Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Fredric Jameson-Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο Ι

Fredric Jameson-Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο 
Λονδίνο, Verso, 2011
Μτφρ.: Radical Desire

Κεφάλαιο 7: Πολιτικά συμπεράσματα

Ο προσεκτικός αναγνώστης θε έχει ήδη καταλάβει ότι εγώ προσωπικά συμπεραίνω πως ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου δεν αντλεί πολιτικά συμπεράσματα. Αλλά όταν πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο θεωρήθηκε, για περισσότερο από έναν αιώνα, η Βίβλος της εργατικής τάξης σε ολόκληρο τον κόσμο, από έναν συγγραφέα ο οποίος ήταν επίσης ο συντάκτης ενός από τα θεμελιώδη και κλασικά κείμενα πολιτικής θεωρίας στη Δύση (Το κομμουνιστικό μανιφέστο), τότε έχουμε να κάνουμε με ένα παράδοξο που απαιτεί εξηγήσεις.

Η εξήγηση θα απαιτήσει κατ' αρχάς κάποια διαύγαση του τι σημαίνει "πολιτικά", και αυτό μού φαίνεται ότι απαιτεί μια αρχική διάκριση ανάμεσα στην πολιτική θεωρία και την πολιτική γενικότερα[1]--καθώς η δεύτερη αποθηκεύεται σε μπροσούρες για τον πολιτικό ακτιβισμό, για την πολιτική πρακτική, την στρατηγική και την τακτική, όπως αυτές που βρίσκουμε στον Μακιαβέλλι, τον Κλαούσεβιτς, τον Σορέλ ή τον Λένιν. Η πολιτική θεωρία η ίδια όμως είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνταγματική θεωρία. Περιστρέφεται πάντα αναγκαστικά γύρω από την σύνθεση ενός συντάγματος, και βρίσκει αναπόφευκτα τους προγόνους της ή τους θεμελιωτές της στον Αριστοτέλη και τον Πολύβιο, των οποίων οι απόγονοι περνούν από την φλωρεντινή Αναγέννηση (και πάλι ο Μακιαβέλλι!) και από εκεί στον αμερικάνικο 18ο αιώνα, όπου και εξαντλείται η δημιουργικότητά της. Το σύνταγμα είναι πάντοτε ένα αντεπαναστατικό τεχνούργημα του οποίου στόχος είναι το εκ προοιμίου μπλοκάρισμα της αλλαγής, είτε εκ δεξιών (χούντες, "τυραννία"), είτε εξ αριστερών ("βία του όχλου", επανάσταση). Βασίζεται στη μία ή την άλλη θεωρία εκπροσώπησης (ας ληφθεί υπόψη ότι, όπως εξήγησα για την εννοιακή αναπαράσταση στο πρώτο κεφάλαιο, η πολιτική εκπροσώπηση ως τέτοια είναι πάντοτε ανέφικτη).

[...]

Η πολιτική λοιπόν θεωρία λαμβάνει, ως βασικό αντικείμενο μελέτης και καινοτομίας, την σύνθεση συνταγμάτων ως τέτοια. Και εκεί βρίσκεται ένας δεύτερος, και βαθύτερος, λόγος για την σημερινή της απαρχαίωση. Γιατί, όπως μάς δίδαξε ο C.B Macpherson (Η πολιτική θεωρία του ιδιοκτησιακού ατομικισμού, Οξφόρδη, 1962, σ. 233-236), έρχεται μια μοιραία και αποκαλυπτική στιγμή στην θεμελιακή σκέψη του Λοκ, όταν η εννοιακότητα της πολιτικής θεωρίας παραλύει αποφασιστικά, και αυτή είναι η στιγμή της εμφάνισης του χρήματος. Η παρέμβαση του ξένου αυτού σώματος μέσα σε ένα σύστημα αφαιρέσεων που αδυνατούν μορφολογικά να το εγκολπώσουν ή να το θεωρητικοποιήσουν[2] σημαίνει ότι η πολιτική θεωρία--η συνταγματική θεωρία-- δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει αυτόνομα. Και το όνομα για την στιγμή εκείνη είναι "ιδιωτική περιουσία"--πραγματικότητα η οποία ανθίσταται πεισματωδώς στις συνταγματικές κατασκευές [3].

[...]

Αλλά το ίδιο το γεγονός ότι όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί και συνταγματικοί θεωρητικοί εργάστηκαν μέσα σε προκαπιταλιστικές και ουσιαστικά αγροτικές συνθήκες δηλώνει ότι το πρόβλημα του Λοκ πρέπει να επανακαθοριστεί, και ότι ο ρόλος που έπαιξε το χρήμα στην δική του, τοπικού χαρακτήρα, σκέψη θα πρέπει να μεταφερθεί σε μια μάλλον πολυπλοκότερη εκδοχή του φαινομένου αυτού, δηλαδή του κεφαλαίου ως τέτοιου. Με την ανάδυση του κεφαλαίου λοιπόν, μία σειρά από παραδοσιακές κατηγορίες συνταγματικής σκέψης καθίστανται άχρηστες, και ανάμεσά τους η ιδιότητα του πολίτη και η εκπροσώπηση· ενώ η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας--που ήταν πάντοτε ψευδο-έννοια, και που για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορικής της ύπαρξης, έτσι και αλλιώς, ήταν απαξιωτικός όρος-- κάθισταται παροδηγητική ψευδαίσθηση. Το κράτος δεν είναι πλέον αυτόνομη οντότητα για να θεωρητικοποιείται μέσω του δικού του διανοητικού, εξειδικευμένου επιστημονικού πεδίου, αλλά έχει τόσο εμποτιστεί με το κεφάλαιο που είναι επίσης ανέφικτη οποιαδήποτε αυτόνομη οικονομική θεωρία. Και πουθενά δεν είναι αυτή η συμβίωση [κράτους και κεφαλαίου] τόσο προφανής όσο στους καιρούς μας, όταν οι παραδοσιακές ηθικολογίες περί διαφθοράς και οργανωμένων ομάδων συμφερόντων έχουν καταστεί διασκεδαστικά δράματα εποχής.

[...]

Νομίζω [...] ότι η απουσία πολιτικής διάστασης από τον Μαρξισμό--η δραστική του αποκόλληση της "οικονομίας" (χρησιμοποιώντας την λέξη αυτή με πολύ χαλαρό και γενικό τρόπο) από την πολιτική--είναι ένα από τα μεγάλα και πρωτότυπά του πλεονεκτήματα. Όπως και να έχει, ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου δεν δίνει και πολύ ενθάρρυνση σε όσους αναζητούν σ' αυτόν ένα πιο τέλειο πολιτικό σύστημα, πόσο μάλλον ίχνη πολιτικής του θεωρητικοποίησης. Στην πραγματικότητα, δεν εγγυάται καν το ποιο είναι το περίγραμμα μιας εικόνας κάποιου μελλοντικού σοσιαλισμού με οικονομικούς όρους.

Σημειώσεις
[1] Βλ. επίσης Αλαίν Μπαντιού, Μεταπολιτική.
[2] Δες τα σχόλιά μου στην ανάρτηση Δ. Δημούλης: Πρόταση ριζικής αναθεώρησης του Συντάγματος.
[3] Βλ. την πρώτη παράγραφο του σχεδίου Συντάγματος Δημούλη, περί ιδιωτικής περιουσίας, και το σχόλιό μου για την χαρακτηριστική αμηχανία της παραγράφου αυτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: