Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Η ιδεολογία του αυθορμητισμού (replay)


Μια ακόμα επικαιροποιημένη νομίζω ανάρτηση απ' το αρχείο του RD. Αρχική δημοσίευση: 21/9/2009.
---

Από τον Feuerbach και τον Marx στον Mannheim, τον Gramsci και τον Althusser, οι αντιλήψεις για το τι συνιστά ιδεολογία υπήρξαν πολλές και σε μεγάλο βαθμό ασύμβατες μεταξύ τους. Όπως και να χει όμως, η ιδεολογία ως έννοια παραμένει σύμφυτη με μια συγκεκριμένη αντίληψη περί αυθορμητισμού: την ιδέα δηλαδή ότι οι Χ ή Ψ απόψεις μου αποτελούν αυθύπαρκτες και πηγαίες εκφράσεις της προσωπικότητας ή της εμπειρίας μου, ή, καλύτερα, ότι αυτό το οποίο θεωρώ αυθύπαρκτο και πηγαίο στις απόψεις μου εκφράζει την αυτονομία μου από κάθε ιδεολογικό σύστημα. Η ιδεολογία είναι ιδεολογία ακριβώς επειδή δεν γνωρίζει τον εαυτό της ως τέτοια, επειδή δηλαδή μας διαβεβαιώνει για την δυνατότητά μας να είμαστε απλώς οι "πραγματικοί" μας, αυθόρμητοι εαυτοί.

Η ανθρωπολογία μάς έχει προ καιρού επιστήσει την προσοχή στον καθοριστικό ρόλο που παίζει στη διαμόρφωση αυτού του παραδόξου η κουλτούρα--η σφαίρα πεποιθήσεων, έξεων, και πρακτικών που λειτουργεί αρμονικότερα όταν δεν φαίνεται να υφίσταται καν, όταν δηλαδή τα μέλη της Χ ή Ψ κουλτούρας πιστεύουν ότι απλά εκφράζουν ή πράττουν αυτό που είναι "φυσικό" να εκφράζουν ή να πράττουν, χωρίς να διανοηθούν καν την ύπαρξη συστημικών και εκ των προτέρων κωδικοποιημένων διαστάσεων στη δράση τους. Μια οργανική κουλτούρα θα ήταν κουλτούρα στον βαθμό μηδέν, εντελώς ασυνείδητη για την ύπαρξή της ως τέτοια.

Το ότι τέτοιες κουλτούρες δεν υπάρχουν (και πιθανότατα δεν υπήρξαν ποτέ) σημαίνει ότι το ιδεολόγημα του αυθορμητισμού αναλαμβάνει κρίσιμο ιδεολογικό ρόλο όταν δημιουργείται η συναίσθηση πολιτισμικής αστάθειας ή κρίσης, όταν δηλαδή η αξία κάποιας συμπεριφοράς ή ιδέας δεν αποδεικνύεται πλέον τόσο αυταπόδεικτη ή φυσική όσο παλαιότερα. Ο αυθορμητισμός μετατρέπεται τότε στην εκλογικευτική οπισθοφυλακή μιας ήδη αμφισβητούμενης συμπεριφοράς. Το "αυθόρμητο" της ομοφοβικής, της ρατσιστικής ή της σεξιστικής συμπεριφοράς για παράδειγμα ("δεν έχω τίποτε με τους ομοφυλόφιλους/μαύρους/γυναίκες, απλά αισθάνομαι άβολα όταν...") εμφανίζεται στην επιφάνεια ως "σκληρός πυρήνας" υπεράσπισης της ιδεολογίας μόνο όταν αρχίζει να διαχέεται το αίσθημα ότι οι φοβικές αυτές συμπεριφορές δεν είναι τελικά όσο "φυσικές" νομίζαμε.

Τα πράγματα περιπλέκονται όταν μια κουλτούρα εξυψώνει τον αυθορμητισμό σε διακριτικό χαρακτηριστικό της, όταν δηλαδή παγιώνει σαν γενικότερη αντίληψη για τον εαυτό της την ιδέα ότι τα μέλη της διατηρούν μια ενστικτώδη αντίσταση σε κάθε τι το προγραμματικό ή προγραμματισμένο. Η νεολληνική κουλτούρα είναι σε κυρίαρχο βαθμό κουλτούρα στην οποία ο αυθορμητισμός δεν είναι απλώς μέσο δια του οποίου αποκρύπτεται ο ιδεολογικός χαρακτήρας εν γένει, αλλά και αξιολογικά φορτισμένος πόλος πολιτισμικού αυτοκαθορισμού. Όχι τυχαία, το αρχετυπικό ίνδαλμα του Νεοέλληνα, ο Αλέξης Ζορμπάς, είναι κάποιος που απορρίπτει την ίδια την "κουλτούρα" (η οποία και αποτελεί τον χώρο όπου κινούνται "οι άλλοι", Κρητικοί συγχωριανοί και αδαείς Εγγλέζοι) για χάρη ενός ατομικισμού φαινομενικά sui generis, απρόβλεπτου, και άσπιλα αυθόρμητου σε χαρακτήρα. Η τεράστια εκδοτική επιτυχία του βιβλίου και της ταινίας υπογραμμίζει βέβαια την ύπαρξη μιας βασικής αντίφασης σε ό,τι αφορά το sui generis του Ζορμπά, μια και η "μοναδικότητά" του μεταλλάχθηκε άμεσα σε στερεοτυπικό πόλο ταύτισης για εκατομμύρια. Στην πρόσφατη συζήτηση για την κατάργηση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους, το μεγαλύτερο αντεπιχείρημα ήταν ουσιαστικά το δυσκατάβλητο του Ζορμπά που "εμείς οι Έλληνες κρύβουμε μέσα μας", του ανθρώπου που δεν συμμορφώνεται με προδιαγεγραμμένους κώδικες και κανόνες αλλά παραμένει αυτόφωτος και αυτενεργός ακόμα και όταν το εκδηλώνει αρνητικά ή (αυτο)καταστροφικά. Το απόλυτο ταμπού του Νεοέλληνα δεν είναι να θιγεί η εργασιακή του ηθική, η ειλικρίνεια και η τιμιότητά του ή το πεφωτισμένο των ιδεών του (γνωρίζει καλύτερα από όλους πώς να αυτοσαρκάζεται ως έμπρακτη άρνηση κάθε παρόμοιου ιδεώδους), αλλά ο αυθορμητισμός του, η ιδέα ότι ακόμα και μέσα στην δυσλειτουργικότητά του εκφράζει την ελευθερία του να είναι ο αντιφατικός εαυτός του.

Θα ήταν όμως ανθρωπολογικά πολύ παράξενο αν μια πολιτισμική αξία όπως ο αυθορμητισμός δεν είχε τον ίδιο βαθμό κωδικοποίησης που έχει οποιαδήποτε άλλη, από την φιλοξενεία και την γενναιότητα ως την τιμή και την γαλαντομία. Ανθρωπολογικά, ο αυθορμητισμός είναι κάθε άλλο παρά αυθόρμητος. Αποτελεί πεπαιδευμένη συμπεριφορά που ανταποκρίνεται, ή προσπαθεί να ανταποκριθεί, σε ένα κωδικοποιημένο σύνολο πολιτισμικών κανόνων (του τι συνιστά "αυθόρμητη" συμπεριφορά, του πώς αυτή η συμπεριφορά επιβεβαιώνει την αξία της απέναντι στην έλλειψη αυθορμητισμού, του τι επιτρέπεται σωματικά, λεκτικά και συμπεριφορικά στα πλαίσια ενός πολιτιστικά αποδεκτού αυθορμητισμού, κλπ). Ο αυθορμητισμός, όπως η ειρωνεία, το πνεύμα, η ευγένεια, ή η φλεγματική αντίδραση είναι ένα κοινωνικό τεχνούργημα με συγκεκριμένη λογική και απτές ψυχικές απολαβές· είναι όμως και το μόνο που εξ ορισμού επιμένει ότι είναι κάτι άλλο από κοινωνικό τεχνούργημα, το μόνο το οποίο έχει πολιτισμική αξία ως έκφανση της απουσίας πολιτισμικής διαμεσολάβησης.

Ας πάρω ως μέσο συγκεκριμενοποίησης των αδρών αυτών διαπιστώσεων ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβει κατά την επιστροφή μου από τις διακοπές, στην στάση που έκανε λεωφορείο ΚΤΕΛ σε επαρχιακό αναψυκτήριο. Λίγο μετά την αποβίβαση, προέκυψε λεκτική σύγκρουση του οδηγού του λεωφορείου με επιβάτη, "αρχηγό" τριμελούς οικογένειας. Το αρχικό αίτιο, από ό,τι κατάλαβα, αφορούσε στο δικαίωμα μεταφοράς και κατανάλωσης από τους επιβάτες εδώδιμων μέσα στο (ολοκαίνουργιο) λεωφορείο. Ο διαπληκτισμός εντάθηκε πολύ γρήγορα. Προφανή ρόλο σ' αυτή την κατεύθυνση έπαιξε το γεγονός ότι ο επιβάτης αισθάνθηκε αναγκασμένος να δείξει πυγμή μπροστά στη σύζυγο και τον έφηβο γιό του. Από την άλλη, ο οδηγός, μετά από μια μικρή αρχική έκπληξη για την σφοδρότητα της επιθετικότητας του επιβάτη, ανταποκρίθηκε στην πρόκληση διεκδικώντας την ανώτερη ιεραρχικά θέση του (ως οδηγού του οχήματος) και ανεβάζοντας και ο ίδιος τους λεκτικούς τόνους.

