Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Μαρξισμός και μελέτη του κοινωνικού γίγνεσθαι Ι (Τάξεις και Ηθική)

Μαρξισμός και μελέτη του κοινωνικού γίγνεσθαι (Μέρος Πρώτο)

Οφείλω πολλά, αν όχι τα περισσότερα σε σχέση με το κείμενο αυτό, στο radical desire και τον συντάκτη του, που θεματοποίησε το εν λόγω ζήτημα. Μπορείτε να δείτε τη σχετική συζήτηση εδώ http://radicaldesire.blogspot.com/2011/06/alain-badiou_7885.html. Εννοείται πως αναλαμβάνω την αποκλειστική ευθύνη για όσα γράφονται εδώ, και για την ερμηνεία των διαφόρων αποσπασμάτων, διακινδυνεύοντας να κολυμπήσω στα βαθιά, πολύ βαθιά για μένα. Αλλά τουλάχιστον έτσι θα τεθούν τα ανοιχτά ζήτηματα.


Eισαγωγή στο εξεταζόμενο πρόβλημα
Στους μαρξιστικούς κύκλους, βασικά δύο απόψεις αναφορικά με τη μέθοδο μελέτης της κοινωνίας κονταροχτυπήθηκαν. Η άποψη που αντιμετωπίζει την κοινωνία κυρίαρχα ως ολότητα, και εκείνη που αντιμετωπίζει την κοινωνία κυρίαρχα ως δομή. Οι απόψεις αυτές αναπτύχθηκαν θεωρητικά εκτός του επίσημου σοβιετικού μαρξισμού, ο οποίος δεν αναπτύχθηκε σε καμία από τις δύο κατευθύνσεις. Αντιθέτως, υπήρξαν στην ΕΣΣΔ μαρξιστές-φιλόσοφοι που έζησαν στην ΕΣΣΔ, όπως ο Ιλιένκοφ και ο Βαζιούλιν, λιγότερο εναρμονισμένοι με τις εκεί επικρατούσες ερμηνείες του μαρξισμού, οι οποίοι ακολούθησαν την κατεύθυνση των ολιστικών προσεγγίσεων.

Πολύ επιγραμματικά, κύριο χαρακτηριστικό των ''ολιστικών προσεγγίσεων'' στον μαρξισμό, είναι η αξιοποίηση της σκέψης του Χέγκελ και μαρξικών κατηγοριών που θεωρούνται δάνεια από τον Γερμανό φιλόσοφο (αλλοτρίωση, ουσία, φαινόμενο, ολότητα, άρνηση-διαμεσολάβηση κ.α), η εμβάθυνση της υλιστικής διαλεκτικής, η αντιμετώπιση της ιστορικής κίνησης ως a posteriori επιδεκτικής ορθολογικής κατανόησης, καθώς από αυτήν μπορούν να εξαχθούν αντικειμενικές τάσεις-κοινωνικές ''νομοτέλειες''κ.α. Ο Λούκατς, ο Αντόρνο και ο Μαρκούζε, γενικά η σχολή της Φρανκφούρτης π.Χ (δηλαδή προ Χάμπερμας), οι Ιταλοί Ντε λα Βόλπε και Κολέτι (και άλλοι που επηρεάστηκαν από αυτούς), οι Ιλιένκοφ και Βαζιούλιν, παρ'ολες τις τεράστιες διαφορές των έργων τους, διακρίνονται από τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Στον ενδομαρξιστικό αντίποδα, δεσπόζει η σχολή Αλτουσέρ, που προσπάθησε να ''ανανεώσει'' τον μαρξισμό με την πρόσληψή του μέσω του ''δομισμού'' (που εισήγαγε ο γλωσσολόγος Σωσσύρ και βάθυνε ο Λέβι-Στρως της ''δομικής ανθρωπολογίας''). Η σχολή αυτή διακρίνεται για τον αντι-εγελιανισμό της (που σημαίνει εδώ, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, σπινοζισμό), και αυτός ο αντι-εγελιανισμός οδηγεί κατ'ουσίαν στην εξαφάνιση μαρξικών κατηγοριών που αντλούνται (αφού μετασχηματιστούν κριτικά), από το εννοιολογικό οπλοστάσιο του Χέγκελ (τέτοιες έννοιες αναφέρθηκαν ενδεικτικά παραπάνω). 

Αντι-εγελιανισμός, ''δομισμός'', πρωτοκαθεδρία των παραγωγικών σχέσεων, ο ''θεωρητικός αντι-ανθρωπισμός'', η πρωτότυπη θεωρία της ιδεολογίας και των ΙΜΚ, είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της σχολής Αλτουσέρ.

Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν, κατά τη γνώμη μου, δυνατά και αδύναμα σημεία, και ακριβώς προιόν των ελαττωμάτων και των ελλείψεων της κάθε μίας ήταν η περαιτέρω ανάπτυξη της άλλης. Προσωπικά κλίνω υπέρ του λεγόμενου ''εγελομαρξισμού'' και των ''ολιστικών προσεγγίσεων'', καθώς θεωρώ πως ανταποκρίνονται περισσότερο και στο γράμμα και στο πνεύμα του μαρξικού έργου και συνολικά του μαρξισμού και της δέουσας κριτικής-επαναστατικής θεωρίας σήμερα. Ωστόσο, τα ερωτήματα που έθεσε η σχολή Αλτουσέρ πρέπει να απασχολούν σήμερα τον καθένα που θέλει να ασχοληθεί με την μαρξιστική σκέψη, και να την γονιμοποίησει δημιουργικά. Άλλωστε, μια ορισμένη έννοια της δομής είναι ολοφάνερη στο μαρξικό έργο, είτε μέσω της περίφημης μεταφοράς βάσεως-εποικοδομήματος και υποδομής-υπερδομής, είτε μέσα από διάφορα άλλα συμφραζόμενα και εννοιολογικές συλλήψεις. Αυτή η παρουσία της ''δομής'', βεβαίως, δεν είναι τυχαία, αλλά ενδεικνύει μια πραγματική διαφορά σε σχέση με τις εγελιανές έννοιες, την οποία δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Άλλωστε, είναι κοινός τόπος όλων, ότι ο Χέγκελ δεν ''αναποδογυρίστηκε'' απλώς από τον Μάρξ, αλλά μετασχηματίστηκε υλιστικά με τρόπο που πόρρω απέχει από το να είναι μια ''ανεστραμμένη όψη'' του εγελιανού προτύπου.

Αποτελεί λοιπόν μείζων ζήτημα η τοποθέτηση του καθενός ομιλεί δια στόματος του ''μαρξισμού'' μέσα σε αυτήν την αντιπαράθεση, πράγμα το οποίο θα επιχειρήσει ο γράφων. Πέραν όμως της αντιπαράθεσης της ''ολιστικής'' και της ''δομιστικής'' προσέγγισης στον μαρξισμό, όπως εδώ χάριν συντομίας ονομάζονται, πρόκειται να τεθεί, στις γενικές του γραμμές, και το πρόβλημα της αντιπαράθεσης ελευθερίας και αναγκαιότητας στην επαναστατική θεωρία. Ουσιαστικά, ολιστική και δομιστική προσέγγιση αποτελούν, παρά τις διαφορές τους, δύο διαφορετικές εκδοχές μιας συστημικής αναγκαιότητας, η οποία μοιάζει να αποκλείει την ελευθερία, την αυτενέργεια και αυτονομία των ανθρώπων. Aν θεωρήσουμε την λουκατσιανή ολότητα ως την πλέον ''ακραία'', δηλαδή την πλέον ''εγελιανή'', μορφή εγελομαρξισμού (στην οποία άσκησε δριμεία κριτική ο Λουί Αλτουσέρ), τότε ίσως μπορούμε, εντελώς σχηματικά, να αναπαραστήσουμε τις εξής σχέσεις (Ε.Μ=εγελομαρξισμός στην λουκατσιανή εκδοχή, Αλτ.=αλτουσεριανισμός, ελευθερία, αναγκαιότητα):
 Μιλώντας πάντα για την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, η λουκατσιανή ολότητα και η αλτουσεριανή ''δομή με δεσπόζουσα'', αποτελούν οντότητες που διέπονται από ''νόμους'', η μεν από τους νόμους της κεφαλαιοκρατίας, οι οποίοι εντοπίζονται στην ''ουσία'', και εκφαίνονται στην ''επιφάνεια'' της κοινωνίας ως ''φαινόμενα'', η δε από τους δομικούς, αιτιακούς καθορισμούς, με την ''οικονομία'' να είναι η ''σε τελευταία ανάλυση καθοριστική''. Μολονότι μια έννοια της δομής και η άποψη ότι οι άνθρωποι εντός της δεν είναι παρά ''φορείς'' των κοινωνικών σχέσεων, μοιάζει να εκμηδενίζει τα περιθώρια δράσης τους και την ελευθερία τους, η ''ημιαυτονομία'' των ''επιπέδων'' του εποικοδομήματος (πολιτικό, αισθητικό, φιλοσοφικό κλπ), και οι διαφορετικές χρονικότητές τους, επιτρέπει σε αυτά να έχουν μια ''σχετική αυτοτέλεια'', που φαίνεται να δίνει το απαιτούμενο περιθώριο για δράση πέρα από και ενάντια στην ''αναγκαιότητα'' και τον ''ντετερμινισμό'' της κεφαλαιοκρατικής οικονομικής βάσης (με αυτό σχετίζεται και η ''αυτονομία του πολιτικού'', η δυνατότητα ύπαρξης και νίκης, στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, ενός ΚΚ). Όλα αυτά, βέβαια, με την προυπόθεση ότι η συνάρθρωση όλων των επιπέδων παράγει μια τέτοια συνθετότητα, ώστε να αναπαράγεται συνολικά η δομή. Αντίθετα, η εγελομαρξιστική ''ολότητα'', κατηγορήθηκε (όπως παρεμφερώς κατηγορήθηκε και η ''δομημένη ολότητα'' του Αλτουσέρ'' ότι ''σκοτώνει το υποκείμενο'' με την έννοια του φορέα των κοινωνικών σχέσεων), ότι θεωρεί τους ανθρώπους πιόνια των ιδεαλιστικών ''νόμων της ουσίας'' (όπου ουσία, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή). Η ιστορικο-λογικά αυτοαναπτυσσόμενη αυτή ολότητα μοιάζει να έχει τη δική της ζωή και να πραγματώνει τον εαυτό της μέσα από τους αλλοτριωμένους, πραγμοποιημένους και πλήρως υποταγμένους στο όλον ''εντολοδόχους'' της, τους ανθρώπους, ώσπου να φτάσει στην ''έννοιά της''. Ακόμη, μοιάζουν τα ''φαινόμενα'' του ''εποικοδομήματος'', οι ''μορφές'' κοινωνικής συνείδησης'', να εκφράζουν απλώς την ''ουσία'', με μια μεταφυσική κάθετη αναγωγή τους σε αυτήν. Αυτές ήταν οι συνήθεις αιχμές των αντιπάλων του ''εγελομαρξισμού'', αφού αυτοί τον θεώρησαν κατάλοιπο του ιδεαλισμού του Χέγκελ (και με άλλες συνέπειες, όπως η προσκόλληση στον ανθρωπισμό και τον οικονομισμό και την ιδέα της ''προόδου), που ήθελε την Ιστορία να είναι μια διαδοχική πραγμάτωση του Απόλυτου Πνεύματος, το οποίο, ξεκινώντας από μια αρχέγονη ταυτότητα, αυτό-εξωτερικεύεται, αυτοαλλοτριώνεται, για να επιστρέψει τελικά, μέσα από διαδοχικές φάσεις και τελικά σαν σε σχήμα κύκλου, στον εαυτό του.

Συνεπώς τα ζητούμενα είναι δύο. Αφενός να διερευνηθεί η σχέση εγελομαρξιστικών και αλτουσεριανών προσεγγίσεων του καπιταλιστικού συστήματος-όλου, και να φανεί ενδεχομένως μια δυνατότητα ''συνθετικής'' λύσης. Αφετέρου, να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ αναγκαιότητας και ελευθερίας στον μαρξισμό, μεταξύ ντετερμινισμού και βολονταρισμού, μεταξύ συστήματος και ανθρώπων μέσα σε αυτό.

Είναι δυνατή η γνώση του όλου;
Σύμφωνα με τα δύο θεωρήματα της μη-πληρότητας του Γκέντελ (Kurt Gödel)

''1) Οποιαδήποτε αποτελεσματικά παραχθείσα θεωρία που είναι ικανή να εκφράσει τη στοιχειώδη αριθμητική δεν μπορεί να είναι και συνεπής και πλήρης. Συγκεκριμένα, για κάθε συνεπή, αποτελεσματικά παραχθείσα τυπική θεωρία που αποδεικνύει συγκεκριμένες αλήθειες βασικής αριθμητικής, υπάρχει μία αριθμητική δήλωση η οποία είναι αληθής, αλλά δεν μπορεί να αποδειχθεί από τη θεωρία.

2) Για κάθε αποτελεσματικά παραχθείσα τυπική θεωρία Θ που συμπεριλαμβάνει βασικές αριθμητικές αλήθειες και επίσης συγκεκριμένες αλήθειες για την δυνατότητα τυπικής απόδειξης, η Θ συμπεριλαμβάνει δήλωση περί της ιδίας συνέπειας αν και μόνο αν η Θ είναι ασυνεπής (1)''.

Τα θεωρήματα αυτά, τα οποία μέχρι σήμερα είναι γενικώς αποδεκτά, επηρέασαν βαθύτατα όχι μόνο τη φιλοσοφία των μαθηματικών, αλλά τη φιλοσοφική σκέψη ευρύτερα. Ας αναλογιστούμε τη γενικευσιμότητα των θεωρημάτων αυτών, σκεφτόμενοι μια θεωρία που αποτελείται από ένα σύνολο προτάσεων, οι οποίες βρίσκονται σε λογικές σχέσεις μεταξύ τους και αποδεικνύουν η μία την άλλη σύμφωνα με τους κανόνες της τυπικής λογικής και τους συμπερασμούς που προκύπτουν από το περιεχόμενο των προτάσεων της θεωρίας. Βάσει του πρώτου θεωρήματος, υπάρχει πάντοτε μια πρόταση στη θεωρία Θ, η οποία δεν αποδεικνύεται, είναι αξιωματική, και έχει τη μορφή ''η παρούσα πρόταση δεν αποδεικύεται''. Αν η πρόταση αυτή είναι αληθής, τότε υπάρχει μια πρόταση στη θεωρία που δεν είναι αποδείξιμη και επομένως η θεωρία δεν είναι πλήρης. Αν είναι ψευδής, τότε η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να αποδειχτεί. Μια θεωρία όμως μέσα στην οποία μπορεί να αποδειχτεί μια λάθος πρόταση είναι αντιφατική και άρα ασυνεπής (για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τον σύνδεσμο που δόθηκε στην παραπομπή 1).

Η λογική ''συνέπεια'' (βάσει των κανόνων της τυπικής λογικής'') που πρέπει να έχει μια θεωρία, οφείλει να μην παραβιάζει τον κανόνα της μη αντίφασης. Στον συλλογισμό, το Α=Μ, το Γ=Μ, άρα το Α=Γ, ο κάθε όρος, πχ το Α, δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι Α και μη-Α, γιατί έτσι θραύεται η τυπική-λογική ακολουθία. Αυτού του είδους η συνέπεια και η λογική συνοχή, χαρακτηρίζουν τα μαθηματικά και τη διάνοια (Verstand), ολόκληρη δηλαδή την ιστορία της λογικής πριν τον Χέγκελ. Μια εγελομαρξιστική ολιστική προσέγγιση, αίρει διαλεκτικά την αρχή της μη αντίφασης, και δέχεται την αντιφατικότητα όχι ως υποκειμενικό σφάλμα, αλλά ως πραγματική, εγγενή στα ίδια τα πράγματα. Ο Χέγκελ το έχει φιλοσοφικά αποδείξει αυτό πολλαπλώς, όπως στην περίπτωση του στοχασμού του σχετικά με την ταυτότητα της ταυτότητας και της μη ταυτότητας (3).

Μια θεωρία λοιπόν, που τείνει στην ολότητα, εμπεριέχει μέσα της την αντιφατικότητα, με τη διαλεκτική έννοια, οικοδομώντας μια θεωρητική κατασκευή ''πλήρη'' (στην ιδεατή κατάσταση ταύτισης της νόησης με την πραγματικότητα), αλλά ασυνεπή, με Α,Β,Γ κλπ που είναι ταυτόχρονα και μη-Α,μη-Β κλπ. Αντιθέτως, μια θεωρία η οποία διατηρεί τη λογική της συνέπεια (με όρους μαθηματικής-τυπικής λογικής), αυτό το κάνει εξοβελίζοντας την αντίφαση (υιοθετώντας δηλαδή τον κανόνα της μη-αντίφασης, τα όρια του οποίου έχει καταδείξει ο Χέγκελ). Στη περίπτωση αυτή, η θεωρία είναι ένα σύστημα που διέπεται από λογική συνοχή, αλλά για να το κάνει αυτό, οφείλει να θέσει εκτός των λογικών-συμπερασματικών του διαδικασιών μία πρόταση που μένει αναπόδεικτη, και παρ'όλα αυτά θεωρείται αληθής. Να σημειωθεί επίσης ότι αυτή η πρόταση, η ''πρόταση Γκέντελ'', δεν είναι μοναδική. ''Υπάρχουν άπειρες δηλώσεις στη γλώσσα της θεωρίας οι οποίες έχουν την ιδιότητα ότι είναι αληθείς και δεν μπορούν να αποδειχθούν''.

Στο έξοχο και εκλαϊκευμένο βιβλίο του ''Ηθική'', ο Αλέν Μπαντιού, στο πλαίσιο της σχετικής προβληματικής του για την ηθική, το Συμβάν και την αλήθεια, μας δίνει πολύτιμες διασαφηνίσεις για το παραπάνω θέμα. Έχει σημειώσει προηγουμένως ότι το άτομο-ζώο, δείχνοντας πιστότητα σε ένα Συμβάν, εισέρχεται σε μια διαδικασία αλήθειας που το υποκειμενικοποιεί. Ενώ η ''γλώσσα της κατάστασης'' συνιστά την ρεαλιστική δυνατότητα να κατονομάζει κανείς τα άπειρα στοιχεία ενός πολλαπλού (το οποίο είναι η κάθε κατάσταση), εκφράζοντας μια ''γνώμη'' (πχ ''ο καιρός είναι θυελλώδης σήμερα'') που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των ατόμων-ζώων, η γλώσσα-υποκείμενο κατονομάζει, σε ένα δεύτερο επίπεδο, δηλαδή ύστερα από την ταυτοποίηση των διάφορων στοιχείων με την ''γλώσσα της κατάστασης'' την οποία μετέρχεται ο καθένας, τα στοιχεία της κατάστασης από τη σκοπιά του Συμβάντος και της μετασυμβαντικής ρήξης (μια τέτοια ρήξη, ήταν για παράδειγμα, η ''επιστημολογική τομή'' του μαρξισμού στην πολιτική οικονομία). Η διαδικασία αλήθειας η οποία συνθέτει το υποκείμενο, το οδηγεί να κατονομάσει τα στοιχεία της κατάστασης στο πλαίσιο αυτής της αλήθειας, η οποία τα διαπερνά με την ''αιώνια'' ισχύ της, στην οποία πιστεύει το υποκείμενο το οποίο μετέχει στην αλήθεια αυτή. 

Ο Μπαντιού λοιπόν γράφει: ''Όμως εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι ότι η δύναμη μιας αλήθειας που απευθύνεται στις γνώμες έγκειται στο ότι αναγκάζει τις ρεαλιστικές ονοματοδοτήσεις (τη γλώσσα της αντικειμενικής κατάστασης) να κάμπτονται και να παραμορφώνονται από την επαφή με τη γλώσσα-υποκείμενο. Αυτό, και τίποτε άλλο, αλλάζει τους κατεστημένους κώδικες επικοινωνίας, λόγω επενέργειας μιας αλήθειας. Μπορούμε τώρα να ορίσουμε τι θα ήταν η ολική δύναμη της αλήθειας. Θα ήταν ολική δύναμη της γλώσσας-υποκείμενο. Ήτοι η ικανότητα να κατονομάσει και να αξιολογήσει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής κατάστασης με βάση τη διαδικασία αλήθειας. Έχοντας γίνει άκαμπτη και δογματική (ή ''τυφλωμένη''), η γλώσσα-υποκείμενο θα διατεινόταν πως μπορεί να κατονομάσει, με βάση τα δικά της αξιώματα, την ολότητα του πραγματικού-και έτσι να αλλάξει τον κόσμο''(4). Αυτό συμβαίνει μόνο αν ''υποθέτει κανείς ότι η ολότητα μιας κατάστασης γίνεται να υπαχθεί στην ιδιαίτερη συνεκτικότητα μιας υποκειμενικής αλήθειας. Έπειτα, υποθέτει κανείς ότι μπορεί να εκμηδενίσει τη γνώμη''(5). Αυτό σημαίνει μια ''απόλυτη αυθεντία αψευδούς ονοματοδοτήσεως''. 

Αυτή η απόλυτη αυθεντία της υποκειμενικής αλήθειας και της ''γλώσσας-υποκείμενο'' είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς συνιστά την ολοκληρωτική άρνηση του ζώου-άνθρωπο και την δυνατότητα είπωσης γνώμης για κάποιο από τα στοιχεία της κατάστασης. Στην πραγματικότητα ''η αλήθεια δεν έχει παντοδυναμία'', πράγμα που ''σημαίνει τελικά ότι η γλώσσα-υποκείμενο, προιόν της διαδικασίας αλήθειας, δεν έχει εξουσία κατονομασίας για όλα τα στοιχεία της κατάστασης. Υπάρχει τουλάχιστον (σ.σ υπογράμμιση δική μου) ένα πραγματικό στοιχείο, ένα υπαρκτό μέσα στην κατάσταση πολλαπλό, το οποίο παραμένει απροσπέλαστο στις αψευδείς κατονομασίες, και παραδίδεται μόνο στη γνώμη, μόνο στη γλώσσα της κατάστασης. Ένα σημείο που η αλήθεια δεν μπορεί να παραβιάσει. Αυτό το στοιχείο θα το ονομάσουμε ακατονόμαστο της αλήθειας. Το ακατονόμαστο δεν είναι ακατονόμαστο ''καθ'εαυτόν''. Είναι δυνάμει προσπελάσιμο από τη γλώσσα της κατάστασης, μπορεί ασφαλώς κανείς να ανταλλάξει κανείς γνώμες για αυτό. Διότι δεν υφίσταται κανένα όριο στην επικοινωνία. Το ακατονόμαστο είναι ακατονόμαστο για την γλώσσα-υποκείμενο...είναι υπ'αυτή την έννοια το σύμβολο του καθαρού πραγματικού της κατάστασης, της δίχως αλήθεια ζωής της'' (6).

Ο προσδιορισμός του ακατονόμαστου σε κάθε διαδικασία αλήθειας, λέει ο Μπαντιού, είναι δύσκολη υπόθεση. Ανάμεσα στα παραδείγματα που δίνει, λέει και το εξής: '' Στα μαθηματικά που αντιπροσωπεύουν κατεξοχήν τη μη-αντιφατική σκέψη, το ακατονόμαστο είναι ακριβώς η μη-αντιφατικότητα: ξέρουμε πράγματι ότι είναι αδύνατον να αποδειχθεί, στο εσωτερικό ενός μαθηματικού συστήματος, η μη-αντιφατικότητα αυτού του συστήματος (πρόκειται για το περίφημο θεώρημα του Γκέντελ)''(7).

Έτσι λοιπόν, η συλλογιστική του Α.Μπαντιού καταλήγει από όπου ξεκινήσαμε, στον Γκέντελ. Μάλιστα, το ''ακατονόμαστο'' που περιγράφει ο Μπαντιού, μας θυμίζει αρκετά το ''μη εννοιακό υπόλειμμα'' του Αντόρνο. Το μη εννοιακό υπόλειμμα συνιστά το είναι του πράγματος το οποίο αναγκαστικά δεν υπάγεται στην έννοια, αυτό που δεν διαλύεται στην ταυτότητα της έννοιας και του πράγματος (το ειδικό δεν μπορεί να αναχθεί ποτέ πλήρως στο γενικό), που μένει μη ταυτόσημο, ''πλεονάζον'', μη ιδιοποιήσιμο από τη σκέψη του υποκειμένου, και αυτό οφείλεται στη ριζική, μη συμφιλιώσιμη διαφορά υποκειμένου-αντικειμένου, όσο και αν το υποκείμενο και το αντικείμενο αλληλοεισδύουν. ''Η αντίθεση της σκέψης προς το ετερογενές της αναπαράγεται στην ίδια τη σκέψη ως εγγενή αντίφασή της. Η κριτική του γενικού με αναφορά στο ειδικό και αντίστροφα, ταυτιστικές πράξεις που κρίνουν αν η έννοια δικαιώνει το εννοούμενο και αν το ειδικό πληροί όντως την έννοιά του, αυτά είναι ένα μέσον της σκέψης πάνω στη μη ταυτότητα του ειδικού και της έννοιας''(8). ''Όταν εξομαλύνουμε τη διαλεκτική αντίφαση, έκφραση του αδιάλυτου μη ταυτόσημου, πάλι μέσω της ταυτότητας, αγνοούμε αυτό που σημαίνει η αντίφαση και επιστρέφουμε στη καθαρή σκέψη της λογικής συνέπειας (σ.σ υπογράμμιση δική μου)''(9). 

Ακριβώς αυτή η ''λογική συνέπεια'', είναι εκείνη που κερδίζει μια θεωρία, όταν εγκαταλείπει την διαλεκτική αντίφαση, όπως φαίνεται από τα θεωρήματα του Γκέντελ, χάνοντας την πληρότητα και θέτονας εκτός αποδειξιμότητας αξιωματικές προτάσεις. Η πληρότητα αυτή ''κερδίζεται'', με την αποδοχή της αντίφασης μεταξύ προτάσεων της θεωρίας ως πραγματικής αντίφασης (εννοείται βέβαια, ότι δεν έχουμε διαπράξει προηγουμένως κάποιο σφάλμα της τυπικής λογικής!). Ωστόσο, και αυτή η πληρότητα, δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Αυτό το νόημα έχει η ''αρνητική διαλεκτική'' του Αντόρνο, ο οποίος καθοριστικά παρεμβαίνει και σημειώνεται ότι μια έννοια δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει όλο το πλούτου του ανακλώμενο σε αυτήν ειδικού. Το ''ακατονόμαστο'' του Μπαντιού, είναι κάπως διαφορετικό. Δεν πρόκειται για μη νοητό στοιχείο του πραγματικού, δηλαδή κάτι που δεν συλλαμβάνεται νοητικά, αλλά για κάτι το οποίο δεν κατονομάζει η γλώσσα-υποκείμενο της διαδικασίας αλήθειας. Η διαφορά έγκειται στο ότι το ακατονόμαστο του Μπαντιού μπορεί να συλληφθεί, στο επίπεδο της γνώμης, και εκφράζονται απόψεις για αυτό, δηλαδή κατονομάζεται από τα διάφορα άτομα και την γλώσσα της κατάστασης. Εδώ δεν πρόκειται για την κλασική διαλεκτική αλήθειας-πλάνης, αφού διαπιστώνεται ένα όριο στη δύναμη της αλήθειας το οποίο δεν μπορεί να ξεπεραστεί με μία καλύτερη γνώση και επεξεργασία των εννοιών που φέρει το πιστό στην αλήθεια υποκείμενο. Αυτό το ''τυφλό σημείο'' που δεν κατονομάζει η αλήθεια, τελικά θα διαπεραστεί από την απλή γνώμη του, η οποία θα είναι ''ισάξια'', χωρίς ''δράμι αλήθειας'' με τις γνώμες των άλλων για το συγκεκριμένο στοιχείο (ή στοιχεία). Το εννοιακό υπόλειμμα του Αντόρνο, είναι και αυτό ένα όριο της ανθρώπινης γνώσης και ενυπάρχει σε (ή μάλλον κείται έξω από) κάθε έννοια, ωστόσο η διαλεκτική σκέψη ακατάπαυστα προσπαθεί να εγκολπωθεί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής πραγματικότητας τα οποία δεν έχει ακόμα νοητικά οικειοποιηθεί. Το ακατονόμαστο δεν είναι πράγμα καθεαυτό, όπως και το μη εννοιακό υπόλειμμα, αλλά με διαφορετικό τρόπο: το πρώτο εννοιολογείται και είναι ''δυνάμει προσπελάσιμο από τη γλώσσα της κατάστασης'', επομένως αυτή η εννοιολόγηση δεν έχει το ίχνος και τη δύναμη της αλήθειας που υποκειμενικοποιεί. Αντιθέτως, το μη εννοιακό υπόλειμμα δεν έχει καν εννοιολογηθεί.

Η εντελής γνώση, λοιπόν, του όλου, είναι αδύνατη, για τους παραπάνω λόγους. Η διαφορά υποκειμένου-αντικειμένου, δεν μπορεί να αρθεί σε καμία περίπτωση. Το άτομο στέκεται απέναντι στον έξω κόσμο ως υποκείμενο, όταν μια διαδικασία αλήθεια του δίνει την πίστη ότι μπορεί να τον αντικρίσει σαν μία ολότητα που αντι-κειται σε αυτό. Το άτομο γίνεται υποκείμενο και ο περιβάλλοντος κόσμος αντικείμενο, και το υποκείμενο, προβάλλοντας στο αντικείμενο μια έλλειψή του, οδηγεί τον αντικειμενικό κόσμο σε μια νοητική διαμεσολάβησή του. Η διαφορά όμως μεταξύ τους είναι ανεξάλειπτη, το αντικείμενο δεν μπορεί να υπαχθεί πλήρως στην έννοια της αλήθειας του υποκειμένου. Μια τέτοια πλάνη μπορεί να έχει τρομαχτικές συνέπειες. Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία μιας ολοποιητικής ερμηνείας του κόσμου, η οποία χαράζει το δρόμο για την πράξη, τον υποκειμενικό σκοπό που υλοποιείται μετασχηματιζόμενος σε αντικειμενική πραγματικότητα, όπως πρώτος έδειξε ο Χέγκελ. ''Το κύριο ελάττωμα κάθε υλισμού μέχρι τώρα (μαζί και του Φόευρμπαχ), είναι ότι το εξωτερικό αντικείμενο, η πραγματικότητα, το αισθητό συλλαμβάνονται μονάχα με τη μορφή του Αντικειμένου ή της ενόρασης (σ.σ εποπτείας), και όχι σαν αισθητή ανθρώπινη δραστηριότητα, σαν πρακτική, όχι υποκειμενικά''(10). Η πράξη είναι κομμάτι τόσο του κόσμου του υποκειμένου, τόσο και του κόσμου του αντικειμένου, και η παραίτηση από την προσπάθεια να αντικρίσει κανείς το χώρο που στον οποίο πρόκειται να εγγραφεί η πράξη ως ολότητα, καθιστά ανέφικτο το είδος εκείνο των πράξεων που θα τις χαρακτηρίζαμε αναδομητικές της ολότητας, όπως είναι οι μεγάλες πολιτικές-συλλογικές πράξεις, οι επαναστάσεις. Η αλήθεια του υποκειμένου δεν έχει τη δύναμη να αγκαλιάσει όλο τον αντικειμενικό κόσμο, αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να πέσουμε στο σχετικισμό. ''Το ζήτημα αν μπορεί να αποδοθεί στην ανθρώπινη σκέψη μια αλήθεια, δεν είναι ζήτημα θεωρητικό, αλλά ζήτημα πρακτικό. Στην πράξη πρέπει να αποδείχνει ο άνθρωπος την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, την μη υπερβατικότητα της σκέψης του. Η συζήτηση για την πραγματικότητα ή μη πραγματικότητα μιας σκέψης, που είναι απομονωμένη από την πρακτική, είναι ένα καθαρά σχολαστικό ζήτημα''(11).

