Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Alain Badiou-Αναφερόμενα και λειτουργίες του πιστού υποκειμένου

Alain Badiou
Λογικές των κόσμων
Τυπική θεωρία του υποκειμένου (Μετα-φυσική)
Μέρος δεύτερο: Αναφερόμενα και λειτουργίες του πιστού υποκειμένου
Μτφρ.: Radical Desire

Επιβεβαιώσαμε ότι η θεωρία του υποκειμένου δεν είναι περιγραφική (φαινομενολογία), ούτε είναι πρακτικός πειραματισμός (ηθικισμός), ούτε και είναι ένα σημείο υλιστικής κριτικής (φαντασιακό, ιδεολογία). Είμαστε συνεπώς αναγκασμένοι να πούμε ότι η θεωρία του υποκειμένου είναι αξιωματική. Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπερασματικά, διότι είναι η ίδια η επιβεβαίωση της μορφής της. Αλλά ούτε μπορούμε να πειραματιστούμε με αυτή. Η σκέψη της καθορίζεται στον ορίζοντα μιας αναμφισβήτητης εμπειρικής διάστασης την οποία δειγματίσαμε στο Προοίμιο: υπάρχουν αλήθειες, και θα πρέπει να υπάρχει μια ενεργός και ταυτοποιήσιμη μορφή της παραγωγής τους (αλλά επίσης αυτού που παρεμποδίζει ή εξαλείφει αυτή την παραγωγή). Το όνομα της μορφής αυτής είναι υποκείμενο. Το να λέμε "υποκείμενο" ή να λέμε "υποκείμενο σε σχέση με την αλήθεια" είναι πλεονασμός. Διότι υποκείμενο υπάρχει μόνο ως υποκείμενο μιας αλήθειας, στην υπηρεσία αυτής της αλήθειας, ή της άρνησης και συσκότισής της. Συνεπώς "υποκείμενο" είναι μια κατηγορία της υλιστικής διαλεκτικής. Ο δημοκρατικός υλισμός γνωρίζει μόνο άτομα και κοινότητες, δηλαδή παθητικά σώματα· αλλά δεν γνωρίζει υποκείμενα.

Αυτό είναι το άμεσα ιδεολογικό νόημα της μετα-Χαϊντεγκεριανής αποδόμησης, κάτω απ' το επίθετο "μεταφυσική", της κατηγορίας του υποκειμένου: το να προετοιμάσει μια δημοκρατία χωρίς (πολιτικό) υποκείμενο, το να παραδώσει τα άτομα στην σειριακή οργάνωση ταυτοτήτων ή στην αντιμετώπιση της ερημιάς της απόλαυσής τους. Στη Γαλλία της δεκαετίας του 1960 μόνο ο Σαρτρ (με αντενεργό τρόπο) και ο Λακάν (με εφευρετικό τρόπο) αρνήθηκαν να λάβουν μέρος σε αυτή τη δραματουργία. Συνεπώς, βρέθηκαν και οι δυο τους αντιμέτωποι με την διαλεκτική μεταξύ υποκειμένου (ως δομής) και υποκειμενοποίησης (ως πράξης). Τι υποκειμενοποιεί το υποκείμενο; Όπως είπαμε, το υποκείμενο έρχεται στον τόπο του "με την εξαίρεση ότι". Αλλά αυτός ο συντακτικός επικαθορισμός δεν αποσαφηνίζει την μορφική σχέση του υποκειμένου με το σώμα που το υποστηρίζει.

Ας σκεφτούμε τα πράγματα πιο αναλυτικά. 

Έχουμε το ίχνος ενός συμβάντος, και έχουμε επίσης ένα σώμα. Είναι το υποκείμενο η "υποκειμενοποίηση" μιας σύνδεσης ανάμεσα στην φυσική του σώματος και το όνομα (ή το ίχνος) του συμβάντος; Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι μετά την εξέγερση μιας χούφτας μονομάχων γύρω απ' τον Σπάρτακο, το 73 πχ, οι δούλοι --ή μάλλον κάποιοι δούλοι, αλλά σε μεγάλους αριθμούς-- σχηματίζουν ένα σώμα, αντί να διαλύονται σε αγέλες. Ας συμφωνήσουμε ότι το ίχνος του συμβάντος-εξέγερση είναι η δήλωση "Εμείς οι δούλοι, θέλουμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας". Είναι η υποκειμενική μορφή η λειτουργία μέσα από την οποία το νέο "σώμα" των δούλων (ο στρατός και τα παράγωγά του) συνδέεται με το ίχνος του;

Κατά μία έννοια, ναι. Είναι πράγματι αυτή η διασύνδεση που καθορίζει τις στρατηγικές του Σπάρτακου -- στρατηγικές οι οποίες αποδεικνύονται μοιραίες. Πρώτον, το να αναζητήσει πέρασμα προς Βορρά, σύνορο της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας· δεύτερον, το να πάει προς Νότο ώστε να απαλλοτριώσει κάποια πλοία και να φύγει απ' την Ιταλία. Οι στρατηγικές αυτές είναι η υποκειμενική μορφή που φέρεται από το σώμα το οποίο καθορίζεται από τη δήλωση "Εμείς οι δούλοι, θέλουμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας." Αλλά κατά μία άλλη έννοια, η απάντηση είναι όχι. Αυτό συμβαίνει επειδή η υποκειμενική ταυτότητα που διαμορφώνεται μέσα από αυτές τις στρατιωτικές κινήσεις δεν είναι ταυτόσημη με αυτές· περνά μέσα από διαδικασίες διαφορετικού είδους, οι οποίες συνιστούν υποκειμενική διαβούλευση, διαίρεση και παραγωγή. Πρώτα από όλα, οι δούλοι ως "σώμα" (ως στρατός) κινούνται σε ένα νέο παρόν· διότι δεν είναι πλέον δούλοι. Έτσι δείχνουν (στους άλλους δούλους) ότι είναι εφικτό για έναν δούλο να μην είναι πλέον δούλος, και να το πετύχει αυτό στο παρόν. Εξού η ανάπτυξη, που σύντομα γίνεται απειλητική, του σώματος αυτού. Αυτή η θεσμοποίηση του εφικτού ως παρόντος είναι τυπικά μια υποκειμενική παραγωγή. Η υλικότητά της συνίσταται στις συνεπαγωγές που αντλούνται μέρα με τη μέρα από την τροχιά του συμβάντος, δηλαδή από μια αρχή που είναι στραμένη ως δείκτης στο εφικτό: "Εμείς οι δούλοι, θέλουμε και μπορούμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας."

Οι συνεπαγωγές αυτές επηρεάζουν και επανοργανώνουν το σώμα αντιμετωπίζοντας διαδοχικά σημεία μέσα στην κατάσταση. Με τον όρο "σημείο", κατανοούμε εδώ απλώς αυτό το οποίο αντιτάσσει στην οικουμενική κατάσταση ενικές επιλογές, αποφάσεις που περιλαμβάνουν το "ναι" και το "όχι." Είναι πράγματι απαραίτητη η πορεία προς Νότο, ή η επίθεση στη Ρώμη; Είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστούν οι λεγεωνάροι ή να αποφευχθούν; Να εφεύρουν [οι εξεγερμένοι] μία νέα πειθαρχία ή να μιμηθούν τους συμβατικούς στρατούς; Αυτές οι αντιθέσεις, και το πώς αντιμετωπίζονται, μετρούν την επάρκεια των δούλων που συγκεντρώνονται σε ένα πολεμικό σώμα: στο τέλος, εκδιπλώνουν τον υποκειμενικό φορμαλισμό που αυτό το σώμα είναι ικανό να φέρει. Με την έννοια αυτή, το υποκείμενο υπάρχει ως η τοπικοποίηση μιας αλήθειας, στον βαθμό που βεβαιώνει ότι φέρει έναν ορισμένο αριθμό σημείων. Για αυτό το λόγο η αντιμετώπιση των σημείων είναι το γίγνεσθαι αληθές του υποκειμένου, την ίδια στιγμή που λειτουργεί ως φίλτρο για τις ικανότητες των σωμάτων. 

Θα καλέσουμε παρόν, και θα γράψουμε π, το σύνολο των συνεπαγωγών του συμβαντικού ίχνους, όπως αυτές υλοποιούνται από την διαδοχική αντιμετώπιση σημείων.

17 σχόλια:

rakis είπε...

Άλλο παράδειγμα συμβάντος, οι 2000 εργάτες το '67 στο σταθμό Anting στη Σανγκάη, όπου ζητούν να υπάρχουν πολιτικά ως επαναστάτες εργάτες, έξω όμως από το κόμμα.Κράτησε λίγο, πράγμα που μας πηγαίνει στο θέμα της διαλειπτικότητας σε αντίθεση με τον Ντελέζ κατά τον οποίο το κάθε τι είναι συμβάν.

Ονειρμός είπε...

Διάβασα ηλεκτρονικά την ''ηθική''του Μπαντιού (φοβερά σημαντικό που διατίθεται στο διαδίκτυο, αφού πρόκειται για μια εκλαΐκευση βασικών θέσεων που βοηθά και όλους εμάς να εισαχθούμε στην σκέψη του Μπαντιού). Μου δημιουργήθηκε η εξής απορία και δεν ξέρω αν είναι εύκολο να απαντηθεί: πέρα των κριτηρίων ώστε να προσδιορίζουμε ψευδοσυμβάντα, είδωλα όπως ο ναζισμός κτλ, τί μας κάνει με θετικό τρόπο να γνωρίζουμε πως ένα συμβάν διατηρεί την σημασία του έως σήμερα? Δηλαδή πέρα του ότι πυροδοτεί μια διαδικασία αλήθειας και πιστότητας της πιστότητας υποκειμενοποιώντας το ζώο-άνθρωπο (σώμα), από μια ''αντικειμενική'' σκοπιά, είναι εφικτή η στέρεα γνώση? Η ''αλήθεια'', η εγνωσμένη πραγματικότητα πχ του κοινωνικού γίγνεσθαι? Και σχετική ερώτηση, δεύτερη. Με δεδομένης της θέσης για το απείρως πολλαπλό Είναι και ότι το κάθε τι είναι ένα ειδικό πολλαπλό, υπάρχει κάποιος μεθοδολογικός τρόπος προσέγγισης μιας κοινωνικής δομής στον Μπαντιού? Ευχαριστώ προκαταβολικά.

Αντωνης είπε...

