όταν μια ομάδα 100 περίπου ατόμων δοκίμασε να κάνει την προγραμματισμένη πορεία βρήκε απέναντι της μια άλλη ομάδα (ανάλογη σε αριθμό) που στήριζε τον πρόεδρο.

Η αναπαράσταση της όλης εικόνας της αντιπαράθεσης στον «φιλελεύθερο» ήταν χαρακτηριστική.

Στις 17 Αυγούστου, ο «Φιλελεύθερος» είχε σαν τίτλο «Το Κελλάκι ήταν μόνο αρχή» προβλέποντας ότι θα συνεχιζόταν μια κόντρα «προεδρικού» «αγανακτισμένων» όπως αυτοαποκαλούνταν οι αντίπαλοι του προέδρου. Στο πρωτοσέλιδο κείμενο η όλη αντιπαράθεση είχε τα βασικά στοιχεία της περιθωριοποίησης των αντίπαλων των ΜΜΕ. Έτσι οι κάτοικοι οι οποίοι συγκεντρώθηκαν κωδικοποιήθηκαν σαν προϊόν του "μηχανισμού το κόμματος" – απέναντι σε ένα είδος «πολιτών» που δεν ανήκουν σε παρατάξεις η ιδεολογίες. Γινόταν έτσι μια προσπάθεια κωδικοποίησης καλών-κακών όπου η εφημερίδα θα ταυτιζόταν με τους «αυτονόητα» καλούς – ακόμα και λογοκρίνοντας την τοπική κοινότητα, από το κοινοτικό της συμβούλιο μέχρι τους ίδιους τους κατοίκους. Σε αυτό το ρητορικό πλαίσιο εκείνοι που ήθελαν να πάνε στο χωριό και να κάνουν εκδήλωση έξω από μια ιδιωτική κατοικία, έστω του προέδρου, έκφραζαν ένα είδος αυτονόητης «φυσικής» αντίδρασης – στην κατά τα ΜΜΕ αυτονόητη «ενοχή» του Προέδρου- ενώ η άλλη ομάδα, η οποία αποτελείτο από κατοίκους της κοινότητας, παρουσιαζόταν σαν «τεχνητή»: είχε να κάνει με το «προεδρικό» και το «μηχανισμό του κόμματος» σύμφωνα με τη ρητορική της εφημερίδας. Το ότι η ανακοίνωση των κοινοτικών συμβουλίων λογοκρίθηκε είναι ίσως το πιο εξόφθαλμο παράδειγμα αυτής της προσπάθειας χειραγώγησης των δεδομένων αφού λογοκρίθηκε η άλλη άποψη σαν μη «φυσική». Το μόνο που μπορεί να καταγράψει κάποιος, σαν ένα μικρό βήμα προς την αναγνώριση της πραγματικότητας από αυτό το πρωτοσέλιδο του «Φιλελεύθερου», είναι η έκφραση «υποστηρικτές Χριστόφια» - η οποία αναγνωρίζει έστω και στιγμιαία, στη ροή μιας πρότασης, ότι υπήρχε εκεί στο Κελλάκι και μια άλλη πραγματικότητα η οποία όχι μόνο λογοκρινόταν αλλά ουσιαστικά έκφραζε ντε φάκτο μια απαξίωση για την πληροφόρηση εκ μέρους της πλειοψηφίας των ΜΜΕ. Εκείνο το μικρό «πλήθος», όπως και το μεγαλύτερο στο προεδρικό στις 19 Ιουλίου, έκφραζε μια μερίδα της κοινωνίας που δεν αποδεχόταν τα «αυτονόητα» που κατασκεύαζαν τα ΜΜΕ σαν είδος αλήθειας.

Ας δούμε όμως ευρύτερα πώς παρουσιάζει ο «Φιλελεύθερος» τις 2 κινητοποιήσεις – και πώς αυτή η παρουσίαση φαίνεται να λειτουργεί και σαν είδος «προετοιμασίας» ή και διαφήμισης για την άφιξη της πορείας στην Λευκωσία εκείνη τη μέρα. Έτσι στην σελίδα 3 υπάρχει ένα ολοσέλιδο αφιέρωμα για τους αντίπαλους του προέδρου χωρίς έστω και μια κριτική αναφορά, ανάλυση η έστω παρουσίαση και των «υποστηρικτών του προέδρου» σαν μορφή κινητοποιήσεων. Στην σελίδα 7 υπάρχει ένα σχόλιο κάτω από μια φωτογραφία των υποστηρικτών του Χριστόφια που εστιάζει σε ένα τέως βουλευτή του ΑΚΕΛ ο οποίος ήταν εκεί – χωρίς όμως να αναφέρεται στο ότι είναι κάτοικος της κοινότητας. Το ότι δεν του ζητήθηκε ένα σχόλιο, η έστω ένα σχόλιο από τον κοινοτάρχη, είναι ενδεικτικό της μονοδιάστατης στάσης εκ μέρους όσων προσπάθησαν να καλύψουν τα γεγονότα – ιδιαίτερα άμα συγκριθεί το σχόλιο με όσα γράφονται στη σελίδα 3. Στην τελευταία σελίδα υπάρχει και πάλι ένα κείμενο με αρνητική προδιάθεση προς τον πρόεδρο και τους υποστηρικτές του, ενώ συνεχίζεται η μονομερής κάλυψη των αντιπάλων του. Ο τίτλος του κειμένου είναι «Μπλόκο Χριστόφια στο Κελλάκι» με υπότιτλο ότι δόθηκαν οδηγίες στην αστυνομία να ανακοπούν οι «αγανακτισμένοι». Εκτός του ότι δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο εκτός από τις δηλώσεις των αντιπάλων του προέδρου, είναι το λιγότερο παράδοξο ότι δεν φαίνεται να καταγράφεται το θεσμικό δεδομένο – αφού το κοινοτικό συμβούλιο, το οποίο είναι αρμόδιο για την κοινότητα, είχε ζητήσει ακύρωση της πορείας, και αφού είχαν μαζευτεί κάτοικοι/μέλη της κοινότητας να σταματήσουν την πορεία, η παρουσία της αστυνομίας ήταν δεδομένη. Γίνεται, σε αυτά τα πλαίσια, προσπάθεια να λογοκριθεί η αντίδραση στην προσπάθεια της εκδήλωσης στο Κελλάκι, με τη μετατόπιση της συζήτησης στο ότι υπήρχε αστυνομία στον χώρο. Έτσι ενώ υπάρχει ένθετο το οποίο λέει ότι «επιστρατεύονται μέλη του ΑΚΕΛ για αντισυγκεντρώσεις» (άρα, το συνεπαγόμενο είναι ότι, δεν είναι αυθόρμητοι αφού «επιστρατεύονται»), άμα διαβάσει κάποιος το κείμενο και ιδιαίτερα τις δηλώσεις εκπροσώπων της πορείας ή ατόμων που μαζεύονταν έξω από το προεδρικό, είναι σαφές ότι μετά το επεισόδιο στο Κελλάκι υπήρχαν πλέον αντιδράσεις από μέλη τοπικών κοινοτήτων τόσο στην ανατολική Κύπρο όσο και έξω από τη Λευκωσία. Έστω και σε ένα πλαίσιο υπερβολών μια εκπρόσωπος των αντιπάλων του προέδρου παρατήρησε ότι άτομα «παρενοχλούσαν τους εθελοντές πεζοπόρους οι οποίοι έγιναν δέκτες ύβρεων και χλευασμού» Σαφώς δεν ξεκίνησε έτσι το σκηνικό τις πρώτες μέρες και η αδυναμία της εκπροσώπου να δει το ζήτημα σαν αντίδραση στα γεγονότα της Δευτέρας στο Κελλάκι είναι ίσως κατανοητή. Για την εφημερίδα όμως; Με 4 αναφορές ουσιαστικά η μόνη προσπάθεια κατανόησης η απόδοσης της άλλης άποψης είναι η λέξη «υποστηρικτές Χριστόφια».

Η επόμενη μέρα, 18 Αυγούστου κατέγραψε τα αποτελέσματα της προσπάθειας της εφημερίδας (και της πλειοψηφίας των παγκύπριων τηλεοπτικών σταθμών) να μαζευτεί κόσμος να υποδεχτεί τους πεζοπόρους. Στο πρωτοσέλιδο του «Φιλελεύθερου» (κάτω από μια φωτογραφία με πρόσωπα από την εκδήλωση) αναφερόταν ότι ανέμεναν τους πεζοπόρους «μερικές εκατοντάδες». Με δεδομένη την προβολή, ήταν μικρή συγκέντρωση. Η εφημερίδα όμως επανήλθε στην προσπάθεια για αναδημιουργία του κλίματος του Ιούλη, έτσι ο γενικός τίτλος (δίπλα από τη φωτογραφία για την κατάληξη της πορείας) ήταν «Σε απομόνωση ο πρόεδρος». Η είδηση δεν είχε να κάνει με την συγκέντρωση (άνκαι συνειρμικά συνδέονται) αλλά με ένα έγγραφο που "έδειχνε" (σύμφωνα με την ερμηνεία της "Σημερινής" αρχικά και τότε του πρωτοσέλιδου του "Φιλελευθέρου") ότι ο πρόεδρος είχε συζητήσει με τον Άσσαντ της Συρίας στις 3/9/2009 και φαινόταν να προσπαθεί να τον πείσει ότι δεν ευθυνόταν η Κύπρος για την κατάσχεση του φορτίου.

Πριν προχωρήσουμε στη συγκριτική ανάλυση των γεωπολιτικών αναφορών, αξίζει να δούμε την τεκμηρίωση της «απομόνωσης» αφού είναι εκφραστική μορφών παραποίησης στην αναπαράσταση της πολιτικής σκηνής, μέσα από την επέμβαση του λόγου των ΜΜΕ. Λέει, λοιπόν, το κείμενο αφού διευκρινίζει ότι το μεν ΑΚΕΛ στηρίζει τον πρόεδρο ενώ ο ΔΗΣΥ τον κατηγορεί:

« Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η δήλωση του Αν. Προέδρου του ΔΗΚΟ ενώ το κόμμα περιορίζεται να ζητά πλήρη διερεύνηση.»

Αυτό είναι παραπλάνηση. Το να θεωρείται κάπως σαν άποψη του κόμματος η θέση του Αν. Πρόεδρου του ΔΗΚΟ ήταν παραπλανητικό, αφού το συγκεκριμένο άτομο βρισκόταν σε διαμάχη με την ηγεσία και την πλειοψηφία στα θεσμικά όργανα του ΔΗΚΟ.[45] Ενώ η δήλωση του εκπροσώπου του κόμματος είναι σαφώς πιο προσεγμένη και όχι στο κλίμα της δαιμονοποίησης - και για αυτό, ενδεχομένως, περιθωριοποιείται. Εδώ μπορεί να πει κάποιος ότι σε περιπτώσεις κατασκευής επικοινωνιακών επιθέσεων, οι αρχισυντάκτες φαίνεται να καθορίζουν οι ίδιοι ποιους θέλουν για αντιπροσώπους κομμάτων (περιθωριοποιώντας ακόμα και την πραγματική θέση των θεσμικών οργάνων των κομμάτων) ώστε να μπορούν να οργανώνουν τις εκστρατεία ανάλογα και να δημιουργούν την agenda του δημόσιου λόγου.

4. Αναπαραστάσεις της Γεωπολιτικής:
Η απόκρυψη της μιας πλευράς στον γεωγραφικό χάρτη, η λογοκρισία των τεκμηρίων, και η κατασκευή μιας αποσπασματικής εικόνας.

Για να κατανοήσουμε την δομή του τρόπου που εστιάστηκε η επίθεση στον Πρόεδρο, είναι χρήσιμο να δούμε πώς παρουσιάστηκαν τα υπάρχοντα στοιχεία για τα γεωπολιτικά δεδομένα γύρω από το φορτίο – και με ποιο τρόπο λειτούργησε μια επιλεκτική λογοκρισία, μετατόπιση θεματολογίας και παραπλάνηση για τα δεδομένα. Σε ένα γενικό πλαίσιο, αφού άμεσες ευθύνες για την φύλαξη ήταν αδύνατο να χρεωθούν στον πρόεδρο, αναπτύχθηκε μια έμμεση ρητορική η οποία εστίαζε στο ότι ο «Χριστοφιας αποδέκτηκε το φορτίο», «δεν αποδέχτηκε δυτικές προσφορές για παραλαβή του φορτίου» και «προσπαθούσε να πείσει τους Σύριους και τους Ιρανούς» ενώ προφανώς έπρεπε να τους αγνοήσει.

Αξίζει να δούμε την δομή αυτής της επικοινωνιακής επίθεσης σε 2 τομείς: στην χρήση (ή λογοκρισία) των υπαρχόντων τεκμηρίων και στην αποσπασματική εικόνα η οποία κατασκευαζόταν για να δικαιολογηθεί η ρητορική των «ευθυνών».

