Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

G.W.F Hegel-Από την επιστήμη της Λογικής IV (Περατότητα)

Περατότητα
[...]
Όταν λέμε για τα πράγματα ότι είναι περατά, κατανοούμε με τον τρόπο αυτό ότι δεν έχουν απλώς μια καθορισιμότητα, ότι η ποιότητά τους δεν είναι απλώς μια πραγματικότητα και ένας εγγενής καθορισμός --ως τέτοια έχουν ακόμη καθορισμένο είναι εκτός του ορίου τους-- αλλά ότι αντιθέτως το μη είναι συνιστά τη φύση και το είναι τους. Τα περατά πράγματα είναι, αλλά η σχέση τους με τον εαυτό τους είναι ότι σχετίζονται με τον εαυτό τους αρνητικά, και σε αυτή την ίδια την σχέση με τον εαυτό τους στέλνουν τον εαυτό τους μακριά, πέρα από τον εαυτό τους, πέρα από το είναι τους. Είναι, αλλά η αλήθεια αυτού του είναι είναι το τέλος τους. Το περατό δεν αλλάζει απλώς, όπως κάτι γενικά, αλλά παύει να υπάρχει. Και το ότι παύει να υπάρχει δεν είναι απλώς πιθανότητα, ώστε να μπορεί να είναι χωρίς να πάψει να είναι, αλλά το είναι ως τέτοιο των περατών πραγμάτων είναι να έχουν το σπέρμα του θανάτου ως το είναι-εντός-του-εαυτού τους: η ώρα της γέννησής τους είναι η ώρα του θανάτου τους.

Η αμεσότητα του περατού
Η σκέψη της περατότητας των πραγμάτων μας φέρνει τη θλίψη διότι είναι μια ποιοτική άρνηση που σπρώχνεται ως τα άκρα της, και στην μονή φύση ενός τέτοιου καθορισμού δεν μένει πια στα πράγματα ένα καταφατικό είναι που να είναι διακριτό από το πεπρωμένο τους να χαθούν. Εξαιτίας αυτής της ποιοτικά μονής φύσης της άρνησης, η οποία έχει επιστρέψει στην αφηρημένη άρνηση του τίποτε και του παύειν-να-είναι σε αντίστιξη με το είναι, η περατότητα είναι η πιο πείσμων κατηγορία της νόησης· η άρνηση γενικά, η σύσταση και το όριο, συμφιλιώνονται με το άλλο τους, με το καθορισμένο είναι· και ακόμα και το τίποτε, εφόσον ληφθεί αφηρημένα ως τέτοιο, εγκαταλείπεται ως αφαίρεση· αλλά η περατότητα είναι η άρνηση ως παγιωμένη στον εαυτό της, και συνεπώς στέκεται σε απότομη αντίθεση με την κατάφασή της. Το περατό, είναι αλήθεια, αφήνεται να έλθει σε αναταραχή, είναι το ίδιο η αναταραχή, το να καθορίζεται ή να προορίζεται κάτι για το τέλος του, αλλά μόνο για το τέλος του --ή μάλλον, είναι η άρνηση να αφήσει κάτι τον εαυτό του να έλθει καταφατικά στην κατάφασή του, στο απέραντο, και να αφεθεί να ενωθεί μαζί του· συνεπώς τίθεται ως αδιαχώριστο από το τίποτά του, και για αυτό αποκόβεται από κάθε συμφιλίωση με το άλλο του, με το καταφατικό. Ο καθορισμός ή το πεπρωμένο των περατών πραγμάτων δεν τα φέρνει μακρύτερα από το τέλος τους. Η κατανόηση εμμένει στην θλίψη αυτή της περατότητας κάνοντας το μη είναι τον καθορισμό των πραγμάτων, και την ίδια στιγμή κάνοντάς το [το μη είναι] απέθαντο και απόλυτο. Η παροδικότητα των πραγμάτων θα μπορούσε να περάσει και να εξαφανιστεί μόνο στο άλλο τους, στο καταφατικό· η περατότητά τους τότε θα χωριζόταν από αυτά· αλλά είναι η απαράλλαχτή τους ποιότητα [η παροδικότητα], δηλαδή η ποιότητά τους που δεν περνά στο άλλο της, δηλαδή στο καταφατικό της: είναι συνεπώς αιώνια.

Αυτή είναι μια πολύ σημαντική σκέψη· αλλά φυσικά καμία φιλοσοφία ή γνώμη, ή κατανόηση, δεν θα αφήσει τον εαυτό της δεμένο με την οπτική ότι το περατό είναι απόλυτο· αυτό που παρίσταται στην κατάφαση του περατού είναι το ακριβώς αντίθετο· το περατό είναι περιορισμένο, παροδικό, είναι μόνο περατό, όχι απέθαντο· αυτό υπονοείται άμεσα από τον καθορισμό και την έκφρασή του. Αλλά το ζήτημα είναι, εάν σκεπτόμενος το περατό, κάποιος προσκολλάται στο είναι της περατότητας και αφήνει την παροδικότητα να συνεχίσει να είναι, ή αν η παροδικότητα και το να παύει κάτι να είναι παύουν να είναι. Αλλά με την αντίληψη ακριβώς αυτή του περατού που κάνει το παύειν-να-είναι τον τελικό καθορισμό του περατού κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Είναι ρητή δήλωση ότι το περατό δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το απέραντο και δεν μπορεί να ενωθεί μαζί του, ότι το περατό αντιτίθεται απόλυτα στο απέραντο. Το είναι, το απόλυτο είναι, αποδίδεται στο απέραντο· στεκόμενο απέναντί του, το περατό λοιπόν παραμένει προσκολλημένο ως αρνητικό του· ανίκανο να ενωθεί με το απέραντο, παραμένει απόλυτο στην δική του πλευρά· από το καταφατικό, από το απέραντο, θα μπορούσε να λάβει επιβεβαίωση, και έτσι θα έπαυε να είναι· αλλά η ένωση με το απέραντο είναι ακριβώς αυτό που ανακηρύσσεται αδύνατο. Αν [το περατό] δεν παραμείνει προσκολλημένο στην αντίθεσή του στο απέραντο αλλά πάψει να υπάρχει, λοιπόν, όπως ήδη είπαμε, ο τελικός του καθορισμός είναι ακριβώς αυτό το παύειν-να-είναι, και όχι η κατάφαση που θα ήταν απλώς το παύειν να είναι του παύειν-να-είναι. Αν όμως το περατό δεν περνά στην κατάφαση, αλλά το τέλος του πρέπει να εννοηθεί ως το τίποτε, τότε θα επιστρέφαμε στο πρώτο, αφηρημένο εκείνο τίποτε το οποίο έχει εδώ και καιρό εξαφανιστεί.

Σε αυτό το τίποτε όμως, το οποίο υποτίθεται πως είναι μόνο τίποτε, και το οποίο την ίδια στιγμή αποκτά μια ύπαρξη στη σκέψη, την φαντασία ή την ομιλία, επισυμβαίνει η ίδια αντίφαση όπως αυτή που μόλις δείξαμε σε σχέση με το περατό, αλλά με την εξής διαφορά, ότι στην περίπτωση του πρώτου τίποτε απλώς επισυμβαίνει, ενώ στην περατότητα δηλώνεται ρητά. Εκεί εμφανίζεται ως υποκειμενική [η αντίφαση]· εδώ επιβεβαιώνεται ότι το περατό στέκεται σε αέναη αντίθεση ως προς το απέραντο, ότι αυτό που είναι καθεαυτόν μηδέν είναι, και είναι ως καθεαυτόν μηδέν. Θα πρέπει να αποκτήσουμε συνειδητότητα αυτού του γεγονότος, και η ανάπτυξη του περατού δείχνει ότι, έχοντας τούτη την αντίφαση παρούσα μέσα του, καταρρέει μέσα του, αλλά κάνοντάς το αυτό στην πραγματικότητα επιλύει και την αντίφαση· το περατό δεν είναι απλώς παροδικό και [έτσι] παύει να είναι, αλλά το παύειν-να-είναι, το τίποτε, δεν είναι ο τελικός προορισμός [του περατού], αλλά παύει το ίδιο να είναι.

9 σχόλια:

Ονειρμός είπε...

Ελπίζω να συνεχίσεις μεταφράσεις χωρίων της διδασκαλίας περί του Είναι που είναι πολύ σημαντικό έργο για την κατανόηση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου και της υλιστικής διαλεκτικής.
Τί να πρωτοσυγκρατήσει κανείς...

''Όταν λέμε για τα πράγματα ότι είναι περατά, κατανοούμε με τον τρόπο αυτό ότι δεν έχουν απλώς μια καθορισιμότητα, ότι η ποιότητά τους δεν είναι απλώς μια πραγματικότητα και ένας εγγενής καθορισμός --ως τέτοια έχουν ακόμη καθορισμένο είναι εκτός του ορίου τους-- αλλά ότι αντιθέτως το μη είναι συνιστά τη φύση και το είναι τους. Τα περατά πράγματα είναι, αλλά η σχέση τους με τον εαυτό τους είναι ότι σχετίζονται με τον εαυτό τους αρνητικά, και σε αυτή την ίδια την σχέση με τον εαυτό τους στέλνουν τον εαυτό τους μακριά, πέρα από τον εαυτό τους, πέρα από το είναι τους''

Δεν είναι αυτό μια κριτική στην αντίληψη του Αλτουσέρ για την δομημένη ολότητα? Για την εξαφάνιση της αντίφασης? Εκτός αν ο καπιταλισμός δεν είναι περατός. Ή εκτός αν ο καπιταλισμός είναι περατός, αλλά δεν αρνείται τον εαυτό του. Οπότε το περατό θα αντικατασταθεί από ένα άλλο περατό (''μετατόπιση'' νομίζω θα το έλεγε ο Μπαλιμπάρ), το οποίο νέο περατό το έχουμε τόσο διαχωρίσει από το υπάρχον περατό, που ουσιαστικά είναι το ριζικά ασυνεχές, το απόλυτα απέραντο. Κάνω χοντρές υπεραπλουστεύσεις αλλά διαβάζω αυτή τη περίοδο το ''Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο'' και έχω κάπως εκνευριστεί. Αν ο Καστοριάδης σε αποτρέπει από το να διαβάσεις Μάρξ, ο Αλτουσέρ σε αποτρέπει από το να διαβάσεις Χέγκελ, και ταυτόχρονα μιλάμε για μια απίστευτη κοπτοραπτική στο έργο του Μάρξ.

Επίσης, ο κομμουνισμός θα είναι περατός και παροδικός, και όχι ένα τέλος. Και ο σοσιαλισμός είναι περατός, αλλά δίνουμε έμφαση στο μη είναι του, στην κίνηση αυτοάρνησής του. Για αυτό συναντάμε δυσκολίες στον ορισμό του σοσιαλισμού. Αλλά τελικά ως ένα μη είναι που τείνει προς το άπειρο, τον ουτοπικό ορίζοντα του κομμουνισμού, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι ένα σκέτο μη είναι, όπως είχε οριστεί ως τάση απονέκρωσης κτλ. Και αυτό αποδείχθηκε και ιστορικά, πως δεν μπορεί απλά να είναι ένα μη είναι, μια απονέκρωση, αλλά ταυτόχρονα παγιώνεται. Δεν ξέρω αν το έχω συμπεράνει σωστά, αλλά πέρα από την κατηγορία της διαμεσολάβησης τελικά, για τον σοσιαλισμό μας ενδιαφέρει και η κατηγορία του περατού, και ιδιαίτερα η πλευρά της αυτοάρνησής του.

Αντωνης είπε...

