Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Fredric Jameson-Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο ΙV


[...] Σκιαγράφησα, πράγματι, μια ανάγνωση του Κεφαλαίου που οργανώνεται γύρω από αυτό που ο Μαρξ καλεί "απόλυτο γενικό νόμο" της ενότητας της καπιταλιστικής παραγωγής και της ανεργίας. [...] βρισκόμαστε σε μια ιστορικά διαφορετική εποχή από αυτήν που ίσχυε το 1919 ή το 1945:
Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε ενθυμούμενοι ότι τα θαυματουργά χρόνια της προηγούμενης χρυσής εποχής (περίπου απ' το 1950 ως το 1973) εξαρτιόταν όχι μόνο από ένα παγκόσμιο πόλεμο και από μια τεράστια αύξηση των κρατικών δαπανών, αλλά επίσης από μια ιστορικά χωρίς προηγούμενο μετάβαση πληθυσμού από την γεωργία στη βιομηχανία. Οι αγροτικοί πληθυσμοί αποδείχτηκαν ισχυρό όπλο στην αναζήτηση του "εκσυγχρονισμού", εφόσον παρείχαν μια πηγή φθηνής εργασίας για ένα νέο κύμα εκβιομηχάνισης. Το 1950, 23% της γερμανικής εργατικής δύναμης απασχολούνταν στη γεωργία, στη Γαλλία το 31%, στην Ιταλία το 44% και στην Ιαπωνία το 49%. Ως το 2000, όλες αυτές οι χώρες είχαν αγροτικούς πληθυσμούς κάτω απ' το 5%. Στον 19ο και στον πρώιμο 20ο αιώνα, το κεφάλαιο αντιμετώπισε την μαζική ανεργία, όταν αυτή εμφανίστηκε, αποβάλλοντας τους προλετάριους των πόλεων πίσω στη γη, καθώς και εξάγοντάς τους στις αποικίες. Εξαλείφοντας τους χωρικούς στον παραδοσιακό πυρήνα την ίδια στιγμή που αντιμετώπιζε τα όρια της αποικιακής επέκτασης, το κεφάλαιο εξάλειψε επίσης τους δικούς του παραδοσιακούς μηχανισμούς ανάρρωσης. (Aaron Benanav, "Misery and Debt: On the Logic and History of Suprlus Populations and Surplus Capital", σ. 21).
Οι ιστορικές αυτές υπενθυμήσεις εξηγούν γιατί το φαινόμενο της ανεργίας είναι σήμερα διαφορετικό, και πολύ πιο απειλητικό ως σύμπτωμα συστημικής κρίσης από ότι ήταν σε προηγούμενες υφέσεις. Εξηγούν επίσης τον τρόπο με τον οποίο, σε κάθε σύγχρονη ανάγνωση, η δομική ανεργία της μαρξικής έννοιας του "εφεδρικού στρατού του καπιταλισμού", η οποία ήταν παλαιότερα δευτερεύον χαρακτηριστικό του συστήματος, φτάνει σήμερα στην πρώτη γραμμή της ανάλυσής του.

[...] Νομίζω όμως ότι η κεντρική θέση της ανεργίας για την ανάγνωση του Κεφαλαίου που προτείνουμε εδώ έχει πολιτική σημασία και είναι ιστορικά συναφής και με έναν άλλο τρόπο, ο οποίος αφορά την παγκοσμιοποίηση ως τέτοια. Δείχνει ότι αυτοί οι τεράστιοι πληθυσμοί σε όλο τον κόσμο που έχουν, τρόπον τινά, "εκπέσει της ιστορίας", που έχουν συνηδειτά αποκλειστεί από τα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα του καπιταλισμού του πρώτου κόσμου, και που έχουν εγκαταλειφθεί ως απέλπιδες και θνησιγενείς περιπτώσεις, τα υποκείμενα των λεγόμενων "αποτυχημένων κρατών" (μια νέα και εξυπηρετετική του ιδεολογικού συμφέροντος ψευδο-έννοια) ή της οικολογικής καταστροφής, ή των παλιομοδίτικων απομειναριών υποτιθέμενα προαιώνιων, αρχαϊκών "εθνοτικών παθών", τα θύματα του λιμού, με ανθρώπινα ή φυσικά αίτια --όλοι αυτοί οι πληθυσμοί που στην καλύτερη περίπτωση περιορίζονται σε διαφόρων ειδών στρατόπεδα, και που τυγχάνουν της μέριμνας διαφόρων ΜΚΟ και άλλων πηγών διεθνούς φιλανθρωπίας-- αυτοί λοιπόν οι πληθυσμοί, τα οχήματα ενός νέου είδους παγκόσμιας και ιστορικής εξαθλίωσης, μοιάζουν πολύ διαφορετικοί όταν εμφανίζονται με τους όρους της κατηγορίας της ανεργίας.