Στην περίπτωση των γεωπολιτικών δεδομένων υπήρχαν ήδη 2 ειδών στοιχεία – δηλώσεις και θέσεις πολιτικών από τον Φεβρουάριο του 2009 όταν έγινε η κατάσχεση, και έγγραφα της αμερικανικής πρεσβείας τα οποία διέρρευσαν από το wikileaks. Σε αυτά προστέθηκαν και έγγραφα τα οποία διέρρευσαν από το Υπουργείο Εξωτερικών. Για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε η επίθεση θα αναλυθεί ένα κείμενο από τον «Πολίτη» της Κυριακής 17/8 (μαζί με συμπληρωματικές αναφορές από ένα ανάλογο κείμενο της 24/8) χρησιμοποιώντας συγκριτικά τα διαθέσιμα τεκμήρια από το wikileaks για το πώς αποδέχτηκε το φορτίο η Κυπριακή Δημοκρατία και σε ποιο γεωπολιτικό πλαίσιο. Ακολούθως θα γίνει αναφορά σε σχετικά κείμενα του «Φιλελεύθερου» του Αυγούστου-Σεπτέμβρη τα οποία αντανακλούσαν μια ανάλογη ρητορική. Για να έχουμε μια συγκριτική δημοσιογραφική εστίαση, στα «τεκμήρια» τα οποία παρουσιάζονταν θα αντιπαραβληθούν τα στοιχεία τα οποία κατέγραψε σαν σημαντικά ένα κείμενο στην Cyprus Mail στις 3 Ιουλίου[46] πριν από την έκρηξη – και άρα χωρίς το φορτισμένο κλίμα. Θα προσπαθήσουμε, δηλαδή, να δούμε αν όντως χρησιμοποιήθηκαν τα διαθέσιμα στοιχεία – η αν έγινε μια επιλογή και μια ιεράρχηση με συγκεκριμένο στόχο.

Την Κυριακή 17/8 ο τίτλος του κυριακάτικου «Πολίτη» ήταν μια επίθεση στον πρόεδρο – στο κλίμα το οποίο αναλύθηκε προηγουμένως: ο τίτλος ήταν «Τα ψέματα της κυβέρνησης». Το κείμενο στο οποίο αναφερόταν το πρωτοσέλιδο βρισκόταν στις σελίδες 4-5 και εδώ η έμφαση είναι πιο άμεση στον πρόεδρο: «Τα ψέματα της κυβέρνησης Χριστόφια» ενώ σε ένθετο ο δημοσιογράφος κατέληγε ήδη στο συμπέρασμα «Το νήμα οδηγεί στον Χριστόφια».

Η βασική θέση του κειμένου εκφράζεται από την πρώτη παράγραφο όταν ο συγγραφέας αντιπαραβάλει την «μικρή και αδύναμη» Κύπρο με το Συμβούλιο Ασφαλείας «για ένα σημαντικό και ευαίσθητο ζήτημα παγκόσμιας ασφάλειας» όπως λέει. Η ευθύνη λοιπόν του προέδρου, σύμφωνα με το κείμενο, είναι ότι προσπάθησε να κάνει «πολιτική υπερδύναμης». Αυτή η θέση (ότι η Κύπρος πρέπει να ακολουθεί τις «οδηγίες»/κατευθύνσεις των δυτικών χωρών) δεν είναι καινοτομία για την εφημερίδα. Το θέμα το οποίο αξίζει διερεύνησης είναι αν όντως, με βάση τα υπάρχοντα τεκμήρια, υπήρχε μια αντιπαραθεση όπως την περιγράφει.

Τα βασικά τεκμήρια τα οποία επικαλείται το κείμενο είναι 2 ειδών: τα έγγραφα με τα τηλεγραφήματα της αμερικανικής πρεσβείας όπως διέρρευσαν από τα wikileaks, και πληροφορίες και έγγραφα από το Υπουργείο Εξωτερικών. Άνκαι αρχικά το κείμενο διαβεβαιώνει το αναγνώστη ότι όλα τα στοιχεία (για την γεγονότα κατάσχεσης του φορτίου) είναι καταγραμμένα στα wikileaks «μέχρι κεραίας», εντούτοις η χρήση που κάνει αυτών των στοιχείων είναι περιορισμένη[47] – ουσιαστικά, και παρά τις υποσχέσεις του τίτλου και του «κατηγορητηρίου» το κείμενο εστιάζει σε ένα έγγραφο της 6 Φεβρουαρίου 2009, το οποίο καταγράφει την απάντηση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις διερευνητικές θεσεις/ερωτήσεις της κυπριακής κυβέρνησης για την κατάσταση η οποία διαμορφωνόταν με το φορτίο.[48] Το έγγραφο λέει ότι δεν μπορεί να επιστραφεί στο Ιράν το φορτίο, ότι πρέπει να κατακρατηθεί, και να γίνουν «διαβουλεύσεις για να βρεθεί τρίτη χώρα που να είναι διατεθειμένη να παραλάβει το φορτίο». Χωρίς, όμως, όπως θα δούμε πιο κάτω, να άπαντα στο πως θα αντιμετωπίζονταν τα προβλήματα τα οποία προέκυπταν για την Κυπριακή Δημοκρατία από την εμπλοκή της σε ένα θέμα το οποίο δεν την αφορούσε μεν (πριν την υποχρεωτική κατακράτηση), αλλά απειλούσε σημαντικά της συμφέροντα σε σχέση με το κυπριακό.[49]

Το εντυπωσιακό με ένα τέτοιο κείμενο το οποίο προσπαθούσε να καταγράψει τα διαθέσιμα δεδομένα σε μια φορτισμένη στιγμή, είναι τα πόσα δεν αναφέρει από όσα ήταν ήδη διαθέσιμα τουλάχιστον στα wikileaks τα οποία αναφέρονται και σαν πηγή του κειμένου: για τις πιέσεις-απειλές από τις εμπλεκόμενες χώρες, για την αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να πάρει ομόφωνη απόφαση για μεταφορά του φορτίου σε πλοίο με σημαία του ΟΗΕ, αλλά και για τις προσπάθειες να δοθεί το φορτίο σε άλλες χώρες μέσω του ΟΗΕ. Αυτές οι «σιωπές» δεν φαίνονται να ήταν «αθώες» - φάνηκαν, αντίθετα, να λειτουργούν σαν είδος λογοκρισίας έτσι ώστε να κατασκευαστεί ένα είδος «αντιπαράθεσης» ανάμεσα στην Κύπρο και ένα (παραπλανητικά) «ομόφωνο» Συμβούλιο Ασφαλείας – το οποίο (και πάλιν παραπλανητικά) ταυτιζόταν μόνο με τις δυτικές χώρες.

Η πρώτη «σιωπή»/λογοκρισία είχε να κάμει με την διαδικασία αποδοχής του φορτίου, και τις απειλές από τις εμπλεκόμενες χώρες. Υπάρχει μια σαφής αναφορά στα wikileaks (η οποία καταγράφεται στην αναφορά της Cyprus Mail πριν την έκρηξη, αλλά όχι του «Πολίτη»): η Συρία είχε ήδη εφαρμόσει αντίποινα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας διότι το 2006 κατασχέθηκε ένα άλλο φορτίο το οποίο κατευθυνόταν στην Συρία – με το πλοίο Gregorio.

«Οι επαφές μας, από τον πρόεδρο Χριστόφια μέχρι το υπουργείο εξωτερικών μας πληροφόρησαν ότι η απόφαση της Κύπρου το 2006 να παρέμβει στο Gregorio, ένα πλοίο το οποίο μετέφερε ραντάρ για πύραυλους από την Β. Κορέα στην Συρία, είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά στις σχέσεις με την Δαμασκό. Οι Σύριοι είχαν απαντήσει με το να ανάψουν το πράσινο φως για τακτική ακτοπλοϊκή γραμμή ανάμεσα στο «κατεχόμενο» λιμάνι της Αμμόχωστου και της Λατάκειας.»

Ακολούθως γίνεται σαφής αναφορά ότι λόγω ακριβώς το προηγούμενου επεισοδίου οι Σύριοι ένοιωθαν ότι μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στην Κυπριακή Δημοκρατία απειλώντας ότι θα «αναβαθμίσουν τις σχέσεις τους με το αποσχιστικό καθεστώς της βόρειας Κύπρου και θα πιέσουν για τα συμφέροντα της «τούρκικης δημοκρατίας βόρειας Κύπρου» στην ισλαμική διάσκεψη.»

Οι αναφορές για συριακές πιέσεις είναι σαφείς – και ξεκάθαρες για το τότε πλαίσιο. Άμα λάβει κανείς υπόψη μάλιστα ότι μια βασική ρητορική του «Πολίτη» μετά το 2004, ήταν ακριβώς ο κίνδυνος «ταϊβανοποίησης» - δηλαδή της σταδιακής υποχώρησης του εμπάρκο και της ντε φάκτο αναγνώρισης της βόρειας Κύπρου σαν είδος τ/κ κρατιδίου χωρίς λύση, τότε η ξαφνική λογοκρισία 3 τουλάχιστον αναφορών (τις οποίες καταγράφει η Cyprus Mail) για τις πιέσεις από την Συρία τις οποίες αναγνωρίζει και ο ίδιος ο αμερικανός πρέσβης, φαίνεται να είναι μάλλον συνειδητή με στόχο την παραπλανητική οικοδόμηση μιας αποσπασματικής εικόνας: να θεωρηθεί ότι η Συρία δεν ήταν σημαντικός παράγοντας (δεν είχε την ικανότητα να κάνει κάτι)[50] και ότι η προσπάθεια να κρατηθούν ισορροπίες μαζί της ήταν «παράλογη» η προϊόν «ιδεοληψίας» ( η οποία ήταν μια άλλη λέξη η οποία ήρθε να καλύψει για ένα διάστημα το κενό απέναντι από το φαινομενικά «αυτονόητο» των ΜΜΕ)[51].

Αυτή η λογοκρισία λειτουργούσε στρατηγικά για να φτιάξει μια αποσπασματική και άρα παραπλανητική εικόνα ευρύτερα για γεωπολιτική πραγματικότητα: αφαιρώντας από την αναφορά τις πιέσεις από την Συρία (και, κατά συνέπεια, το Ιράν και τους σύμμαχούς τους, οι οποίοι έφθαναν μέχρι το Συμβούλιο Ασφάλειας), μετατρεπόταν η «αντιπαράθεση» σε θέμα Κύπρου-Συμβουλίου Ασφαλείας (το οποίο με μια άλλη παραποίηση δεδομένων, ταυτιζόταν πλήρως με τις Δυτικές χώρες). Αν όμως μπει στην γεωγραφική-γεωπολιτική εικόνα-εξίσωση και οι πίεση από την Δαμασκό και οι ανάλογοι εκβιασμοί τότε σαφώς η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: η Κύπρος βρισκόταν στην μέση μια περιφερειακής (και όχι παγκόσμιας) διαμάχης για έλεγχο του εμπορίου και της ροής πολεμικού υλικού από το Ιράν και προς την Συρία.[52]

Ήταν, όμως, αυτή η στρατηγική (για έλεγχο του εμπορίου πολεμικού υλικού για τους αντίπαλους του Ισραήλ) αποδεκτή από όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφάλειας; Άνκαι στο κείμενο της 17/7 ο «Πολίτης»[53] φαίνεται να θεωρεί την απάντηση «αυτονόητη», στην έκδοση της επόμενης Κυριακής (24/7) αρχίζει να διαφοροποιεί την θέση αναγνωρίζοντας ότι τελικά η «ομοφωνία» δεν υπήρχε. Κάτι που άλλωστε θα ήταν φανερό σε όποιον ασχολείτο έστω και επιφανειακά με το θέμα των κυρώσεων κατά του Ιράν και των γεωπολιτικών συμμαχιών γύρω από τις κυρώσεις, πιέσεις κλπ. Στις 24/7 ο «Πολίτης» αναγνωρίζει ότι η Ρωσία (η οποία είχε στρατηγικές και εμπορικές σχέσεις με τις χώρες οι οποίες διεκδικούσαν το φορτίο) δήλωνε μεν ότι δεν είχε εμπλοκή στο θέμα, αλλά, όπως παραδέχεται ο συγγραφέας στην ροή του κειμένου, ήταν πιθανό να είχε μια επίσημη και μια ανεπίσημη στάση – όπως κάνουν άλλωστε οι περισσότερες χώρες.

Επειδή σε αυτό το θέμα, για την στάση της Ρωσίας, δεν υπάρχουν τεκμήρια, αξίζει να δούμε και πάλι τι κατέγραφε η αμερικανική πρεσβεία σύμφωνα με τα wikileaks - και το βαθμό στον οποίο λήφθηκαν υπόψη από την ανάλυση στο κείμενο του "Πολίτη".

Στα κείμενα/διαρροές των wikileaks, υπάρχουν σαφείς αναφορές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε κάνει τουλάχιστον 2 προτάσεις – να παραδοθεί το φορτίο στην δύναμη του ΟΗΕ στον Λίβανο ή να το παραλάβει πλοίο με σημαία του ΟΗΕ. Η εισήγηση ήταν να το παραλάβει γερμανικό πλοίο με σημαία των Ηνωμένων Εθνών, έτσι ώστε να αναλάβει το Συμβούλιο Ασφαλείας την ευθύνη.

