Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Alain Badiou-Τυπική θεωρία του υποκειμένου

Alain Badiou
Λογικές των κόσμων
Τυπική θεωρία του υποκειμένου (Μετα-φυσική)
Μέρος πρώτο (απόσπασμα)
Μτφρ.: Radical Desire

Η δήλωση ότι υπάρχει μια (τυπική) θεωρία του υποκειμένου πρέπει να ληφθεί με την ισχυρή της σημασία: για το υποκείμενο μόνο θεωρία μπορεί να υπάρξει. "Υποκείμενο" είναι ο ονομαστικός δείκτης μιας έννοιας η οποία πρέπει να κατασκευαστεί σε ένα ενικό πεδίο σκέψης--στην περίπτωση αυτή, της φιλοσοφίας. Στο τέλος, το να βεβαιώνουμε ότι υπάρχει μια τυπική θεωρία του υποκειμένου είναι επίσης το να αντιτασσόμαστε στους τρεις (κυρίαρχους) καθορισμούς της έννοιας του υποκειμένου:

1. Το "υποκείμενο" θα περιέγραφε ένα πεδίο της εμπειρίας, ένα σχήμα για την ενσυνείδητη κατανομή του αναστοχαστικού και του μη αναστοχαστικού. Η θέση αυτή συνδέει το υποκείμενο με τη συνείδηση και χρησιμοποιείται σήμερα ως φαινομενολογία.

2. Το "υποκείμενο" θα ήταν μια ηθική κατηγορία. Η κατηγορία αυτή θα σηματοδοτούσε (ταυτολογικά) το πρόταγμα, για κάθε "υποκείμενο", να θεωρεί κάθε άλλο υποκείμενο ως υποκείμενο. Είναι μόνο αναδρομικά, και με τρόπο αβέβαιο, που αυτή η ρυθμιστική κατηγορία γίνεται θεωρητική. Σήμερα, αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούν οι εκδοχές του νεοκαντιανισμού.

3. Το "υποκείμενο" θα ήταν μια ιδεολογική μυθοπλασία, ένα φαντασιακό μέσα από το οποίο οι μηχανισμοί του κράτους διαμορφώνουν (με αλτουσεριανούς όρους "εγκαλούν") τα άτομα.

Και στις τρεις περιπτώσεις, λείπει ο χώρος για μια ανεξάρτητη, τυπική θεωρία του υποκειμένου.

Αν το υποκείμενο ήταν πράγματι ανακλαστικό σχήμα, θα ήταν επίσης ένα άμεσο και αδιαμφισβήτητο δεδομένο και το καθήκον μας θα ήταν να περιγράψουμε την αμεσότητά του με όρους ταιριαστούς προς μια εμπειρία. Αλλά σε μια εμπειρία, τα παθητικά στοιχεία --αυτά τα οποία προηγούνται κάθε κατασκευής-- δεν μπορούν να συμπεριληφθούν από μια τυπική έννοια. Αντίθετα, είναι οι τυπικές έννοιες που προϋποθέτουν μια παθητική δεδομενικότητα, εφόσον υποτάσσονται στην συνθετική οργάνωση του δεδομένου.

Περνώντας στο υποκείμενο ως ηθική κατηγορία, είναι ξεκάθαρο ότι ανήκει στο επίπεδο της ρυθμιστικής νόρμας. Από αυτή την άποψη, το υποκείμενο μπορεί να είναι αυτό που διακυβεύεται σε μια μορφή, για παράδειγμα στην προστακτική ("Να σέβεσαι, σε κάθε άτομο, το ανθρώπινο υποκείμενο που είναι")· αλλά δεν μπορεί να είναι η ίδια η μορφή. Επιπλέον είναι σήμερα ξεκάθαρο, όπως επισήμανα στο Προοίμιο, ότι η αντίληψη αυτή του υποκειμένου το ισοπεδώνει στην εμπειρική προφάνεια του ζώντος σώματος. Αυτό το οποίο αξίζει σεβασμού είναι το ζωϊκό σώμα ως τέτοιο. Οι μορφές είναι απλώς μορφές αυτού του σεβασμού.

Τέλος, αν ένα υποκείμενο είναι ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα, η μορφή του είναι ασώματη: ένας καθαρά ρητορικός καθορισμός που προσιδιάζει σε μια κρατική διαταγή. Μπορούμε εδώ να μιλάμε για υλιστικό φορμαλισμό. Και ουσιαστικά, για τον Αλτουσέρ και τους επιγόνους του, "υποκείμενο" είναι ο κεντρικός καθορισμός των ιδεαλισμών. Για να συνοψίσουμε: στην περίπτωση της φαινομενολογίας το υποκείμενο είναι υπερβολικά άμεσο· στην περίπτωση της ηθικής είναι υπερβολικά ενσώματο (ή "βιοπολιτικό")· στην περίπτωση της ιδεολογίας είναι υπερβολικά φορμαλιστικό. 

Πρέπει να αναγνωρίσουμε το χρέος μας στον Λακάν--στο κατόπι του Φρόιντ, αλλά επίσης του Καρτέσιου--διότι έστρωσε τον δρόμο για μια τυπική θεωρία του υποκειμένου, η βάση της οποίας είναι υλιστική. Πράγματι, χάρη στην αντίθεσή του στην φαινομενολογία, στον Καντ, και σε έναν κάποιο δομισμό ο Λακάν έμεινε σταθερός στον δρόμο του.

Το απόλυτο εναρκτήριο σημείο είναι ότι μια θεωρία του υποκειμένου δεν μπορεί να είναι θεωρία αντικειμένου. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο [το υποκείμενο] είναι μόνο θεωρητικό (το μόνο του εμπειρικό περιεχόμενο είναι μεταφορικό) και τείνει προς το τυπικό. Ότι το υποκείμενο δεν είναι αντικείμενο δεν απαγορεύει αλλά μάλλον προαπαιτεί όχι μόνο ότι πρέπει να έχει είναι, αλλά επίσης ότι πρέπει να έχει φαίνεσθαι. Παρ' όλα αυτά, στο πρώτο Βιβλίο ασχολούμαστε μόνο με τις τυπικές μορφές αυτής της εμφάνισης. Η εμφάνιση του υποκειμένου, που είναι η λογική του, είναι το θεμελιώδες διακύβευμα όλου του Λογικές των κόσμων. Θα πρέπει να κρατήσουμε κατά νου ότι με δεδομένη την απουσία μιας πλήρους θεωρίας των σωμάτων, το μόνο πράγμα που προϋποθέτουμε σχετικά με το υποκείμενο είναι η καθαρή του πράξη: η απόδοση σε ένα επαρκές σώμα ενός κατάλληλου φορμαλισμού. Αυτό σημαίνει ότι μιλούμε εδώ, κάτω απ' το όνομα του "υποκειμένου", μόνο για τις μορφές του φορμαλισμού.

Θα τοποθετούσα με χαρά αυτό το παράδοξο εγχείρημα, στόχος του οποίου είναι να αρθρώσει τη μορφή αυτού που δεν είναι παρά η πράξη μιας μορφής, ανάμεσα σε δύο δηλώσεις του Πινδάρου. Η πρώτη είναι απ' την Ολύμπεια Ωδή 1: "Ο θόρυβος των θνητών ξεπερνά τον αληθινό λόγο". Δηλαδή, η μορφή του υποκειμένου ("ο θόρυβος των θνητών") στην υπηρεσία των αληθειών είναι παρ' όλα αυτά ένα είδος ξεπεράσματος, ένα είδος πηδήματος πάνω από κάθε ενική αλήθεια, στην κατεύθυνση της έκθεσης της δύναμης του Αληθούς. Η δεύτερη είναι από την Ωδή της Νεμέας 6: "Ακόμα και έτσι, σε ένα σημείο μοιάζουμε, είτε ως μεγάλο πνεύμα είτε ως φύση, στους Αθανάτους." Δηλαδή, όντας μόνο μια μορφή και ως μορφή--με την έννοια της πλατωνικής Ιδέας--το υποκείμενο είναι αθάνατο. Με λίγα λόγια, παλινδρομούμε ανάμεσα σε μια περιοριστική (ή επικαθορισμένη) κατασκευή και μια επιτατική (ή απροϋπόθετη) έκθεση. Το υποκείμενο είναι δομή, απόλυτα, αλλά το υποκειμενικό, ως επιβεβαίωση της δομής, είναι περισσότερο από δομή. Είναι μια μορφή (ή ένα σύστημα μορφών) το οποίο πάντοτε "λέει" περισσότερα από ότι οι συνδυασμοί που το υποστηρίζουν. Θα καλέσουμε λειτουργίες τα σχήματα τα οποία καθορίζουν το υποκείμενο-δομή. Υπάρχουν τέσσερις λειτουργίες: το απαγορευτικό εμπόδιο, η συνέπεια (ή συνεπαγωγή), η απαλοιφή (το διαγώνιο απαγορευτικό εμπόδιο), και η άρνηση. Η εμφάνιση μιας πέμπτης, της άρνησης, είναι ζήτημα συνεπειών και όχι τόσο δράσεων. Θα καλέσουμε προορισμούς τα σχήματα που συνδέονται με τις μορφές του υποκειμένου. Υπάρχουν τέσσερις προορισμοί: η παραγωγή, η απάρνηση, η απόκρυψη και η ανάσταση. Σε όλη τη διάρκεια, θα προϋποθέσουμε ότι στον "κόσμο" όπου εκδιπλώνεται το υποκείμενο υπάρχουν:

-ένα συμβάν, το οποίο έχει αφήσει ένα ίχνος. Θα γράψουμε αυτό το ίχνος ως ε. Η θεωρία του συμβάντος και του ίχνους μπορεί να βρεθεί στο πέμπτο Βιβλίο, αλλά είναι κατανοητή μόνο εάν προϋποθέσουμε το σύνολο της λογικής (υπερβατικό, αντικείμενο, σχέση), που απαρτίζει το σύνολο των Βιβλίων ΙΙ ως IV·
-ένα σώμα το οποίο προκύπτει απ' το συμβάν, και το οποίο θα γράψουμε C. Η θεωρία του σώματος απασχολεί ολόκληρο το Βιβλίο VII (το τελευταίο), το οποίο με την σειρά του προαπαιτεί μια μάλλον εξαντλητική κατανόηση των Βιβλίων II έως VI.

Όπως βλέπετε, αυτό το οποίο είναι "δύσκολο" δεν είναι το υποκείμενο, αλλά το σώμα. Η φυσική είναι πάντα δυσκολότερη απ' την μετα-φυσική. Αυτή η (επερχόμενη) δυσκολία δεν είναι προς το παρόν εμπόδιο. Το γεγονός ότι η θεωρία του υποκειμένου μπορεί να είναι τυπική σημαίνει στην ουσία ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε εξ αρχής τι είναι ένα σώμα, ούτε καν ότι υπάρχει· ούτε χρειάζεται να γνωρίζουμε, με όλη την απαραίτητη στιβαρότητα, την φύση των συμβάντων. Αρκεί για εμάς να υποθέσουμε ότι έχει λάβει χώρα μια πραγματική ρήξη στον κόσμο, μια ρήξη την οποία θα καλέσουμε συμβάν, και μαζί ένα ίχνος αυτής της ρήξης, ε, και τέλος ένα σώμα, C, που συσχετίζεται με το ε (υπάρχει ως σώμα μόνο κάτω απ' την προϋπόθεση του συμβαντικού ίχνους). Η τυπική θεωρία του υποκειμένου είναι λοιπόν, κάτω απ' τις προϋποθέσεις του ε και του C (ίχνος και σώμα), μια θεωρία λειτουργιών (μορφών) και προορισμών (δράσεων).

Δεν υπάρχουν σχόλια: