Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (τέταρτο μέρος)

Στις ΗΠΑ, η διάχυση του γερμανικού μοντέλου παίρνει μια εντελώς διαφορετική μορφή. Και πρώτα απ’ όλα μπορούμε καν να μιλήσουμε για διάχυση του γερμανικού μοντέλου; Στο κάτω-κάτω, ο φιλελευθερισμός, η φιλελεύθερη παράδοση, η διαρκής ανανέωση της φιλελεύθερης πολιτικής, υπήρξε μια σταθερά στις ΗΠΑ, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που βλέπουμε τώρα, ή αυτό που ιδώθηκε ως αντίδραστη στο New Deal, δεν είναι απαραίτητα η διάχυση του γερμανικού μοντέλου. Μπορεί επίσης να ιδωθεί ως φαινόμενο που είναι εντελώς ενδογενές στις ΗΠΑ. Θα χρειαζόταν να αναλάβουμε πιο ακριβείς μελέτες για τον ρόλο που έπαιξαν στις ΗΠΑ οι γερμανοί εμιγκρέδες όπως ο Hayek, για παράδειγμα. Καλώς. Ανάμεσα στον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό και στο γερμανικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο, που βασικά σχηματίστηκε γύρω απ’ την ομάδα του Freiburg, υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα ιστορικών σχέσεων που χωρίς αμφιβολία είναι δύσκολο να ξεδιαλυθούν.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της διάχυσης του γερμανικού μοντέλου στις ΗΠΑ είνι ότι και αυτό λαμβάνει χώρα σε συμφραζόμενα κρίσης, αλλά εντελώς διαφορετικής κρίσης από αυτή που έχουμε στη Γαλλία, εφόσον είναι οικονομική κρίση, βέβαια, αλλά με μια εντελώς διαφορετική μορφή και αναμφίβολα λιγότερα οξεία. Αναπτύσσεται μέσα σε μια πολιτική κρίση στην οποία το πρόβλημα της επιρροής, της δράσης και της παρέμβασης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, το πρόβλημα της πολιτικής της αξιοπιστίας και λοιπά, είχαν ήδη τεθεί στον καιρό του New Deal, και ακόμα περισσότερο με τις προεδρίες των Τζόνσον, Νίξον και Κάρτερ.

Τέλος, το τρίτο χαρακτηριστικό αυτής της διάχυσης του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ είναι ότι να είναι τρόπον τινά το αποκλειστικό προνόμιο του κυβερνητικού προσωπικού και των κυβερνητικών συμβούλων, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, η νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα εμφανίζεται, τουλάχιστο εν μέρει, σαν ένα είδος μείζονος οικονομικο-πολιτικής εναλλακτικής η οποία, κάποια στιγμή τουλάχιστο, παίρνει την μορφή αν όχι μαζικού κινήματος, τουλάχιστο ενός εκτεταμένου κινήματος πολιτικής αντιπολίτευσης μέσα στην αμερικανική κοινωνία. Όλα αυτά σημαίνουν ότι είναι εντελώς αδύνατο να ασχοληθούμε με την διάχυση του γερμανικού μοντέλου στη Γαλλία και με το αμερικανικό νεοφιλελεύθερο κίνημα την ίδια στιγμή. Τα δύο φαινόμενα δεν είναι εντελώς αλλεηλεπικαλυπτόμενα αν και υπάρχει βέβαια ένα ολόκληρο σύστημα ανταλλαγών και στηριγμάτων ανάμεσά τους.