Ασυνεπής ολότητα και συνεπής μη ολότητα
Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την εγελομαρξιστική ολότητα, που βάζει στο επίκεντρό της την εγγενή, πραγματική αντίφαση, ως μία ''ασυνεπή ολότητα'', ασυνεπή με την έννοια ότι εμπεριέχει αντιφατικές προτάσεις, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με τα κελεύσματα της τυπικής λογικής και των αποδεικτικών συμπερασμών. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνεται, με αντάλλαγμα την αξίωση περί πληρότητας, την αξίωση δηλαδή για νοητική ανασύσταση της αντιφατικά αναπτυσσόμενης ολότητας του αντικειμενικού κοινωνικού γίγνεσθαι (ή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, ανάλογα με το αν μιλάμε για την κοινωνική ολότητα ή για την ολότητα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής). Από την άλλη πλευρά, το αλτουσεριανή κοινωνικό, δομημένο ''όλο'' (''μαρξιστικό όλο'', σε αντιδιαστολή με το εγελιανό), εξαλείφει την αντιφατικότητα των θεωρητικών προτάσεων, κατασκευάζοντας εννοιολογικά μια ''δομή με δεσπόζουσα'', η οποία παράγει και αναπαράγει τον εαυτό της με μία κανονικότητα. Υπάρχει λογική συνοχή μεταξύ των διάφορων ημιαυτόνομων επιπέδων του εποικοδομήματος (η συνάφεια ωστόσο δεν είναι τόσο στενή, ώστε να εξαρτάται πλήρως το ένα επίπεδο από το άλλο). Η δομή αυτή δεν αρνείται τον εαυτό της, μολονότι η αναπαραγωγή τις παραλλάσσει τα διάφορα στοιχεία (και μεταθέτει το ''κέντρο'', την δεσπόζουσα, ανάλογα με τον επικαθορισμό των αντιφάσεων, που καθορίζεται ''σε τελευταία ανάλυση'' από την οικονομία) όπως και τις μεταξύ τους σχέσεις. Η κατηγορία της άρνησης και της ''άρνησης της άρνησης'' θεωρείται εγελιανή και εξοβελιστέα. Στο επίπεδο της οικονομικής βάσης, οι παραγωγικές σχέσεις έχουν την πρωτοκαθεδρία, και η σχέση παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων δεν παράγει αντιφατικές, διαζευκτικά τιθέμενες κατευθύνσεις. Εφόσον επικρατούν οι αστικές σχέσεις παραγωγής, η οικονομική πραγματικότητα χρωματίζεται πλήρως από αυτές. Τίποτε δεν προεικονίζει, μέσα στον καπιταλισμό τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, όπως λένε κάποιοι πχ για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφού οι τελευταίες εξυπηρετούν την ευρωστία του καπιταλισμού και υπάγονται στις αστικές σχέσεις παραγωγής και τον έλεγχο του κεφαλαίου. Μάλιστα. ο παραγωγισμός-οικονομισμός ή αλλιώς η λαγνεία για ''ανάπτυξη'', μαζί με τον ανθρωπισμό, είναι δούρειοι ίπποι της αστικής ιδεολογίας στη μαρξιστική θεωρία. Η ιστορία είναι ''χωρίς υποκείμενο''και δεν εκτυλίσσεται με κάποιον ''λογικο-ιστορικό τρόπο''. Δεν υπάρχει ''λογική'', ούτε ''πρόοδος'' στην ιστορία (ούτε υπάρχει η ίδια ως ιδιαίτερο αντικείμενο), πόσο μάλλον κάποια εξέλιξη που ευαγγελίζεται έναν πιο ''ανθρώπινο'' κόσμο.

Δεν είναι εδώ ο χώρος όπου θα εξεταστούν ειδικότερα οι εκδοχές περί της κοινωνίας ως ''όλου'', των αντικρουόμενων μαρξιστικών ρευμάτων (αυτό θα συμβεί σε μια επόμενη ανάρτηση). Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι, ρητά και με τις σχετικές εγελιανές κατηγορίες, ως ολότητα οι κλασικοί του μαρξισμού είχαν μελετήσει μοναχά την ολότητα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Η λουκατσιανή ολότητα επεκτείνεται συνολικά στο κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό γίγνεσθαι, ξεκινώντας από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, αλλά αυτό δεν γίνεται, στο κορυφαίο έργο του Λούκατς, ''Ιστορία και Ταξική Συνείδηση'', με τον εντελή ''εγελομαρξιστικό'' τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώνει αυτό το εγχείρημα ο Β.Α.Βαζιούλιν στην ''Λογική της Ιστορίας''. Αλλά και η Ιταλική ''σχολή'' των Ντε Λα Βόλπε και σία και η ''πρώιμη'' σχολή της Φρανκφούρτης, όπως και όλοι οι άλλοι μαρξιστές που αξιοποίησαν δημιουργικά τη σκέψη του Χέγκελ, επίσης δεν προχωρούν τον ''εγελομαρξισμό'' μέχρι το σημείο να μελετήσουν την κοινωνία, με συστηματικό τρόπο, ως ''οργανικό όλον''. Από την άλλη πλευρά, ο Αλτουσέρ κυρίως στη συλλογή ''Για τον Μάρξ'' και στο ''Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο'' (από κοινού με τους ''μαθητές'' του), μας δίνει μια καλή εικόνα τόσο της κριτικής του στον Χέγκελ (άρα και στον Λούκατς), όσο και της αντίληψής του για την ιεραρχικά δομημένη κοινωνική ολότητα.

O Αλτουσέρ σπεύδει να εξοβελίσει την διαλεκτική αντίφαση (όχι την αντίφαση γενικά, σαν μια έννοια που ο ίδιος επανανοηματοδοτεί), και το παραμικρό ίχνος εγελιανισμού στον Μάρξ (δηλαδή την ολότητα όπως την συνέλαβε ο Λούκατς, την πραγμοποίηση και την αλλοτρίωση, τις οποίες θεωρεί ιδεαλιστικές κατηγορίες του ''νεαρού Μάρξ''). Θέλοντας να εξαφανίσει τα εγελιανά, εγγενώς αντιφατικά και ασυνεπή στοιχεία, ο Αλτουσέρ τελικά τονίζει υπερβολικά την αντίθεση πρώιμου και ύστερου Μάρξ (με έργα τομής τις ''Θέσεις για τον Φόευρμπαχ'' και την ''Γερμανική Ιδεολογία''), τον ''ιδεολογικό'' από τον ''επιστημονικό'' Μάρξ. Θεωρεί την σχέση αλλοτρίωσης/πραγμοποίησης με την ταξική πάλη και τον αντιανθρωπισμό του τόσο αντιφατική, ώστε να τη θεωρεί μία σχέση ανορθολογική, από την οποία πρέπει μονοκονδυλιά να διαγραφεί το πρώτο μέρος αυτής της αντίφασης, και να μείνουν στο οπλοστάσιο του μαρξισμού οι έννοιες του ύστερου Μάρξ (το κατά πόσο, βέβαια, εγκαταλείφθηκαν πράγματι οι έννοιες της αλλοτρίωσης και της πραγμοποίησης από τον ''ύστερο Μάρξ'', όπως και συνολικά ο ''εγελιανισμός'', είναι ένα ζήτημα. Ή μάλλον δεν είναι, γιατί αποδεικνύεται πολύ εύκολα και μέσω πολλών δρόμων ότι δεν ισχύει-βλ. ενδεικτικά τη ''Λογική του Κεφαλαίου'' και την ανάρτησή μου για τις ''μορφές που προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης'').

Ο Αλτουσέρ επομένως καταλήγει σε μια ''συνεπή μη ολότητα'' της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής (για αυτό το λόγο στον όρο ''μαρξιστικό όλο'' του Αλτουσέρ, ο όρος ''όλο'' κλπ, μάλλον συσκοτίζει παρά προσδιορίζει, πιο ακριβής είναι ο όρος του ιδίου ''δομή με δεσπόζουσα''), σε αντίθεση με την λουκατσιανή, ή ακόμα καλύτερα την βαζιουλινική ''ασυνεπή-μη συνεπή ολότητα'' των αντιφατικών/αλληλοπρουποτιθέμενων και αλληλοαποκλειόμενων δυναμικών-δυνατοτήτων. Όπως ήδη λέχθηκε, αποτελεί αντικείμενο μιας επόμενης ανάρτησης, η πιο λεπτομερής εξέταση αυτών των δύο, υπό το πρίσμα της σχέσης ''βάσης-εποικοδομήματος''.

Ο Λούκατς ενάντια στη ''συνεπή μη ολότητα''.
Ο Λούκατς έχει πραγματευτεί εμμέσως τα παραπάνω, φυσικά όχι υπό το πρίσμα των θεωρημάτων του Γκέντελ. Και εννοώ πως στο έργο του Λούκατς βρίσκουμε μια κριτική στην ''συνεπή μη ολότητα'', που ως μη ολότητα, χαρακτηρίζεται από τον Λούκατς ως (ορθολογικό) σύστημα, δηλαδή σύστημα που διέπεται ως προς τα επιμέρους στοιχεία του από τους κανόνες και τις συνάφειες της τυπικής λογικής (της ''διάνοιας''), απορρίπτοντας κάθε τι αντιφατικό ως ''ανορθολογικό''. Γράφει λοιπόν:''...η ανορθολογικότητα, η αδυναμία για τον ορθολογισμό να διαλύσει ορθολογικά το περιεχόμενο της έννοιας-και πολύ σύντομα αυτό θα μας παρουσιαστεί σαν το γενικό πρόβλημα της σύγχρονης λογικής-φαίνεται κατά τρόπο σαφέστατο όσον αφορά τη σχέση που διατρέχει ανάμεσα στο αισθητό περιεχόμενο και την ορθολογικο-υπολογιστική μορφή της διάνοιας. Ενώ η ανορθολογικότητα άλλων περιεχομένων είναι από θέση ανορθολογικότητα, σχετική ανορθολογικότητα, η ύπαρξη, το τέτοιο είναι των αισθητών περιεχομένων παραμένει ένα δεδομένο, που δεν μπορεί απόλυτα να διαλυθεί'' (12)-(σ.σ πρόκειται για κάτι αντίστοιχο του μη εννοιακού υπολείμματος που ήδη αναφέρθηκε). Σχολιάζοντας το ''πράγμα καθεαυτό'' του Κάντ και την αδυναμία του καθαρού λόγου να καταλήξει σε κάποια συνθετική αρχή, ο Λούκατς λέει:''..αμφότερες οι οριοθετικές λειτουργίες του πράγματος καθ'εαυτού, φαινομενικά τόσο διαφορετικές (το άπιαστο της ολότητας από τις εννοιολογικές κατασκευές των ορθολογικών μερικών συστημάτων και η ανορθολογικότητα των ιδιαίτερων περιεχομένων της έννοιας), αντιπροσωπεύουν μόνο δύο πλευρές του ίδιου και του αυτού προβλήματος. Κι εξάλλου, αυτό το πρόβλημα είναι από τα πράγματα το κεντρικό ζήτημα μιας σκέψης, που ζητάει να δώσει στις ορθολογικές κατηγορίες καθολική σημασία. Έτσι, από τον ορθολογισμό, σαν καθολική μέθοδο, προκύπτει αναγκαστικά η διάσταση του συστήματος, αλλά, ταυτόχρονα, ο στοχασμός ανακαλεί τις συνθήκες της δυνατότητας ενός καθολικού (σ.σ ολικού) συστήματος, άρα τη συνειδητή τοποθέτηση του ζητήματος του συστήματος, την αδυναμία, το απραγματοποίητο αυτής της διάστασης. Πράγματι, το σύστημα με την έννοια του ορθολογισμού-κι ένα σύστημα με μια άλλη έννοια είναι μια αυτοαντίφαση-δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από τη θεσμοθέτηση των σχέσεων επιβολής,εξάρτησης ή παραλληλισμού ανάμεσα στα διάφορα μερικά συστήματα μορφών...όπου αυτές οι σχέσεις μπορούν πάντα να γίνουν διανοητές σαν ''αναγκαίες'', δηλαδή σαν προφανείς ξεκινώντας από τις ίδιες τις μορφές, ή, τουλάχιστον από την αρχή της κατασκευής των μορφών σα ''γεννημένες'' απ'αυτές (σ.σ δηλαδή οι σχέσεις φαίνεται σαν να προκύπτουν κατά απόλυτη λογική αναγκαιότητα και αυτοδύναμα εντός του συστήματος). Να τεθεί σωστά αυτή η αρχή (σ.σ η αξιωματική αρχή, ο δομικός λίθος) σημαίνει λοιπόν-σαν τάση-να τεθεί ολόκληρο το σύστημα, που αυτή καθορίζει, ενώ μπορούν να εξαχθούν, προβλεφτούν και υπολογιστούν όλες οι συνέπειες που υπολανθάνουν στην ίδια την αρχή''(13). Η διάσταση που προωθεί ο ορθολογισμός είναι ότι ''κάθε μεμονωμένη στιγμή του συστήματος μπορεί να έχει γεννηθεί από τη βασική αρχή του και να είναι επακριβώς προβλέψιμη και υπολογίσιμη στη βάση αυτής της αρχής''. Από όλα τα παραπάνω ''είναι σαφές ότι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτή την αρχή της συστηματοποίησης η αναγνώριση του τυχαίου (σ.σ μη ''ορθολογίσιμου'') ''πραγματιστικού' χαρακτήρα ενός περιεχομένου: αυτός καθεαυτός δεν μπορεί να προέλθει από την αρχή της μορφοποίησης και γι'αυτό πρέπει να παρθεί στον απλό πραγματισμό του...Ήδη από όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα, θα πρέπει οπωσδήποτε να ξεκαθαρίστηκε το νόημα που έχει το πρόβλημα του δεδομένου για το σύστημα του ορθολογισμού: το δεδομένο δεν πρέπει να αφεθεί στον εαυτό του, στην ύπαρξή του, στο τέτοιο-είναι του, γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, το ''τυχαίο'' του θα εξακολουθούσε να υφίσταται. Αυτό θα πρέπει να επανεπεξεργασθεί μέχρι το σημείο που να μπορεί να συμπεριληφθεί χωρίς κατάλοιπα στο ορθολογικό σύστημα των εννοιών της διάνοιας. Από πρώτη ματιά θα λέγαμε ότι εδώ πέφτουμε σε ένα άλυτο δίλημμα. Πράγματι, αν το ''ανορθολογικό'' περιεχόμενο διαλύεται χωρίς κατάλοιπα στο εννοιακό σύστημα, αυτό το τελευταίο πρέπει να ολοκληρωθεί και πρέπει να οικοδομηθεί κατά τρόπο τέτοιο που να μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε πράγμα, σα να μην υπήρχε καμιά ανορθολογικότητα του περιεχομένου, του δεδομένου''(14). Και συνεχίζει: ''...o απλός πραγματισμός του ανορθολογικού περιεχομένου της έννοιας θα θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο ανύπαρκτος...ή η σκέψη είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει ότι το δεδομένο, το περιεχόμενο, η ύλη επεμβαίνει κατά τρόπο αποφασιστικό στη μορφοποίηση, στη δομή των μορφών, στη σχέση των μορφών μεταξύ τους, άρα στη δομή του ίδιου του συστήματος, και τότε πρέπει να απαρνηθούμε το σύστημα σα σύστημα''(15).

Σε σχέση με τη μαθηματική μέθοδο (η οποία, με αφορμή τα θεωρήματα του Γκέντελ, θεωρήθηκε η κατεξοχήν έκφραση της ''συνέπειας χωρίς ολότητα'', που εξαφανίζει την αντίφαση), ο Λούκατς γράφει: ''Από τα πράγματα, για τη μαθηματική μέθοδο, αν αυτή συναντάται σ'ένα ανορθολογικό περιεχόμενο, αυτή η ανορθολογικότητα αντιπροσωπεύει μονάχα το κίνητρο για μια αναδιάρθρωση και μια επανερμηνεία εκείνου του συστήματος μορφών από το οποίο γεννήθηκαν οι προηγούμενοι δεσμοί κατά τρόπο τέτοιο που το περιεχόμενο, που εμφανίζεται με πρώτη ματιά σα ''δεδομένο'', να παρουσιάζεται τώρα πια ταυτόχρονα και σα ''γεννημένο'' και ο πραγματισμός διαλύεται έτσι σε αναγκαιότητα''(16). Αν αντικαταστήσουμε την φράση ''σύστημα μορφών'', με το ''σύστημα προτάσεων'' της θεωρίας Θ' των θεωρημάτων του Γκέντελ και όσων ειπώθηκαν πρωτύτερα, είναι ευκόλως εννοούμενος ο συσχετισμός των προβληματικών. Η φιλοσοφία προσπάθησε να ''κυριαρχήσει'' στην ολότητα του είναι και της ύλης, χρησιμοποιώντας ως οδηγό την μαθηματική μέθοδο (και άρα, αναγκαστικά, μια λογική της τυπικής-αποδεικτικής συλλογιστικής συνέπειας).''...Μόλις γίνει απόπειρα συστηματοποίησης, έρχεται σε πρώτο πλάνο από το πρόβλημα της ολότητας το άλυτο ζήτημα της ανορθολογικότητας''(σελ 195, στο ίδιο). Τί άλλο αποτελεί αυτή η φράση, παρά μια άλλη διατύπωση του μεγάλου διλήμματος που έως τώρα μας απασχόλησε, να διαλέξουμε μεταξύ μη συνεπούς ολότητας και συνεπούς μη ολότητας/συστήματος;

Όπως λέει και άλλου στο έργο του ο Λούκατς, μια ολιστική προσέγγιση σπάζει τα φράγματα που θέτουν τα επιμέρους συστήματα, συνολικοποιεί τα περιεχόμενα και μετέχει σε μια διαλεκτική ανορθολογικότητας-ορθολογικότητας, δεχόμενη τις αντιφάσεις μεταξύ περιεχομένου και μορφής, ως εγγενής και αναπόφευκτες.

Ποιά λοιπόν είναι η ''λύση'';
Είδαμε λοιπόν ότι υπάρχει μια πραγματική αδυναμία στο να διαλέξουμε μεταξύ μιας ολοποιητικής προσέγγισης που δέχεται την αντίφαση στο εσωτερικό της (μεταξύ των προτάσεών της, την αντίφαση μορφής-περιεχομένου που αποπειράται να συλλάβει, τις αντιφάσεις στο επίπεδο της ουσίας της ολότητας κλπ), ΄''χάνοντας'' σε τυπική ορθολογικότητα, και μιας προσέγγισης που συστηματοποιεί τις προτάσεις της, παγιώνει τις μορφές της κατασκευάζοντας ένα ορθολογικό οικοδόμημα μη-αντιφατικών σχέσεων μεταξύ τους, το οποίο όμως, έχοντας εξοβελίσει την αντίφαση, αφήνει αναγκαστικά εκτός ορατότητας μέρος του πραγματικού, ζωντανού περιεχομένου της ολότητας, δεχόμενο αξιωματικές θέσεις κλπ. Βεβαίως, και μια ολοποιητική προσέγγιση (εν είδει ''αρνητικής διαλεκτικής'') δεν μπορεί να συμπεριλάβει όλο τον πλούτο των ειδικών περιεχομένων, όμως αποδέχεται την αντίφαση, που συνιστά και την διαλεκτική της ενότητα, ως εγγενές της γνώρισμα, και έχει την δυνατότητα να σπάζει διαρκώς τις δογματισμένες προτάσεις της. Σε αντίθεση δηλαδή με ένα διαμορφωμένο σύστημα, το οποίο είναι μεν τυπικά-λογικά πιο ορθό και συνεπές, ωστόσο μένει περιχαρακωμένο και ''δυσκίνητο''. 

Επειδή όμως, η διαλεκτική αντίφαση και η εγελομαρξιστική ολότητα, δεν έρχεται για να αρνηθεί καταστροφικά την διάνοια, την τυπική λογική, αυτό που ονομάστηκε δηλαδή ''ορθολογισμός'', και τα δύο σκέλη του άλυτου διλήμματος, έχουν την σημασία τους, και όπου ''κερδίζει'' το ένα ''χάνει'' το άλλο. Η προσέγγιση του Αλτουσέρ, απορρίπτοντας την αντίφαση και την θεωρησιακή εγελομαρξιστική κοινωνική ολότητα (η οποία κείται σε αφηρημένο χώρο, όπως και το Κεφάλαιο που, αν και αναφέρεται στην Αγγλία, αποτελεί τον ''ιδανικό μέσο όρο'' για κάθε καπιταλισμό), καταλήγει μια συνέπεια δίχως ολότητα, ένα σύστημα σκέψης, μια εννοιολογική κατασκευή περί κοινωνικής δομής η οποία, ακόμη και αν διατυπώνεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό αφαίρεσης, προυποθέτει κάθε φορά την ιστορικά συγκεκριμένη της εφαρμογή σε έναν δοσμένο κοινωνικό σχηματισμό, και κυρίως, εμπεριέχει ήδη στην αφηρημένη της μορφή, αυτή τη στενότατη πρόσδεση. Επ'αυτού, ας δούμε τον παρακάτω ορισμό της αλτουσεριανής ''δομής με δεσπόζουσα'', όπως παρατίθεται στο γλωσσάρι της συλλογής ''Για τον Μάρξ'':'' Δομή με δεσπόζουσα (structure a dominante): Το μαρξιστικό όλο δεν είναι ένα όλο που το καθένα απ'τα στοιχεία του ισούται με το φαινόμενο της ουσίας (χεγκελιανισμός) ούτε μερικά από τα στοιχεία του είναι επιφαινόμενα κάποιου από αυτά (οικονομισμός ή μηχανισμός): τα στοιχεία σχετίζονται ασυμμετρικά αλλά είναι αυτόνομα (άντιφατικά)· ένα άπ' αύτά δεσπόζει. [Ή οικονομική βάση «καθορίζει» («σε τελευταία άνάλυση») ποιό στοιχείο θά δεσπόζει σ' ένα κοινωνικό σχηματισμό. Λ.Α.) 'Επομένως είναι μια δομή με δεσπόζουσα. Τό δεσπόζον στοιχείο δεν είναι όμως για πάντα καθορισμένο, ποικίλλει ανάλογα με τον επικαθορισμό των αντιφάσεων και την άνιση ανάπτυξή τους. Στόν κοινωνικό σχηματισμό αυτός ο έπικαθορισμός είναι καθορισμένος σε τελευταία ανάλυση από την οικονομία...''(17). Το δεσπόζον στοιχείο μετατίθεται, και το ποιό είναι κάθε φορά, μας το δείχνει ''η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης στιγμής''. Βεβαίως και η θέση αυτή είναι απολύτως μαρξιστική, αφού η αφηρημένη ανάλυση θέλει κάθε φορά, την κατάλληλη ιστορική της συγκεκριμενοποίηση. Ο Αλτουσέρ προσπαθεί να διατυπώσει θεωρητικά ακριβώς αυτό. Αυτή η θεωρητική αναγκαιότητα ωστόσο (της ιστορικά συγκεκριμένης επανεγγραφής της θεωρίας), στο ''Κεφάλαιο'' του Μάρξ δεν ενσωματώνεται στην πορεία της ανάπτυξης των λογικο-ιστορικο-οικονομικών κατηγοριών, αφού μέσα από μια διαδικασία ανάλυσης και σύνθεσης, καθώς και εγελομαρξιστικής σπειροειδούς κίνησης ( μάλιστα, στον πρώτο τόμο, πρόκειται για ''τριπλή'' σπείρα), ο Μάρξ μελετάει την ολότητα του ΚΤΠ γενικά, τους νόμους της κεφαλαιοκρατίας, το είναι, την ουσία, την επιφάνεια και την πραγματικότητά της, θεωρώντας ''ουσία'' και θεμελιακή διαδικασία την έκθλιψη υπεραξίας και την αυτοαξιοποίηση του Κεφαλαίου. Ο Μάρξ ασφαλώς και υπενθυμίζει διαρκώς (και το κάνει και ο ίδιος), την ανάγκη εμπλουτισμού των μορφών με το ζωντανό ιστορικό περιεχόμενο. Χτίζει όμως ένα θεωρητικό οικοδόμημα χωρίς ''μετατιθέμενο κέντρο'', με μια ορισμένη ''ουσία''. Βέβαια, είναι δύσκολο να συγκρίνουμε με ακρίβεια τις δύο θεωρητικές κατασκευές, αφού ο Αλτουσέρ ενδιαφέρεται για την κοινωνία συνολικά, ενώ ο Μάρξ πρόλαβε να μας αφήσει συστηματική προσέγγιση μόνο για το πλέον πυρηνικό κομμάτι της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, τον ΚΤΠ (εννοείται πάντως ότι μέσω των Grundrisse και των άλλων έργων, έχει αφήσει με μεγάλη σαφήνεια το περίγραμμα και σημαντικό μέρος του περιεχομένου μιας τέτοιας εγελομαρξικής μελέτης του κοινωνικού γίγνεσθαι).