@ Ονειρμός: Θεωρώ το τμήμα για το περαντό και το απέραντο ένα από τα συναρπαστικότερα και πιο άξια ανάλυσης στο πρώτο μέρος της Επιστήμης.

Δεν θα απευθυνθώ στα θέματα που θίγεις. Θα περιοριστώ σε μια πάρα πολύ στοιχειώδη παρατήρηση: με δεδομένο ότι οι όροι "κατάφαση" και "άρνηση" είναι κεφαλαιώδους σημασίας στο συγκεκριμένο εδάφιο και στο έργο του Χέγκελ ευρύτερα, και με δεδομένο επίσης ότι οι όροι αυτοί πλαισιώνουν την συζήτηση των όρων "περατό" και "απέραντο", το όλο νόημα του εδαφίου βασίζεται σε μια γλωσσική επιπλοκή: αντλεί από αυτή και χτίζει σ' αυτή αδιάκοπα.

Εξηγώ: o Χέγκελ αποδίδει την έννοια της κατάφασης στο απέραντο και αυτή της άρνησης στο περατό. Αυτό φαίνεται φυσικό, μιας και η περατότητα είναι συνώνυμη του θανάτου, του παύειν-να-είναι.

Ταυτόχρονα όμως, η γραμματική έκφραση καθιστά το απέραντο μορφή άρνησης του περατού. Το α-πέραντο, με στερητικό α, είναι γραμματικά κυριολεκτικά μια άρνηση, η άρνηση της περατότητας.

Έτσι, η γραμματικά αρνητική κατηγορία είναι οντολογικά καταφατική, ενώ η γραμματικά καταφατική κατηγορία είναι οντολογικά αρνητική.

Με άλλα λόγια, η διαλεκτική κατάφασης-άρνησης βρίσκεται ήδη στην ίδια τη γλωσσική κατασκευή των λέξεων "περατό" και "απέραντο." Οι άνθρωποι κατασκεύασαν με γραμματικά αρνητικό τρόπο, ως στέρηση, αυτό που θεωρούν καταφατικό, και με γραμματικά καταφατικό τρόπο, ως παρουσία, αυτό που θεωρούν αρνητικό.

Αυτό κάνει τα πράγματα πολύ εύκολα για τον Χέγκελ, μιας και με απλά λόγια σημαίνει πως η έννοια της περατότητας καθίσταται εσωτερικά αντιφατική: η ουσία της αντιμάχεται την ουσία της, δηλαδή, η περατότητα είναι κάτι που εξ ορισμού βάζει τέλος στην περατότητα. Περατότητα σημαίνει ότι το ίδιο το παύειν να είναι πρέπει σε κάποιο σημείο να πάψει να είναι. Το περατό αυτο-αναιρείται εξ ορισμού, ΕΠΕΙΔΗ είναι περατό, επειδή η ουσία του είναι η περατότητα. Μπορεί κανείς να δει την σκέψη αυτή στο τέλος του Για τις απαρχές του γερμανικού δράματος του Μπένγιαμιν, όταν ο Μπένγιαμιν λέει ότι αυτό που θρηνείται στα δράματα αυτά, η θνησιμότητα και παροδικότητα των πάντων, είναι πηγή ελπίδας στον βαθμό που διακηρύσσει επίσης την παροδικότητα και θνησιμότητα του ανθρώπινου πόνου για την παροδικότητα και τη θνησιμότητα των πάντων.

Το εδάφιο λοιπόν που μετέφρασα πιο πάνω αποδεικνύει την αδυνατότητα, την εσωτερική αντιφατικότητα, κάθε προσπάθειας απολυτοποίησης της περατότητας (ή της παροδικότητας). Που σημαίνει:

α) όταν το περατό απολυτοποιείται, όταν λαμβάνει τα χαρακτηριστικά του αντιθέτου του, αυτού που είναι χωρίς τέλος ή όρια, τότε η απολυτοποίηση αυτή φτάνει στο τέλος να ακυρώσει και την ίδια την περατότητα, μιας και το περατό επίσης καθίσταται αναπόφευκτα κάτι περατό.
β) όταν το περατό παραμένει στην δική του πλευρά χωρίς καμία διαλεκτική διάδραση με το αντίθετό του, το απέραντο, τότε η περατότητά του αναδιπλώνεται και λειτουργεί ως όριο που κάνει το περατό να είναι ταυτολογικά περατό, ανίκανο να αναπτυχθεί, να αποτελέσει κάτι άλλο από μονοδιάστατη άρνηση, και συνεπώς ανίκανο επίσης να εξυψώσει τον εαυτό του σε φιλοσοφική αρχή με οντολογικές αξιώσεις.

Στην πρώτη περίπτωση το περατό παύει να είναι ακριβώς την στιγμή που εξυψώνεται σε οντολογική αρχή, που απολυτοποιείται. Το απέραντα περατό είναι ταυτόχρονα περατά περατό, είναι το παύειν να είναι του παύειν-να-είναι.
Πρόκειται για αντιστροφή της άρνησης δια της άρνησης της άρνησης.

Στην δεύτερη περίπτωση, το περατό παύει να είναι μια κατηγορία που αφορά τη διαλεκτική αντίληψη της οντολογίας. Το περατό είναι απλά περατό, είναι δηλαδή και πάλι περατό με περατό τρόπο, αλλά αυτή τη φορά η περατότητά του προκύπτει άμεσα.
Πρόκειται για αναδίπλωση ή αναδιπλασιασμό της άρνησης.

Αντιστροφή της άρνησης του περατού, δηλαδή άρνηση της άρνησής του ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ (το περατό που η σκέψη απολυτοποιεί, που του δίνει ένα είναι χωρίς τέλος, επιφέρει επίσης το τέλος του περατού ως τέτοιου), αναδιπλασιασμός της άρνησης, δηλαδή άρνηση της άρνησης του περατού ΕΞ ΑΡΧΗΣ.

Αντωνης είπε...

Ξέχασα να προσθέσω ότι ως φιλόσοφος για τον οποίο δεν υπάρχει, stricto sensu, Κακό ("το πραγματικό είναι το έλλογο"), ο Χέγκελ με το πιο πάνω εδάφιο κάνει σμπαράλια τα θεμέλια της ηθικής του Καντ, που είναι ακριβώς η περατότητα ως σύμφυτη της ανθρώπινης νόησης (σε αντίθεση με αυτή του Θεού) και της ανθρώπινης υπόστασης. Για τον Καντ χρειαζόμαστε την ηθική ως ένα σύστημα ορίων ακριβώς επειδή είμαστε οντολογικά καθορισμένοι από την περατότητά μας. Για τον Χέγκελ, ο καθορισμός από την περατότητα δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτος, διότι ένας τέτοιος καθορισμός θα ήταν εσωτερικά αντιφατικός.

Αντωνης είπε...

Έτσι κατανοούμε καλύτερα το θεμέλιο της Ηθικής του Μπαντιού, δηλαδή αφενός του αντι-καντιανισμού του και της επιμονής του στο ατέρμονο, και συνεπώς, το πώς ο Μπαντιού βάζει --με έμμεσο τρόπο-- τον Χέγκελ να δουλέψει για τον κομμουνισμό με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ότι ο Μαρξ. Ενώ στον Μαρξ η βασική εγελιανή χρήση είναι ο κομμουνισμός ως άρνηση της άρνησης, στον Μπαντιού είναι ο κομμουνισμός ως άρνηση της περατότητας, ως συνώνυμος με το ατέρμονο της Ιδέας.

Φτάνουμε έτσι και στην αρχική σου παρατήρηση, παρατηρώντας ότι στην έμμεση μπαντιουϊκή χρήση των εγελιανών παρατηρήσεων περί περατότητας (η άμεση είναι μέσα από τα μαθηματικά και όχι μέσα από την εγελιανή λογική), ο κομμουνισμός ΔΕΝ είναι περατός, είναι ακριβώς ο ορίζοντας του ατέρμονου. Ο καπιταλισμός, αντίθετα, θα μπορούσε να οριστεί ως "κίβδηλο ατέρμονο"--ατέρμονο το οποίο δεν περνά διαλεκτικά μέσα από την περατότητα--, κάτι για το οποίο κάνει αρκετές νύξεις ο Τζέιμσον.

Αλλά περισσότερα για τον Χέγκελ και το κίβδηλο ατέρμονο σε μελλοντική ανάρτηση.

Ονειρμός είπε...

Όταν λες ότι ο Χέγκελ θεωρεί πως δεν υπάρχει Κακό με την αυστηρή έννοια του όρου, φαντάζομαι πως εννοείς ότι το ''αναληθές'' (ένα αναληθές κράτος είναι ένα κακό κράτος αφού δεν αντιστοιχεί στην έννοιά του) και το ''καλό'' (το οποίο πραγματώνεται μέσα από την πράξη στον Χέγκελ τελολογικά), δεν εννοούν ένα ριζικά καλό και ένα ριζικά κακό (σαν δύο απολυτότητες που συνδέονται με εξωτερικό τρόπο).

Πολύ ενδιαφέροντα όσα έγραψες, ευχαριστώ για τον χρόνο σου. Και μου απάντησες. Συμφωνώ με τον Μπαντιού σε σχέση με τον κομμουνισμό. Θυμίζει και την ιδέα του κομμουνισμού ως ενός απείρου συνόλου.
Πάντως για τον Μάρξ δεν είναι τόσο σαφή τα πράγματα. Οι αναφορές του είναι διάφορες (αν και όχι πολλές αριθμητικά). Νομίζω πως το μοτίβο μιας ''ελεύθερης αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου'' κ.ο.κ, μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά. Μέσα σε αυτήν την ελευθερία μπορούμε να φανταστούμε απροσμέτρητες δυνατότητες που δεν μπορούν να προσδιοριστούν, αλλά και την δυνατότητα της ανάδυσης νέων αντιθέσεων. Ή για παράδειγμα, το πέρασμα από την προιστορία στην ιστορία του ανθρώπου, σαν ιδέα δεν μοιάζει να σηματοδοτεί ένα ''τέλος'' της ιστορίας, αλλά μία ''νέα'' ιστορία στον ορίζοντα της οποίας δεν βλέπουμε κάποια ποιοτική τομή άρα και κάποια περατότητα (όπως υπάρχει ανάμεσα στην προ-ιστορία και την ιστορία). Γενικά νομίζω πως ο Μάρξ μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά, και πως δεν θεωρούσε τον κομμουνισμό ένα ''τέλος'', όπως συχνά ερμηνεύεται. Για να μην αναφέρω κλασικά τσιτάτα (''ο κομμουνισμός δεν είναι μια στατική κατάσταση πραγμάτων κτλ'')
Τελικά ο Χέγκελ είναι μάστορας με την ετυμολογία και την γραμματική. Από τα Γερμανικά στα ελληνικά χάνει πολύ, και αυτό επισημαίνουν, με παραδείγματα, οι μεταφραστές του. Φυσικά δίνεις ένα νόημα στο α-στερητικό, το οποίο δεν ήταν για τους ανθρώπους μια επιλογή εντελώς αυθαίρετη.
Το ''κίβδηλο ατέρμονο'' θα μπορούσε ήδη να εξαχθεί από την περιγραφή του καπιταλισμό στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως διαρκούς επαναστατικοποίησης κτλ.
Τελικά μια καλύτερη πρόσληψη του έργου του Χέγκελ θα είχε βοηθήσει να αποφευχθούν πολλές πλάνες σχετικά με το ''τέλος'' στο οποίο βαίνουμε κατ'αποκλειστική αναγκαιότητα, τον κομμουνισμό.

Αντωνης είπε...

@Ονειρμός: Στον Χέγκελ δεν υπάρχει Κακό επειδή αυτό που πραγματοποιείται είναι εξ ορισμού το Έλλογο (και το Έλλογο δεν είναι Κακό). Σε αντίθεση με τον Καντ, ο Χέγκελ δεν έγραψε ηθική για αυτόν ακριβώς τον λόγο (και βέβαια η Ηθική του Μπαντιού είναι απόρριψη της όλης θεμελίωσης της ηθικής στην περατότητα, άρα με την στενή έννοια του όρου είναι αντι-ηθική).

Για ότι παρατηρείς για τον Μαρξ δεν έχω καμία διαφωνία, το αντίθετο, συμφωνώ απολύτως με αυτή την άποψη περί μη τέλους και θεωρώ ότι η εγελιανή έννοια του "αυθεντικού απέραντου" είναι ουσιώδους σημασίας για την μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας, περιλαμβανομένου, πάνω από όλα ίσως, του περάσματος στον κομμουνισμό. Ήθελα απλώς να σχηματοποιήσω κάπως τους διαφορετικούς τρόπους από τους οποίους πιάνουν ένα εδάφιο όπως αυτό ο Μαρξ και ο Μπαντιού -- με τον πρώτο να δίνει σαφώς κεντρική θέση στην άρνηση της άρνησης, κάτι που ο δεύτερος σταδιακά αφήνει πίσω για χάρη της επιμονής στο ατέρμονο.

Αυτή τουλάχιστο είναι η χοντρική μου ανάγνωση για το θέμα αυτό.

Ονειρμός είπε...

Πάντως μολονότι δεν μπορεί να υπάρξει ηθική στον Χέγκελ, με την έννοια ότι το καλό όπως ανέφερα και πριν πραγματώνεται, υπάρχουν κάποιοι που έχουν προσπαθήσει να συναγάγουν μια ''αντικειμενική'' ηθική, με βάση το σκεπτικό ''το κακό κράτος είναι ένα αναληθές κράτος'', με την έννοια ότι κάτι που δεν πραγματώνει την πλέον καλή για την αναπτυξιακή του πορεία δυνατότητα, κρίνεται ηθικά ''κακό''. Τέτοια προσπάθεια κάναν οι Φαράκλας-Ψυχοπαίδης για να πουν πχ ότι η ανατροπή οποιουδήποτε οργανικού στοιχείου υπονομεύει την συνοχή και την ανάπτυξη του οργανικού όλου, είναι ''ηθική'', όπως οι ανατροπή του καπιταλισμό που δομικά χαρακτηρίζεται από αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, ατομισμός ανταγωνισμό κτλ,που υποσκάπτουν την κοινωνία. Βέβαια, πρόκειται μάλλον για μια ''αντικειμενική'' ηθική που έχει και αυτή ιδεολογικές προυποθέσεις, καθώς νομίζω πως ένας καπιταλιστής θα σου έλεγε πως ο καπιταλισμός προάγει την οικονομική ανάπτυξη, την επιστήμη, τον κοσμοπολιτισμό σε σχέση με τον ''υπαρκτό σοσιαλισμό'' κτλ.
Για τον Μάρξ καταλαβαίνω ότι συμφωνούμε, απλώς επισήμανα ότι και στα πρωτότυπα κείμενά του, δεν είναι σαφές ότι θεωρεί πως υπάρχει ένα τέλος ή ότι εμμένει στην άρνηση της άρνησης, αυτό είναι μια ανάγνωση που δεν νομίζω ότι απηχεί στην αντίληψή του. Ειδικά αν αφαιρέσουμε τον συνθηματολογικό χαρακτήρα ορισμένων έργων (Μανιφέστο) και κρατήσουμε τα πιο ουσιώδη. Εξάλλου, δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει στο έργο του την φράση ''άρνηση της άρνησης'', ίσως να υπάρχει στα Grundrisse. Όπως η τριάδα θέση-αντίθεση-σύνθεση είναι ψευδοεγελιανή. Αλλά υπάρχει στα Grundrisse, όχι για τον κομμουνισμό, η φράση ''αρνητική ενότητα'' που είναι μάλιστα εξώστρεφη και αρκετά κοντά σε ό,τι λέμε. Φράση που ίσως θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί στην ''αρνητική ολότητα''.

Αντωνης είπε...

@Oneirmos: Είπα ότι δεν μπορεί να υπάρξει stricto sensu ηθική, με την αυστηρή έννοια του όρου. Τα αδιέξοδα της προσπάθειας να συνταχθεί ηθική από την φόρμουλα "το πραγματικό είναι το έλλογο" νομίζω τα αναδεικνύεις ήδη στα παραδείγματα που δίνεις.

"Εξάλλου, δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει στο έργο του την φράση ''άρνηση της άρνησης'', ίσως να υπάρχει στα Grundrisse."

Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα:

http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/manuscripts/comm.htm
"Communism is the position as the negation of the negation, and is hence the actual phase necessary for the next stage of historical development in the process of human emancipation and rehabilitation. Communism is the necessary form and the dynamic principle of the immediate future, but communism as such is not the goal of human development, the form of human society."

Και βέβαια, βλ. Engels, Anti-Duhring:
http://www.marxists.org/archive/marx/works/1877/anti-duhring/ch11.htm

Ονειρμός είπε...

Σωστά, τα χειρόγραφα του 1844 τα έχω πιάσει μόνο κατά τμήματα. Εδώ ο Αλτουσέρ είχε ένα δίκιο στην κριτική του, μιλάω γενικά για όσα έχω διαβάσει από τα χειρόγραφα. Και τομή υπάρχει βεβαίως, ανάμεσα στην Γερμανική Ιδεολογία που είναι μια ''υπόθεση''του ιστορικού υλισμού και στα μετέπειτα έργα. Οι διαφωνίες μου έγκεινται μάλλον στο επιστημολογικό όπως το εννοεί ο Αλτουσέρ, και σε όσα δαιμονοποιεί από τον πρώιμο Μάρξ. Είναι αλήθεια όμως, πως υπάρχει μεγάλη διαφορά στο ύφος και το περιεχόμενο σε ακτίνα μερικών χρόνων. Πάντως, δεδομένου ότι το Μανιφέστο αν θυμάμαι καλά ο Μάρξ το έγραψε το 1848, και εκεί δεν υπάρχει η άρνηση της άρνησης (αυτό νομίζω το θυμάμαι σωστά!), ίσως το σκέφτηκε καλύτερα. Αν δεν θεωρούσε την άρνηση της άρνησης μεγαλύτερο ''στόχο'' για την άσκηση του αρνητικού, πράγματι, ο Μάρξ κάνει την κίνηση προς το άπειρο κάτι το περατό, τουλάχιστον το 1844, γιατί μετά έδωσα παραδείγματα άλλων διατυπώσεων.
Για τον Ένγκελς όπως είπες, ''και βέβαια''. Υπήρξε σύγχυση προφανώς στους κλασικούς, το αντι-ντύρινγκ γράφτηκε και σαν πολεμική και χωρίς την απαραίτητη επεξεργασίας της υλιστικής διαλεκτικής. Κάπου είχα δει ότι ο Κάρολος σε ένα γράμμα του σχεδίαζε να ασχοληθεί ειδικά με την διαλεκτική και την μέθοδό του και μάλιστα λέει και πόσες σελίδες θα του έπαιρνε κατά τους υπολογισμούς του. Το γεγονός ότι δεν το έκανε έχει δύο εκδοχές, ότι δεν πρόλαβε ή ότι μας έδωσε ''εφαρμόσμενη'' διαλεκτική, το Κεφάλαιο. Όλα αυτά και πολλά άλλα επαναφέρουν τα πράγματα στην θέση τους, και μας δείχνουν ότι ο Μάρξ δεν τον παράτησε το Χέγκελ όταν ωρίμασε.
Κάπως έτσι λοιπόν...