@Ονειρμός:

α) Αν με τα "στέρεα γνώση", "αλήθεια", "εγνωσμένη πραγματικότηα του κοινωνικού γίγνεσθαι" εννοείς κάτι παραπλήσιο με την έννοια της ολότητας ως συμφιλίωσης υποκειμενικού-αντικειμενικού, φαίνεσθαι-ουσίας, κλπ (Χέγκελ και επίγονοι στον Μαρξισμό), η απάντηση νομίζω πως είναι "όχι." Ο Μπαντιού εκκινεί μάλλον απ' την λακανική φόρμουλα "η αλήθεια είναι μη όλον", και έτσι η μπαντιουϊκή "αλήθεια" δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να περιγραφεί με όρους "στέρεας γνώσης", γιατί δεν είναι το αποτέλεσμα μιας συμφιλίωσης αντιθέτων μέσα από την υποκειμενική συνείδηση του ανθρώπου ως δράστη που μετουσιώνει τον κόσμο.
(Για τη σημασία της φόρμουλας Λακάν για τον Μπαντιού βλ. εδώ: http://www.lacan.com/frameXXIII6.htm)

β) Αν με τη φράση "μεθοδολογικός τρόπος προσέγγισης μιας κοινωνικής δομής" εννοείς, ουσιαστικά, "κοινωνιολογική μεθοδολογία", η απάντηση είναι και πάλι όχι κατά την δική μου αντίληψη. Για τον Μπαντιού, η κοινωνία ως "αντικείμενο" είναι απλώς ένα αδρανές πολλαπλό, για αυτό άλλωστε τον λόγο εγκατέλειψε κάθε αντίληψη της τάξης ως αντικειμενικού, κοινωνιολογικού δεδομένου που εξηγεί τις πολιτικές διαδικασίες. Βλέπε ιδιαίτερα τα Θεωρία του Υποκειμένου και Μεταπολιτική.

Ονειρμός είπε...

Θα εξηγήσω καλύτερα τί εννοώ. Στην σελίδα 91 της ''Ηθικής'', ο Μπαντιού ονομάζει τί θα ήταν η ολική δύναμη της αλήθειας. Αυτή θα ήταν η ολική γλώσσα του υποκειμένου. ''Τυφλωμένη και δογματική'', αυτή η γλώσσα θα υποστήριζε πως μπορεί να κατονομάσει και αξιολογήσει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής κατάστασης με βάση τη διαδικασία της αλήθειας, δηλαδή ''την ολότητα του πραγματικού-κι έτσι να αλλάξει τον κόσμο''. Αφού αμέσως μετά εγείρει ο συγγραφέας τις εύλογες ενστάσεις του, (μια απόλυτη αλήθεια θα εκμηδένιζε τις γνώμες, ουσιαστικά το είναι του -θνητού-ανθρώπου, την ζωικότητά του κτλ), καταλήγει (σελ 93-94), ότι η γλώσσα-υποκείμενο που παράγεται από την διαδικασία αλήθειας, δεν μπορεί να κατονομάσει όλα τα στοιχεία της κατάστασης, και τελικά, υπάρχει τουλάχιστον ένα στοιχείο απρόσιτο που παραδίδεται στην γνώμη, ένα σημείο απροσπέλαστο (όχι καθ'εαυτό, διαπερνάται από γνώμες αλλά όχι από την γλώσσα-υποκείμενο) , το ''ακατονόμαστο μιας αλήθειας''. Αυτό δεν μοιάζει πχ με το ''μη εννοιακό υπόλειμμα'' της αρνητικής ολότητας του Αντόρνο? Το να μιλά κάποιος για συνοχή κάποιου αντικειμένου μελέτης σαν ολότητα, δεν εννοεί αναγκαστικά ότι μιλάει για μια ''θετική'', απόλυτη και αυτάρκη ολότητα, ούτε ότι όλα της τα στοιχεία-τα ειδικά με την διαρκή κίνησή τους, υπάγονται πλήρως και ''αψευδώς'' σε γενικούς προσδιορισμούς. Άλλωστε σωστά έχει πει ο Καστοριάδης, πως αν είχαμε μια τέτοια πλήρη αψευδή διαύγαση της ολότητας, δεν θα υπήρχε χώρος για καμιά ανθρώπινη πράξη μετασχηματισμού εντός αυτής. Και ως παράδειγμα, αναφέρω τα Grundrisse,όπου υπάρχει η κατηγορία ''οργανικό όλον'', και το ''Κεφάλαιο'', που διαπνέεται από μετασχηματισμένη χεγκελιανή μέθοδο, αλλά πχ και δικό σου άρθρο για την εξέταση της μεταπολίτευσης ως ολότητας. Νομίζω δηλαδή, ότι κάτω από μια αληθινά υλιστική μη ιδεαλιστική εξέταση, η ολότητα δεν είναι όρος προς αποφυγή. Και αν έχουν κάποια αξία τα συμπεράσματα του Μάρξ, σίγουρα έχει κάποια αξία και η μέθοδος μελέτης του οργανικού όλου/ολότητας. Φυσικά ο Μάρξ δεν διατηρεί την κατηγορία αυτή αλώβητη, σπανίως την κατονομάζει ως τέτοια, δεν την μεταφέρει μηχανιστικά από τον Χέγκελ.

Αντωνης είπε...

@Ονειρμός: Η σύγκριση της έννοιας της αποφυγής βιασμού του ακατανόμαστου μιας αλήθειας στον Μπαντιού και του μη εννοιακού υπολείμματος στον Αντόρνο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Θυμίζω τις αλτουσεριανές καταβολές του Μπαντιού και το επιχείρημα του Martin Jay ότι η Αρνητική Διαλεκτική μοιράζεται αρκετά περισσότερα με την κριτική Αλτουσέρ στην λουκατσιανή αντίληψη της ολότητας από ότι είναι αρχικά εμφανές.

Παρ' όλα αυτά, η περιγραφή της φύσης του ακατανόμαστου στη σελ. 94 είναι αρκετά δύσκολη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ερώτημα του αν πρόκειται για περιγραφή ενός "μη εννοιακού υπολείμματος." Αναφέρομαι στην παράγραφο που ξεκινά "Το ακατανόμαστο δεν είναι ακατανόμαστο καθ εαυτόν". Το ότι το ακατανόμαστο παρουσιάζεται ως "δυνάμει προσπελάσιμο από τη γλώσσα της κατάστασης" δεν προϊδεάζει για "μη εννοιακό" ακριβώς. Παράδειγμα: η μη αντιφατικότητα δεν είναι κάποιου είδους ασύλληπτη έννοια στα μαθηματικά. Αντίθετα, η αρχή της μη αντίφασης αποτελεί ίσως την πιο θεμελιώδη αρχή της μαθηματικής επιστήμης. Αυτό που αποτελεί το ακατανόμαστο είναι το γεγονός ότι τα μαθηματικά δεν διαθέτουν μέθοδο, στο εσωτερικό τους ως λογικό σύστημα, που να αποδεικνύει την μη αντιφατικότητα τους.

Με άλλα λόγια, ενώ η μη αντιφατικότητα (συνέπεια) χαρακτηρίζει κάθε επιμέρους μαθηματική διεργασία, δεν μπορεί ωστόσο να διαπιστωθεί, μέσα από μαθηματικές διεργασίες, στην ολότητα του μαθηματικού συστήματος ως τέτοιου. Ας θυμηθούμε τα δύο θεωρήματα του Γκέντελ περί "μη ολοκληρωσιμότητας" (incompleteness theorems):

1. "Οποιαδήποτε αποτελεσματικά παραγώμενη θεωρία με την ικανότητα να εκφράσει την βασική αριθμητική δεν μπορεί να είναι και συνεπής και ολοκληρωμένη. Πιο συγκεκριμένα, για κάθε συνεπή, επαρκώς παραγώμενη τυπική θεωρία που αποδεικνύει ορισμένες βασικές αριθμητικές αλήθειες, υπάρχει μια αριθμητική δήλωση που είναι αληθής αλλά δεν αποδεικνύεται από τη θεωρία."

2. "Για κάθε τυπική και αποτελεσματικά παραγώμενη θεωρία T, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες βασικές αριθμητικές αλήθειες και επίσης ορισμένες αλήθειες για την (ίδια) την τυπική αποδειξιμότητα, το T περιέχει μια πρόταση για την δική του συνέπεια, αν, και μόνον αν, το T είναι ασυνεπές."

Με λακανικούς όρους, truth is not-all: Μια μαθηματική θεωρία μπορεί να είναι είτε ολοκληρωμένη αλλά ασυνεπής, δηλαδή να παραβιάζει την αρχή της μη αντιφατικότητας, ή συνεπής αλλά μη ολοκληρωμένη, δηλαδή να αφήνει πάντα εκτός του συνόλου της κάτι το οποίο δέχεται ότι δεν μπορεί να αποδείξει.

Θα ήταν ακριβής ο χαρακτηρισμός "μη εννοιακό υπόλειμμα" για αυτή τη διπλή προγραφή της ταύτισης ολότητας και αλήθειας;

Αντωνης είπε...

Τώρα, αν υιοθετήσει κάποιος την γενικευσιμότητα του θεωρήματος Γκέντελ, νομίζω ότι η πρότασή σου

"Το να μιλά κάποιος για συνοχή κάποιου αντικειμένου μελέτης σαν ολότητα, δεν εννοεί αναγκαστικά ότι μιλάει για μια ''θετική'', απόλυτη και αυτάρκη ολότητα, ούτε ότι όλα της τα στοιχεία-τα ειδικά με την διαρκή κίνησή τους, υπάγονται πλήρως και ''αψευδώς'' σε γενικούς προσδιορισμούς."

προσκρούει από την αρχή στο πρόβλημα ότι η "ολότητα" και η "συνοχή" δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν. Μπορείς να έχεις ασυνεπή ολότητα ή συνεπή μη ολότητα, αλλά όχι (λογική) συνοχή και ολότητα μαζί.

Περιμένω τις σκέψεις σου, μιας και το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό από μαρξιστική σκοπιά όπως ήδη καταλαβαίνεις.

Ονειρμός είπε...

To ζήτημα αυτό με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Ας το βάλουμε σε μια πραγματική βάση. Στο Κεφάλαιο έχουμε θεώρηση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων σαν ολότητα. Έννοιες όπως πχ υπόσταση(εργασία), ουσία (έκθλιψη υπεραξίας), μορφές της αξίας, ποσότητα-ποιότητα, μέτρο(χρήμα), φαινόμενο (κυκλοφορία), κτλ κτλ. Όπως έγραφε και ο Jameson στο κομμάτι π είχες αναρτήσει, εδώ μοιάζει να μιλούμε για ένα απρόσωπο σύστημα, π πηγαίνει στο αυτόματο, και αυτό γεννά έναν ντετερμινισμό και μια μοιρολατρία. Ωστόσο έχουμε στιγμές όπως η πάλη για μισθούς και το ωράριο στην Αγγλία, αλλά και την πρωταρχική συσσώρευση, όπου διακρίνονται ρωγμές και ασυνέχειες στην κατά τα άλλα ''ήρεμη'', αυταρχική ολότητα των ''νόμων'' της κεφαλαιοκρατίας. Παράδειγμα μεθοδολογικής ''ασυνέπειας'' (που είναι όμως το αντίθετο, συνέπεια!), αποτελεί το γεγονός ότι ο Μάρξ αρχίζει από το μη καπιταλιστικό εμπόρευμα, ενώ η απλούστερη σχέση της κεφαλαιοκρατικής ολότητας θα έπρεπε να είναι το ειδικά καπιταλιστικό. Τα πόρίσματα του Μάρξ έχουν βάση και αξία, άρα και αυτή η μέθοδος, η ''λογική συνοχή'' κτλ, δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη. Αν συμφωνήσουμε ότι ο εγκλεισμός της κεφαλαιοκρατίας σε ολότητα παράγει κάποιο γνωστικό αποτέλεσμα, και μάλιστα πολύ σημαντικό, μπορούμε να μιλήσουμε σε άλλη βάση. Θα συνεχίσω με την άποψη μου γιατί πρέπει να φύγω.

Ονειρμός είπε...

Θεωρώντας λοιπόν ως κεκτημένη την μέθοδο του Μάρξ και τα πορίσματα αυτής, στα οποία ακόμη προστρέχουμε, οδηγούμαστε στο να αναζητήσουμε τί από αυτήν την μέθοδο πρέπει να κρατήσουμε και τί όχι, χωρίς να μιλάμε για εκλεκτικιστική προσθαφαίρεση αλλά για συνολικό μετασχηματισμό. Δεν μιλάμε δλδ για ''ορθολογικό πυρήνα'', του οποίου ο φλοιός αν αφαιρεθεί, μένει μια ουσία της μεθόδου, χρήσιμη όσο ανέπαφη. Περί αυτού επιχειρηματολόγησε ο Αλτουσέρ στο ''Για τον Μάρξ'', για το περίφημο ''αναποδογύρισμα'' της μεθόδου. Εγώ λοιπόν διερωτώμαι, τί θα ήταν το ''ακατονόμαστο'' στην μαρξική θεωρία, και στο ''Κεφάλαιο''. Ίσως εσύ θα μπορούσες να το εντοπίσεις και να μου πεις τί πιστεύεις. Η μαρξική γλώσσα-υποκείμενο είχε αξιώσεις ολοποίησης του γνωστικού αντικειμένου, επομένως τί θα μπορούσαμε να πούμε ότι μπορεί να διαπερνάται από τις γνώμες, αλλά όχι την μαρξική ''αλήθεια''? Επιστρέφοντας σε προηγούμενα που είπα, νομίζω χρειάζεται μια διπλή και αντιφατική ανάγνωση, σαν αυτή που κάνει ο Jameson, σε συνδυασμό με όσα είπες. Ίσως δηλαδή, η πρώτη προσέγγιση να καλύπτει το γνωστικό αντικείμενο με τον τρόπο που το κάνει ο Μάρξ στο Κεφάλαιο (''ασυνεπής ολότητα''), και η δεύτερη συνειδητά να αντιφάσκει με την πρώτη (''συνεπής μη ολότητα''). Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που έκανα διαβάζοντας την απάντησή σου. Ως προς το μη εννοιακό, ας αναφέρω κάποιες προφανείς παρατηρήσεις. Αν θεωρήσουμε την κοινωνία ως ολότητα, αυτό σίγουρα θα είναι, κατ'αρχάς, οι ''συνθήκες'' της αυτοθεμελίωσης της ολότητας, η κατάσταση του ''εξωτερικού''(τρόπος του λέγειν) φυσικού περιβάλλοντος, στο βαθμό που εκφεύγει της παραγωγικής σχέσης του ανθρώπου με τη Φύση. Επίσης, δεν εννοιολογείται η συγκυριακή κατάσταση της ταξικής πάλης, μέσα από ένα γενικό περί ολότητας σκεπτικό. Όπως στη σχέση βάση-εποικοδομήματος, δεν εννοιολογείται κάποιο ''θεμελιωμένο'' που ανήκει στο εποικοδόμημα, το οποίο όμως σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία γίνεται θεμελιώδες για την ταξικά προσδιορισμένη κοινωνική παραγωγή. Μη εννοιολογήσιμες από μια θεωρία περί ολότητας φαντάζομαι δεν μπορούν να είναι οι διαδικασίες υποκειμενοποίησης των ατόμων μελών, και οι ιδεολογίες όπως τις ορίζει ο Αλτουσέρ αφού η ολότητα θα μιλά για τις μορφές κοινωνικής συνείδησης, στον αναγκαίο ουσιώδη δεσμό τους με την παραγωγική βάση, και όχι για την ιστορικά συγκεκριμένη πολυσύνθετη αλληλεπίδρασή τους. Η σχέση μορφών κοινωνικής συνείδησης (αναγκαία διάσταση ως λογική αφαίρεση)και των ιστορικά συγκεκριμένων κυρίαρχων ιδεολογιών (αναγκαία και τυχαία διάσταση ως ενιαίο corpus), είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα ότι η μέθοδος της ''ολότητας'' έχει πολύ συγκεκριμένα όρια και αδυναμίες.

Αντωνης είπε...

"Επιστρέφοντας σε προηγούμενα που είπα, νομίζω χρειάζεται μια διπλή και αντιφατική ανάγνωση, σαν αυτή που κάνει ο Jameson, σε συνδυασμό με όσα είπες. Ίσως δηλαδή, η πρώτη προσέγγιση να καλύπτει το γνωστικό αντικείμενο με τον τρόπο που το κάνει ο Μάρξ στο Κεφάλαιο (''ασυνεπής ολότητα''), και η δεύτερη συνειδητά να αντιφάσκει με την πρώτη (''συνεπής μη ολότητα''). Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που έκανα διαβάζοντας την απάντησή σου."