«Μήπως θα μπορούσε να είναι η UNIFIL (η δύναμη του ΟΗΕ στο Λίβανο) μια πιθανότητα; αναρωτήθηκε ο Παντελίδης. Εκείνη η αποστολή του ΟΗΕ λειτουργεί από το λιμάνι της Λεμεσού. Ρώτησε επίσης μήπως το φορτίο του Monchegorsk μπορούσε να μεταφερθεί σε γερμανικό πλοίο το οποίο να λειτουργεί με σημαία των Ηνωμένων Εθνών και να πάρει το φορτίο εκτός Κύπρου.»

Ο βασικός λόγος για τον οποίον φαίνεται ότι λογοκρίθηκαν αυτά τα στοιχεία είναι οι προεκτάσεις τους. Η αδυναμία, δηλαδή, του Συμβουλίου Ασφάλειας του ΟΗΕ να πάρει μια απόφαση η οποία να δεσμεύει και τις διάφορες χώρες (όπως το Ιράν και τη Συρία) για τις «διμερείς σχέσεις» – δηλαδή την πιθανότητα αντιποίνων προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 2 του Φεβρουαρίου ξανακαταγράφεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμούσε μια λύση με «μπλε σημαία» του ΟΗΕ. Τελικά ποτέ δεν πάρθηκε αυτή η απόφαση και η Κυπριακή Δημοκρατία έμεινε αιχμάλωτη ενός φορτίου το οποίο πήρε για να ικανοποιήσει τους δυτικούς της σύμμαχους αλλά χωρίς να μπορούν αυτοί οι σύμμαχοι να της εξασφαλίσουν κάποια λύση για τα αντίποινα που θα μπορούσαν να επιβάλλουν οι παραπονούμενα χώρες στα ανατολικά, σε σχέση με το κυπριακό. Και έτσι το κυπριακό έγινε και πάλι μια παγίδα στην οποία αιχμαλωτίστηκε η κυπριακή κοινωνία και οι επιλογές της πολιτείας της. Αυτό βέβαια δεν συνάδει με την απλοϊκή εικόνα της αρχικής παραγράφου του κειμένου – η Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκε στην μέση μιας διαμάχης - δεν το έπαιζε «υπερδύναμη». Και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν είναι ένα ομοιόμορφο σώμα όπως το παρουσιάζει το κείμενο προσπαθώντας να δημιουργήσει το αίσθημα της «κακής συμπεριφοράς».

Αξίζει εδώ να γίνει και μια αναφορά σε ένα είδος πληροφοριών που κυκλοφόρησαν αμέσως μετά την έκρηξη – ότι υπήρχε προσφορά από την Δύση για παραλαβή του φορτίου και ότι η κυπριακή κυβέρνηση αρνήθηκε. Όταν η γερμανική πρεσβεία και το γερμανικό υπουργείο εξωτερικών διέψευσαν ότι είχε γίνει σχετική πρόταση, το θέμα αφέθηκε χωρίς βέβαια να υπάρξει εστίαση στο πώς κατασκευάστηκαν οι «πληροφορίες» για τις αρχικές προσφορές – και γιατί αγνοήθηκαν τόσο επιδεικτικά τα υπάρχοντα τεκμήρια από τα wikileaks όπου εμπλεκόταν μεν η Γερμανία αλλά σαν η χώρα που θα παρείχε πλοίο για τον ΟΗΕ. Αυτό που έπρεπε να λογοκριθεί για να συντηρηθεί η επίθεση ενάντια στον πρόεδρο ήταν ακριβώς ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν μπορούσε να συμφωνήσει και να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Κύπρου σε σχέση με τις διμερείς σχέσεις και το κυπριακό.

Στην ουσία το κατηγορητήριο της 17 Ιουλίου στήθηκε σε μετατοπίσεις – ενώ διακηρύσσονται ενοχές στην αρχή και στα ένθετα, τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται απλά δείχνουν ότι υπήρξε καθυστέρηση στην απάντηση προς μια επιτροπή του Συμβουλίου Ασφαλείας για τις κυρώσεις. Η παράβλεψη των λαθών που έγιναν από τον στρατό στην εκτίμηση του φορτίου και στην διαδικασία χειρισμού του είναι ενδιαφέρουσες. Λέει στο ένθετο[54] για το "νήμα που οδηγεί" στον πρόεδρο: «Η εθνική φρουρά και το υπουργείο άμυνας είχαν πλήρη επίγνωση για την επικινδυνότητα του φορτίου». Αυτό ήταν μια ακόμα παραπλάνηση όπως φάνηκε άλλωστε και από τις καταθέσεις αλλά και από τα γεγονότα. Τον Φεβρουάριο του 2011 είχε παρθεί απόφαση για ανάλυση των περιεχομένων του φορτίου που έμεινε ανενεργή διότι έπρεπε να σταλεί το δείγμα στην Ελλάδα όπου θα χρειάζονταν 5 μήνες για την ανάλυση.[55] Όταν έγιναν οι πρώτες εκρήξεις στις 4 Ιουλίου, αρκετοί από του υπεύθυνους δεν θεώρησαν καν αναγκαίο να στείλουν την αναφορά στους αρμόδιους έγκαιρα. Ακόμα και την στιγμή της κρίσης οι αρμόδιοι στην βάση επέμεναν να σταλούν και ελικόπτερα για την κατάσβεση της πυρκαγιάς – αν υπήρχε επίγνωση των κίνδυνων γιατί δεν διατάχθηκε έστω και τότε εκκένωση; Ο λόγος των παραπλανητικών αυτονόητων ήταν βέβαια ο Χριστόφιας: Όλοι συμφωνούσαν, λέει το κείμενο, αλλά «..δεν ήταν σε θέση να υπερπηδήσουν το εμπόδιο Χριστόφια».

Στις 18/9, όταν είχαν ολοκληρωθεί οι καταθέσεις, ο κυριακάτικος «Πολίτης» είχε ένα σαφώς διαφοροποιημένο πρωτοσέλιδο: «Πόσο φταίει ο Χριστόφιας;».[56] Στους υπότιτλους αποδίδεται ευθύνη γιατί δεν ήξερε (όχι πια γιατί ήταν το ανυπέρβλητο εμπόδιο) και αποδίδεται η ευθύνη για μη απάντηση στην επιτροπή του ΟΗΕ στην κακή συνεννόηση των υπουργείων άμυνας και εξωτερικών. Δεν ήταν δύσκολο όμως να εξαχθεί αυτό το συμπέρασμα από τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα ήδη από τον Ιούλιο. Ήταν όμως άλλο το κλίμα.

Μπορεί να πει κάποιος βασιζόμενος στις αναφορές του Τσόμσκι για τις εκστρατείες δαιμονοποίησης ότι σε μια περίοδο «επικοινωνιακής ομοβροντίας» όπου ο στόχος είναι η δαιμονοποίηση κάποιου, λέγονταν διάφορα (συμπεριλαμβανομένων και ψεμάτων) και φτιαχνόταν αποσπασματικές εικόνες μέσα από την λογοκρισία των δεδομένων. Και σε αυτό το κλίμα δεν εμπλέκονται μόνο όσοι συνειδητά συμμετέχουν σε μια εκστρατεία – ο στόχος της εκστρατείας είναι ακριβώς να απλωθεί και να εμφανιστεί ο στόχος της σαν «αυτονόητος» ευρύτερα.

Όπως παρατηρήσαμε και πιο πάνω «Φιλελεύθερος» είχε μια σχετικά εντυπωσιακή απουσία αναλύσεων με υποψίες για δυτικά σχέδια, ευθύνες – η έστω υποψίες για πιέσεις όπως συνήθως.[57] Μπροστά στα τεκμήρια ότι η τραγωδία ξεκίνησε από μια πίεση εκβιασμών από τις ΗΠΑ, η ρητορική του παραδόξως άλλαζε εστίαση.[58] Υπήρχαν, αντίθετα, επιθέσεις εναντίον του προέδρου που θύμιζαν τις ειρωνείες του «Πολίτη» ενάντια στον Τάσσο Παπαδόπουλο. Αξίζει να αναλυθεί ένα ακόμα πρωτοσέλιδο, του "Φιλελευθέρου" για να γίνει κατανοητό με ποιο τρόπο η λογοκρισία της γεωπολιτικής εχρησιμοποιείτο για να εστιαστεί η επίθεση στον Χριστόφια.

Το Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου, ο «Φιλελεύθερος» είχε πρωτοσέλιδο ένα σημείωμα του επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του προέδρου, του Λ. Παντελιδη, από το Σεπτέμβριο του 2010, το οποίο τον πληροφορούσε ότι η θέση του Ιράν είχε γίνει πιο συνεργάσιμη – και έμενε ανοικτό το ζήτημα της Συρίας. Υπήρχε όμως η ελπίδα να πειστεί η Συρία από το Ιράν. Ταυτόχρονα τονιζόταν ότι υπήρχαν αναφορές από τους στρατιωτικούς για «κάποιους κίνδυνους» λόγω των καλοκαιρινών θερμοκρασιών.

Ο «Φιλελεύθερος» εστίασε τον τίτλο του στην αναφορά στους «κινδύνους» επεκτείνοντας την, και μετά (έχοντας κατασκευάσει ένα είδος αυτονόητου) μετάτρεψε το πρωτοσέλιδο σε σχόλιο για την γεωπολιτική – λογοκρίνοντας τα δεδομένα.

Ο τίτλος ήταν «Γνώριζε ο πρόεδρος», και η πρώτη πρόταση διακήρυσσε ότι «..ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γνώριζε για τους κίνδυνους που υπήρχαν στα φονικά εμπορευματοκιβώτια..». Η χρήση της λέξης «φονικά» μετά από τους «κίνδυνους» είναι παραπλανητική. Το έγγραφο δεν λέει ότι υπήρχαν αναφορές για κίνδυνο "φονικής" έκρηξης λ.χ.. Η σχετική φράση στο κείμενο ήταν:

«Οι επιτελείς τοποθετήθηκαν υπέρ της καταστροφής λόγω κάποιων κίνδυνων που υπάρχουν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα στα εμπορευματικοκιβώτια το καλοκαίρι..»

Οι «κάποιοι κίνδυνοι» είναι σαφώς διαφορετικοί από το "φονικοί" κίνδυνοι.

Στο ένθετο και στην κατάληξη του κειμένου υπάρχει μια σαφής αναφορά στην γεωπολιτική:
«Το γεγονός δεικνύει ότι το προεδρικό συζητούσε από πριν για τους κίνδυνους και την πιθανή καταστροφή του επικίνδυνου φορτίου, αλλά ζητούσε την συγκατάθεση της Συρίας και του Ιράν, αντί της επιτροπής κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.»

Το ότι η καταστροφή του φορτίου έπρεπε να γίνει με την έγκριση των χωρών οι οποίες το διεκδικούσαν θα έπρεπε να θεωρείται το λογικό συμπέρασμα για μια εφημερίδα της οποίας η κύρια έμφαση είναι η μη-αναγνώριση του ψευδοκράτους. Αυτή η ενασχόληση, η οποία όπως είδαμε ήταν ξεκάθαρη στις αναφορές των wikileaks, εξαφανίστηκε. Εδώ όμως ουσιαστικά αφαιρούνται οι κίνδυνοι από την ανατολή, λογοκρινόταν ακόμα και η σχετική πρόοδος με το Ιράν, και αναπαραγόταν η αποσπασματική εικόνα της Κύπρου που έχει κάποιο "πρόβλημα" με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (φτιάχνοντας και πάλιν μια παραπλανητική εικόνα ομοφωνίας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες συμμετέχουν στο εν λόγω σώμα). Αυτή η λογοκρισία της γεωπολιτικής πραγματικότητας μαζί με την έμμεση λεκτική μεταμόρφωση των «κάποιων κίνδυνων» σε «φονικούς» κινδύνους, ήταν μια προσπάθεια σύγκλισης 2 επιθέσεων: από την μια μετατοπιζόταν το θέμα από τις ευθύνες των αρμόδιων του στρατού, και από την άλλη μετατοπιζόταν το θέμα από την αδυναμία του Συμβουλίου Ασφάλειας να αποφασίσει να αναλάβει το φορτίο (η να διαβεβαιώσει ότι μια πιθανή καταστροφή του δεν θα είχε επιπτώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία).

Η κατάθεση του Προέδρου:
Η θεαματική αρένα, η καταγραφή των γεωπολιτικών δεδομένων και ο εξορισμός των ευθυνών του «συστήματος» μέσα από μετατοπίσεις σε λεκτικές διατυπώσεις.

Τον Σεπτέμβρη τα δεδομένα ήταν πιο ήρεμα. Η κρίση στην παροχή ρεύματος είχε ξεπεραστεί, το πρώτο πακέτο για την οικονομία είχε ψηφιστεί, ενώ είχε ξεκινήσει και η επιτροπή να συλλέγει μαρτυρίες.

Η κατάθεση του προέδρου ήταν μια στιγμή που αναμενόταν με ενδιαφέρον, αφού θα κατέθετε για πρώτη φορά την δικιά του άποψη και τεκμήρια, αλλά ήταν επίσης σαφές ότι στην πλειοψηφία των ΜΜΕ υπήρχε και μια διάθεση να μετατραπεί η «μαρτυρία» σε ένα είδος θεαματικής δίκης. Να μεταμορφωθεί το πλαίσιο της κατάθεσης σε αρένα. Ήδη οι αντίπαλοι του προέδρου ανακοίνωσαν νέο κύκλο συγκεντρώσεων με εμφανή στόχο να αυξήσουν την ένταση γύρω από την κατάθεση/μαρτυρία.

Για να γίνει κατανοητή εκείνη η εμπειρία, πρέπει να μπει σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Ας δούμε 3 ανάλογες/παράλληλες περιπτώσεις τα τελευταία 20 χρόνια, όπου η κυπριακή κοινωνία βρέθηκε μπροστά σε τραγωδίες στις οποίες η πολιτεία είχε άμεση η έμμεση ευθύνη/εμπλοκή: Στη Δερύνεια το 1996 η πολιτεία χρηματοδότησε την πορεία των μοτοσικλετιστών[59] και μετά στάθηκε αδύναμη να λέξει την κατάσταση όταν οι πολίτες της βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι στη νεκρή ζώνη. Ακούστηκαν κριτικές και τότε «για το ποιος κυβερνά» αλλά τελικά το θέμα έπεσε στα μαλακά αφού η προσοχή των ΜΜΕ στράφηκε στην τραγωδία των νεκρών και στην βιαιότητα του θανάτου. Στην περίπτωση της πτώσης τους ελικοπτέρου της εθνικής φρουράς το 2001 η έρευνα κατέληξε σε «αδιευκρίνιστη αιτία» και πάλι δεν αναζητήθηκαν ευθύνες από τους πολιτικούς προϊστάμενους.[60] Στην περίπτωση της πτώσης του αεροπλάνου της «Ήλιος» ίσως να υπήρχαν έμμεσες (αφού ήταν ιδιωτική αεροπορική εταιρεία) ευθύνες για την πολιτεία με βάση τους ελέγχους και την αδειοδότηση, αλλά και πάλι η ευθύνη δεν εστιάστηκε στους πολιτικούς. Αυτή η σύγκριση δείχνει μια εν μέρει προκατάληψη, αλλά ίσως και να δείχνει ένα είδος προόδου της κυπριακής κοινωνίας προς την ανοικτή διερεύνηση τέτοιων θεμάτων. Αν όμως μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος η ανοικτή διερεύνηση, το κλίμα που κατασκεύασαν τα ΜΜΕ μάλλον έδειχνε ότι το ενδιαφέρον τους δεν ήταν τόσο η ανακάλυψη των δεδομένων όσο η επίθεση σε ένα άτομο. Με αυτή τη λογική είναι αμφίβολο αν θα υπήρχε ανάλογο κλίμα αν ήταν κάποιος πολιτικός τον οποίον συμπαθούσαν περισσότερο οι ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες των ΜΜΕ.

Αξίζει και ένα σχόλιο εδώ πέρα για την στάση των συγγενών των θυμάτων. Η σχετικά θεαματική επίθεση του γιου του διοικητή του ναυτικού, Ν. Ιωαννίδη, στον πρόεδρο στο τέλος (όταν τον αποκάλεσε "δολοφόνο" προκαλώντας ένα επεισόδιο το οποίο φυσικά τα ΜΜΕ μετέτρεψαν σε ανάλογο θέαμα) προκάλεσε τελικά το πρώτο ανοικτό ρήγμα στην φαινομενική ομοιομορφία των «συγγενών των 13». Η αντίδραση ιδιαίτερα των οικείων του ναύτη Αντώνη Χαραλάμπους, υπήρξε έντονη με τον παππού να δηλώνει ότι το όλο σκηνικό στην κατάθεση «ξεχείλισε το ποτήρι» και την αδελφή να δηλώνει ότι μερικοί χρησιμοποιούσαν τον πόνο τους.[61]

Η παρουσίαση του προέδρου, όπως παρατήρησε και ο «Φιλελεύθερος» σε μια μικρή αναφορά στο πρωτοσέλιδο του εστιάστηκε στην γεωπολιτική: «Είπε..2032 λέξεις για τις διεθνείς συνθήκες που τον υποχρέωσαν να πάρει την πολιτική απόφαση για κατάσχεση του φορτίου και 493 λέξεις για την φύλαξη και την διαχείριση μετά την κατάσχεση.»

Η εστίασή του ήταν να απαντήσει στις κριτικές για το πώς ήρθε το φορτίο αλλά και γιατί έμεινε στην Κύπρο – στα «αυτονόητα» τα οποία, όπως είδαμε πιο πάνω, κατασκευάζονταν, εκείνη την περίοδο είτε για την Συρία, είτε για τις «δυτικές προσφορές». Από ότι φάνηκε κανένας δεν την αμφισβήτησε τις μέρες που ακολούθησαν τις βασικές θέσεις τις οποίες κατέθεσε πάνω σε αυτήν την πτυχή:

«Σε μια από τις αναφορές του Μόνιμου Αντιπροσώπου μας στα Ηνωμένα Έθνη στις 4 Φεβρουάριου 2009, διατυπώνεται και η θέση μας… «η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεργαστεί με τη κάθε χώρα που ενδιαφέρεται να συνδράμει την Κυπριακή Δημοκρατία στην αναζήτηση λύσης αναφορικά με το φορητό του πλοίου, νοούμενου ότι το Συμβούλιο Ασφάλειας θα έχει προηγουμένως συλλογικά αποφασίσει τη στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στις όποιες διμερείς της ενέργειες.» Δυστυχώς η θέση μας για παραλαβή του φορτίου από «πλοίο με μπλε σημαία» δηλαδή από τα Ηνωμένα Έθνη δεν υιοθετήθηκε, ενδεχομένως λόγω και των αντικρουόμενων και των διαφορετικών απόψεων εντός του Συμβουλίου Ασφαλείας.»

Ο πρωτοσέλιδος τίτλος του «Φιλελεύθερου» την επόμενη ημέρα είναι σαφώς αρνητικός αποφεύγοντας πλήρως την έμφαση στη διεθνή διάσταση:
«Δεν ήξερε, δεν ρώταγε».

Για να γίνει μια συγκριτική αξιολόγηση μπορεί να αντιπαραβάλει κάποιος αυτόν τον τίτλο με 3 άλλους τίτλους από καταθέσεις/μαρτυρίες οι οποίες είχαν επίσης σαν σημείο αναφοράς ότι οι εμπλεκόμενοι έτυχαν «κακής η ελλειπτικής πληροφόρησης».

Στις 14 Σεπτεμβρίου ο «Φιλελεύθερος» είχε τον ακόλουθο τίτλο για την κατάθεση του τέως αρχηγού της Εθνικής φρουράς: «Αποποιήθηκε κάθε ευθύνης ο Τσαλικίδης.»

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο τίτλος για την κατάθεση του τέως Υπουργού Άμυνας, ήταν:
«Μοίρασε ευθύνες ο Παπακώστας.»

Ακόμα και για μια μαρτυρία που βρέθηκε παράδοξα σε κάδο των αχρήστων (θέτοντας και ζήτημα απόρρητου για τις καταθέσεις στην επιτροπή άμυνας της βουλής), ο τίτλος ήταν:
«Το κατηγορώ Τσαλικίδη για το Μαρί» (25 Αυγούστου).

Φαίνεται ότι μάλλον, στο κλίμα που διαμορφώθηκε για την μαρτυρία, ο βασικός στόχος ήταν ο Χριστόφιας ότι και να έλεγε. Το πρωτοσέλιδο κείμενο είναι εκφραστικό: ξεκινά με την φράση «Ουδένα έπεισε χτες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας..»

Η λέξη «ουδένα» είναι εντυπωσιακή – σαφώς έπεισε, τουλάχιστον, τους «υποστηρικτές του» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του ίδιου του «Φιλελευθέρου» τον Αύγουστο. Και η μη απάντηση-σχόλιο στα όσα ανέφερε για τα διεθνή δεδομένα τα οποία κάλυπταν τα 4/5 της ομιλίας του σύμφωνα με την καταμέτρηση των λέξεων από την εφημερίδα, μάλλον έδειχνε ότι είχε απαντήσει – και άρα εκεί έστω «έπεισε». Μέχρι και ο αρχισυντάκτης του «Πολίτη» παραδέχτηκε ότι τουλάχιστον η ομιλία ήταν «πειστική».[62]

Αυτό που ακολούθησε της παρουσίασης ήταν μια προσπάθεια των δημοσιογράφων να μετατοπίσουν την συζήτηση – ξαφνικά το ζήτημα με την Συρία και τις «προσφορές» από άλλες χώρες εξαφανίστηκε, και η εστίαση επικεντρώθηκε σε λεκτικές διατυπώσεις. Η πιο χαρακτηριστική ήταν η έκφραση του προέδρου ότι ένοιωσε σαν «απατημένος σύζυγος» λόγω της έλλειψης πληροφόρησης, όταν έμαθε για την έκρηξη. Αυτή η έκφραση υπάρχει και στο πρωτοσέλιδο του φιλελεύθερου στο ένθετο του κυρίως κειμένου. « Προκάλεσε αίσθηση η δήλωση του προέδρου ότι νοιώθει σαν απατημένος σύζυγος που τα μαθαίνει τελευταίος.»

Η διατύπωση ήταν και πάλιν παραπλανητική. Η έκφραση δεν ήταν «δήλωση» στην κατάθεση – ήταν διατύπωση από τα πρακτικά του υπουργικού συμβουλίου στις 11 Ιουλίου μετά την έκρηξη στο Μαρί. Την αναφορά την έκανε ο Πολυβίου διαβάζοντας το πρακτικό. Το τεκμήριο ουσιαστικά επιβεβαίωνε ότι ο Χριστόφιας δεν ήξερε – και η έκφραση ήταν διατύπωση του θυμού του. Η ερμηνεία της δεν ήταν δύσκολη: απευθυνόμενος στον υπουργό άμυνας αλλά και στους συνεργάτες του ευρύτερα, είπε ότι ένοιωθε «προδομένος από τους οικείους του» - σε αυτό παραπέμπει η αίσθηση της συζυγικής προδοσίας. Το ότι αντιμετωπίστηκε με ένα είδος λεκτικού «καθωσπρεπισμού», αντί σαν τεκμήριο του ότι δεν ήξερε, ήταν μια μετατόπιση εστίασης. Και η εστίαση στην φράση είχε σαφώς σαν στόχο να τον μειώσει και να στρέψει την προσοχή μακριά από όσα είπε – και τα οποία απαντούσαν σε επικρίσεις 2 μηνών.

Αξίζει και ένα δεύτερο παράδειγμα. Στην σελίδα 3 υπάρχει στο κάτω μέρος ένα είδος παρουσίασης της θέσης του Χριστόφια ότι υπάρχει πρόβλημα του «συστήματος», της κρατικής δομής αλλά πιο συγκεκριμένα του στρατού/εθνικής φρουράς. Με ένα μάλλον ειρωνικό τίτλο («Το «πόρισμα Χριστόφια: Για την τραγωδία φταίει το …σύστημα της κουμπαροκρατίας και οι δημόσιοι υπάλληλοι») το κείμενο ξεκινά και λέει σε 2 περιπτώσεις στη πρώτη παράγραφο ότι ο Χριστόφιας τα έβαλε με τους «δημόσιους υπάλληλους».[63] Στην ουσία όμως η εστίαση του ήταν σε μια συγκεκριμένη δομή – στον στρατό. Αυτή η αναφορά λογοκρίνεται με το να απλώνεται ένα είδος δίκτυου ειρωνικών αναφορών σε έννοιες όπως «κουμπαροκρατία» για αποφευχθεί η εστίαση στην κοινωνιολογική έννοια του «συστήματος»/δομής. Υπήρχαν σαφέστατα πολλά παραδείγματα για την αποτυχία της στρατιωτικής δομής είτε να εκτιμήσει τους κίνδυνους, είτε να πάρει αποφάσεις για ασφαλή φύλαξη η διερεύνηση των υλικών, η έστω διαταγή εκκένωσης μπροστά στον κίνδυνο.

Ακόμα και αν υποθέσει κάποιος ότι μερικοί δημοσιογράφοι ασχολούνται περισσότερο με την σκανδαλοθηρία (άρα θα μπορούσαν να εστιάσουν σε θεαματικά λεκτικά στιγμιότυπα παρά με την ουσία του, υπό συζήτηση, θέματος) υπήρχε ακόμα και εδώ μια ενδιαφέρουσα παράβλεψη, ίσως και λογοκρισία μιας άβολης αναφοράς:

«..αποκάλυψε ότι ζήτησε την μετακίνηση διευθυντή από νευραλγική κρατική υπηρεσία, προφανώς λόγω ανικανότητας, διότι η υπηρεσία μπορεί να εισπράξει δισεκατομμύρια ευρώ για το κράτος.»

Σε μια εποχή στην οποία τα οικονομικά ζήτημα είναι επίσης στο τραπέζι, και στην οποία το ζήτημα της φοροδιαφυγής τίθεται έντονα ( από τις συντεχνίες), το να καταχωνιάζεται μια τέτοια αναφορά σε μια πρόταση στην ροή ενός κειμένου είναι ενδιαφέρον μπροστά στην επιλογή για πρωτοσέλιδη έμφαση στην λεκτική διατύπωση της αίσθησης του «απατημένου».

Ο «Πολίτης» έχει ένα ανάλογο πρωτοσέλιδο με επίθεση στο Χριστόφια. Ο τίτλος είναι: «Έχετε ευθύνες κύριε πρόεδρε», με υπέρτιτλο ότι ο Πολυβίου έδωσε «στίγμα του πορίσματος». Στην ουσία όμως ο Πολυβίου ρωτούσε αν νοιώθει ο πρόεδρος ότι έχει ευθύνες - δεν έκανε δηλώσεις. Ουσιαστικά το πρωτοσέλιδο του «Πολίτη» χρησιμοποιώντας παραπλανητικά τις ερωτήσεις του Πολυβίου σαν προτάσεις, προσπάθησε να καταγράψει «ευθύνες». Στην τρίτη σελίδα, όμως, η αναφορά του αρχισυντάκτη είναι πιο ισορροπημένη. Κατ’αρχήν προσπαθεί να περιγράψει το σκηνικό αντί να πάρει θέση καταδίκης οπότε υπάρχει περισσότερος χώρος για σχόλιο. Αναγνωρίζει λ.χ., κατ’ αρχήν, ότι δεν ήταν σωστό να αφεθούν (για πρώτη φορά μάλιστα) οι φωτογραφίες των θυμάτων μπροστά στον μάρτυρα. Τελικά ίσως ήταν εκφραστικό του κλίματος και τι θα ακολουθούσε.

«Ο Πολυς Πολυβίου υποψιάζεται προφανώς τα πιθανά ενδεχόμενα γι’ αυτό και σπεύδει αμέσως να προειδοποιήσει πως δεν θα ανεχτεί καμία αναστάτωση και θα εκκενώσει την αίθουσα αν συμβεί το παραμικρό.

Σιωπηλά υπαναχωρεί (ίσως κακώς) μπροστά στην πρωτοβουλία των συγγενών να τοποθετήσουν τις φωτογραφίες των νεκρών στο τραπέζι της πρακτικογράφου, το οποίο βρίσκεται απέναντι από την θέση από την οποία θα κατέθετε σε λίγο ο Πρόεδρος. Κάτι που δεν είχε συμβεί μέχρι σήμερα ...»

Το ότι ακόμα και για αυτό, το οποίο σωστά αναγνωρίζει ο αρχισυντάκτης σαν μέρος ενός κλίματος φόρτισης, δεν σχολιάστηκε ευρύτερα σαν μέρος ενός κλίματος «αρένας» είναι εκφραστικό της όλης διαδικασίας των προηγούμενων 2 μηνών – για τα πάντα έφταιγε ο πρόεδρος και η όλη διαδικασία δαιμονοποιησης φαινόταν να θεωρείται αυτονόητη από μερικούς. Ακόμα και ο κ. Πολυβίου προτίμησε να μην έρθει σε σύγκρουση με το κατασκευασμένο πλαίσιο.

Μπορούσε ο Χριστόφιας σε εκείνο το κλίμα να κάμει διαφορετικά; Μπορούσε να ζητήσει να φύγουν οι φωτογραφίες; Αυτό είναι το ερώτημα που προκύπτει και το οποίο ο αρχισυντάκτης δεν το διατυπώνει.

Συγκριτικά όμως η δική του παρουσίαση είχε τουλάχιστον την ευαισθησία να αναγνωρίσει ότι αν η κατάθεση ενός προέδρου είναι δημοκρατικό κέρδος, το κλίμα (το οποίο κατασκεύασαν τα ΜΜΕ) ήταν κλίμα υστερίας – και σαφώς χρειάζεται η δημοκρατία να οικοδομηθεί και απέναντι σε αυτήν την εξουσία.

Συμπεράσματα και Επίλογος
Αν εξετάσουμε τα ερωτήματα τα οποία θέσαμε στην εισαγωγή τότε είναι σαφές από τα τεκμήρια ότι:

1. Δεν υπήρξε ισόμερης παρουσίαση των αντιπάλων απόψεων. Αντίθετα τα υπό διερεύνηση ΜΜΕ σαφώς προσπάθησαν να κατασκευάσουν ηγεμονικά «αυτονόητα» ενάντια στην μια οπτική – και προσπάθησαν άμεσα η έμμεσα να επιτεθούν στον Πρόεδρο σαν άτομο αλλά και έμμεσα σαν εκπρόσωπο μιας θέσης (της κυβέρνησης, της αριστεράς κ.ο.κ).

2. Υπήρχε σαφής προκατάληψη στην ιεράρχηση των ειδήσεων έτσι ώστε να εστιαστεί η επίθεση στον Πρόεδρο – σε αυτό το πλαίσιο λογοκρίθηκαν τεκμήρια ενώ υπήρξαν και όντως «ανεξήγητες» μετατοπίσεις στους βασικούς κώδικες της κάθε εφημερίδας. Στην περίπτωση των τεκμηρίων οι παρουσιάσεις ήταν χαρακτηριστικές: θέματα εσωτερικών λαθών στον στρατό, ξεκινώντας από το άμεσο ζήτημα της εκκένωσης, λογοκρίθηκαν για αρκετό διάστημα, ενώ οι ευθύνες μετατοπίζονταν προς τον πρόεδρο ακόμα και για ζητήματα για τα οποία ήταν αδύνατο να έχει άποψη – η διαφορετική αντιμετώπιση των καταθέσεων Τσαλικίδη και Χριστόφια είναι εκφραστική. Ανάλογα μπορεί να πει κάποιος και για την αποσιώπηση/λογοκρισία των στοιχείων από τα wikileaks για την γεωπολιτική κατάσταση, για τις απειλές αναβάθμισης των τ/κ «κρατικών» θεσμών από την Συρία κλπ.
Η εντυπωσιακή μετατόπιση ακόμα και στους κώδικες παρουσίασης του κυπριακού από τον «Πολίτη» και τον «Φιλελεύθερο», έκφραζαν και την μονοδιάστατη εστίαση στην δαιμονοποίηση ενός ατόμου παρά στην αναζήτηση των δεδομένων και την δημόσια ισομερή συζήτηση τους.

3. Στις περιπτώσεις αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αντίπαλους και υποστηρικτές του Προέδρου υπήρχε μια σαφώς προκατελειμενη αντιμετώπιση: θετική και ενθαρρυντική παρουσίαση των αντιπάλων του και μια εχθρική μέχρι λογοκριτική παρουσίαση (και προσπάθεια περιθωριοποίησης της οπτικής) των υποστηρικτών του.

Γιατί υπήρξε αυτή η επίθεση; Θα πρέπει, έστω και εδώ, να διευκρινίσουμε ότι η εστίαση των επιθέσεων στον Δ. Χριστοφια (και άρα και τα ανάλογα ερευνητικά τεκμήρια) δεν φαίνεται (η δεν μπορεί) να ήταν μόνο προσωπική. Στο πρόσωπο του φαινόταν να γινόταν μια ευρύτερη επίθεση σε θέσεις και απόψεις τις οποίες εκφράζει μεν ο ίδιος, αλλά είναι μέρος και ευρύτερων κοινωνικών στάσεων και θέσεων. Η διερεύνηση και τεκμηρίωση, όμως, μιας τέτοιας ανάλυσης θα προϋπόθετε άλλο κείμενο. Με βάση όμως το ευρύτερο πλαίσιο των τελευταίων χρόνων και όσα είδαμε τους 2 μήνες του καλοκαιριού μπορούμε να εισηγηθούμε 3, κατ’αρχήν, πιθανές αιτίες:

Μετά τις βουλευτικές εκλογές ακολουθούν οι προεδρικές και σαφώς σε αυτό το πεδίο κινούνται ήδη οι κομματικοί μηχανισμοί – ιδιαίτερα αυτοί της αντιπολίτευσης. Η επίθεση στην κυβέρνηση μετά το Μαρί ήταν και ένας τρόπος αντιμετώπισης των συγκριτικά καλών αποτελεσμάτων της συγκυβέρνησης στις βουλευτικές εκλογές.

Ο Χριστόφιας, λειτουργώντας στο πλαίσιο της συγκυρίας που διαμορφώθηκε μετά το 2004, έχει εμπλακεί σε μια διαδικασία λύσης του κυπριακού σε ένα ρευστό τοπίο. Η καινοτομία της στρατηγικής του είναι ότι έθεσε μπροστά στην κοινωνία το τι συζητείται στις συνομιλίες πίσω από τις κλειστές πόρτες. Με αυτόν τον τρόπο, η αντιμετώπιση και κατανόηση των δεδομένων της λύσης, περνά μέσα από την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι ιστορικά αναγκαίο μπορεί να πει κάποιος, αλλά ταυτόχρονα και αναπόφευκτα προκαλεί αντιδράσεις. Η εξοικείωση της κοινωνίας με την πραγματικότητα (είτε των συνομιλιών είτε της λύσης η οποία θα βασίζεται στα υπάρχοντα δεδομένα δεκαετιών συζητήσεων) είναι μια δύσκολη αλλά και πάλιν αναπόφευκτη πορεία. Σε αυτό το πλαίσιο η στράτευση των αντιπάλων του προέδρου και η δαιμονοποίησή του από τον χώρο της ακροδεξιάς αλλά και από μερίδα των απορριπτικών δεν ήταν κάτι το νέο, ούτε κάτι παράξενο. Είναι αντιδράσεις σε μια ιστορική διαδικασία.

Υπάρχει και μια ταξική διάσταση. Στον οικονομικό τομέα η έμφαση στη φορολόγηση του πλούτου (σαν μέτρο «δίκαιας κατανομής» των βαρών) από το 2010 προκάλεσε δυσφορία στο κεφάλαιο – και αυτή η δυσφορία εκφράζεται και με την στάση των ιδιοκτητών των ΜΜΕ. Ταυτόχρονα τα ζητήματα της οικονομικής κρίσης, την οποία προκάλεσε και ξανάφερε στο προσκήνιο το τραπεζιτικό σύστημα την περασμένη άνοιξη,[64] θέτουν την κοινωνία μπροστά σε συζητήσεις όπου η στάση της κυβέρνησης υπέρ του κοινωνικού διάλογου, των οργανώσεων και των δικαιωμάτων των εργαζόμενων προκαλεί αντιδράσεις από την πλευρά του κεφαλαίου. Και σε αυτό τον τομέα είναι μια αντιπαραθεση η οποία είναι αναπόφευκτη ακριβώς γιατί εκφράζει κοινωνικές δυναμικές και όχι απλά ατομικές επιλογές.[65] Τα άτομα κάνουν επιλογές σε ένα υπάρχον πλαίσιο. Φάνηκε, στο πλαίσιο των ρητορικών του καλοκαιριού, να υπάρχει, σε μερικούς, και ένα είδος ταξικής αντιπάθειας προς ένα αριστερό απόγονο εργατών που φαινόταν αμετανόητος για την ιδεολογία του και δήλωνε περήφανος για την ταξική του καταγωγή.[66]

Ας επανέλθουμε στα ΜΜΕ.
Τι είδους αντίσταση μπορεί να υπάρξει απέναντι στην χειραγώγηση των ΜΜΕ;
Στην Κύπρο έχουμε μια μακρά παράδοση αντίστασης μέσα από τον προφορικό λόγο. Ακόμα και οι πολλαπλοί κώδικες των διάφορων παρατάξεων ένα εσωτερικό πλουραλισμό ο οποίος δείχνει να διατηρείται παρά τις συγκυριακές μετατοπίσεις του κυρίαρχου λόγου όπως εκφράζεται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ.

Είναι όμως απαραίτητο επίσης, και αυτή η συγκυρία το ανέδειξε σαν ιστορικό ζητούμενο πια, να αναπτύξει η κοινωνία αντιστάσεις σαν είδος κοινωνικής αυτοάμυνας στα μαζικά μέσα τα οποία ελέγχει μια ελίτ. Και εδώ το ζήτημα δεν είναι απλά η ενίσχυση της άμυνας απέναντι στη χειραγώγηση – αλλά και η διεύρυνση της δημοκρατίας απέναντι σε μια αόρατη εξουσία.

Τα νέα ηλεκτρονικά Μέσα θα είναι ενδεχομένως η απάντηση μακροπρόθεσμα – ήδη η μπλοκόσφαιρα ήταν σαφώς πολύ πιο ισορροπημένος χώρος δημόσιου λόγου/πληροφόρησης/διαλόγου από τα καθεστωτικά συγκεντρωτικά ΜΜΕ.[67] Βραχυπρόθεσμα πρέπει να αναπτυχθεί η κριτική στάση – της διεκδίκησης λόγου στις απαγορευμένες ερωτήσεις και στον ισομερή διάλογο.