Διότι υπάρχει μια άλλη αντίθεση η οποία ενεργοποιείται από την χρήση μαρξικών κατηγοριών, ένας άλλος, τρόπον τινά, άξονας αντιθέσεων που μπορεί να μπει δίπλα από ή να συντονιστεί με αυτές που αποδώσαμε στον Κορς (δηλαδή τη μοιρολατρία και τον βολονταρισμό), και αυτή είναι η εξίσου φορτισμένη και σημαντική αντίθεση που ο Αλτουσέρ διέγνωσε με όρους έντασης ανάμεσα στην έννοια της κυριαρχίας και αυτή της εκμετάλλευσης. Σε αντίθεση με τους διπλούς όρους της αντίθεσης του Κορς, οι έννοιες αυτές, οι οποίες επίσης προβάλλουν καθαρά τους δικούς τους κώδικες, μέσα στους οποίους μπορεί να μεταφραστεί αδιάφορα το ίδιο περιεχόμενο, έχουν άνισο βάρος στο σύστημα του ίδιου του Μαρξ. Ακολουθώ εδώ την θέση του Αλτουσέρ, ο οποίος κατανοεί την δομή του τρόπου παραγωγής ως δομή που βασικά οργανώνεται από "τις σχέσεις παραγωγής", ή, με άλλα λόγια, από την δομή της εκμετάλλευσης: η κυριαρχία λοιπόν δεν είναι απλώς δευτερεύουσα συνέπεια αυτής της δομής, αλλά επίσης ο τρόπος αναπαραγωγής της, και όχι πρωτογενούς παραγωγής της.

Η αντίθετη θέση καταλαμβάνεται όχι από κάποια ποικιλία του ίδιου του μαρξισμού, αλλά μάλλον από τον συγγενή και πρώτο του ξάδερφο, τον αναρχισμό. Τόσο οι μαρξιστές όσο και οι αναρχικοί είναι "άνθρωποι του βιβλίου": δέχονται το Κεφάλαιο ως το βασικό τους κείμενο. Αλλά ο αναρχισμός δείνει την πρωταρχική έμφαση στην κυριαρχία, δηλαδή στις εκδοχές και μορφές εξουσίας ως τέτοιες (αντί για αυτό που συνοπτικά θα ονομάζαμε οικονομία), και όλοι γνωρίζουμε την σαγήνη αυτής της πολυεπίπεδης λέξης [της "εξουσίας"] σήμερα, τόσο στην πολιτική όσο και στη θεωρία. Νομίζω ότι η μαρξιστική θέση αξιολογεί αυτή την έμφαση ως μια ουσιαστικά ηθικού τύπου έμφαση, ικανή να οδηγήσει σε τακτικές εξεγέρσεις και πράξεις αντίστασης, όχι όμως και στην μεταμόρφωση του ίδιου του τρόπου παραγωγής. Και το επιχείρημα αυτό ενισχύεται από το καταφατικό πρόγραμμα το οποίο υπονοείται από διάφορες ιδεολογίες της εξουσίας, και το οποίο μπορεί εναλλατικά να εκφραστεί με όρους ελευθερίας, ή πιο πολιτικά δημοκρατίας, συνήθως μη κοινοβουλευτικού, ριζοσπαστικού ή άμεσου τύπου. Αλλά όπως δείχνει η δραστική διάζευξη ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία που πρότεινα εδώ, το αποτέλεσμα της έμφασης στην κυριαρχία είναι δημοκρατικό· είναι ένα πρόγραμμα και μια γλώσσα που εύκολα απορροφούνται από το καπιταλιστικό κράτος.