Η μη επίλυση του ζητήματος στο επίπεδο της συμβολικής διεκδίκησης συγκριτικού πρεστίζ δημιούργησε με τη σειρά της την ανάγκη "παρέμβασης" σε άλλους παρευρισκομένους, οι οποίοι ένιωσαν το βάρος της προάσπισης της "τιμής" των εμπλεκομένων να μεταφέρεται στους ώμους τους. Από την πλευρά του, ο οδηγός βρήκε συμπαραστάτη τον νεαρό συνοδηγό του, ο οποίος γρήγορα τον ξεπέρασε σε ζήλο και επιθετικότητα. Μπροστά σε αυτή την εξέλιξη, ο γιός του ηλικιωμένου άνδρα, ο οποίος είχε παραμείνει σιωπηλός σεβόμενος την ηλικιακή ιεραρχία, ξέσπασε επίσης σε εντυπωσιακής οξύτητας χαρακτηρισμούς. Η φυσική απόσταση μεταξύ των δύο νεαρών παρέμεινε αντιστρόφως ανάλογη της σφοδρότητας της γλώσσας τους. Ήταν φανερή η διάθεση μέσω της λεκτικής υπερβολής να αντισταθμιστεί το συναίσθημα της αμηχανίας που εμπεριείχε η ανάγκη να παραμείνουν "δεύτερα βιολιά" και ταυτόχρονα να επιδείξουν επαρκή ζήλο στο καθήκον τους απέναντι στους μεγαλύτερους ηλικιακά άρρενες.

Η αδυναμία όμως και των δύο νεοεισερχομένων στην διένεξη να επιβάλλουν έμπρακτα και αποτελεσματικά τις επιθυμίες της πλευράς τους είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω διάχυση της κρίσης. Οι κατηγορίες των εμπλεκομένων αυξήθηκαν έτσι από δύο σε τρεις, καθώς προέκυψε αναγκαστικά το στρατόπεδο "πυροσβεστών" της κρίσης (θαμώνες, καταστηματάρχης). Σε τακτά χρονικά διαστήματα, οι δύο αντίπαλες πλευρές δήλωναν με απότομες κινήσεις του σώματός τους προς τα εμπρός την πρόθεση να εμπλακούν σωματικά. Αυτό όμως γινόταν πάντα σε στιγμές που η εγγύτητα των σωμάτων "ουδέτερων" εγγυόταν ότι η χειρονομία θα "κατευναζόταν" έγκαιρα, πριν οδηγήσει αναγκαστικά σε έμπρακτα βίαια ανταπόδοση.

Η ταλάντωση ανάμεσα στην λεκτική απειλή βίας και την αναίρεσή της κράτησε συνολικά λιγότερο από το διάλειμμα των 10 λεπτών της στάσης. Τα στρατόπεδα "διαλύθηκαν" από τους "ηρεμότερους" (τα εισαγωγικά παραπέμπουν στον έντονα επιτελεστικό χαρακτήρα τόσο της ίδιας της σύγκρουσης όσο και της de facto επίλυσής της) και σε ελάχιστα λεπτά όλοι ανεξαιρέτως οι συμμετέχοντες επιβιβάστηκαν ήσυχα στο λεωφορείο ή επέστρεψαν στις δουλειές τους. Στο υπόλοιπο της διαδρομής δεν συνέβει το παραμικρό ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, παρά το γεγονός ότι πρακτικά είχαν την ευκαιρία να συνεχίσουν την διένεξη. Πρόσεξα ότι τα μέλης της οικογένειας που ενεπλάκη στο επεισόδιο δεν αντάλλαξαν κουβέντα μεταξύ τους στις υπολειπόμενες δύο ώρες της διαδρομής. Το επεισόδιο εξαφανίστηκε από το πεδίο του συζητήσιμου σαν να είχε ξαφνικά μετατραπεί σε ανεπιθύμητο ταμπού.