Χρειάζεται βέβαια επέκταση της ανάλυσης και της θεωρητικής διερεύνησης – αλλά χρειάζεται και πράξη πέρα από τον λόγο. Σε αυτό το πλαίσιο, αυτό το κείμενο και η κυκλοφορία του, είναι μια μορφή πράξης.

Υ.Γ.
Αυτή η εργασία υπογράφεται μεν από ένα άτομο αλλά ήταν συλλογικο εργο. Στην διαμόρφωση των αναλυτικών ερωτήσεων αλλά και στην παροχή εστίασης στον πληροφοριακό κατακλυσμό της «ομοβροντίας» των ΜΜΕ, το καλοκαίρι, συμμετείχαν αρκετά άτομα. Και στον βαθμό που η έρευνα δεν είχε να κάμει μόνο με τα συγκεκριμένα αναλυτικά-ερευνητικά ερωτήματα, αλλά και με το ευρύτερο πλαίσιο, η έρευνα συνεχίζεται.


Υποσημειωσεις
[1] Τα «μεγάλα ΜΜΕ» αναφέρονται στα παγκύπρια συγκεντρωτικά τα περισσότερα από τα οποία ανήκουν σε συγκροτήματα ΜΜΕ τα οποία καλύπτουν διάφορα Μέσα – έντυπα και ηλεκτρονικά. Αποτελούν ένα είδος "βιομηχανίας" για να δανειστούμε τον όρο του Θ. Αντόρνο.
[2] Με την έννοια ότι οι εφημερίδες περιλαμβάνουν τις πληροφορίες τις οποίες μεταδίδουν-επεξεργάζονται τα ηλεκτρονικά Μέσα την προηγούμενη ημέρα και συχνά σχολιάζουν τα ίδια τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ.
[3] Υπάρχουν 5 καθημερινές εφημερίδες. Η "Χαραυγή" εκφράζει τις θέσεις του ΑΚΕΛ, η "Αλήθεια" τις θέσεις της ηγεσίας του ΔΗΣΥ και η "Σημερινή" υπήρξε έντονη στην αντίθεσή της στην πολιτική λύσης του κυπριακού με σαφή ιδεολογική θέση στα δεξιά (υπήρξε ουσιαστικά η πρώτη εφημερίδα που έκφρασε τον ΔΗΣΥ την δεκαετία του 1970 και παρά τα ανοίγματά της στον κεντρώο απορριπτικό χώρο, παρέμεινε μια δεξιά εφημερίδα). Ο "Φιλελεύθερος" υπήρξε η ιστορική εφημερίδα που έκφρασε τις θέσεις του Μακάριου τις δεκαετίες 60-70 και διαβάζεται από άτομα διαφόρων παρατάξεων. Ιστορικά έκφρασε διάφορες πολιτικές για το κυπριακό: άνκαι είχε πάντα την έμφαση στην καχυποψία απέναντι στις ξένες επεμβάσεις, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90, με την αρχισυνταξία του Χρ. Κατσαμπά, υπήρξε υποστηρικτικός των διαδικασιών λύσης. Πρόσφατα έχει μεταμορφωθεί σε πιο απορριπτική εφημερίδα όπως φαίνεται και από την στάση της αρχισυνταξίας αλλά και της πλειοψηφίας των σταθερών σχολιαστών της εφημερίδας. Γενικά επίσης υπήρξε φιλική προς τις εκάστοτε κυβερνήσεις, όποτε η έντονα κριτική της στάση απέναντι στην προεδρία Χριστόφια είναι πιο εμφανής συγκριτικά. Ο «Πολίτης» είναι πιο πρόσφατη εφημερίδα. ΄Ανκαι φαίνεται να κινείται στον χώρο της δεξιάς, η θέση του ενάντια στον εθνικισμό και υπέρ της λύσης του κυπριακού, τον έκαναν επίσης εφημερίδα ενός ευρύτερου κοινού καθώς μια μερίδα αριστερών ταυτίστηκε μαζί της ιδιαίτερα μετά το 2004. Άσκησε έντονη κριτική/πολεμική στην προεδρία Τάσσου Παπαδόπουλου – και κράτησε ανάλογη στάση και απέναντι στο γιό του, Ν. Παπαδόπουλο. Άνκαι στήριξε έμμεσα Κασουλίδη στις εκλογές του 2008, τήρησε μια στάση υποστήριξης απέναντι στην προεδρία Χριστόφια όσον αφορά το κυπριακό. Κατά περιόδους, ωστόσο, ιδιαίτερα πριν τις βουλευτικές του 2011 λ.χ., λειτούργησε επίσης έντονα σαν εφημερίδα της αντιπολίτευσης.
[4] Την περίοδο των επετείων του Ιούλη γίνονταν διάφορες πορείες ακροδεξιών οργανώσεων -λ.χ. προς το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Το φθινόπωρο του 2010 εγινε και συγκέντρωση απέναντι από το προεδρικό. Kαταγραφή υβριστικών συνθημάτων για τον πρόεδρο υπήρξε, τουλαχιστον, από την περιοδο 2008-2009.
[5] Στην ανάλυση των ΜΜΕ μπορούμε να προσδιορίσουμε 3 βασικά αναλυτικά μοντέλα: το φιλελεύθερο, το δομικό μοντέλο της «προπαγάνδας» (ή, της διαχείρισης των ΜΜΕ από μια ελίτ), και το ριζοσπαστικό μοντέλο το οποίο εστιάζει στην πολιτική, πολιτισμική και οικονομική λειτουργία των ΜΜΕ στο κοινωνικό σύστημα. Σύμφωνα με το φιλελεύθερο μοντέλο η «δημοσιογραφική δεοντολογία» της παρουσίασης «όλων των απόψεων» αλλά και η ντε φάκτο ύπαρξη διαφορετικών και συχνά αντικρουόμενων θέσεων από τα ΜΜΕ, δημιουργεί το πλαίσιο για τον δημόσιο διάλογο και την «δημοκρατική διαμόρφωση της κοινής γνώμης». Αυτή η αντίληψη, ανκαι ευκταία για όλα τα αναλυτικά μοντέλα σήμερα, έχει γίνει αντικείμενο κριτικής από την οπτική της εμπειρικής πραγματικότητας: κατά πόσο υπάρχει όντως ένα είδος «ουδέτερης» και «αντικειμενικής» πληροφόρησης, και κατά πόσο η ύπαρξη πολλών ΜΜΕ δημιουργεί συνθήκες πλουραλισμού – η αν, στο καθεστώς συγκέντρωσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των «μεγάλων» ΜΜΕ, αναπαράγεται μια κυρίαρχη άποψη με πολλαπλά Μέσα/φωνες.
[6] Για την συζήτηση της «αντικειμενικότητας» και της «ουδετερότητας» σαν ιστορικά διαμορφωμένων εννοιών που εξυπηρετούσαν τις κυρίαρχες απόψεις μετά από τον 19ο αιώνα – και την σχετικότητα τους μπροστά στις πραγματικοτητητες των «νέων Μέσων», βλ. Jim Hall. 2001. Online Journalism. London: Pluto Press.
[7] Η έννοια της Δημόσιας Σφαίρας σαν θεσμικού χώρου διαμόρφωσης κοινής γνώμης έχει διαμορφωθεί από το Γ. Χάμπερμας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Χάμπερμας η Δημόσια Σφαίρα στα αρχικά της σταδία ήταν έκφραση του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Με την ολοκλήρωση του εκμοντερνισμού, η Δημόσια Σφαίρα έχει να αντιμετωπίσει ένα είδος εσωτερικής υπονόμευσης από την εμπορευματικοποίηση και την ανάπτυξη ενός κλειστού ιδιοκτησιακού καθεστώτος.
[8] Το «καθεστώς κρίσης» μπορεί να προέλθει από εξωτερικούς παράγοντες αλλά μπορεί και να κατασκευαστεί από τα ΜΜΕ – η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας το 1999 είναι χαρακτηριστική.
[9] Ν. Τσόμσκι. 1992. Προπαγάνδα και ΜΜΕ. Αθήνα: Πρίσμα. Ν. Τσόμσκι. Πειρατές και Αυτοκράτορες, παλιοί και νέοι. Αθήνα: Λιβανη. Noam Chomsky, Edward Herman. 1988. Manufacturing Consent: The Political Economy of the Mass Media. New York: Pantheon.
[10] Η περίπτωση του πρώην Αυστραλού πρωθυπουργού Kevin Rudd ο οποίος βρέθηκε σε διάστημα μηνών από δημοφιλής σε κατάσταση γενικής κρίσης (που οδήγησε στην αντικατάσταση του από το εργατικό κόμμα) μετά από τις επιθέσεις των ΜΜΕ είναι χαρακτηριστική. Η επίδραση των ΜΜΕ του Murdock ήταν καθοριστική.
[11] Αυτή η έμφαση προϋπήρχε με τις εργασίες της «Σχολής της Φραγκφούρτης», αλλά άρχισε να γίνεται κυρίαρχη από την δεκαετία του 1970 με εργασίες όπως τις: The Manufacture of News (Jock Young, 1972), και τις έρευνες-αναλύσεις των Centre for Contemporary Cultural Studies (Birmingham) και του Glasgow Media Group. Αυτή η προβληματική αναπτύχθηκε ευρύτερα την δεκαετία του 1990 και μετά, καθώς η επέκταση της τεχνολογίας των ΜΜΕ και οι παρεμβάσεις τους στην «κατασκευή της πραγματικότητας» έγιναν πιο εμφανείς. Μια αξιοσημείωτη εργασία προβληματισμού για τις σχέσεις Δημόσιου-Ιδιωτικού τομέα και ΜΜΕ, σε εκείνο το πλαίσιο, ήταν το «Μέσα Επικοινωνίας και Δημοκρατία» του John Keane (1991). Από την Γαλλία υπήρξαν μια σειρά από ειδικές εκδόσεις της Le Monde diplomatique, ενώ οι εργασίες του Μπωντριγιαρτ εστιάστηκαν επίσης στο φαινόμενο της κατασκευής της πραγματικότητας από τα ΜΜΕ.
[12] Ρ. Μπαρτ. "Μυθολογίες".
[13] Με βάση τα τεκμήρια λ.χ. ο Σαντάμ υπήρξε και σύμμαχος των ΗΠΑ και ο στόχος του ήταν τοπικός παρά οι ΗΠΑ.
[14] Η επιτροπή άμυνας της βουλής έκανε δική της ερευνά αλλά δεν ρώτησε καν τον «εαυτό της» η τον προηγούμενο πρόεδρο της, για τι έκανε, δεδομένης και έκθεσης της Χ. Γιωρκάτζη.
[15] Ο πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της βουλής, Ν. Παπαδόπουλος μπλόκαρε τη χρηματοδότηση της «Αρχής Ραδιοτηλεόρασης» γιατί νόμιζε ότι ο επικεφαλής ήταν σε μια δίκη για το εν λόγω θέμα. Ο Ν. Παπαδόπουλος όχι μόνο έκανε λάθος για τη δίκη (αλλά προφανώς ένοιωσε νομιμοποιημένος να κάνει περικοπές έστω και σε θέμα που είχε άγνοια) αλλά τελικά δεν ήταν καν το ίδιο άτομο το οποίο προέδρευε του οργανισμού: το άτομο το οποίο συμμετείχε στη δίκη (και κέρδισε) ονομαζόταν Πιερίδης, ενώ ο πρόεδρος της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης ονομάζεται Πετρίδης (βλ. «Γκάφα Νικόλα για Unops”, Πολίτης, 12/2/2011, σελ. 20.)
[16] Αυτές οι διαδικασίες των ΜΜΕ έχουν την αντιστοιχία τους στο πώς αρθρώνονται διάφορες μορφές λόγου στην καθημερινότητα. Η επιλεκτική μνήμη είναι μέρος του ευρύτερου πλαισίου της συγκρότησης ηγεμονικών ιδεολογιών. Είναι όμως και αξιοσημείωτο ότι παρά τις ηγεμονικές ιδεολογίες υπάρχουν στην καθημερινότητα και συγκροτημένες μορφές αντί-ηγεμονικού λόγου που συντηρούν εναλλακτικές μορφές μνήμης και αφήγησης. Οι ανθρωπολογικές έρευνες για την κυπριακή πραγματικότητα από την δεκαετία του 1960 ( P. Loizos), μέχρι πρόσφατα (Γ. Παπαδακης) είναι χαρακτηριστικές αυτών των τάσεων.
[17] Η μη προβολή των βίντεο που φαίνεται να είχαν καταγράψει την κατάσταση στο χώρο του στρατοπέδου είναι ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία δεν αναζητήθηκαν ούτε προβλήθηκαν παρά την δημοσιοποίηση τους στο ίντερνετ και από την εφημερίδα «Γνώμη».
[18] Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις ευθύνες των ΗΠΑ για την κατάληξη του φορτίου στην Κύπρο, ήταν εντυπωσιακή για όσους συνήθως βλέπουν αγγλοαμερικανικές συνομωσίες εναντίον των ε/κ.
[19][19] Μπορεί να τις αποκαλέσει κάποιος σαν: 1. την οπτική που εστιάζει στην δύναμη των ΜΜΕ να «διεισδύουν» στο υποσυνείδητο και, 2. στην οπτική που βλέπει μια πιο ενεργητική εμπλοκή του κοινού. Οι ρίζες αυτής συζήτησης πάνε στις δεκαετίες 1930-50 αλλά είχαμε πρόσφατα και νέες μορφές έμφασης στην ενεργητική εμπλοκή του κοινού/θεατών/αναγνωστών στα πλαίσια μεταμοντέρνων αναλυτικών πλαισίων. Ένα κείμενο – κλειδί για την στροφή στον εν δυνάμει «ενεργό αναγνώστη» ήταν το κείμενο του Μπαρτ « Ο θάνατος του συγγραφέα».
[20] Η μεθοδολογία του Τσόμσκι εστιάζει στην διερεύνηση των «δημοσιευμένων θέσεων» των ΜΜΕ μέσα από τον έλεγχο των τεκμηρίων ιστορικά και την συγκριτική ανάλυση της ρητορικής τους.
[21] Ιστορικά θα μπορούσε κάποιος να αναλύσει την συγκρότηση των τηλεοπτικών «πάνελ» σαν τρόπο περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης αφού συνήθως αντιπαραβάλλεται ένα άτομο με περισσότερους αντίπαλους επιλεγμένους από το στρατόπεδο που συμφωνεί ο ιδιοκτήτης του Μέσου.
[22] Το έργο του Γ. Ντεμπόρ «Η κοινωνία του θεάματος», παραμένει ένα θεμελιακό βιβλίο για τις ευρύτερες μεταμορφώσεις του κοινωνικού συστήματος. Στα πλαίσια της Γαλλικής διανόησης η ανάγκη αντίστασης στο «κατασκευασμένο συναισθηματισμό» είχε αντληθεί ήδη από την δεκαετία του 1950, από το έργο του Μπρεχτ.
[23] Elihu Katz “Οι δυο βαθμίδες στην ροή της επικοινωνίας», C.W. Mills “Η μαζική πειθώ δεν αρκεί» (Στο «Μήνυμα του Μέσου», εκδ. Αλεξάνδρεια).
[24] Ένα δείγμα αυτών των νέων αναλυτικών-ερμηνευτικών οπτικών είναι το «Οι μάζες: η εισβολή του κοινωνικού στα Μέσα» (Jean Baudrillard).
[25] P. Loizos. 1974. The Progress of Greek Nationalism in Cyprus, 1878 -1955. Στο “Choice and change: Essays in Honour of Lucy Maier”. London: Athlone. σ. 121.
[26] Επιστολή Γ. Γρίβα, 25/1/1958. Στο: Σπύρου Παπαγεωργιου. Κυπριακή Θύελλα. Εκδόσεις Επιφανίου. σ. 595. «Οι κομμουνισται είναι αντίπαλοι μας..Ενδεικνυεται να τους εξωντωσωμεν ως πολιτική οντότητα, ώστε να μην είναι πλέον υπολογίσιμος…»
[27] Attalides Michael. 1979. Nationalism and International Politics. New York: St Martin’s. p. 79.
[28] Για παραδείγματα από την δεκαετία του 1960, βλ. Παναγιώτου Αντρέας. 2011. Κυπριακή Συνείδηση και Κυπριακή Δημοκρατία. Χρονικό «Πολίτης». Ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν οι κωδικοποιημένες αναφορές για την ανεξαρτησία και το πλαίσιο που οδήγησε στα ψηφίσματα της βουλής για την «Ένωση».
[29] Η περίπτωση της Α. Πάλμα (η οποία προσπάθησε το 1998 μαζί με την Μ. Σιαμιση να κάμουν εκταφή στο κοιμητήριο Λακαταμιας για να εντοπίσουν τα λείψανα των συζύγων τους), σαν ένα είδος μοντέρνας Αντιγόνης αποτέλεσε και κεντρικό σημείο αναφοράς στην ακαδημαϊκή ανάλυση της οικοδομησης/κατασκευης και της λειτουργίας του θεματος/θεαματος των αγνοουμένων από τον Sant Paul Cassia (Bodies of Evidence: Burial, Memory and the Recovery of Missing Persons in Cyprus. 2005. New York: Berghahn Books).
[30] Σε αντίθεση με το «συγκεντρωτικό θεαματικό» της προηγούμενης περιόδου – ο διαχωρισμός έγινε από τον Γ. Ντεμπόρ στην «εισαγωγή στην κοινωνία του θεάματος».
[31] Η συζήτηση για το πανεπιστήμιο τότε ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική την οποία προφανώς όλοι οι τότε κατασκευαστές προτιμούν να ξεχνούν.
[32] Ο Αναστασιάδης του ΔΗΣΥ είχε δηλώσει: «Υπάρχουν εκείνοι εκ των ξένων που θα ήθελαν να δουν να παίρνουμε μέτρα με βάση τις δικές τους επιθυμίες. Εμείς ενεργούμε μέσα στο πλαίσια των ΙΕ, θέλουμε να κρατήσουμε με κάθε τρόπο τις άριστες σχέσεις που διατηρούμε με όλα τα κράτη.»
Για να γίνει κατανοητό το ευρύτερο κλίμα του 2009[32] αξίζει και μια αναφορά στον Γ. Περδίκη, τον βουλευτή των οικολόγων, ο οποίος είχε μεταμορφωθεί πλήρως το 2011. Είχε πει τότε: «..οφείλουμε να πούμε ότι αυτή η κρίση είναι αποτέλεσμα μιας επιθετικής αρπακτικής πολιτικής του απρόσκλητου χωροφύλακα που λέγεται ΗΠΑ.» Το 2011 η εστίασή του ήταν αποκλειστικά στον πρόεδρο.
[33] Την Κυριακή 17/7 λ.χ. υπήρχαν μια σειρά από κείμενα στον «φιλελεύθερο» τα οποία φαίνονταν να είχαν στόχο την υπεράσπιση της εθνικής φρουράς
[34] Στις αρχικές τηλεοπτικές αναφορές η ύπαρξη χόρτων γύρω από τα κιβώτια είχε χρησιμοποιηθεί σαν τεκμήριο του «δεν έκαναν τίποτε σωστό» - και η εστίαση πάλι πήγαινε προς την πολιτική εξουσία. Καθώς όμως άρχισαν διάφορα ερωτήματα να εστιάζουν στον τρόπο που χειρίστηκε ο στρατός το θέμα, το ζήτημα της αποψίλωσης αφέθηκε στην αφάνεια.
[35] Αναπτύχθηκε και μια ανάλογη ρητορική από κάποιους με έμφαση στο «να μην κατηγορηθούν οι νεκροί» σαν ένα είδος λογοκρισίας για το ζήτημα της εκκένωσης αλλά και για το γιατί έμειναν κοντά στη φωτιά οι 3 στρατιώτες και γιατί δεν δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες-πληροφορίες στους πυροσβέστες. Το ζήτημα αυτονόητα δεν είναι η ευθύνη κάποιων από τους νεκρούς, αλλά ο τρόπος που λειτούργησε η εθνική φρουρά: αν ακόμα και υψηλόβαθμα στελέχη δεν ήξεραν για την επικινδυνότητα (ενώ είχε προηγηθεί σύσκεψη τον Φεβρουάριο και μετά τις εκρήξεις τον Ιούλιο) τότε προφανώς υπήρξε δομικό πρόβλημα στο χειρισμό του ζητήματος.
[36] Η αρχική ημερομηνία είχε μετατοπιστεί μετά από την έκρηξη στο Μαρί. Θα γίνονταν και άλλες εκδηλώσεις (λ.χ. στην Λεμεσό) οι οποίες αναβλήθηκαν και μεταφέρθηκαν σε αυτήν την ημερομηνία.
[37] Σαν μια συμβολική συμπαραδήλωση του μηνύματος το οποίο προσπαθούσε να περάσει η αρχισυνταξία της εφημερίδας, στην πρωτοσέλιδη φωτογραφία του «Φιλελευθέρου» την Δευτέρα, 18 Ιουλίου, υπήρχε ένα κολλάζ με μια φωτογραφία από την καταστροφή στο Μερί και μια ένθετη φωτογραφία του προέδρου που τον παρουσίαζε να ταυτίζεται (ή να ευθύνεται) για τα ερείπια.
[38] Το αρχικό κάλεσμα για την συγκέντρωση στην πλατεία ελευθερίας δεν εστίαζε στον πρόεδρο – ήταν ένα πιο ανοικτό κάλεσμα με έμφαση στην απονομή ευθυνών γενικά. Σε εκείνο το πλαίσιο υπήρχαν και άτομα τα οποία προσπάθησαν να μοιράσουν φυλλάδια ενάντια στον στρατό.
[39] Η επιμονή στην στρατηγική της σύγκρουσης (τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από την πιο ακροδεξιά πτέρυγα των συγκεντρωμένων) φαίνεται ότι είχε αρχίσει να επηρεάζει το μέγεθος των συγκεντρώσεων καθώς αρκετοί αποστασιοποιήθηκαν. Η διαδικασία ξεκίνησε από τους φιλελευθέρους και συνέχισε σταδιακά να καταγράφεται με διάφορες μορφές έντασης και αποχωρήσεις.
[40] Το πρόβλημα το οποίο επεσήμαναν και οι εκθέσεις των οργανισμών αξιολόγησης ήταν η έκθεση των κυπριακών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα. Θα πρέπει, επίσης, να καταγραφεί ότι ο ρυθμός ανάπτυξης για τα πρώτα τρίμηνα ήταν θετικός και άνω του μέσου όρου για την Ε.Ε.
[41] Ο «Φιλελεύθερος» είχε καταγράψει εκείνο το κλίμα πριν από την έκρηξη με τον τίτλο « Επιτέλους, αισιοδοξία» (στις 9 Ιουλίου).
[42] Η στάση των εφημερίδων υπήρξε σαφώς ενάντια στις συντεχνίες . Αν κρίνει κάποιος από τις οικονομικές σελίδες θα μπορούσε να πει ότι ο «Φιλελεύθερος» τόνιζε και την ανάγκη συναίνεσης ενώ ο "Πολίτης" είχε πιο έντονη στάση ενάντια στο δημόσιο τομέα. Γενικά όμως και οι 2 εστίαζαν τα οικονομικά προβλήματα στον δημόσιο τομέα παρά στα προβλήματα των τραπεζών η τα θέματα τα οποία έθεταν οι συντεχνίες. Αυτή η διάσταση αξίζει ωστόσο να μελετηθεί αυτόνομα - και σε ένα ανάλογο πλαίσιο.
[43] Η ηπιότητα του τίτλου είναι αξιοσημείωτη με δεδομένο ότι η πλειοψηφία των πολιτικών συντακτών του «Φιλελεύθερου» είχε ταχθεί από το 2010 υπέρ της αποχώρησης του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση συμφωνώντας με την μειοψηφική τάση στα συλλογικά όργανα του κόμματος.
[44] Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η κυπριακή κοινωνία μετά το 1974 ανέπτυξε ένα είδος κουλτούρας αποφυγής της βίας – η οποία ενδεχομένως να προέρχεται από τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος αλλά και από τις θετικές όπως η κουλτούρα της «αλληλεγγύης της κοινότητας». Όπως την αποκάλεσε ο Π. Λοϊζος.
[45] Ακόμα και όταν ήταν στο κόμμα σαν αν. πρόεδρος, έκφρασε την μειοψηφία, και στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές δεν εκλέγηκε σε μια αναμέτρηση η οποία συζητήθηκε εκτενώς σαν εκφραστική των αντιπαραθέσεων στο κόμμα.
[46] “A diplomatic vice with no room to wrigg”, by Elias Hazou, Cyprus Mail, July 3, 2011.
[47] Το μόνο ουσιαστικό στοιχείο το οποίο βασίζεται στα wikileaks αναφέρεται στην πίεση και επιμονή των αμερικανών να σταματήσει η Κύπρος το πλοίο. Ο δημοσιογράφος θεωρεί το επεισόδιο με το πλοίο αρνητικό τεκμήριο «μη συμμόρφωσης» με τις υποδείξεις των ΗΠΑ– κάτι που φυσικά, από μια άλλη οπτική, θα μπορούσε να θεωρηθεί τεκμήριο θετικής απροθυμίας για εμπλοκή σε ένα επικίνδυνο θέμα.
[48] Όπως φάνηκε από την κατάθεση του αντιπροσώπου της Κύπρου στον ΟΗΕ, αυτή η επιστολή ήταν απάντηση στην προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας να αποφύγει να πάρει το φορτίο - επικαλούμενη την πιθανότητα το φορτίο να μην εμπίπτει στο εμπάργκο αλλά και το ότι δεν υπήρχε υποδομή για να εγγυηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία την φύλαξη του. Στην αναφορά του «Πολίτη» στις 17 Ιουλίου, δεν αναφέρεται αυτό το πλαίσιο – απλά λέει στην αρχή ότι η «Κύπρος ζήτησε γνώμη τι να κάμει το φορτίο» παραβλέποντας την απροθυμία να «πάρει το φορτίο».
[49] Στην κατάληξη του κειμένου, και σε ένα ένθετο στην διπλανή σελίδα, γίνεται αναφορά στην μη-επίσκεψη μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου Ασφαλείας για την επιθεώρηση του φορτίου, το 2011. Αυτό φαίνεται να ήταν διαδικαστικό θέμα 2 χρόνια μετά και δεν υπάρχουν ανεξάρτητα τεκμήρια όπως οι διαρροές των wikileaks για τα δεδομένα. Ο συγγραφέας προσπαθεί να το παρουσιάσει σαν συνέχεια μιας άρνησης συνεργασίας με το Συμβούλιο Ασφαλείας. Από ότι φάνηκε, όμως, από τις καταθέσεις, εσωτερικά το θέμα παρέμεινε μπλοκαρισμένο ανάμεσα στα υπουργεία εξωτερικών και άμυνας (παρά το ότι έγινε μια σχετική σύσκεψη τον Φεβρουάριο του 2011) λόγω της ευρύτερης κατάστασης η οποία είχε δημιουργηθεί από την αρχή – με το Συμβούλιο Ασφαλείας να μην αναλαμβάνει το ίδιο την ευθύνη του φορτίου, να αποκλείει επιστροφή του φορτίου στις εμπλεκόμενες χώρες (αλλά και να μην μπορεί να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της Κύπρου από πιθανά «διμερή» αντίποινα), και, άρα, την Κυπριακή Δημοκρατία να προσπαθεί να διαχειριστεί μια λεπτή εξωτερική ισορροπία. Και εδώ, θα μπορούσε να πει κάποιος, υπήρχε (γενικότερα αλλά και στο κείμενο) μια προσπάθεια μετατόπισης της έμφασης στην πολιτική ηγεσία – παραβλέποντας τα γεωπολιτικά δεδομένα, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, και τις ευθύνες «φύλαξης» από τον στρατό.
[50] Αυτή η προσπάθεια υποβοηθείτο και από το κλίμα αναταραχής το οποίο υπήρχε στην Συρία από την άνοιξη του 2011. Αυτό το περιρρέον κλίμα, ωστόσο, όχι μόνο αγνοούσε τα δεδομένα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και το ότι η Τουρκία εκινείτο προς την υιοθέτηση μιας στάσης ανοικτής και προς την κυβέρνηση αλλά και προς την αντιπολίτευση. Το ενδιαφέρον σε αυτό το κλίμα ήταν ότι ο πρώτος που διαφοροποιήθηκε από το απλοϊκό πλαίσιο των «καλών-κακών» στην Συρία ήταν ο Αρχιεπίσκοπος – χωρίς βέβαια όμως να εμπλακεί στην περιρρέουσα ρητορική.
[51] Το παράλογο αυτής της έννοιας αξίζει επίσης να συζητηθεί στο ευρύτερο κλίμα. Οι επιλογές του Δ. Χριστόφια στην εξωτερική πολιτική στην περιοχή της ανατολικής Μεσόγειου εισήγαγαν μια νέα σχέση-πόλο (οι άλλοι πόλοι οι οποίοι ήταν τα βασικά κοσμικά αραβικά καθεστώτα υπήρχαν από δεκαετίες): ο νέος πόλος ήταν το Κατάρ. Δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδεολογική η σχέση ενός αριστερού/κομμουνιστή και ενός εμίρη. Σαφώς η σχέση (όπως και άλλες ανάλογες) είχαν να κάνουν με την δυναμική των πολλαπλών πόλων η οποία προϋπήρχε και η οποία απέκτησε νέα μορφή με τις αλλαγές οι ήπιες διαμορφώνονταν περιφερειακά και ευρύτερα στο παγκόσμιο σύστημα.
[52] Στα τότε δεδομένα, το ζήτημα είχε να κάμει και με τον εξοπλισμό οργανώσεων αντίστασης στο Ισραήλ όπως η Χιζμπολάχ η οποία ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην Λιβανέζικη πολιτική σκηνή.
[53] Τα κείμενα αποδίδονται στην εφημερίδα, άνκαι βέβαια όπως όλα τα υπόλοιπα κείμενα έχουν συγγραφέα. Προτιμήθηκε η ταύτιση με την εφημερίδα στον βαθμό που η παρουσίαση του κειμένου στο πρωτοσέλιδο συνυπαγόταν και μια πριμοδότηση της συγκεκριμένης άποψης. Τα 2 σχετικά κείμενα στον πολίτη γράφτηκαν από τον ίδιο δημοσιογράφο. Τα ονόματα των δημοσιογράφων μπορεί να τα βρει ο αναγνώστης στη βιβλιογραφία.
[54] Στο ένθετο λ.χ. αφήνεται να αιωρείται ένα είδος υποψίας γιατί δεν διερευνήθηκαν κάποια κιβώτια – άμα όμως λάβει κάποιος υπό όψιν ότι ουσιαστικά μετά από κάποιο διάστημα ούτε φρουρούνταν ούτε καν φως υπήρχε εκεί κοντά, τότε προφανώς δεν υπήρχε τίποτε το μυστικό. Όπως και σε αλλά στρατόπεδα ακόμα και κλοπή πυρίτιδας θα μπορούσε να γίνει αφού δεν υπήρχε φρούρηση.
[55] Μαρτυρία Μαλλεκίδη στην διερευνητική επιτροπή.
[56] Αυτό το κείμενο άνηκε στον δημοσιογράφο ο οποίος παρακολουθούσε τις καταθέσεις και όχι στον δημοσιογράφο ο οποίος έγραψε τα 2 κείμενα τον Ιούλη.
[57] Όταν λ.χ. προέκυψε η ένταση γύρω από το θέμα των ερευνών για υδρογονάνθρακες τον Σεπτέμβριο, ο «Φιλελεύθερος» κατέγραψε τις αντιδράσεις του Λιβάνου (οι οποίες προϋπήρχαν) σαν αποτέλεσμα «τουρκικών υποβολών», ενώ ταυτόχρονα επέκρινε έντονα και την Ε.Ε. για την στάση της. («Φιλελεύθερος, 21/9/2011)
[58] Είναι ενδιαφέρον λ.χ. πώς αγνοήθηκε η ακόλουθη ειρωνική διατύπωση (σύμφωνα με τα wikileaks)από τον αμερικάνο πρέσβη για το πώς υποχρεώθηκε να πάρει το φορτίο η Κυπριακή Δημοκρατία: «Οι ε/κ μαθαίνουν τις αποφάσεις του συμβουλίου ασφαλείας όπως μαθαίνουν οι άλλοι την αλφαβήτα – από νωρίς και απ’έξω. Καμιά χώρα δεν αποδίδει περισσότερη ρητορική έμφαση στη σημασία τους σαν την κορυφή της παγκόσμιας πυραμίδας.»
[59] Το 1996 υπήρχαν δημόσιες δηλώσεις ότι είχε χρηματοδοτηθεί η πορεία των μοτοσικλετιστών.
[60] Για αυτό το θέμα υπήρξε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιστολών. Ο κ. Χάσικος, τότε υπουργός άμυνας και ένθερμος οπαδός της δαιμονοποίησης του προέδρου το 2011, απάντησε σε μια κριτική του Α. Κυπριανού ότι ο ίδιος δεν είχε ευθύνες (για το 2001) διότι ο έλεγχος του ελικόπτερου ήταν δουλειά του χειριστή. Όπως όμως του απάντησε η Μ. Σάββα, μια ‘κατ’ αναλογία»μέθοδος, θα απέδιδε τις ευθύνες για το Μερί στους αντίστοιχους «χειριστές». Και αν υπάρχουν τώρα πολιτικές ευθύνες (έστω για τον υπουργό άμυνας) τότε προφανώς υπήρχαν και τότε.
[61] Συνέντευξη στη Χαραυγή, στις 11/9: «Δεν θα κάνουμε πλάτες να καπηλεύονται το πόνο μας». Την επόμενη Κυριακή υπήρχε συνέντευξη οικείου του πυροσβέστη Σ. Τταντή, ο οποίος επίσης διαφοροποιήθηκε έντονα από το κλίμα των επιθέσεων ενάντια στον Πρόεδρο. Αξίζει επίσης να παρατηρηθεί ότι η όλη κατάθεση του Θεοφίλου (συγγενή θύματος) άνκαι εστιάζει στην πυροσβεστική σχεδόν αποκλειστικά, έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της εκκένωσης. Ίσως να ήταν και συμπτωματικό της όλης ρευστότητας ότι στην εκδήλωση έξω από το προεδρικό στις 12/9 ( όπου κυριαρχούσε ακόμα η μονοδιάστατη επίθεση ενάντια στον Χριστόφια) μίλησαν μόνο 6 από τους συγγενείς.
[62] Σελίδα 3, «Tα αδύνατα σημεία του προέδρου».
[63] Η όλη αναφορά ήταν και αντιφατική στο ευρύτερο πλαίσιο, αφού ήδη είχε πάρει θέση υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα στις συζητήσεις για την οικονομία. Η αναφορά του σαφώς είχε λιγότερο να κάμει με τους «δημόσιους υπάλληλους» (οι οποίοι ήταν και στόχος αρκετών στην εφημερίδα όταν το θέμα ήταν τα οικονομικά) και πολύ περισσότερο σαφώς με το «σύστημα» όπως το έθεσε.
[64] Η αναπαράσταση της «κρίσης» από τις εφημερίδες είχε έντονα την σφραγίδα της προστασίας των τραπεζών – η έμφαση εστιάστηκε στα «δημόσια οικονομικά» ακόμα και όταν το έλλειμμα ήταν σε πολύ καλό επίπεδο σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό- όπως αναγνώρισε και το περιοδικό economist τον Αύγουστο. Αυτή η μετατόπιση ήταν ιδεολογική. Μια αναλυτική έρευνα για την κάλυψη της «κρίσης» στον τραπεζιτικό τομέα από τα «μεγάλα» ΜΜΕ θα ήταν όντως ενδιαφέρουσα και ίσως αποκαλυπτική.
[65] Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις (και οι αναπαραστάσεις τους) στο τέλος του Αυγούστου αξίζει επίσης να μελετηθούν γιατί εκφραζαν και ένα ευρύτερο ρευστό τοπίο όσον αφορά τις οικονομικές και ταξικές αντιπαραθέσεις και ταυτίσεις που εμφανίστηκαν. Υπήρξε προσπάθεια κατασκευής κλίματος «πανικού» και πιέσεων από την πλειοψηφία των ΜΜΕ. Στο κοινωνικό πεδίο όμως οι συνδικαλιστές (και οι εργαζόμενοι) ασκούσαν τις δικές τους πιέσεις με αρκετούς βουλευτές να διαφοροποιούνται από την σκληρή στάση των νεοφιλελεύθερων στην επιτροπή οικονομικών. Στο τέλος πρυτάνευσε ένα είδος συναίνεσης – ίσως αναμενόμενης στα κυπριακά πλαίσια, ίσως και αναμενόμενης λόγω της συγκυρίας. Αξίζει να μελετηθεί το φαινόμενο και γιατί οι αντιστάσεις στις προβολές/υποβολές των ΜΜΕ δεν ήρθαν μόνο από τα αριστερά (όπως θα ανέμενε κάποιος) αλλά από μια ευρύτερη ταξική κουλτούρα που φαίνεται να έχει διάχυτη μορφή στην κοινωνία.
[66] Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συνθήματα αυτού του είδους, ήταν ένα πλακάτ έξω από το προεδρικό στις 18/7 με το σύνθημα «Να φοβάσαι το γιο της πλύστρας».
[67] Είναι στον χώρο των blogs όπου τέθηκαν αρχικά τα περισσότερα απαγορευμένα ερωτήματα. Και σε αυτό τον χώρο υπήρχε όχι μόνο η τεκμηρίωση αλλά και η ανάγκη εξήγησης αφού παρέχεται η δυνατότητα διάλογου.

3 σχόλια:

Αντωνης είπε...

Η συνέντευξη Παναγιώτου στο ΡΙΚ2 για το θέμα: http://vimeo.com/29365167

Ανώνυμος είπε...

Ήρωας όποιος το διαβάσει μέχρι τέλους

Αντωνης είπε...

@Ανώνυμος: Ενδιαφέρον σχόλιο στην αμφισημία του. Συνεπώς:

α) το διάβασες εσύ μέχρι τέλους και θα ήθελες αναγνώριση του ηρωισμού σου
ή
β) δεν το διάβασες αλλά θεωρείς παρ' όλα αυτά ότι για να το διαβάσει κανείς μέχρι τέλους πρέπει να είναι ήρωας;