Δεν είναι εδώ ο χώρος να μιλήσουμε για αυτό το ζήτημα περισσότερο, αλλά μπορούμε να επανατοποθετήσουμε το πείραμα σκέψης που πρότεινα στο τέλος του Σθένη της διαλεκτικής [Valences of the Dialectic], δηλαδή την παραγωγική δυνατότητα μιας αλλαγής στη θεωρία και στην πρακτική που να συνοδεύει την εκ νέου θεώρηση όλων αυτών των χαμένων πληθυσμών του κόσμου με όρους εκμετάλλευσης και όχι κυριαρχίας. Γιατί φαίνεται αναντίρρητο ότι σχεδόν όλες οι περιγραφές της κατάστασης αυτών των πληθυσμών --και η επιμονή τους στον τρόμο της κατάστασης αυτής είναι όντως καλοδεχούμενες-- έχουν στο τέλος την τάση, μέσα από την ίδια την δύναμη των εννοιών αυτών, να καταλήγουν σε θεωρήσεις της κυριαρχίας (ιδίως, εφόσον δεν έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την ανεργία με όρους εκμετάλλευσης), ακόμα και εκεί όπου η ανάλυση έχει ξεκινήσει ως οικονομική ανάλυση και θέτει τον ιμπεριαλισμό τον ίδιο ως αίτιο στην θέση άλλων αιτιών. Ο "ιμπεριαλισμός" είναι πράγματι ένας χρήσιμος εννοιακός χώρος μέσα στον οποίο μπορούμε να αναδείξουμε τους τρόπους με τους οποίους μια οικονομική κατηγορία [η εκμετάλλευση] μπορεί πολύ εύκολα να μεταλλαχτεί σε μια έννοια εξουσίας ή κυριαρχίας (και είναι ξεκάθαρο ότι η ίδια η λέξη "εκμετάλλευση" δεν έχει ανοσία σε τέτοιου είδους νοητικά ολισθήματα).

Για τον λόγο αυτό, η μαρξική ανάλυση της παγκοσμιοποίησης, στην οποία μας δίνει το δικαίωμα ή ίδια η δυναμική του Κεφαλαίου όπως ιχνογραφήθηκε εδώ, μας επιτρέπει μια καλοδεχούμενη ανακωδικοποίηση των πολλαπλών καταστάσεων εξαθλίωσης και εξαναγκασμένης έλλειψης απασχόλησης, των πληθυσμών που έχουν πέσει αβοήθητα θύματα πολεμάρχων αλλά και φιλανθρωπικών οργανισμών, της γυμνής ζωής με όλες τις έννοιες με τις οποίες μπορεί να ερμηνευθεί η απλή βιολογική χρονικότητα υπάρξεων χωρίς δραστηριότητα και χωρίς παραγωγή. Το να τα σκεφτούμε όλα αυτά με όρους ενός είδους παγκόσμιας ανεργίας αντί με όρους αυτού ή εκείνου του τραγικού πάθους είναι, νομίζω, ένας τρόπος του να ξανα-αφιερωθούμε στην εφεύρεση ενός νέου είδους μετασχηματιστικής πολιτικής, σε παγκόσμια κλίμακα.

4 σχόλια:

Αντωνης είπε...

Αποκατάσταση σχολίων του θρεντ:

Uturunco:

χωρίς κυριαρχία δεν υπάρχει εκμετάλλευση ούτε και εκμετάλλευση χωρίς κυριαρχία. θα ήταν λάθος, πιστεύω, να αντιπαραθέσουμε αυτές τις δύο έννοιες, ειδικά σήμερα που δεν βρισκόμαστε στο 1919 ή στο 1945.

Αντωνης είπε...

RDAntonis:

Δεν είναι καθόλου ζήτημα αντιπαράθεσης: "Ακολουθώ εδώ την θέση του Αλτουσέρ, ο οποίος κατανοεί την δομή του τρόπου παραγωγής ως δομή που βασικά οργανώνεται από "τις σχέσεις παραγωγής", ή, με άλλα λόγια, από την δομή της εκμετάλλευσης: η κυριαρχία λοιπόν δεν είναι απλώς δευτερεύουσα συνέπεια αυτής της δομής, αλλά επίσης ο τρόπος αναπαραγωγής της, και όχι πρωτογενούς παραγωγής της."

Είναι θέμα του ποιος λογίζεται ως πρωταρχικός καθορισμός και ποιος ως δευτερεύων.

Εγώ θα το έθετα ως εξής: σε φάσεις που προηγούνται ή έπονται μεγάλων αναπτυξιακών περιόδων του συστήματος, ως πρωταρχικός καθορισμός εμφανίζεται η κυριαρχία (1640-1660 στην Αγγλία, 1760-1800 στη Γαλλία, 1973-2008 παγκόσμια).
Σε φάσεις επέκτασής του ή ύφεσής του, είναι η εκμετάλλευση (1830-1848, 1870-1914, 2008-).

Αντωνης είπε...

Uturunco:

ναι, είναι φανερό πως εγώ δεν ακολουθώ τον Αλτουσέρ. Αυτή τη στιγμή δεν προλαβαίνω, αν δεν κουράζω όμως, θα μπορούσα να το αναπτύξω λίγο παραπάνω αργότερα.

Αντωνης είπε...

Uturunco:

Εκλαμβάνοντας την σιωπή ως συνενοχή (δηλαδή συναίνεση):
Όπως καταλαβαίνω από το απόσπασμα ο συγγραφέας προτείνει μια «δραστική διάζευξη ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία» όπου η πρώτη χαρακτηρίζεται από την «κυριαρχία» και η δεύτερη από την «εκμετάλλευση». Προσθέτει δε ότι, στο σημείο αυτό ακολουθεί «την θέση του Αλτουσέρ, ο οποίος κατανοεί την δομή του τρόπου παραγωγής ως δομή που βασικά οργανώνεται από "τις σχέσεις παραγωγής", ή, με άλλα λόγια, από την δομή της εκμετάλλευσης: η κυριαρχία λοιπόν δεν είναι απλώς δευτερεύουσα συνέπεια αυτής της δομής, αλλά επίσης ο τρόπος αναπαραγωγής της, και όχι πρωτογενούς παραγωγής της».
Μια τέτοια απόφανση θα είχε κάποιο νόημα αν περιορίζαμε την έννοια της «κυριαρχίας» αυστηρά στο κράτος. Τίποτα όμως –ούτε καν οι θεωρητικοί περιορισμοί που μας θέτει η μέθοδος του ιστορικού υλισμού- δεν μας αναγκάζει να κάνουμε κάτι τέτοιο. Ίσα-ίσα μας σπρώχνει στην αντίθετη κατεύθυνση: να δούμε το κεφάλαιο ακριβώς ως μια σχέση κυριαρχίας. Οι μη κατέχοντες τα μέσα παραγωγής είναι αναγκασμένοι να πουλούν τον εαυτό τους σε όσους τα κατέχουν και να ακολουθούν τις εντολές τους κατά την διάρκεια της εργασιακής διαδικασίας αφού η εργατική τους δύναμη και ο χρόνος τους δεν τους ανήκει πια (τα έχουν πουλήσει). Μια σχέση που εμπεριέχει «εξαναγκασμό» και «εντολή» είναι βέβαια σχέση «κυριαρχίας». Γι αυτό εξάλλου μιλάμε για «μισθωτή σκλαβιά». (Θα μπορούσε κανείς/μια να πει και πολλά άλλα δείχνοντας πως η «κυριαρχία» είναι «πρωτογενής» στην σχέση κεφάλαιο).
Αν χαρακτηρίζει κάτι την εποχή μας είναι η επέκταση αυτής της σχέσης κυριαρχίας (και εκμετάλλευσης), της σχέσης κεφάλαιο. Δεν είναι πως μειώθηκε ο αριθμός των χωρικών, γεγονός που αναμφισβήτητα συνέβη). Το ίδιο εξάλλου θα μπορούσε να πει κανείς και για τον αριθμό των «βιομηχανικών» εργατών στις χώρες του «Πρώτου Κόσμου». Το ζήτημα είναι πως εξαλήφθηκαν (σε μεγάλο βαθμό) οι σχέσεις που έκαναν τους χωρικούς χωρικούς. Η περίφημη μεταβιομηχανική κοινωνία δεν είναι παρά υπερβιομηχανική κοινωνία. Τόσο ο «αγροτικός τομέας» όσο και ο «τριτογενής» είναι οργανωμένοι «βιομηχανικά» και λειτουργούν σε αυτήν την βάση.
Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι στο παρελθόν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ήταν μεν κυρίαρχος αλλά συνυπήρχε δίπλα σε άλλους, ότι η αστική τάξη είχε μεν τον πρώτο λόγο στο κράτος αλλά επίσης και ο λόγος των γαιοκτημόνων είχε βαρύτητα, δεν ισχύει το ίδιο και σήμερα μια και οι άλλοι τρόποι παραγωγής τείνουν να εξαλειφθούν ολοσχερώς ενώ ακόμα και το ίδιο το κράτος οργανώνεται καπιταλιστικά και βιομηχανικά. Έτσι, η διάκριση πολιτικής και οικονομίας μάλλον συσκοτίζει και μάλιστα θα μας οδηγούσε στο να μην βλέπουμε «όλους αυτούς τους χαμένους πληθυσμούς του κόσμου» ως «ανέργους» -δηλαδή εντός της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας- αλλά ως «περιττούς» οδηγώντας μας στην σοσιαλδημοκρατική ή αναρχική ηθικολογία.