Έξοχα. Πού οδηγούμαστε τάχιστα με αυτόν τον τρόπο;

Οδηγούμαστε τάχιστα στην παρατήρηση, την οποία κάνει ο Jameson στο ίδιο έργο, ότι η βιασύνη του Αλτουσέρ να εξαφανίσει τα "ασυνεπή" στοιχεία από τη θεωρία του Μαρξ (χωρίζοντάς τον σε "προεπιστημονικό"/ιδεαλιστικό και "επιστημονικό" Μαρξ και εφευρίσκοντας ένα χρονικό σημείο μετάβασης απ' το ένα στο άλλο) είναι στην ουσία βιασύνη να διαπραγματευτεί το δίλημμα ανάμεσα στην συνέπεια και την ολότητα. Ο Αλτουσεριανισμός είναι συνέπεια χωρίς ολότητα κόντρα στην ολότητα χωρίς συνέπεια , πχ του Λούκατς, που εγκολπώνει τα στοιχεία του πρώιμου Μαρξ (πραγμοποίηση, αποξένωση, κλπ) που ο Αλτουσέρ εξοβελίζει σαν ανάθεμα.

Με βοήθησες πάρα πολύ φίλε μου. Και είσαι σπίρτο, σπίρτο!

Αντωνης είπε...

Τώρα έχουμε μια ακριβή εικόνα του Μπαντιοϋκού οντολογικο-επιστημολογικού εγχειρήματος ως ταυτόχρονα μετα-λουκατσιανού και μετα-αλτουσεριανού, και μια ακριβή αντίληψη του πώς τα μαθηματικά αποτελούν κύριο μοχλό για την κριτική αυτού του εγχειρήματος τόσο στον εγελιανισμό όσο και στον στρουκτουραλισμό.

Εκτός αν εγώ λέω βλακείες πάνω στον ενθουσιασμό της ανακάλυψης.

Ονειρμός είπε...

Αναγνωρίζουμε λογικές σχέσεις μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος, παραγωγικής βάσης και ιδεολογίών. Αυτές απέχουν πολύ από το να είναι συμπτωματικές σχέσεις, αλλά απέχουν από το να είναι και σχέσεις απλώς αιτίου-αιτιατού ή αλληλεπίδρασης (έννοια σκοτεινή και σχεδόν άχρηστη μεθοδολογικά). Αυτές οι σχέσεις συνολικοποιούνται ή τουλάχιστον τείνουν προς αυτό, με έναν τρόπο ανάλογο με εκείνον, που ο Αντόρνο δεν αναγνωρίζει πάνω σε ένα άτομο την επίδραση δεκάδων-εκατοντάδων κοινωνικών αιτίων, αλλά την επίδραση συνολικά της κοινωνίας (''αρνητική διαλεκτική''). Αυτή η αλληλούφανση είναι μια πλεκτάνη σχέσεων και το ζήτημα ίσως είναι η σχετική διάκριση μιας ''αντικειμενικής-μοιραλατρικής''και μιας ''υποκειμενικής'' πλευράς, δεδομένου ότι δεν μπορούμε πλήρως να συμφιλιώσουμε το υποκείμενο και το αντικείμενο στην νοητικά προσοικειωμένη αυτοαναπαραγωγή μιας ολότητας-καθολικής έννοιας. Η πρώτη θα περιγράφει το σύστημα στην κίνησή του caetibus paribus, η δεύτερη θα περιγράφει τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης και θα εντοπίζει ρωγμές στην συστημική λειτουργία, προσφέροντας κατευθύνσεις για τον εντοπισμό στην συγκυρία. Αυτά είναι τα καλύτερα που προς το παρόν μπορώ να σκεφτώ.Αυτή η κουβέντα χρειάζεται μια και μια κουβέντα επιστημολογίας, περί ερευνητη-αντικειμένου και το πόσο αυτός το επηρεάζει με κίνητρα κτλ.

Αντωνης είπε...

Διόρθωση:

Δεν κάνει βέβαια ο Jameson την παρατήρηση, εγώ την κάνω. Ο Jameson παρατηρεί απλά ότι ο Αλτουσέρ προσπαθεί να ξεφορτωθεί την αντίφαση που συνιστά ταυτόχρονα την διαλεκτική ενότητα του έργου του Μαρξ.

Εγώ λέω ότι όχι, ο Αλτουσέρ (και πιο πριν ο Λούκατς ως "αντίπαλο δέος") μας δείχνει τον εξαναγκασμό του να διαλέξεις ανάμεσα στην ολότητα και τη συνέπεια, όπως αυτός προκύπτει από τα θεωρήματα του Γκέντελ.

Ο Μπαντιού στέκεται σε απόσταση και από τις δύο δυνατότητες, μιας και αυτό που αναδεικνύει είναι το αυστηρά ανεπίλυτο του διλήμματος. Η αλήθεια γίνεται "υποκειμενική" γιατί δεν μπορεί να "πατήσει" πια σε μια δυνητική ολοποίηση αντικειμενικών συσχετισμών, και γίνεται "υποκειμενική" στον βαθμό ακριβώς που "υποκείμενο" είναι ένα όνομα για την εσωτερική σχάση, το χάσμα ανάμεσα σε συνέπεια και ολότητα.

θεωρητικό κέρδος: η σκέψη για το ενδεχόμενο η απόσταση που χωρίζει τον Μπαντιού απ' τον Αλτουσέρ να μην είναι μικρότερη από αυτή που τον χωρίζει από τον Χέγκελ και τον Λούκατς.

Ονειρμός είπε...

Ευχαριστώ πολύ, με βοήθησες πολύ. Το θεώρημα του Γκέντελ τοποθέτησε ξεκάθαρα το δίλημμα. Και με βοήθησε πολύ η σύνδεση που έκανες με Λούκατς-Αλτουσέρ, και ειδικά σε σχέση με την πραγμοποίηση-αποξένωση και την επιστημολογική τομή που βάζει ο δεύτερος, όλα αυτά τα ζητήματα τελικά έχουν άμεση σχέση με το θέμα αυτό. Προσωπικά, ειδικά η σύγκρουση αλτουσεριανής ιδεολογίας και μορφών κοινωνικής συνείδησης (με τις ''ολοποιητικές'' προσεγγίσεις βαζιούλιν-πατέλη), μου γέννησε εξαρχής το ερώτημα, πώς συμβιβάζονται οι δύο οπτικές, γιατί ακριβώς η αίσθηση ήταν ότι αυτό που η μία χάνει, το κερδίζει η άλλη. Kαι ο Jameson κάνει παρατηρήσεις κλειδί. Δεν έχω προλάβει να διαβάσω δυστυχώς, Λακάν Μπαντιού Jameson, και δεν μπορώ να συμμετέχω μάλλον σε μια εμβάθυνση. Αν κατασταλάξεις στα συμπεράσματά σου, θα με ενδιέφερε πολύ. Όπως και μία προσέγγισή σου για ανεπίγνωστα σημεία της μαρξικής αλήθεια. Από εκεί και πέρα, να'σαι καλά, ανοίγεις δρόμους τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, που δεν έχω βρει κάτι καλύτερο για αυτοανάπτυξη από την σχολή του Βαζιούλιν. Αυτό δίνει σε εμάς κουράγιο γιατί το έργο είναι τιτάνειο και η ύλη που πρέπει να καλύψουμε πραγματικά τεράστια.

Ονειρμός είπε...

Έχω ακόμη κάποιες απορίες. Θα τις σκεφτώ λίγο καλύτερα πριν τις διατυπώσω. Επίσης, σκέφτομαι την κατηγορία του Λούκατς ενάντια στην αρχή της συστηματοποίησης στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση: ένα οριοθετημένο σύστημα, καθώς εμβαθύνουμε σε αυτό, εξωθείται προς τα σύνορά του οπότε έχουμε μια διαλεκτική ορθολογικότητας-ανορθολογικότητας. Φαντάζομαι αυτό είναι κριτική προς τα συστήματα που ''είναι συνεπή'', με βάση την τυπική λογική, αλλά δεν είναι ολότητες, οπότε αντιμετωπίζουν ως μη ορθολογικό εκείνο που εκπίπτει του εννοιολογικού τους, συνεπούς και μη αντιφατικού, πεδίου. Ολότητα, δομή, σύστημα. Θα μπορούσες συνοπτικά να ορίσεις αντιπαραβαλλόμενες τις κατηγορίες δομή και σύστημα? Αυτή είναι πάγια απορία μου.

Αντωνης είπε...

@Ονειρμός: Θέλει πολύ δουλειά το θέμα, πάει πολύ μακριά και βαθιά. θα προσπαθήσω στο μέλλον να ανατρέξω σε κάποιες σημαντικές στιγμές της εξέλιξής του θεωρητικά. Αλλά θα πρέπει να επανεπισκεφτώ συστηματικότερα τον Λούκατς και να γνωρίσω τον Βαζιούλιν, του οποίου το έργο αγνοώ.

Ονειρμός είπε...

Θα σου πω, η ''Λογική της Ιστορίας'', εκδόσεις ελληνικά γράμματα, είναι το βασικό του έργο, μαζί με την ''Λογική του Κεφαλαίου''. Το δεύτερο βιβλίο είναι μόνο στα ρώσικα και τα γερμανικά, και το μεταφράζει την περίοδο αυτή ο Πατέλης. Μια καλή ιδέα θα πάρεις από εδώ. http://www.ilhs.tuc.gr/gr/index.htm
Υπάρχουν άρθρα του Βαζιούλιν και άρθρα υπόλοιπων μελών, και ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. Μερικά τα θεωρώ εξαιρετικά, όπως του Πατέλη για την θρησκεία ως μορφή κοινωνικής συνείδησης. Του Βαζιούλιν υπάρχουν μεθοδολογικά άρθρα και για την λογική του Κεφαλαίου μια σύνοψη. Έχω προσπαθήσει να συνοψίσω τα μεθοδολογικά της σχολής αυτής εδώ http://takseis-ithikh.blogspot.com/2011/01/blog-post_25.html
Αυτά λοιπόν, σε χαιρετώ.

Ονειρμός είπε...

Αντώνη, σε σχέση με την συζήτηση που έγινε εδώ και το θεώρημα της μη-πληρότητας του Γκέντελ. Πιστεύεις θα ήταν ''νόμιμο'' το παρακάτω σκεπτικό?

Να θεωρηθεί η θεμελιακή, για τον καπιταλισμό, σχέση έκθλιψης της υπεραξίας, ως το αξίωμα πάνω στο οποίο ανεγείρεται με λογική συνέπεια το όλο του οικοδόμημα-σύστημα. Ας πούμε ότι η πρόταση ''Σε κάθε κοινωνία πρέπει να παράγεται ένα πλεόνασμα της εργασίας χάρη στο οποίο η κοινωνία αναπτύσσεται'', είναι μια αξιωματική παραδοχή των κοινωνιών εν γένει (για να θεμελιώσουμε λογικά την οποία θα έπρεπε να επεκταθούμε στον άνθρωπο ως βιολογικό ον-ζώο και στην σχέση κατανάλωσης που αναπτύσσει με την Φύση, θα έπρεπε δηλαδή να θραύσουμε τα όρια του ανθρώπου απλώς ως κοινωνικού , περνώντας και στην πτυχή του όντος-ζώου). Αντιθέτως, η πρόταση ''κάποιοι ιδιώτες πρέπει να καρπώνονται το πλεόνασμα της εργασίας'', είναι μια αξιωματική παραδοχή που εξασφαλίζει στον καπιταλισμό ειδικά την λογική του συνέπεια. Ωστόσο, μια ολιστική προσέγγιση θα έδειχνε την αντίφαση κοινωνικής παραγωγής του πλεονάσματος και ιδιωτικής του κάρπωσης, που στις πρωτόγονες κομμουνιστικές κοινωνίες είχε την μη-ανταγωνιστική μορφή συλλογικής κυριότητας-ατομικής νομής. Το σύστημα έχει μια ιστορικά συγκεκριμένη δομή που ομαλά αναπαράγεται, όταν οι ουσιώδεις προτάσεις του έχουν λογική συνοχή, με εξαίρεση το αθεμελίωτο πάντα αξίωμα. Η συνειδητοποίηση αυτής της αντίφασης (κοινωνικοποιημένη παραγωγή-ατομική ιδιοποίηση) θίγει το αξίωμα αμφισβητώντας το και διαταράσσοντας την ομαλή συστημική λειτουργία. Ωστόσο η θεώρηση της κοινωνίας, ή στενότερα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, ως αυτοαναπαραγόμενης ολότητας που διαλεκτικά και αντιφατικά αναπτύσσεται, δεν έχει η ίδια λογική συνοχή. Διαπερνάται από αλληλοπρουποτιθέμενες αλλά και αλληλοαποκλειόμενες δυναμικές-τάσεις, πχ οι προλετάριοι είναι πραγμοποιημένα/αλλοτριωμένα παθητικά αλλά και, αντιφατικά, δυνάμει ενεργητικά ανατρεπτικά στοιχεία, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (με την συνακόλουθη διεθνοποίηση κτλ) ωφελεί το σύστημα, την κερδοφορία και αναπαραγωγή του, αλλά ταυτόχρονα και αντιφατικά ανοίγει δυνατότητες σκιαγράφησης μιας Ουτοπίας όπου άνθρωποι σε οικουμενικό επίπεδο θα είναι ικανοί για συνειδητό έλεγχο της ζωής τους, θα έχουν ελεύθερο χρόνο κτλ.
Ο Μάρξ μοιάζει λογικά ασυνεπής όταν από την μία πχ προυποθέτει την μείωση ή τουλάχιστον την σταθερότητα των μισθών στον τύπο που δείχνει την διαρκή αύξηση του ποσοστού υπεραξίας (με την παράλληλη αύξηση της παραγωγικότητας), ενώ από την άλλη μιλά για ταξική πάλη και οικονομικό αγώνα για την αύξηση των μισθών στο ίδιο το Κεφάλαιο. Ο Καστοριάδης βλέπει αυτήν την λογική ασυνέπεια και φωνάζει ότι ο Μάρξ έσβησε την πάλη των τάξεων και θεώρησε τους ανθρώπους πιόνια, για να του βγουν οι νόμοι της ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού όλου. Η λογική ασυνέπεια του Μάρξ είναι το τίμημα της ολότητας και της εμφάνισης της αντίφασης που αυτή συνεπάγεται. Αντίθετα, μια μελέτη των ιστορικά συγκεκριμένων δομών βλέπει τί συμβαίνει στο εδώ και τώρα, πώς αναπαράγεται η καπιταλιστική δομή, δεχόμενη το αξίωμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και μην βλέποντας τις αντιφατικές αλληλοαποκλειόμενες τάσεις εντός της, κερδίζοντας την λογική συνοχή, την εξάλειψη της αντίφασης και προτείνοντας για έξοδο από τον καπιταλισμό την δημιουργία μηχανισμών ιδεολογίας (όπως πολιτικοί φορείς) που θα εγκαλούν τα υποκείμενα, τους προλετάριους, να ανατρέψουν το βασικό αξίωμα του συστήματος, θέτοντας το νέο, κομμουνιστικό. Εδώ ρέπουμε σε έναν βολονταρισμό, στην επιδίωξη μιας κάθετης κανονιστικού τύπου θέσμισης κομμουνιστικών αξιών. Με την ολότητα τείναμε σε έναν οικονομισμό, ντετερμινισμό, σε μια μοιρολατρία. Η κίνηση πίνγκ πόνγκ από την μία οπτική στην άλλη, είναι σαν αυτό που λέει ο Jameson στο Valences of Dialectics ότι πρέπει να κάνουμε, για τις παρ.σχέσεις-δυνάμεις, για την βάση και το εποικοδόμημα.

Πώς σου φαίνεται όλο το παραπάνω??Κινείται μέσα στα όσα είπαμε?