Θέλω με όλα αυτά να πω, ότι η προσέγγιση του Αλτουσέρ, ακριβώς επειδή δεν πρόκειται για μια εγελομαρξιστική ολότητα που διαθέτει ενδογενώς την δική της συνοχή μέσα από την αντιφατικότητα και την αυτοανάπτυξή της, ρέπει προς τον εμπειρισμό, αφού μόνο η συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση ενός κοινωνικού σχηματισμού μπορεί να ''σφιχτοδέσει'' την ''δομή με δεσπόζουσα'' στην συνθετότητα και την πολύπλοκη, ιεραρχημένη διάρθρωσή της. Αυτός ο ''εμπειρισμός'', ο οποίος στον ύστερο Αλτουσέρ έγινε αντικείμενο κριτικής και αυτοκριτικής, είναι, ταυτόχρονα, αναγκαίος. Πρόκειται για το ζήτημα ''χαρτογράφησης της ολότητας'' στον ιστορικά συγκεκριμένο χώρο. Για αυτό ο Fredric Jameson γράφει πως η ''γνωσιολογική του χαρτογράφηση'' μπορεί να θεωρηθεί ''απόπειρα σύνθεσης Αλτουσέρ και Κέβιν Λύντς''(18). Για να γίνει αυτό σαφές, το βιβλίο του Κέβιν Λύντς ''Η εικόνα της πόλης'', αποτελεί μια συλλογή εμπειριών των κατοίκων της Βοστώνης, του Τζέρσευ και του Λος Άντζελες με συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια, σε σχέση με το πώς αυτοί αναπαραριστούν φαντασιακά την πόλη τους. Πρόκειται για μια ''φαινομενολογική'' αντίληψη, δηλαδή, με όρους που χρησιμοποιήθηκαν προηγουμένως, πρόκειται για μια συλλογή ακατέργαστου περιεχομένου, εικόνων, κερματισμένων προσλήψεων της πραγματικότητας. Παραλληλίζοντας με την έννοια της ιδεολογίας στον Αλτουσέρ, ο Jameson τονίζει το ''χάσμα που χωρίζει τη συγκεκριμένη τοποθέτηση του ατομικού υποκειμένου από την ολότητα της ταξικής δομής μέσα στην οποία βρίσκεται-το χάσμα, δηλαδή, μεταξύ της φαινομενολογικής αντίληψης και μιας πραγματικότητας, που υπερβαίνει κάθε ατομική σκέψη και εμπειρία (σ.σ άρα μπορεί στην ολότητά της να απεικονιστεί μόνο θεωρητικά), χάσμα το οποίο η ιδεολογία ως τέτοια...αποπειράται να γεφυρώσει, συντονίσει, χαρτογραφήσει. Η αντίληψη περί γνωσιολογικής χαρτογράφησης, που προτείνουμε εδώ, προυποθέτει λοιπόν την προβολή της ανάλυσης του χώρου του Λύντς στο πεδίο των κοινωνικών δομών, δηλαδή στην ολότητα των ταξικών σχέσεων σε συνολική (ή, σωστότερα ίσως, πολυεθνική) κλίμακα, κατά τη δεδομένη ιστορική στιγμή''(19).

Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ του θεωρητικά απεικονιζόμενου χώρου και του ιστορικά-τοπικά συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο τον προσλαμβάνουν τα άτομα, προυποθέτει λοιπόν μια απόπειρα σύνθεσης, κατά τον συγγραφέα, Αλτουσέρ και ''φαινομενολογικής'' πρόσληψης. Αυτή η σύνθεση, μπορεί να υπάρξει μόνο προσεγγιστικά και με αυτόν τον διπολικό τρόπο. Η συν-όψισή της σε μία νέα θεωρία της ολότητας, θα επανέφερε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα. Πάλι η θεωρία θα έπαιρνε απόσταση από την εικόνα που έχουν οι ίδιοι οι κάτοικοι για τον τόπο τους.

Η παραπάνω όμως ''σύνθεση'', λογικά και χρονικά προυποθέτει και μια άλλη ''γεφύρωση χάσματος''. Αυτή ανάμεσα στο αφηρημένο χωρικά και χρονικά θεωρητικό περίγραμμα της κοινωνικής ολότητας και του ιστορικά συγκεκριμένου δομικά αρθρωμένου κοινωνικού όλου. Δηλαδή, από το ''Κεφάλαιο'' του Μάρξ και την γενική αντίληψη του Αλτουσέρ για τη κεφαλαιοκρατική κοινωνία ως ''δομή με δεσπόζουσα'', πρέπει να περάσουμε στον ιστορικά συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό με μία ''άρση'', έπειτα οι πλέον σκιαγραφημένες ιστορικά συγκεκριμένες κοινωνικές δομές θα πρέπει με την σειρά τους να ''συντεθούν'' με την παρούσα εικόνα που έχουν οι άνθρωποι-φορείς των κοινωνικών σχέσεων για την ίδια την κοινωνία τους, ώστε να προβούμε στην γνωσιολογική χαρτογράφηση, τα πορίσματα τις οποίας πρέπει να γειωθούν στο επίπεδο των μαζών ώστε αυτές να αποκτήσουν συνείδηση της ταξικής τους θέσης.

Αλλά και πάλι, η πορεία που παραπάνω περιγράφηκε, απαιτεί και μια ακόμη μελέτη, που βρίσκεται σε ακόμα μεγαλύτερο επίπεδο αφαίρεσης. Μια ανάλογη, διπολική ''σύνθεση'' εγελομαρξιστικής και αλτουσεριανής ολότητας. Οι λόγοι περιγράφηκαν, όχι με τον πλέον ξεκαθαρισμένο τρόπο είναι αλήθεια, προηγουμένως. Νομίζω πάντως ότι όσα έως τώρα έχουν ειπωθεί, κάτι έχουν να μας πουν για αυτό το θεωρητικό καθήκον.

Ντετερμινισμός και Βολονταρισμός
Ο Αλτουσέρ με την αντι-εγελιανή προσέγγισή του, απορρίπτει την άποψη που θέλει το κεφάλαιο να αρνείται τον εαυτό του, παράλληλα και εγγενώς αντιφατικά με την αυτοθεμελίωσή του. Το γεγονός αυτό της απόρριψης εγγενών αλληλοαποκλειόμενων και αλληλοπρουποτιθέμενων τάσεων, δηλαδή των γεγονός της απόρριψης της εγελομαρξικής διαλεκτικής, παρουσιάζει μια δομή η οποία αναπαράγει την αστική κυριαρχία και την εκμετάλλευση, και μόνος συντελεστής που αρνείται αυτή την αναπαραγωγή είναι η ταξική πάλη. Δεν αναγνωρίζεται η αντιφατική δυνατότητα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης μέσα από την ίδια την συστημική λειτουργία και λογική αυτο-ανάπτυξη του Κεφαλαίου (με την διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων). Απολυτοποιώντας τη σχετική φράση του Μάρξ (η οποία εύκολα θα μπορούσε να ανατραπεί ως προς την μονολιθικότητά της, παρουσιάζοντας άλλες, ύστερες διατυπώσεις του Μάρξ), η πολυεπίπεδη ταξική σχέση/πάλη είναι το μόνο που ''κινεί'' την λειτουργία και την ιστορία των τρόπων παραγωγής. Η ανατροπή ενός τρόπου παραγωγής και η αντικατάστασή του από έναν άλλο (''μετατόπιση'' σε έναν άλλον, κατά την ορολογία του Μπαλιμπάρ στο ''Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο''), περνά μοναχά μέσα από την ταξική πάλη. Όλες οι τάσεις-δομικοί αιτιακοί καθορισμοί που παράγονται από τη δομή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής και την ταξική κοινωνία συνολικά, συντείνουν μονοσήμαντα στην αναπαραγωγή της ταξικά προσδιορισμένης συνθετότητας της κοινωνικής δομής, υπό τις δεδομένες παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή τις αστικές. Η επανάσταση είναι η ανατροπή των αστικών παραγωγικών σχέσεων και η αντικατάστασή τους από τις σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές, και μόνο από αυτό εξαρτάται (η ''συμμετοχή'' των παραγωγικών δυνάμεων, έστω στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής σχέσης, θα ήταν ως άποψη οικονομισμός-μηχανικισμός-παραγωγισμός και εγελιανισμός, όλα σε ένα!).

Η αλτουσεριανή προσέγγιση, ως συνεπής μη ολότητα, βάσει όσων έχουν ειπωθεί, ουσιαστικά κάνει το εξής: θεωρεί αξιωματική θέση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και την έκθλιψη υπεραξίας. Όλες οι άλλες σχέσεις που αναπτύσσονται εντός της κεφαλαιοκρατικής δομής, είναι σχέσεις μη-αντιφατικές, λογικές συνάφειες, μονοσήμαντα εναρμονισμένες, στο οικονομικό επίπεδο, με την αναπαραγωγή της κοινωνικής δομής. Η σοσιαλιστική επανάσταση αντικαθιστά την αξιωματική θέση με μια άλλη, την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό σύστημα αναπτύσσει λογικές μη αντιφατικές συνάφειες με βάση την αξιωματική αυτή, συστημική αρχή, οι οποίες φροντίζουν για την αναπαραγωγή του. Η διατήρηση, σε κάθε περίπτωση, των αξιωματικών αρχών και η μη αμφισβήτησή τους, έγκειται στην επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας, μέσα από τους ΙΜΚ. Αν ένα κομμουνιστικό κόμμα εγκαλέσει με επιτυχημένο τρόπο άτομα ως υποκείμενα της ιδεολογίας του και οργανώσει την επανάσταση, θα έρθει ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός, ο οποίος επίσης θα έχει άρχουσα ιδεολογία, την κομμουνιστική, ώστε να αναπαράγεται (βλ. σχετικά στο ''Για τον Μάρξ").

Αντίθετα, μια εγελομαρξιστική προσέγγιση, νοώντας την κεφαλαιοκρατική παραγωγή και την κοινωνία ως ολότητες αντιφατικά αυτοαναπτυσσόμενες, θα διέβλεπε την ενότητα και την συνοχή του όλου ως απόρροια όχι κάποιας αξιωματικής ''θέσμισης'', αλλά ως απόρροια της αντιφατικής ενοποίησης αλληλοπρουποτιθέμενων και αλληλοαποκλειόμενων τάσεων. Για την ολοποιητική αυτή προσέγγιση, εγγενώς ο καπιταλισμός αρνείται τον εαυτό του, αλλά η άρνηση αυτή μένει πρωτίστως στο επίπεδο της αντικειμενικής δυνατότητας. Αυτές οι νομοτελείς δυνατότητες άρνησης του καπιταλισμού ανοίγονται, και η ταξικά συνειδητοποιημένη εργατική τάξη πρέπει να τις γνωρίσει και θεμελιώσει σε αυτές του όραμα της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας, η οποία ακριβώς μπορεί να οικοδομηθεί επειδή υπάρχουν χειραφετητικές ιστορικές δυναμικές (που σήμερα κυριαρχούνται από τις καταδυναστευτικές-καπιταλιστικές, τις οποίες υλοποιούν οι αστικές σχέσεις παραγωγής). Μάλιστα, η ολοποιητική προσέγγιση θα έσπαζε τα σύνορα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων, φτάνοντας στην σχέση κοινωνίας-φύσης, μελετώντας την διαλεκτική τους και τραβώντας από την αλτουσεριανή σκιά τις παραγωγικές δυνάμεις, που συνιστούν την διαμεσολάβηση της φυσικής ύλης από την ταξικά σπαρασσόμενη ανθρωπότητα.

Όλα τα παραπάνω τα έχω διατυπώσει παλιότερα, σαν πρώτες σκέψεις, ως εξής:

Να θεωρηθεί η θεμελιακή, για τον καπιταλισμό, σχέση η έκθλιψη της υπεραξίας, ως το αξίωμα πάνω στο οποίο ανεγείρεται με λογική συνέπεια το όλο του οικοδόμημα-σύστημα. Ας πούμε ότι η πρόταση ''Σε κάθε κοινωνία πρέπει να παράγεται ένα πλεόνασμα της εργασίας χάρη στο οποίο η κοινωνία αναπτύσσεται'', είναι μια αξιωματική παραδοχή των κοινωνιών εν γένει (για να θεμελιώσουμε λογικά την οποία θα έπρεπε να επεκταθούμε στον άνθρωπο ως βιολογικό ον-ζώο και στην σχέση κατανάλωσης που αναπτύσσει με την Φύση, θα έπρεπε δηλαδή να θραύσουμε τα όρια του ανθρώπου απλώς ως κοινωνικού , περνώντας και στην πτυχή του όντος-ζώου). Αντιθέτως, η πρόταση ''κάποιοι ιδιώτες πρέπει να καρπώνονται το πλεόνασμα της εργασίας'', είναι μια αξιωματική παραδοχή που εξασφαλίζει στον καπιταλισμό ειδικά την λογική του συνέπεια. Ωστόσο, μια ολιστική προσέγγιση θα έδειχνε την αντίφαση κοινωνικής παραγωγής του πλεονάσματος και ιδιωτικής του κάρπωσης, που στις πρωτόγονες κομμουνιστικές κοινωνίες είχε την μη-ανταγωνιστική μορφή συλλογικής κυριότητας-ατομικής νομής. Το σύστημα έχει μια ιστορικά συγκεκριμένη δομή που ομαλά αναπαράγεται, όταν οι ουσιώδεις προτάσεις του έχουν λογική συνοχή, με εξαίρεση το αθεμελίωτο πάντα αξίωμα. Η συνειδητοποίηση αυτής της αντίφασης (κοινωνικοποιημένη παραγωγή-ατομική ιδιοποίηση) θίγει το αξίωμα αμφισβητώντας το και διαταράσσοντας την ομαλή συστημική λειτουργία. Ωστόσο η θεώρηση της κοινωνίας, ή στενότερα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, ως αυτοαναπαραγόμενης ολότητας που διαλεκτικά και αντιφατικά αναπτύσσεται, δεν έχει η ίδια λογική συνοχή. Διαπερνάται από αλληλοπρουποτιθέμενες αλλά και αλληλοαποκλειόμενες δυναμικές-τάσεις, πχ οι προλετάριοι είναι πραγμοποιημένα/αλλοτριωμένα παθητικά αλλά και, αντιφατικά, δυνάμει ενεργητικά ανατρεπτικά στοιχεία, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (με την συνακόλουθη διεθνοποίηση κτλ) ωφελεί το σύστημα, την κερδοφορία και αναπαραγωγή του, αλλά ταυτόχρονα και αντιφατικά ανοίγει δυνατότητες σκιαγράφησης μιας Ουτοπίας όπου άνθρωποι σε οικουμενικό επίπεδο θα είναι ικανοί για συνειδητό έλεγχο της ζωής τους, θα έχουν ελεύθερο χρόνο κτλ.

Ο Μάρξ μοιάζει λογικά ασυνεπής όταν από την μία πχ προυποθέτει την μείωση ή τουλάχιστον την σταθερότητα των μισθών στον τύπο που δείχνει την διαρκή αύξηση του ποσοστού υπεραξίας (με την παράλληλη αύξηση της παραγωγικότητας), ενώ από την άλλη μιλά για ταξική πάλη και οικονομικό αγώνα για την αύξηση των μισθών στο ίδιο το Κεφάλαιο. Ο Καστοριάδης βλέπει αυτήν την λογική ασυνέπεια και φωνάζει ότι ο Μάρξ έσβησε την πάλη των τάξεων και θεώρησε τους ανθρώπους πιόνια, για να του βγουν οι νόμοι της ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού όλου. Η λογική ασυνέπεια του Μάρξ είναι το τίμημα της ολότητας και της εμφάνισης της αντίφασης που αυτή συνεπάγεται. Αντίθετα, μια μελέτη των ιστορικά συγκεκριμένων δομών βλέπει τί συμβαίνει στο εδώ και τώρα, πώς αναπαράγεται η καπιταλιστική δομή, δεχόμενη το αξίωμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και μην βλέποντας τις αντιφατικές αλληλοαποκλειόμενες τάσεις εντός της, κερδίζοντας την λογική συνοχή, την εξάλειψη της αντίφασης και προτείνοντας για έξοδο από τον καπιταλισμό την δημιουργία μηχανισμών ιδεολογίας (όπως πολιτικοί φορείς) που θα εγκαλούν τα υποκείμενα, τους προλετάριους, να ανατρέψουν το βασικό αξίωμα του συστήματος, θέτοντας το νέο, κομμουνιστικό. Εδώ ρέπουμε σε έναν βολονταρισμό, στην επιδίωξη μιας κάθετης κανονιστικού τύπου θέσμισης κομμουνιστικών αξιών. Με την ολότητα τείναμε σε έναν οικονομισμό, ντετερμινισμό, σε μια μοιρολατρία. Η κίνηση πίνγκ πόνγκ από την μία οπτική στην άλλη, είναι σαν αυτό που λέει ο Jameson στο Valences of the Dialectic ότι πρέπει να κάνουμε, για τις παρ.σχέσεις-δυνάμεις, για την βάση και το εποικοδόμημα.

Μολονότι είναι ''δομιστική'', παρουσίασα την προσέγγιση του Αλτουσέρ παραπάνω, σε ένα τριγωνικό σχήμα, ως ''πιο κοντά'' στην ''ελευθερία'', σε σχέση με την εγελομαρξιστική ολότητα. Το παραπάνω απόσπασμα δείχνει το γιατί, με την αναφορά στον βολονταρισμό. Αν μοιάζει παράδοξη η κατηγορία ενάντια σε έναν ''δομικό μαρξισμό'' για ''βολονταρισμό'', αξίζει να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες αυτές υπήρξαν και ο Αλτουσέρ έχει απαντήσει σχετικά. ''Ακριβώς επειδή πρέπει να έχουμε υπόψη μας όλες αυτές τις πλευρές, και για να μη δώσω την εντύπωση ότι ενδίδω σε μια θεωρητική τυχοδιωκτική-βολονταρίστικη τάση, έγραψα και επαναλαμβάνω ότι δεν μπορούμε να επικαλούμαστε γενικώς κι αορίστως το Πρωτείο των παραγωγικών Σχέσεων επί των παραγωγικών Δυνάμεων, αλλά στη βάση και στα όρια των υπαρχουσών αντικειμενικών παραγωγικών Δυνάμεων, χωρίς να ξεχνάμε το γεγονός (το οποίο επίσης έχει σαφή όρια, δηλαδή εξαρτάται από συγκεκριμένες συνθήκες) ότι το κύριο μέρος των σύγχρονων παραγωγικών Δυνάμεων, δηλαδή η τεχνολογία στο πλέον υψηλό επίπεδο της, είναι εφεξής στη διάθεση κάθε χώρας η οποία έχει πετύχει την Επανάσταση της και μπορεί εν συνεχεία να καλύψει (σε συνθήκες που άλλοτε θεωρούνταν εξωπραγματικές) την καθυστέρηση των παραγωγικών της Δυνάμεων''(20). Ακριβώς για κάτι τέτοιο τον ''κατηγορώ'' λοιπόν, χωρίς να λέω ότι ο βολονταρισμός διέπει συνολικά το έργο του. Αυτό που λέω είναι ότι αυτός ο υπερτονισμός των παραγωγικών σχέσεων, υποκρύπτει με έναν πολύ έντονο τρόπο μια αντίληψη ότι το πέρασμα από τις καπιταλιστικές στις σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, είναι απλώς θέμα ταξικής ''θέλησης''. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και οι παραγωγικές δυνάμεις, στην διαλεκτική τους με τις παραγωγικές σχέσεις, παίζουν, νομίζω, μαζί και με άλλους παράγοντες, πολύ πιο πολύπλοκο ρόλο στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης από ότι αντιλαμβάνεται ο Αλτουσέρ. Αυτή η παρατήρηση σχετίζεται και με τις αντιφατικές δυνατότητες στο εσωτερικό των δύο εγελομαρξιστικών ολοτήτων, της κεφαλαιοκρατικής και της κοινωνικής (η τελευταία αφορά, με συστηματικό λογικο-ιστορικό τρόπο, την αντίληψη της σχολής του Βαζιούλιν, ''Λογική της Ιστορίας'').

Ανάμεσα στα άλλα άλυτα διλήμματα, έρχεται να προστεθεί, στο σημείο αυτό, και εκείνο της ελευθερίας και της αναγκαιότητας. Την αναγκαιότητα, την ντετερμινιστική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, σκιαγραφούν τόσο η εγελομαρξιστική όσο και η αλτουσεριανή προσέγγιση, και πρώτα από όλα τα ίδιο το ''Κεφάλαιο''. Οι νόμοι και οι λογικο-ιστορικές κατηγορίες, προδιαγράφουν μια ολότητα που λειτουργεί περίπου στον ''αυτόματο'', με υποκείμενο της κίνησης του Κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση. Αυτή η εικόνα ενός ολοκληρωτικού, πανίσχυρου συστήματος μας προκαλεί αισθήματα μοιρολατρίας, αν παρθεί μονοσήμαντα ως τέτοια. Από την άλλη, η πάλη για τους μισθούς στην Αγγλία, η πρωταρχική συσσώρευση καθώς και κάποια άλλα σημεία, αποτελούν ''ρωγμές'' στην κανονικότητα, εισάγοντας το στοιχείο του πολιτικού, της ταξικής πάλης, της κρατικής παρέμβασης κλπ, ανάμεσα στην ''άτεγκτη'' αυτοκίνηση (της ουσίας), και την αυστηρή έκθεση των άλλων κατηγοριών. Αυτή η ''ασυνέπεια'' του Μάρξ, είναι τη πραγματικότητα συνέπεια. Ο Μάρξ θέλει, στο ντετερμινιστικό σκηνικό ενός πελώριου ''μηχανισμού'', να προσθέσει ιντετερμινιστικές ρωγματώσεις, ποιοτικές ασυνέχειες, όπου αναφαίνεται το αστάθμητο γεγονός της ιστορικά συγκεκριμένης, ταξικής και πολιτικής διακύμανσης.

''Η ελευθερία, η οποία χαρακτηρίζει τον ανθρώπινο και κοινωνικό κόσμο όταν οι συστατικές τους μονάδες νοούνται ως πράγματα καθ'εαυτά...δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να νοηθεί ως εναλλακτικός κώδικας για τις ίδιες ακριβώς πραγματικότητες οι οποίες είναι, την ίδια στιγμή, αιτιακές (σε έναν άλλο κόσμο). Ο Κάντ μας έδειξε ότι δεν μπορούμε να ελπίζουμε πως θα κατορθώσουμε να χρησιμοποιήσουμε τους δύο αυτούς κώδικες μαζί ή να τους συντονίσουμε με τον οποιονδήποτε νοήμονα τρόπο και, πάνω από όλα, ότι θα ήταν μάταιο (και μεταφυσικό) να τους συναρμόζουμε σε μια ''νέα σύνθεση''. Δεν προχώρησε, εξ όσων γνωρίζω, στο να διατυπώσει την πρόταση ότι, κατά συνέπεια, είμαστε καταδικασμένοι στην παλινδρόμηση μεταξύ των δύο. Όμως, δεν φαίνεται να προκύπτει άλλο δυνατό συμπέρασμα''(21).

O Jameson συμφωνεί με τον Κάρλ Κόρς, ότι ο μαρξισμός έχει δύο κώδικες, ο ένας αντιμετωπίσει ως κινητήρια δύναμη την συστημική τάση της συσσώρευσης του Κεφαλαίου, ο δεύτερος την ταξική πάλη στην Ιστορία (22). H μία ανάγνωση προκρίνει την μοιρολατρία, την οποία εμπνέει η αμείλικτη αιτιοκρατία του καπιταλιστικού συστήματος, που φαντάζει μια ''θεαματική'' (με την έννοια του Debord) απρόσιτη στην ανθρώπινη δράση διαδικασία. Η άλλη ανάγνωση φαντάζει μια βολονταριστική επίκληση στη δυνατότητα των ταξικών πόλων, μέσα από διαρκή αγώνα, να επικρατούν και να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους, σαν η έκβαση αυτής της μάχης να κρινόταν απλώς από το αποτέλεσμα αυτής της διαπάλης, έξω από τις δομικές αιτιακές αλυσώσεις οι οποίες διαπερνούν ένα σύστημα με ήδη αποκρυσταλλωμένους ταξικούς συσχετισμούς. Αυτό που πρέπει να κάνει ένας μαρξιστής, είναι μια ''συνειδητά αντιφατική'' ανάγνωση, ή καλύτερα δύο αναγνώσεις, που συνειδητά αντιφάσκουν μεταξύ τους. Το αυτό πιστεύω ισχύει και για όλα τα άλλα ''διπολικά διλήμματα'' τα οποία έχω έως τώρα αναφέρει, δηλαδή την αντιπαράθεση εγελομαρξιστικής και αλτουσεριανής ολότητας, την αντιπαράθεση ολότητας χωρίς συνέπεια και συνέπειας χωρίς ολότητα, την αντιδιαστολή θεωρητικής-συστημικής και φαινομενολογικής προσέγγισης, και τέλος την αντιπαράθεση ντετερμινισμού και βολονταρισμού. Όλες αυτές οι ''δυικές'' αναγνώσεις-μελέτες που συνειδητά πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους, οφείλουν να αποπειρώνται μια ανώτερη ''σύνθεση''και να βαθαίνουν την ενοποίηση των άκρων, διατηρώντας στο ακέραιο και αποκαλυμμένο τον ανεξάλειπτο διαλεκτικό διχασμό.

(Προσωρινό) Κλείσιμο
Κόντρα σε μια ''γεγονοτολογική αντίληψη της ιστορίας'', και ενάντια σε μια πλανεμένη μεταφυσική ευφορία κινηματισμού και αριστερίστικης αντίληψης που φωνάζει, κάθε στιγμή, πως ''η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα'', εννοώντας ότι οι αποφασιστικές μάχες δίνονται παντού και πάντα, και ''τί να την κάνουμε την θεωρία''. ''Θεωρώ ότι η ευφορία αυτή δεν είναι παρά αντισταθμιστικός μηχανισμός σε μια κατάσταση όπου, για ένα ορισμένο διάστημα, η αυθεντική ή ''ολοποιητική'' πολιτική είναι πλέον αδύνατη. Και θα πρέπει βέβαια να συμπληρώσουμε ότι αυτό που χάνεται με την απουσία της, η διάσταση του συνόλου, δεν είναι άλλο από την οικονομική διάσταση, δηλαδή από το ίδιο το σύστημα της ιδιωτικής επιχείρησης και του κινήτρου του κέρδους, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σε τοπικό επίπεδο. Πεποίθησή μου είναι ότι, en attendant (σ.σ εν τω μεταξύ), θα αποβεί πολιτικά γόνιμη και θα παραμείνει μια ευπρεπής μορφή αυθεντικής πολιτικής, με όλη τη σημασία του όρου, η εντατική στροφή της προσοχής μας σε συμπτώματα όπως η απαλοιφή της ορατότητας της συνολικής διάστασης των πραγμάτων ή η ιδεολογική αντίσταση κατά της έννοιας της ολότητας-ή και το επιστημολογικό ξυράφι του μεταμοντέρνου νομιναλισμού που εξαλείφει υποτιθέμενες αφαιρέσεις, όπως η έννοια του οικονομικού συστήματος και της κοινωνικής ολότητας, με αποτέλεσμα η αναζήτηση του ''συγκεκριμένου'' να υποκαθίσταται από το ''απλώς επί μέρους'' και να εκλείπει το ''γενικό'' (με τη μορφή του τρόπου παραγωγής)''(23).

Κόντρα στις υποτιθέμενα ριζοσπαστικές απόψεις που θέλουν τον καπιταλισμό να καταρρέει μόνος του σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, ή και να ισοπεδώνεται νωρίτερα, με την ''ανάλαφρη'' πάλη των γειτονιών και των ΜΚΟ, κόντρα στον ρεβιζιονισμό και τους μεσοβέζικους ''τρίτους δρόμους'', παιδιά μιας άλλης εποχής. Να επανακτήσουμε την ολοποιητική σκέψη, που ο καπιταλισμός της θραυσματικότητας και των κατακερματισμένων εργασιών ναρκοθετεί, εμποδίζοντας την ολοκληρωτική άρνησή του και την κατάφαση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Σημειώσεις
(1) ''Θεωρήματα μη-πληρότητας του Γκέντελ'', βλ. αναλυτικά εδώ.
(2) Ο.π.
(3). βλ. Γκ.Χέγκελ, ''η διδασκαλία περί της Ουσίας'', στη Μεγάλη Λογική, σε μετάφραση του Δ.Τζωρτζόπουλου, εκδόσεις Δωδώνη, σελ 100 και επ.
(4) Αλέν Μπαντιού, ''Ηθική'', σελ 91.
(5) Ο.π.
(6) Ο.π, σελ 93-94.
(7) Ο.π, σελ 94-95.
(8) Τ.Αντόρνο, ''Αρνητική Διαλεκτική'', εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ 181.
(9) Ο.π, σελ 197.
(10) Κ.Μάρξ, ''Θέσεις για τον Φόυερμπαχ'', θέση 1η.
(11) Ο.π, θέση 2η.
(12) Γκ.Λούκατς, ''Ιστορία και Ταξική Συνείδηση'', εκδόσεις Οδυσσέας, σελ 188.
(13) Ο.π, σελ 190.
(14) Ο.π, σελ 190-191.
(15) Ο.π, σελ 191.
(16) Ο.π, σελ 192.
(17) Λουί Αλτουσέρ, ''Για τον Μάρξ'', σελ 253-Γλωσσάρι, εκδόσεις ''Γράμματα''.
(18) Fredric Jameson (στα αγγλικά το όνομα γιατί με ελληνικούς χαρακτήρες είναι απαράδεκτο): ''To μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού'', σελ 259, εκδόσεις Νεφέλη (θεωρία-κριτική).
(19) Ο.π, σελ 260.
(20) Λ.Αλτουσέρ, συλλογή ''Πολιτικά και Φιλοσοφικά Κείμενα'', σελ 103, στο άρθρο για το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων έναντι των παραγωγικών δυνάμεων, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Εκτός Γραμμής'', τεύχος 11, Απρίλης 2006.
(21) Fredric Jameson, ''To μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού'', σελ 142,
εκδόσεις Νεφέλη (θεωρία-κριτική).
(22) Fredric Jameson, ''Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο'', βλέπε την σειρά των τεσσάρων αναρτήσεων στο radical desire.
(23) Fredric Jameson, ''To μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού'', σελ 146-147, εκδόσεις Νεφέλη (θεωρία-κριτική).

Πηγή: Τάξεις και Ηθική
Εικόνα: Harold Edgerton, "Hammer smashing a lightbulb", The Metropolitan Museum of Art

2 σχόλια:

Ονειρμός είπε...

Πρώτα από όλα ευχαριστώ για την αναδημοσίευση.
Πήρα την πρωτοβουλία να πιάσω το συγκεκριμένο ζήτημα, και έχω σκοπό να βγάλω άλλο ένα ή δύο μέρη. Βάση-εποικοδόμημα, Βαζιούλιν-Αλτουσέρ. Λόγω καταλήψεων το έχω πάει πίσω.
Τα αγγλικά μου για τα οποία ρώτησες είναι καλά αλλά χωλαίνουν στην ειδική πολιτική/μαρξιστική κλπ ορολογία-λεξιλόγιο. Με το Valences of Dialectics και άλλα κείμενα είδα ότι η ανάγνωση είναι οκ, αλλά για μια μετάφραση θα χρειαζόμουν προπόνηση. Αν κρίνεις ότι θα είχε κάποια αξία θα μπορούσα να ασχοληθώ με αυτό μετά την ανάρτηση και των μερών που ακολουθούν.

Ως προς το περιεχόμενο, σκέφτηκα να κάνω μια πρώτη προσπάθεια στο συγκεκριμένο θέμα, που όπως γράφω είχες θεματοποιήσει. Τελικά βλέπω πολλές βιβλιογραφικές παραπομπές και γενικά υλικό που ήδη θα μπορούσε να προστεθεί. Ίσως γίνει και αυτό αφού ολοκληρωθεί η σειρά των αναρτήσεων.

Αντωνης είπε...

@Ονειρμός: Αν μπορείς, στείλε ένα mail στο blog.