Έτσι, σήμερα θα ήθελα να μιλήσω λίγο για αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε νεοφιλελευθερισμό στη Γαλλία και για την ύπαρξη του γερμανικού μοντέλου. Για να πω την αλήθεια, για αρκετό καιρό τώρα νιώθω κάπως άβολα γιατί πιστεύω ειλικρινά ότι δεν είναι δυνατό να διαβάσεις —γιατί πρέπει να διαβαστούν— τις ομιλίες, τα γραπτά και τα κείμενα των Ζισκάρ, Μπαρ, ή των συμβούλων του χωρίς να σου εντυπωθεί, με έναν ξεκάθαρο αλλά απλά διαισθητικό τρόπο, η συγγένεια μεταξύ αυτού που λένε και του γερμανικού μοντέλου, του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού και των ιδεών του Röpke, του Müller-Armack, και ούτω κάθε εξής. Τώρα, είναι πολύ δύσκολο να βρεις ακριβώς την πράξη παραδοχής, την δήλωση που θα σού επέτρεπε να πεις: Ορίστε, αυτό ακριβώς κάνουν, και το ξέρουν. Ήταν πολύ δύσκολο μέχρι πολύ πρόσφατα και σχεδόν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες. Στα τέλη του 1978, τον Δεκέμβρη νομίζω, εμφανίστηκε ένα βιβλίο του Christian Stoffaës, με τίτλο La Grande Menace industrielle. Με δεδομένο το ότι ο Stoffaës είναι ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες της σημερινής κυβέρνησης, ένας οικονομικός σύμβουλος με ειδικότητα στα βιομηχανικά ζητήματα, θεώρησα ότι ίσως βρω στο βιβλίο αυτό αυτό που έψαχνα. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκα, γιατί στο οπισθόφυλλο διαβάζει κανείς ότι ο συγγραφέας “απορρίπτει τον πειρασμό να μεταφέρουμε βιαστικά τα γερμανικά και ιαπωνικά μοντέλα, και θέτει τις βάσεις για μια πρωτότυπη βιομηχανική πολιτική”. Είπα στον εαυτό μου: “Πάλι δεν θα βρω αυτό που ψάχνω.” Αλλά το αστείο, το παράξενο, το οποίο είναι αρκετά αποκαλυπτικό για τους ξεκάθαρους λόγους για το γιατί δεν μπορούν να ειπωθούν αυτά τα πράγματα, είναι ότι αν και η πρόταση αυτή υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, το τελευταίο κεφάλαιο, που συνοψίζει την όλη ανάλυση, στην τελευταία ή προτελευταία παράγραφο νομίζω, συνοψίζει τις προτάσεις του βιβλίου αρχίζοντας με τον εξής τρόπο: “Σε τελική ανάλυση, αυτό το οποίο μάς απασχολεί είναι η κοινωνική οικονομία της αγοράς” —η φράση λέγεται δηλαδή— και προσθέτει ο συγγραφέας, με απλώς “λίγο περισσότερο επαναστατικό θάρρος από ότι στην άλλη πλευρά του Ρήνου.” Στην πραγματικότητα, λέει, είναι ζήτημα της δόμησης τόσο μιας επαρκούς οικονομίας της αγοράς που να είναι ανοιχτή στον κόσμο όσο και ένα προχωρημένο κοινωνικό εγχείρημα.

Δεν είναι ζήτημα του να σας δώσω μια γενική ανάλυση της πολιτικής του Ζισκάρ ή των Ζισκάρ-Μπαρ, πρώτα από όλα επειδή δεν μπορώ να το κάνω και δεύτερο επειδή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν θα σας ενδιέφερε. Θα ήθελα απλώς να αναλογιστώ κάποιες από τις διαστάσεις της. Πρώτον, για να βάλουμε τα πράγματα πίσω στο πλαίσιο αναφοράς τους, θα δώσω κάποιες πληροφορίες για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε οικονομικά συμφραζόμενα, τα οποία επιτάχυναν την εισαγωγή και την εφαρμογή του μοντέλου αυτού τα τελευταία χρόνια. Ας συνοψίσουμε πολύ σχηματικά. Ας πούμε ότι μετά την μεγάλη κρίση του 1930, κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε τύπου γνώριζε ότι τα οικονομικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να λάβει υπόψη της—οποιαδήποτε και αν ήταν η φύση των εναλλακτικών της, οποιεσδήποτε και αν ήταν οι επιλογές και οι στόχοι της— ήταν η πλήρης απασχόληση, η σταθεροποίηση των τιμών, ο ισοσκελισμός του ισοζυγίου πληρωμών, η αύξηση του ΑΕΠ, η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Αυτή είναι χοντρικά η λίστα αυτού που ο Μπένθαμ θα ονόμαζε, σύμφωνα με τους δικούς του όρους, την οικονομική αντζέντα της κυβέρνησης, τα πράγματα με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί, ανεξάρτητα απ’ τον δρόμο που θα διαλέξει να ακολουθήσει. Ας πούμε ότι σε αυτό το σύνολο στόχων, η γερμανική νεοφιλελεύθερη ή ορντολιμπεραλιστική φόρμουλα, όπως θυμάστε, συνίστατο στην υιοθέτηση της σταθερότητας των τιμών και του ισοζυγίου πληρωμών ως πρωταρχικό στόχο, με την ανάπτυξη και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να θεωρούνται τρόπον τινά συνέπειες αυτών των πρωταρχικών, απόλυτων στόχων. Απ’ την άλλη πλευρά, η Αγγλία και η Γαλλία —η Γαλλία στην εποχή του Λαϊκού Μετώπου και έπειτα μετά την απελεύθερωση, η Αγγλία στην εποχή της ανάπτυξης του σχεδίου Beveridge και της νίκης του Εργατικού Κόμματος το 1945— υιοθέτησαν την πλήρη απασχόληση αντί της σταθερότητας τιμών ως τον πρωταρχικό και απόλυτο στόχο, την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών αντί για το ισοζύγιο πληρωμών, και η εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προφανώς συνεπαγόταν ένα βολονταριστικό είδος εκτεταμένης, ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης.

Ας αφήσουμε κατά μέρος το πρόβλημα τού γιατί, αν αναλογιστούμε τα δεδομένα, η αναζήτηση αυτών των στόχων στην Αγγλία απέτυχε ή ανέδειξε τα δραστικά τους όρια στην περίοδο ανάμεσα στο 1955 και το 1975, ενώ στη Γαλλία η ίδια πολιτική οδήγησε σε κάποια θετικά αποτελέσματα. Ας πούμε ότι αυτή ήταν η κατάσταση στην αρχή και ο λόγος για τον οποίο, έχοντας υποστεί την επίδραση μιας σειράς από μέτρα φιλελεύθερου τύπου, αυτοί οι παρεμβατικοί στόχοι και οι μέθοδοι, και αυτές οι διαδικασίες σχεδιασμού που επικεντρωνόντουσαν στην πλήρη απασχόληση και την κατανομή των κοινωνικών υπηρεσιών, συντηρήθηκαν βασικά υπό τον Ντε Γκωλ, όπως δείχνει ξεκάθαρα το πέμπτο Σχέδιο.* Απλοποιώντας τα πράγματα αρκετά, μπορούμε να πούμε ότι από το 1970 ή το 1975, ή τέλος πάντων από την δεκαετία που τώρα τελειώνει, αναδύεται το πρόβλημα της τελικής εξάλειψης αυτών των στόχων και των μορφών οικονομικο-πολιτικών προτεραιοτήτων. Σ’ αυτή τη δεκαετία είναι που αναδύεται το πρόβλημα της γενικής μετάβασης σε μια νεοφιλελεύθερη οικονομία, δηλαδή, χοντρικά, ο συντονισμός με το γερμανικό μοντέλο και η υιοθέτησή του. Οι λόγοι, οι άμεσες οικονομικές αφορμές και τα κίνητρα ήταν βεβαίως η κρίση, η οποία εμφανίστηκε πριν το 1973 σε μια πρωταρχική μορφή που χαρακτηρίστηκε από τη διαρκή άνοδο της ανεργίας μετά το 1969, την πτώση από την κατάσταση ισορροπίας του χρέους στο ισοζύγιο πληρωμών, και τον αυξανόμενο πληθωρισμό: όλα αυτά τα σημάδια τα οποία, σύμφωνα με τους οικονομλόγους, δεν έδειχναν μια κεϋνσιανού τύπου κατάσταση κρίσης, δηλαδή μιας κρίσης κατανάλωσης, αλλά στην πραγματικότητα μια κρίση που αφορούσε το καθεστώς των επενδύσεων. Χοντρικά δηλαδή, η σκέψη ήταν ότι η κρίση οφειλόταν σε σφάλματα στην επενδυτική πολιτική, σε επενδυτικές επιλογές που ήταν ανεπαρκώς εκλογικευμένες και προγραμματισμένες. Ήταν στο πλαίσιο αυτού του προ της κρίσης φαινόμενο που ξέσπασε η λεγόμενη πετρελαϊκή κρίση, η οποία στην πραγματικότητα ήταν μια αύξηση στο κόστος της ενέργειας η οποία οφειλόταν όχι στην διαμόρφωση ενός καρτέλ πωλητών που έθεταν μια υπερβολικά υψηλή τιμή, αλλά μάλλον στην μείωση της οικονομικής και πολιτικής επιρροής του καρτέλ των αγοραστών, και την διαμόρφωση μιας τιμής με βάση την αγορά για το πετρέλαιο και την ενέργεια γενικά, ή σε κάθε περίπτωση, μια τάση στην τιμή της ενέργειας να συντονίζεται με τις τιμές της αγοράς. Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο —συγχωρέστε μου τον εντελώς σχηματικό χαρακτήρα όλων αυτών— είναι εύκολο να δει κανείς πώς μπορούσε να εμφανιστεί ο οικονομικός φιλελευθερισμός· και όντως εμφανίστηκε, ως η μόνη λύση σε αυτή την πρωταρχική μορφή της κρίσης και την επιτάχυνσή της εξαιτίας του ανερχόμενου κόστους της ενέργειας. Ο φιλελευθερισμός, με άλλα λόγια η ολική, απεριόριστη ενσωμάτωση της γαλλικής οικονομίας σε μια εσωτερική, ευρωπαϊκή, και παγκόσμια αγορά, ήταν η επιλογή που έμοιαζε, πρώτα από όλα, ως ο μόνος τρόπος να διορθωθούν οι εσφαλμένες επενδυτικές επιλογές που έγιναν στην προηγούμενη περίοδο λόγω παρεμβατικών στόχων, τεχνικών και τα λοιπά. Έτσι, ο φιλελευθερισμός ήταν το μόνο μέσο διόρθωσης αυτών των επενδυτικών σφαλμάτων, ο οποίος λάμβανε υπόψη τον νέο παράγοντα του υψηλού κόστους της ενέργειας, που ήταν στην πραγματικότητα απλώς η διαμόρφωση μιας τιμής βασισμένης στην αγορά για την ενέργεια. Η γενική εισδοχή της γαλλικής οικονομίας στην αγορά ώστε να διορθωθούν τα επενδυτικά σφάλματα από την μία, και ώστε να προσαρμοστεί η γαλλική οικονομία στο νέο κόστος της ενέργειας από την άλλη, έμοιαζε λοιπόν να είναι η αυταπόδεικτη λύση.

*Το πενταετές οικονομικό πλάνο της γαλλικής κυβέρνησης από το 1965 ως το 1970.

Δεν υπάρχουν σχόλια: