Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Ρωσική εισβολή







2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πάντα μου άρεσε να σκαρώνω διαλόγους (στον ιδιωτικό και ουδέποτε στον δημόσιο χώρο της λογοτεχνίας). Επειδή όμως ήταν διάλογοι ανάμεσα σε ζωντανούς, η συζήτησή τους περιχαρακωνόταν πάντα από το όριο του θανάτου. Μόλις άρχισα να σκαρώνω διαλόγους ανάμεσα σε πεθαμένους, τα κείμενά μου, η σκέψη μου, αποδεσμεύτηκαν ως δια μαγείας από το «θλιβερό» όριο του θανάτου, αφού αυτό ήταν ήδη… πεπερασμένο (ως υπόθεση εργασίας).

Αλλά και τους μεγάλους φιλοσόφους, όπως τον Χέγκελ, όταν τους διαβάζω, έχω την αίσθηση πως διαβάζω κάποιους που μιλούν πέρα από τον θάνατο. Τόσο μακριά του, που ο θάνατος να μοιάζει με ξεθωριασμένη ανάμνηση.

Έτσι, άρχισα σιγά-σιγά να «αποκτώ» της ποιητική πεποίθηση πως είμαι (πως είμαστε, δηλαδή) ήδη νεκρός. Και εξηγούμαι: Όλοι μας έχουμε χρηματίσει κάποτε χριστιανοί. Λόγω παιδείας, οικογένειας κ.λπ. Όλοι επομένως κατανοούμε την επίκληση των νεκρών στις προσευχές μας, υπό την μορφή ενός διαλόγου που ξεκινά περίπου κάπως έτσι: «τώρα, που μας βλέπεις από ψηλά… κ.λπ.». Νοερώς, συζητάμε ευκολότερα με έναν νεκρό, παρά με έναν ζωντανό (τον οποίο μπορούμε να καλέσουμε και στο τηλέφωνο). Αυτό που εννοώ λοιπόν, μοιάζει με μια προσευχή/διάλογο προς/με τον ήδη νεκρό εαυτό μου. Σα να έχω ήδη πεθάνει - σαν να υπάρχω δηλαδή και ως Ειναι και ως μη Είναι (γεγονός που κανείς δεν μπορεί να μου αποκλείσει μετά βεβαιότητας) και σαν να συζητώ μαζί μου από δυο παράλληλες όσο και διαφορετικές θέσεις. Από αυτή του ζωντανού και από αυτή του νεκρού. Έτσι, οι μεταφυσικές αγωνίες που έχω ως ζωντανός, μεταλλάσσονται σε πηγές γέλιου σε αυτές τις συζητήσεις.

Όσο για την πολιτική κατάσταση των ζωντανών, δεν το συζητώ… αποτελούν (στις συζητήσεις μας αυτές) πηγή γέλιων… μέχρι θανάτου!

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω πως το προηγούμενο σχόλιό μου (για τους νεκροζώντανους διαλόγους) το έστειλα εδώ, στη "ρώσικη εισβολή", ενώ προοριζόταν για την "περατότητα" του Χέγκελ, στην προηγούμενη ανάρτηση.

Αν αναρτηθεί, ζητώ συγγνώμη.