Μια ανθρωπολογικά αφελής και φολκλορική ματιά θα θεωρούσε πιθανόν το όλο επεισόδιο από τη σκοπιά κάποιας μαζικής έκρηξης του αυθορμητισμού μας ως λαού. Για όσους έχουν δει παρόμοιες σκηνές δεκάδες φορές σε ελληνικούς αυτοκινητοδρόμους, η αφέλεια μιας τέτοιας ερμηνείας προκαλεί ένα μισοκυνικό, μισοένοχο χαμόγελο επίγνωσης. Γνωρίζουμε μάλλον αρκετά για τον παράδοξα αυτορυθμιζόμενο χαρακτήρα αυτού του θυμού, για την έμφυλη λογική της εξάπλωσής του σε τρίτους (η σύζυγος του επιβάτη δεν ενεπλάκη σε κανένα σημείο), για την πολύπλοκη διαδικασία εξομάλυνσης και αποκλιμάκωσης που εμπεριέχει εξ αρχής ο μηχανισμός της "αυθόρμητης" σύγκρουσης. Και φυσικά, γνωρίζοντας ήδη όλα αυτά, γνωρίζουμε ότι ανήκουμε στην κουλτούρα ακριβώς γιατί δεν νιώθουμε καμμία πραγματική έκπληξη απέναντι σε όσα περιέγραψα. Ούτε μας κάνει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι το υπερευαίσθητο και ευέξαπτο της "τιμής" αποδείχθηκε εύκολα συμβατό με τον πραγματισμό των έλλογων συμφερόντων επιβατών και οδηγού. Από τη στιγμή που έπαψε να υφίσταται η ετεροτοπία του "διαλείμματος" από τον προδιαγεγραμμένο πρακτικό στόχο, έπαψαν να υφίστανται και τα κίνητρα για την συντήρηση της διένεξης.

Η κυνικότητα αυτής της διαπίστωσης δεν αναιρεί το γεγονός ότι για όσους συμμετείχαν "αυθορμήτως" στην παραπάνω διένεξη ήταν απαραίτητο να συνεχίσουν να πιστεύουν ότι "εξερράγησαν". Ταυτόχρονα όμως, μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν έπαψε να υφίσταται παράλληλα η επίγνωση ότι επρόκειτο για αυστηρά περιχαρακωμένους ρόλους, για μια συμβολική επιτέλεση της αυθόρμητης αντίδρασης (εν προκειμένου, του θυμού) που αφορά συγκεκριμένες περιστάσεις και όρια. Το παράδοξο: εάν υπήρχε η επίγνωση ότι επρόκειτο περί μιμητικής αναπαράστασης ενός συναισθήματος, θα ήταν ανέφικτη και η πολύπλοκη χορογραφία ανθρώπων που δεν είχαν ποτέ γνωριστεί μεταξύ τους και που φυσικά δεν είχαν συννενοηθεί εκ των προτέρων: η πιο πειστική μίμηση είναι αυτή που νομίζει ότι είναι αδιαμεσολάβητη πραγματικότητα. Αν, από την άλλη, κυριαρχούσε η εντύπωση ότι επρόκειτο για αληθινή σύρραξη, τότε ο φόβος θα μπορούσε να προκαλέσει πραγματικά ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Η πραγματική σύγκρουση περιέχει ενέργειες που αιφνιδιάζουν ακόμη και τον υπεύθυνο της βίαιης πράξης· εδώ, αντίθετα, τα πάντα διαδραματίστηκαν υπό την αιγίδα του σχεδόν θλιβερά προβλέψιμου.

Αυτό όμως σημαίνει ότι τόσο για τον παρατηρητή της "αυθόρμητης συμπεριφοράς" όσο και για τους συμμετέχοντες σε αυτή, ισχύει ένας κώδικας ο οποίος ταυτόχρονα επικυρώνει την πραγματικότητα του συμβάντος και την κιβδηλότητά του, την συγκινησιακή αμεσότητά του και τον πλήρως διαμεσολαβημένο χαρακτήρα του. Όλοι γνωρίζουν, και κανείς δεν γνωρίζει, τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο συμβαίνει πραγματικά. Όλοι αποδεικνύονται ταυτόχρονα κυνικοί χειριστές και αφελή θύματα της ιδεοληψίας του αυθορμητισμού τους. Έξω από τον κώδικα της "αυθόρμητης" συμπεριφοράς υπάρχουν μόνο άλλοι κώδικες--τιμή, υπόληψη, αρρενωπότητα, σεβασμός και ευπείθεια στους μεγαλύτερους, πατριαρχική προστασία των "αδυνάτων", "πυροσβεστική" υπευθυνότητα. Κι όμως, το γεγονός ότι η ιδεολογία δεν διαθέτει "έξω" δεν εμπόδισε τη διάχυση, κατά τις δύο σιωπηλές ώρες της επιστροφής, μιας συλλογικής αμηχανίας παρόμοιας με αυτή που προκαλεί ένα μακρόθεν αξιόπιστο αστείο που έχει ξαφνικά πάψει να προκαλεί το γέλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: