Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

G.W.F Hegel-Από την επιστήμη της Λογικής VI (Απεραντοσύνη/Το απέραντο γενικά)

ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ
Με την απλή του έννοια, το απέραντο μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να ιδωθεί ως ένας νέος ορισμός του απόλυτου· τίθεται ως είναι και γίγνεσθαι ως ακαθόριστη σχέση με τον εαυτό του. Οι μορφές του καθορισμένου είναι δεν βρίσκουν χώρο στην σειρά αυτών των καθορισμών που μπορούν να ιδωθούν ως ορισμοί του απόλυτου, διότι οι ατομικές μορφές της σφαίρας αυτής τίθενται άμεσα μόνο ως καθοριστικότητες, ως γενικά περατές. Το απέραντο όμως, θεωρείται πως είναι απόλυτο χωρίς προϋποθέσεις διότι καθορίζεται ξεκάθαρα ως άρνηση του περατού, και έτσι γίνεται άμεση αναφορά στην οριακότητα στο απέραντο --οριακότητα για την οποία το είναι και το γίγνεσθαι θα ήταν ίσως ικανά, ακόμα και αν δεν την είχαν ή δεν την έδειχναν-- και απορρίπτεται η παρουσία, μέσα στο απέραντο, μιας τέτοιας οριακότητας.

Ακόμα και έτσι όμως, το απέραντο δεν είναι ακόμα ελεύθερο από περιορισμό και περατότητα· το βασικό σημείο είναι να διακρίνουμε την αυθεντική έννοια της απεραντοσύνης από την κίβδηλη απεραντοσύνη· όμως η δεύτερη είναι πεπερασμένο απόλυτο, και θα δούμε ότι η ίδια η προσπάθεια να κρατηθεί καθαρό και αποκομμένο από το περατό το απέραντο καθιστά το απέραντο περατό.

Το απέραντο είναι:
α) στον απλό του καθορισμό, καταφατικό ως άρνηση του περατού
β) αλλά για τον λόγο αυτό βρίσκεται σε έναν εναλασσόμενο καθορισμό με το περατό, και είναι έτσι το αφηρημένο, μονοδιάστατο απέραντο
γ) η αυτο-αναίρεση αυτού του απέραντου και του περατού, ως μία και μόνο διαδικασία -- αυτό είναι το αληθινό ή γνήσιο απέραντο.

α) Το απέραντο γενικά
Το απέραντο είναι η άρνηση της άρνησης, η κατάφαση, το είναι το οποίο έχει αποκαταστήσει τον εαυτό του εκτός της οριακότητας. Το απέραντο είναι, και πιο έντονα από ότι το πρώτο, άμεσο είναι· είναι το πραγματικό είναι, η ανύψωση πάνω από τον περιορισμό. Στο όνομα τού απέραντου, η καρδιά και ο νους φωτίζονται, γιατί στο απέραντο το πνεύμα δεν είναι απλώς παρόν ως προς τον εαυτό του αφηρημένα, αλλά ανυψώνεται προς τον εαυτό του, προς το φως της σκέψης του, της οικουμενικότητάς του, της ελευθερίας του. 

Η έννοια του απέραντου όπως πρωτοπαρουσιάζεται είναι αυτή, ότι το καθορισμένο είναι καθορίζει τον εαυτό του στο καθεαυτόν είναι του ως περατό και υπερβαίνει τον περιορισμό. Είναι στην ίδια τη φύση του περατού να υπερβαίνει τον εαυτό του, να αρνείται την άρνησή του, και να γίνεται απέραντο. Έτσι, το απέραντο δεν στέκεται ως κάτι τελειωμένο και πλήρες πάνω από, ή σε ανώτερη θέση από, το περατό, ωσάν το περατό να είχε ένα σταθερό είναι ξέχωρα από ή κάτω από το απέραντο. Ούτε περνάμε απλώς ως υποκειμενικός Λόγος πέρα από το περατό και μέσα στο απέραντο· όπως όταν λέμε ότι το απέραντο είναι η Έννοια του Λόγου και ότι μέσα από τον Λόγο ανυψωνόμαστε σε θέση ανώτερη από αυτή τον έγχρονων πραγμάτων, αν και το επιτρέπουμε αυτό να γίνεται χωρίς προκατάληψη για το περατό, το οποίο δεν επηρεάζεται καθόλου από αυτή την εξύψωση, μια εξύψωση που παραμένει εξωγενής για το ίδιο.  Αλλά [μάλλον] το περατό το ίδιο, όταν εξυψώνεται στο απέραντο, δεν είναι με κανένα τρόπο κάτι στο οποίο επιδρά μια ξένη δύναμη· αντίθετα, είναι στη φύση του [του περατού] να σχετίζεται προς τον εαυτό του ως περιορισμός, --τόσο ως περιορισμός καθαυτός όσο και ως "θα έπρεπε"-- και να υπερβαίνει αυτό το ίδιο [τον περιορισμό] ή μάλλον, [είναι στη φύση του] να αρνείται τον περιορισμό ως σχέση προς εαυτόν και να είναι πέρα από αυτόν.
Έτσι, το περατό έχει εξαφανιστεί στο απέραντο και αυτό που είναι, είναι μόνο το απέραντο.

3 σχόλια:

Eriugena είπε...

Ανέτρεξα στο κείμενο και όλα οκ, αλλά θα ήθελα να μου πεις αν υπάρχει λόγος που προτιμάς το "απέραντο" απο το "άπειρο", όπως και σε προηγούμενη ανάρτηση το "ατέρμονο"..Βέβαια η μετάφραση δεν είναι λάθος , χρησιμοποιείται το Unendlichkeit (απεραντοσύνη-άπειρο )και Das Unendlice überhaupt(το απέραντο-άπειρο γενικά), που σημαίνει το αρνητικό του τέλους-τελειωτικού, άρα ορθή η μετάφραση. Όμως γιατί να αποφύγουμε το "άπειρο"; επειδή έχει και μαθηματική έννοια;
Πάντως με την τυπική έννοια το unedlich(-e)σημαίνει φιλοσοφικά καθαρά το άπειρο αλλά και το χρονικά το ατέρμονο, χωρικά δε το απέραντο και όταν αναφέρεται σε ανθρώπινη σημασία το ατέρμονο-ατελείωτο,λ.χ "eine unedliche Geschicte" δηλαδή "μια ατέλειωτη ιστορία"..Ίσως αυτή η "ανθρωποποίηση" της έννοιας να προσαρμόζεται σε μια διαφωτιστική με την ευρεία έννοια "ανθρωποκεντρικότητα", επέτρεψέ μου όμως να είμαι επιφυλακτικός με τόσο με την αγγλοσαξωνική γείωση όσο και με την μαρξιστική μερικές φορές..
Σε χαιρετώ φίλε, και ελπίζω να μην είσαι θυμωμένος με τα νεύρα μου μερικές φορές..είμαστε πιεσμένοι

Αντωνης είπε...

Γιάννη,

Ο μοναδικός λόγος που στις συγκεκριμένες μεταφράσεις προτίμησα το "απέραντο" είναι λόγω άμεσης ετυμολογικής αντίστιξης προς το "περατό", η οποία βοηθά να γίνει κατανοητή σε γραμματικό/λεξιλογικό επίπεδο η ιδέα, π.χ, του "α-πέραντου" ως "άρνησης" του "περατού".

Κατανοώ τα νεύρα, δεν υπάρχει πρόβλημα.

Αντωνης είπε...

Το "άπειρο", από την άλλη, θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί, αν όμως μετέφραζα τον αντίθετο του όρο σε "πεπερασμένο."

Γενικά, όπως ξέρεις καλύτερα από μένα (και όπως ξέρει καλύτερα και απ' τους δυο μας ο Τζωρτζόπουλος), το να μεταφράζεις Χέγκελ είναι σχεδόν όσο δύσκολο είναι να τον διαβάζεις, και μάλλον απαραίτητο για να τον διαβάσεις με μια στοιχειώδη επάρκεια.