Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (έκτο μέρος)

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1976, εμφανίστηκε μια έκθεση στη Revue française des affaires sociales, η οποία είναι πολύ ενδιαφέρουσα, διότι γράφτηκε από ορισμένους φοιτητές της Εθνικής Σχολής Διοίκησης ως μελέτη-αξιολόγηση τριάντα ετών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και οι φοιτητές αυτοί έκαναν την εξής παρατήρηση. Κατά πρώτο, λένε, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις είχαν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις και αυτές συνδέονται, επιπλέον, με τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ορίστηκε η βάση για την αξιολόγηση των συνεισφορών. Οι συνέπειες, στην πραγματικότητα, αφορούν το κόστος της εργασίας. Εξαιτίας των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η εργασία γίνεται ακριβότερη. Όταν η εργασία γίνεται ακριβότερη, είναι προφανές ότι θα υπάρξουν περιοριστικές συνέπειες στην απασχόληση, και έτσι θα υπάρξει αύξηση της ανεργίας η οποία οφείλεται άμεσα στην αύξηση του κόστους της εργασίας. Υπάρχουν επίσης συνέπειες για την διεθνή ανταγωνιστικότητα, εφόσον η ύπαρξη διάφορων καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισης σε διαφορετικές χώρες σημαίνει ότι ο διεθνής ανταγωνισμός παραμορφώνεται, και παραμορφώνεται σε βάρος των χωρών που έχουν την πιο πλήρη κοινωνικής ασφάλιση για τους εργασιακούς κινδύνους. Δηλαδή υπάρχει και πάλι εδώ μια πηγή αυξανόμενης ανεργίας. Τέλος, και πάλι εξαιτίας της αύξησης του κόστους της εργασίας, θα υπάρξει μια επιτάχυνση της βιομηχανικής συγκέντρωσης, και της ανάπτυξης μονοπωλίων και και πολυεθνικών. Έτσι, λένε, η πολιτική των κοινωνικών ασφαλίσεων είχε ξεκάθαρες οικονομικές επιπτώσεις.

Δεύτερο, οι επιπτώσεις αυτές δεν εμφανίζονται μόνο ως αποτελέσματα του κόστους της εργασίας που παράγουν αύξηση της ανεργίας, αλλά επιπρόσθετα, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται ένα ανώτατο όριο για τις συνεισφορές, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στις συνεισφορές ως ποσοστό επί του μισθού, έχει επιπτώσεις για την κατανομή του εισοδήματος. Βασιζόμενοι σε έναν αριθμό από προηγούμενες έρευνες, οι φοιτητές της Εθνικής Σχολής Διοίηκησης μπόρεσαν να δείξουν ότι [για τον ίδιο μισθό, αντί η ανακατανομή να πηγαίνει] από τους νέους στους ηλικιωμένους, από τους ανύπαντρους σε αυτούς που έχουν οικογένεια, από τους υγιείς στους ασθενείς, η ύπαρξη ανώτατου ορίου στις συνεισφορές δημιούργησε στην πραγματικότητα μια ευρεία εξάπλωση πραγματικών εισοδημάτων τα οποία οφελούσαν τους πιο ευκατάστατους σε βάρος των λιγότερο ευκατάστατων. Έτσι, λένε, ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησαν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις επί τριάντα χρόνια περιλαμβάνει έναν αριθμό από ειδικά οικονομικές επιπτώσεις. Τώρα “ο στόχος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι οικονομικός. Οι τρόποι με τους οποίους χρηματοδοτείται δεν θα πρέπει να είναι στοιχείο οικονομικής πολιτικής που διαστρεβλώνει τον νόμο της αγοράς. Οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις πρέπει να παραμείνουν οικονομικά ουδέτερες.” Εδώ ξαναβρίσκουμε, σχεδόν λέξη προς λέξη, τα ίδια πράγματα για τα οποία μίλησα την περασμένη εβδομάδα (ή πριν δυο εβδομάδες), σε ό,τι αφορά την αντίληψη της κοινωνικής πολιτικής στους γερμανούς ορντολιμπεραλιστές.

Τώρα, αυτή η ιδέα μιας κοινωνικής πολιτικής της οποίας τα αποτελέσματα θα είναι εντελώς ουδέτερα από την οικονομική σκοπιά είναι ήδη ξεκάθαρα διατυπωμένη στην αρχή της περιόδου στην οποία θεμελιωνόταν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο στη Γαλλία από τον Υπουργό Οικονομικό της εποχής, τον Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, δηλαδή το 1972. Σε μια εργασία του 1972 (για ένα συμπόσιο που οργανώθηκε από τον Stoléru), o Ντ’ Εστέν είπε: Ποιά είναι η οικονομική λειτουργία του κράτους, του οποιουδήποτε νεωτερικού κράτους; Πρώτον, είναι η σχετική ανακατανομή του εισοδήματος, δεύτερον η επιδότηση, υπό τη μορφή της παραγωγής συλλογικών αγαθών, και τρίτον, η ρύθμιση των οικονομικών διαδικασιών που εξασφαλίζουν την ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση. Αυτοί είναι οι παραδοσιακοί στόχοι της γαλλικής οικονομικής πολιτικής, που τον καιρό εκείνο δεν μπορούσαν ακόμα να αμφισβητηθούν. Παρ’ όλα αυτά, αυτό το οποίο όντως αμφισβητεί ο Ντ’ Εστέν είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα σε αυτές τις τρεις οικονομικές λειτουργίες του κράτους: της ανακατανομής, της επιδότησης, και της ρύθμισης. Επισημαίνει την προσοχή στο γεγονός ότι ο γαλλικός προϋπολογισμός δομείται με τέτοιον τρόπο ώστε να να είναι αρκετά εύκολο να χρησιμοποιήσεις τα ίδια χρηματικά ποσά για την κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου ή για έναν ειδικά κοινωνικό τύπο επιδότησης. Αυτό είναι απαράδεκτο, λέει. Σε μια σωστή πολιτική θα πρέπει “να διαχωρίσουμε εντελώς αυτό το οποίο ανταποκρίνεται στις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης και αυτό που ανταποκρίνεται στην μέριμνα για την αλληλεγγύη και την κοινωνική δικαιοσύνη.” Με άλλα λόγια, θα πρέπει να έχουμε δύο συστήματα τα οποία είναι αδιαπέραστα το ένα από το άλλο στον μέγιστο δυνατό βαθμό, δύο συστήματα με δύο αντίστοιχους και εντελώς διαφορετικούς τύπους φορολόγησης: έναν οικονομικό και έναν κοινωνικό φόρο. Πίσω από αυτή την δήλωση επί της αρχής μπορείτε να δείτε την κεντρική ιδέα ότι η οικονομία πρέπει να έχει δικούς της κανόνες και ότι το κοινωνικό πρέπει να έχει τους δικούς του στόχους, αλλά ότι πρέπει να αποσυνδεθούν έτσι ώστε να μην αναστατώνεται και να μην καταστρέφεται η οικονομική διαδικασία από τους κοινωνικούς μηχανισμούς, και έτσι ώστε ο κοινωνικός μηχανισμός να έχει ένα όριο, μια καθαρότητα, τρόπον τινά, τέτοια ώστε ποτέ να μην παρεμβαίνει στην οικονομική διαδικασία ως αναστάτωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: