Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Περί ολοκληρωτισμού (αναδημοσίευση)

Αρχική δημοσίευση 8/7/2010. Ήρθε η ώρα του να ξαναδιαβαστεί νομίζω.

Ανάμεσα στο 1988 και το 1990, μια σειρά κρατών πέρασαν ειρηνικά από τον "υπαρκτό σοσιαλισμό" σε ένα μεταβατικό στάδιο ιδεολογικής "αποσυμπίεσης" που οδήγησε τελικά στη μία ή την άλλη "τοπικά προσαρμοσμένη" μορφή φιλελευθερισμού: το 1988 έγιναν μείζονος σημασίας μεταρρυθμίσεις στο Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα μετά την αντικατάσταση του Γιάνος Καντάρ ως ΓΓ του Κόμματος. Το 1989 νομιμοποιήθηκε η Αλληλεγγύη στην Πολωνία, κερδίζοντας τις εκλογές που ακολούθησαν με το "καθεστωτικό" ποσοστό του 99%. Την ίδια χρονιά έπεσε το τείχος του Βερολίνου, χαλάρωσαν οι συνοριακοί περιορισμοί στην Τσεχοσλοβακία --που γρήγορα οδηγήθηκε στη "βελούδινη επανάσταση" του Γκούσταβ Χουζάκ και του Βάτσλαβ Χάβελ-- ενώ στη Βουλγαρία ο Ζίφκοφ εκπαραθυρώθηκε και αντικαταστάθηκε από τον σαφώς πιο συμφιλιωμένο με την φιλελεύθερη μεταρρύθμιση Μλαντένοφ, ο οποίος με τη σειρά του παραιτήθηκε μετά από φήμες που τον κατηγορούσαν ότι είχε νωρίτερα προτείνει την βίαια καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων του 1989. Ήταν μια κατάρρευση δραματικά διαφορετική από αυτή του ναζισμού, με τον οποίο οι ιεραπόστολοι του φιλελευθερισμού εξακολουθούν πεισματικά να συνδέουν τον κομμουνισμό: ενώ οι ναζί ηττήθηκαν σε ένα όργιο αίματος, κλιμακώνοντας τους ρυθμούς εξόντωσης των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς το μέτωπο κατέρρεε, τα κομμουνιστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης έπεσαν με πρωτοφανή ευκολία. Τα μοναδικά  βίαια περιστατικά σημειώθηκαν στην μη αποσταλινοποιημένη Ρουμανία και περιορίστηκαν ουσιαστικά στην εκτέλεση, με συνοπτικές διαδικασίες, του ανυποχώρητα αυταρχικού Νικολάϊ Τσαουσέσκου και της συζύγου του.

Σπάνια θυμόμαστε ότι παρά τα όσα διαπράχθηκαν στην περίοδο του Σταλινισμού, καθώς και όσα έγιναν κατά την καταστολή των πρώιμων εξεγέρσεων στην Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία, ο λεγόμενος "ολοκληρωτισμός" του ανατολικού μπλοκ εξέπνευσε ήρεμα, όχι με ένα βρόντο αλλά με έναν ανεπαίσθητο λυγμό, όπως θα λεγε ο Τόμας Έλιοτ. Ακόμα σπανιότερα θυμόμαστε ότι το τέλος του δεν περιέλαβε καμία δράση από την πλευρά της Δύσης αλλά οφείλεται στην δική του αυτο-αποδόμηση, στην παράδοση μιας ενσυνείδητα πλέον απονομιμοποιημένης και αφυδατωμένης από ιδέες κομματικής-κρατικής ιδεολογίας σ' αυτό που η ίδια έκρινε αναπόφευκτο: την τύποις τουλάχιστον αυτοκατάργησή της. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός αυτοκτόνησε ήσυχα και αθόρυβα, πολύ πιο ήσυχα και πολύ πιο αθόρυβα από ό,τι περίμενε οποιοσδήποτε, και λιγότερο από όλους η καπιταλιστική Δύση, που έσπευσε να στήσει χορούς και πανηγύρια πάνω σε ένα κουφάρι που δεν σκότωσε ποτέ η ίδια.

Γιατί να τα θυμάται κανείς όλα αυτά σήμερα; Επειδή αυτό που αντικατέστησε τον "ολοκληρωτισμό" σε παγκόσμια κλίμακα, ο λεγόμενος φιλελεύθερος καπιταλισμός, διανύει το τρίο καλοκαίρι της κρίσης του, βρισκόμενος σε μία κατάσταση άκρως παράδοξη, μεταξύ πανθομολογούμενου οικονομικού αδιεξόδου και εξίσου αναμφισβήτητης πολιτικής παντοδυναμίας. Αν και έχουν ισοπεδωθεί δεκατίες κοινωνικών κατακτήσεων σε διάστημα λίγων μηνών, πουθενά στην Ευρώπη και την Αμερική δεν έχει κουνηθεί φύλλο, αν με την έκφραση κατανοούμε κάτι που να προσεγγίζει την κλίμακα αντιδράσεων που εξυπακούει η ανατροπή καθεστώτων. Στην Ελλάδα, την θερμή (και αιματοβαμένη) άνοιξη διαδέχεται ένα παγωμένο καλοκαίρι, με την "κοινή γνώμη" να εγκλωβίζεται  ανάμεσα σε προβλέψεις για τον τελικό του μουντιάλ και αντίστοιχες εικασίες για τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων (πρώτη η "αδιευκρίνιστη πρόθεση ψήφου", ως συνήθως), με τις ανάλογες εντρυφήσεις στα μπακαλοτέφτερα των πολιτικών εκείνων αναλυτών που έχουν μετεξελίξει την πολιτική ανάλυση σε στατιστικές ποσοστών. Η κρίση έχει ουσιαστικά φυσιολογικοποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, και αυτό χωρίς να χρειαστεί καν κάποιο καλό νέο, κάποια χαραμάδα ελπίδας ή αισιοδοξίας (σύμφωνα με δημοσκόπηση που είδα στην Ελευθεροτυπία, ελάχιστοι είναι αυτοί που πιστεύουν ότι θα λήξει στα επόμενα 2-3 χρόνια, ενώ αρκετά περισσότεροι δήλωσαν ότι δεν θα τελειώσει ποτέ). Όσο παράδοξο και αν ακούγεται αρχικά, η αύξηση της απελπισίας φαίνεται να συναρτάται, προς το παρόν τουλάχιστον, με αύξηση του περιθωρίου ανεκτικότητας για τις νέες συνθήκες. Η ενασχόληση των ΜΜΕ με προβλέψεις για τις επόμενες εκλογές προδίδει την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των ιθυνόντων του συστήματος ότι οι όροι του παιχνιδιού δεν πρόκειται να αλλάξουν ουσιαστικά, εκτός αν με τη λέξη "αλλαγή" εννούμε ένα 3% πιο πάνω ή ένα 7% πιο κάτω για αυτό ή το άλλο κόμμα. Στην συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία προ ολίγων ημερών, ο Γιώργος Α. Παπανδρέου δήλωσε, με όλη την γαλήνια ανεκτικότητα του ακλόνητου μονάρχη, ότι δεν τον προβληματίζει αλλά αντίθετα τον εμπνέει η δραστική πτώση στις εκλογικές προτιμήσεις των πρωταγωνιστών του δικομματισμού. Με λίγα λόγια, το πολιτικό καθεστώς δηλώνει: τα χειρότερα, σε ό,τι αφορά την δική του επιβίωση, πέρασαν.

Και πώς να γίνει διαφορετικά όταν αυτό το οποίο βλέπουμε είναι η αποκλειστική συγκέντρωση των συναισθημάτων του άγχους και της ανασφάλειας στους ίδιους τους πολίτες; Τα εφιαλτικά σενάρια των συνεπειών της εξόδου από το ευρώ είναι μια παραδειγματική και εύγλωττη υπενθύμιση της ειδοποιού διαφοράς ανάμεσα στο ιστορικό προηγούμενο της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ και στο παρόν: αν για τους πολίτες της Βουλγαρίας, της Ανατολικής Γερμανίας, ή της Πολωνίας στα τέλη της δεκαετίας του 80 η ιδεολογική "αποσυμπίεση", όπως την χαρακτήρισα, σήμαινε μετάβαση σε κάτι ήδη εδραιωμένο εκτός των συνόρων τους, στην παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού η συναίσθηση --έστω και λανθασμένα, δεδομένης της σημαντικής κινητικότητας προς εύρεση και εφαρμογή εναλλακτικών μοντέλων οργάνωσης και εργασίας σε αρκετές κοινωνίες στην Λατινική Αμερική-- είναι ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα "έξω" όπου να προσφύγει κανείς. Η περιώνυμη φράση της Θάτσερ "there is no alternative" δικαιώνεται και επικυρώνεται από την ίδια την πλειοψηφία όσο ποτέ άλλοτε --και όχι τυχαία, μιας και αυτή είναι η πρώτη περίσταση, μετά το 1989, όπου η αναζήτηση εναλλακτικής γίνεται επείγουσα, ζωτική ανάγκη για τους πολλούς.

Όμως αυτή η αποδοχή, η αποδοχή του ότι δεν υπάρχει καμμία εναλλακτική, θα έπρεπε, το λιγότερο, να μας προβληματίσει σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο έχει καθιερωθεί να σκεφτόμαστε τον ολοκληρωτισμό. Δεν είναι μόνο η χύδην απόδοσή του στο σύνολο της ιστορίας των κομμουνιστικών κρατών, η συγχώνευση, μέσω της έννοιας αυτής, φασισμού και κομμουνισμού, ή, ευρύτερα, η εκμετάλλευσή της όχι ως όρου αναλυτικής πολιτειολογείας αλλά ως εργαλείου χονδροειδούς προπαγάνδας. Είναι το γεγονός ότι ο όρος συνεχίζει να πριμοδοτεί το κράτος ως φορέα της ολοκληρωτιστικής προοπτικής: η κλασική θεωρία του ολοκληρωτισμού είναι θεωρία του κράτους, ενός κράτους που γίνεται ολοκληρωτικό όταν καταργεί τελείως τα όρια μεταξύ του εαυτού του και της πολιτικής κοινωνίας, παρεμβαίνοντας ενεργητικά σε κάθε τομέα της προσωπικής ζωής, και πολιτικοποιώντας, με όρους κρατικού συμφέροντος, κάθε τι το οποίο βρισκόταν ως τώρα εκτός του άμεσου ελέγχου του: σεξουαλικότητα, γεννήσεις, γάμους, τέχνη και λογοτεχνία, αθλητισμό, θρησκεία, κοκ.

Είναι προφανές ότι με αυτή την έννοια, ο όρος ανήκει στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Giorgio Agamben και των ακολούθων τους να μας πείσουν για την συνέχεια του ολοκληρωτικού κράτους στο σύγχρονο αστικό, η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Δεν είναι βέβαια ότι το σύγχρονο αστικό κράτος δεν είναι ικανό καταστολής, παραβίασης των ορίων της προσωπικής ζωής, ή βιοπολιτικού παρεμβατισμού. Φυσικά και είναι. Αυτό όμως που διαφοροποιεί τον ολοκληρωτισμό των δικών μας ημερών από τον ολοκληρωτισμό της δεκαετίας του 30 είναι ότι αυτό που λαμβάνει ολοκληρωτικές διαστάσεις, αυτό το οποίο εγκολπώνει τα πάντα στον εαυτό του δεν είναι το κράτος, αλλά η οικονομία και η αγορά --και πιο συγκεκριμένα η οικονομία και η αγορά ως προϊόντα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Παγκόσμιου, δηλαδή υπερεθνικού, σε αντίθεση με το ολοκληρωτικό κράτος που έχει σύνορα, και άρα και "έξω", κάτι εκτός του εαυτού του. Καπιταλιστικού, σε αντίθεση με την τάση του κλασικού ολοκληρωτισμού να καθυποτάσσει την οικονομία σε δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με αυτό της αρραγούς ενότητας της πολιτικής κοινότητας.

Γίνεται έτσι διπλά εμφανής ο τσαρλατανισμός όσων εξακολουθούν να προσπαθούν να τρομάξουν την κοινή γνώμη με φαντάσματα της δεκαετίας του 30:

α) ο σημερινός ολοκληρωτισμός είναι πολύ πιο "ακραίος" ως φαινόμενο, εάν με την λέξη "ακρότητα" εννοήσουμε την ένταση της ολοκληροποίησης. Ο διαφωνών στα χρόνια του σταλινισμού μπορεί να υπέφερε τα πάνδεινα αλλά μπορούσε επίσης να ονειρευτεί την φυγή απ' τη χώρα, προς μια εξιδανικευμένη ελευθερία. Πού ακριβώς μπορεί στραφεί ο διαφωνών με την κυβερνητική πολιτική στα χρόνια του ολοκληρωτικού φιλελευθερισμού, έστω στο φαντασιακό επίπεδο; Μπορεί να θεωρεί ότι θα είναι σε θέση να διεκδικήσει κάπου αλλού σχετικά καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, σίγουρα· ξέρει επίσης όμως ότι δεν μπορεί να το κάνει σε χώρο ριζικά εκτός του συστήματος.


β) ο σημερινός ολοκληρωτισμός δεν δίνει δεκάρα για την απουσία συνοχής στο κοινωνικό σώμα, σε δραματική αντίθεση με τον προκάτοχό του. Και αυτό γιατί η ολοκληρωτιστική αρχή, η αρχή που κατατρώει κάθε σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και κάθε έκφανση της πολιτικής κοινωνίας, είναι η οικονομία, δηλαδή η ίδια η ιδέα του ανταγωνισμού όλων εναντίον όλων. Η προστασία του κοινωνικού ανταγωνισμού, κατά συνέπεια, η έμφαση στο ανεξάλειπτο των ανταγωνισμών, δεν απειλεί σε τίποτε το ιδιότυπο είδος κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού του κεφαλαίου που ονομάζουμε σύγχρονη αστική δημοκρατία. Αντίθετα, επικυρώνει σε πολιτειολογικό επίπεδο αυτό που ήδη υπάρχει στη σφαίρα της οικονομίας, ή, για να το πω διαφορετικά, ανάγει σε de jure αρχή την εξιδανικευμένη όψη της de facto κατάστασης.[1]

Συνεπώς, όσοι πιστεύουν ότι για να φωνάξουν "ολοκληρωτισμός!" πρέπει να δουν εκατομμύρια ντυμένα ομοιόμορφα να κάνουν παρελάσεις, βαυκαλίζονται με την εθελοτυφλία που αρμόζει στους αναπαραγωγείς της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο σημερινός ολοκληρωτισμός --ένας ολοκληρωτισμός εννοιακά πολύ πιο ακραιφνής από αυτόν που προηγήθηκε-- δεν θα οδηγήσει ποτέ στην ομοιομορφία και δεν έχει την παραμικρή ανάγκη της αισθητικής εξιδανίκευσης του κράτους ως φορέα καταστολής. Οι ιδεολογικές του κατασκευές είναι το αντίθετο από μνημειώδεις ή θεατρικές (τεράστιες συγκεντρώσεις, εμβλήματα, παρελάσεις, κλπ): του αρκεί η μίνιμαλ, ελάχιστη υπενθύμιση ότι "στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα", ένας από τους ευφυέστερους τρόπους του να πεις ότι ο εννοιακός χάρτης της σημερινής, ασταμάτητα εκφυλιζόμενης δημοκρατίας, δεν περιλαμβάνει κανένα δρόμο διαφυγής, καμμία εντοπίσιμη στο χώρο αρχή καταναγκασμού και καταστολής, και κανένα τείχος του οποίου η κατάρρευση να υπόσχεται ελευθερία.


Και το ερώτημα αναδύεται, αμείλικτο: Αν όλοι γνωρίζουμε ότι το πέρασμα από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στον φιλελευθερισμό υπήρξε ανέλπιστα αναίμακτο, είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι θα υπάρξουν ποτέ συνθήκες που θα εξαναγκάσουν τον παγκόσμιο καπιταλισμό στην εθελοντική αυτοκτονία, την εθελοντική παραίτηση από την πολιτική εξουσία; Μήπως το μεγάλο άρρητο στη σκέψη μας είναι ότι η μετάβαση από τον καπιταλισμό σε κάτι άλλο από τον ίδιο είναι αδιανόητη με οποιονδήποτε τρόπο παρά ως απίστευτα αιματηρή, χαώδης και καθολικά επίπονη διαδικασία; Και μήπως είναι η συναίσθηση αυτού ακριβώς του γεγονότος --και πολύ λιγότερο η πανθομολογούμενη έλλειψη εμπιστοσύνης στις όποιες εναλλακτικές βλέψεις της Αριστεράς-- που αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για την πολιτική σκέψη αυτή τη στιγμή;


Σημείωση
[1] Οφείλω τη διαύγαση αυτού του σημείου στον συνιστολόγο μου Δήμο.

Εικόνα: Καρέ από το "The Truman Show " 1998, σκην. Peter Weir.

Δεν υπάρχουν σχόλια: