Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (πέμπτο μέρος)

Θα μού πείτε πως αυτό, στο κάτω-κάτω, είναι απλά είναι ένα επεισόδιο αυτών των συχνών και ορισμένες φορές ραγδαίων μεταστροφών που έζησε η Γαλλία από τον καιρό του πολέμου, απ’ το 1920, ανάμεσα σε μια μάλλον παρεμβατική, μάλλον κεντρικά ελεγχόμενη [dirigiste], προστατευτική πολιτική που ενδιαφερόταν για τις γενικές ισορροπίες και ασχολούνταν με την πλήρη απασχόληση, και μια φιλελεύθερη πολιτική που ήταν πιο ανοιχτή στον έξω κόσμο και ενδιαφερόταν περισσότερο για τις εμπορικές συναλλαγές και το νόμισμα. Οι μεταστροφές, αν θέλετε, που χαρακτήρισαν την κυβέρνηση Pinay το 1951-1952, τη μεταρρύθμιση Rueff το 1958, εκπροσωπούν επίσης κινήσεις προς τον φιλελευθερισμό. Τώρα, αυτό που νομίζω εγώ ότι είναι το ζήτημα σήμερα, και αυτό για το οποίο η οικονομική κρίση (τις όψεις της οποίας προσπάθησα προηγουμένως να ορίσω εν συντομία) έχει λειτουργήσει ως αφορμή, δεν είναι απλά μια τέτοια μεταστροφή από τον παρεμβατισμό σε λίγο περισσότερο φιλελευθερισμό. Στην πραγματικότητα, μού φαίνεται ότι το ζήτημα σήμερα είναι τα συνολικά διακυβεύματα μιας πολιτικής που θα ήταν γενικά φιλελεύθερη. Και πάλι, εφόσον δεν έχω σκοπό να περιγράψω την πολιτική αυτή από όλες της τις απόψεις, θα ήθελα απλά να αναλογιστώ μια άποψη η οποία δεν αφορά αυστηρά την οικονομία ή την απευθείας, άμεση εισαγωγή της γαλλικής οικονομίας σε μια παγκόσμια οικονομία της αγοράς· θα ήθελα να αναλογιστώ [την πολιτική αυτή] από μια άλλη άποψη, αυτή της κοινωνικής πολιτικής. Ποιά ήταν η κοινωνική πολιτική σε ό,τι αφορά την παρούσα κυβέρνηση, την παρούσα κυβερνητικότητα -- η οποία ουσιαστικά παράχθηκε με την έλευση στην εξουσία του Ζισκάρ και της πολιτικής του; Ποιά θα μπορούσε να είναι και προς τι κατευθύνεται; Αυτό θα ήθελα να συζητήσω τώρα.

Ας ξαναπούμε, μέσα από λίγες σχηματικές ιστορικές παρατηρήσεις, ότι η μετα-φιλελεύθερη κοινωνική πολιτική η οποία έχει προγραμματιστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, κυριαρχήθηκε στη Γαλλία και την Αγγλία από δύο προβλήματα και ένα μοντέλο. Τα δύο προβλήματα ήταν, πρώτον, η συντήρηση της πλήρους απασχόλησης ως της βασικής οικονομικής και κοινωνικής προτεραιότητας, εφόσον η οικονομική κρίση του 1929 αποδόθηκε στην απουσία πλήρους απασχόλησης. Η απουσία πλήρους απασχόλησης κρίθηκε επίσης υπεύθυνη για όλες τις πολιτικές συνέπειες που είχε στην Γερμανία και γενικά στην Ευρώπη. Συνεπώς, το πρώτο πρόβλημα ήταν η συντήρηση της πλήρους απασχόλησης για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και άρα και πολιτικούς. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν να αποφευχθούν οι συνέπειες μια υποτίμησης που γινόταν απαραίτητη από την πολιτική ανάπτυξης. Για να συντηρηθεί η πλήρης απασχόληση και για να αμβλυνθούν οι συνέπειες της υποτίμησης που καθιστά τις αποταμιεύσεις και την ατομική κεφαλαιοποίηση αναποτελεσματικές, θεωρήθηκε αναγκαίο να εδραιωθεί μια πολιτική κοινωνικής ασφάλισης των κινδύνων. Το μοντέλο για τις τεχνικές επίτευξης αυτών των στόχων ήταν ο πόλεμος, δηλαδή, το μοντέλο της εθνικής αλληλεγγύης το οποίο συνίσταται στο να μην ρωτάς τους ανθρώπους γιατί τους συνέβη αυτό που τούς συνέβη, ούτε σε ποιά οικονομική κατηγορία ανήκουν. Οτιδήποτε συμβεί σε ένα άτομο σε ό,τι αφορά ελλείψεις, ατυχήματα ή άγνωστες αιτίες πρέπει να τύχει μέριμνας από ολόκληρη την κοινότητα στο όνομα της εθνικής αλληλεγγύης. Αυτοί οι δύο στόχοι και το μοντέλο αυτό εξηγούν γιατί οι αγγλικές και γαλλικές κοινωνικές πολιτικές ήταν πολιτικές συλλογικής κατανάλωσης που εξασφαλιζόταν από μια μόνιμη ανακατανομή του εισοδήματος, από μια συλλογική κατανάλωση και μόνιμη ανακατανομή που πρέπει να απασχολεί όλον τον πληθυσμό, με κάποιους μόνο προνομιούχους τομείς. Στη Γαλλία, και εξαιτίας πολιτικών που είχαν ως στόχο την αύξηση των γεννήσεων, η οικογένεια είχε ιδωθεί ως ένας από τους τομείς που έπερεπε να είναι ειδικά προνομιούχος, αλλά γενικά η ιδέα ήταν ότι ολόκληρη η κοινότητα έπρεπε να προσφέρει προστασία για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν τα άτομα. Εφόσον οριοθετήθηκαν οι στόχοι αυτοί και επιλέχθηκε το μοντέλο αυτό για να εκπληρωθούν, εγείρεται βέβαια το ερώτημα αν μια τέτοια πολιτική, που παρουσιάστηκε ως κοινωνική πολιτική, είναι απαραίτητα και μια οικονομική πολιτική ταυτόχρονα. Με άλλα λόγια, δεν φέρνει μια τέτοια πολιτική μαζί της —είτε το θέλει είτε όχι— μια ολόκληρη σειρά από οικονομικές συνέπειες οι οποίες κινδυνεύουν να φέρουν απρόβλεπτες και, όπως λέγεται, στρεβλωτικές επιπτώσεις, στην ίδια την οικονομία, οι οποίες θα αποδιοργανώσουν το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα;

Απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα έχουν δοθεί πολλές. Κάποιοι λένε ναι. Βεβαίως, αυτού του είδους η πολιτική θα φέρει οικονομικές συνέπειες, αλλά αυτές ακριβώς τις συνέπειες θέλουμε. Δηλαδή, για παράδειγμα, η ανακατανομή του εισοδήματος και η εξίσωση του εισοδήματος και της κατανάλωσης είναι ακριβώς το αποτέλεσμα που θέλουμε, και η κοινωνική πολιτική έχει πραγματικό νόημα μόνο εφόσον εισάγει κάποιες διορθωτικές προσαρμογές και κάποια ισορροπία μέσα στο οικονομικό καθεστώς, για τα οποία δεν μπορεί να εγγυηθεί η ίδια η φιλελεύθερη πολιτική και οι οικονομικοί μηχανισμοί ως τέτοιοι. Άλλοι λένε όχι, καθόλου. Η κοινωνική πολιτική που θέλουμε να εγκαταστήσουμε, ή η οποία έχει εδραιωθεί από το 1945, στην πραγματικότητα δεν επηρεάζει άμεσα την οικονομία, ή οι επιπτώσεις της στην οικονμία είναι τόσο προσαρμοσμένες, τόσο συμμορφωμένες ως προς τους μηχανισμούς της ίδιας της οικονομίας που δεν μπορούν να τούς αποδιοργανώσουν. Είναι πολύ ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Laroque, ο άνθρωπος που δεν εφήυρε μεν τις κοινωνικές ασφαλίσεις στη Γαλλία, βρισκόταν όμως πίσω από την οργάνωσή τους και δημιούργησε τον μηχανισμό τους, σε ένα κείμενο του 1947 ή 48, δεν θυμάμαι πλέον, έδωσε ακριβώς αυτή την εξήγηση και αυτή την αιτιολόγηση για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Μιλώντας στο χρονικό εκείνο σημείο στο οποίο δημιουργούνταν [οι κοινωνικές ασφαλίσεις], είπε: Μην ανησυχείτε, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν έχουν στόχο να παράξουν, και δεν μπορεί να έχουν, οικονομικές συνέπειες που δεν είναι ευνοϊκές. Όρισε την κοινωνική ασφάλιση ως εξής: Δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια τεχνική για να διασφαλιστεί ότι “όλοι μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους και αυτούς για τούς οποίους είναι υπεύθυνοι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.” Τι σημαίνει να φροντίζεις τον εαυτό σου και αυτούς για τους οποίους είσαι υπεύθυνος; Σημαίνει, απλά, την εδραίωση ενός μηχανισμού τέτοιου τέτοιος ώστε οι συνεισφορές για την κοινωνική ασφάλιση να αφαιρούνται μόνον από τους μισθούς, με άλλα λόγια, [σημαίνει] να υπάρχει ένας εικονικός μισθός επιπρόσθετα από τον μισθό που πληρώνεται πραγματικά σε χρηματική μορφή. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για πρόσθεση, γιατί θα έχεις έναν συνολικό μισθό, μέρος του οποίου θα έχει την μορφή μισθού με την στενή έννοια, και ένα άλλο μέρος του οποίου θα έχει τη μορφή κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης πληρώνεται από τον ίδιο τον μισθό, από τη μάζα των μισθών, και από τίποτε άλλο. Δεν πρόκειται για αλληλεγγύη που επιβάλλεται σε αυτούς που δεν κερδίζουν μισθό για χάρη αυτών που κερδίζουν μισθό, είναι μια “αλληλεγγύη που επιβάλλεται στη μάζα των μισθωτών”, για δικό τους καλό, “προς όφελος”, λέει ο Laroque, “των παιδιών και των ηλικιωμένων.” Έτσι αυτή η Κοινωνική Ασφάλιση δεν μπορεί να ειπωθεί ότι επιβαρύνει την οικονομία, ότι την παραφορτώνει, ή ότι αυξάνει το κόστος της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις ήταν απλώς ένας τρόπος του να πληρώνεται κάτι που δεν ήταν παρά μισθός· δεν επιβαρύνει την οικονομία. Ακόμα καλύτερα, μάς επιτρέπει βασικά να μην αυξάνουμε τους μισθούς, και συνεπώς το αποτέλεσμά της είναι η μείωση του κόστους της οικονομίας μέσα από την εξειρήνευση των κοινωνικών συγκρούσεων, που με τη σειρά της βασίζεται στο ότι οι μισθοδοτικές απαιτήσεις γίνονται λιγότερο απότομες και πιεστικές. Αυτό είπε το 1947-48 ο Laroque για να εξηγήσει τον μηχανισμό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ο ίδιος είχε τελοιοποιήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: