Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Θέσεις για την συγκυρία, 2/6/2011

1. Η δραστική επιδείνωση της κρίσης έχει αναδείξει μια ανταγωνιστική αντίφαση μέσα στους κόλπους της Αριστεράς. Η αντίφαση αυτή εκδηλώνεται και μεταφράζεται άμεσα στους όρους με τους οποίους διαφορετικά τμήματα της Αριστεράς τοποθετούνται απέναντι στις πρόσφατες κινητοποιήσεις στις πλατείες της χώρας.

2. Η φύση αυτής της αντίφασης δεν είναι καθόλου νέα: οι απαρχές της βρίσκονται στον τραυματικό χωρισμό υπαρκτού σοσιαλισμού και δυτικού μαρξισμού, χωρισμό που είχε αμοιβαία αρνητικά αποτελέσματα, τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: αρτηριοσκλήρωση και απώλεια διαλεκτικής αντίληψης στον σοβιετικό μαρξισμό, σύγχυση, οπορτουνισμός, αποστασία και πολυδιάσπαση στον δυτικό.

3. Στην ελληνική περίπτωση, οι επιπτώσεις αυτού του χωρισμού ενσαρκώνονται παραδειγματικά στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη, στον οποίο πρέπει να αναζητηθεί μια σημαντική θεωρητική βάση της διαφωνίας και διαίρεσης της Αριστεράς επάνω στις πρόσφατες κινητοποιήσεις. Αντιδρώντας στην γραφειοκρατική και αυταρχική φύση του σοβιετικού κρατισμού, ο Καστοριάδης προσπάθησε να επανασηματοδοτήσει ριζοσπαστικά την έννοια της δημοκρατίας και να τονίσει τις συνδέσεις της με τις αδιαμεσολάβητες δομές της αρχαίας δημοκρατικής πρακτικής. Οδηγήθηκε έτσι σε μια ευρύτερη υπεράσπιση της ιδέας της αυτονομίας -- της αυτόνομης πολιτικής οργάνωσης έξω από το Κόμμα, αλλά, και αυτό έχει καίρια σημασία, της αυτονομίας της πολιτικής ως σφαίρας. Το έργο της Χάνα Άρεντ είναι εξίσου σημαντικό σε αυτή την κατεύθυνση.

4. Η διαφωνία σήμερα αφορά ακριβώς την διαφωνία για την αυτονομία του πολιτικού και τα περιθώρια που υποτίθεται πως δίνει αυτή η αυτονομία στις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε περιόδους κρίσης συσσώρευσης του παγκόσμιου κεφαλαίου και ταυτόχρονης εθνικής κρίσης χρέους: η αντισοβιετική, ας την πούμε έτσι, Αριστερά, συσπειρώνεται πίσω από την καστοριαδική και αρεντική παράδοση της πολιτικής αυτονομίας (με τις όποιες της σύγχρονες μεταφράσεις στο έργο του Νέγκρι, του Χόλογουει και άλλων) και αναζητά, μέσα από την φετιχοποίηση της αυτονομίας των κινημάτων, και μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, την πηγή εκείνη τόνωσης και αναζωογόνησης των δημοκρατικών θεσμών που θα επιτρέψει στην κοινωνία να ορθοποδήσει και να αποφύγει την διάλυση, την ιδεολογική οπισθοδρόμηση και την καταστροφή. Στην κοινωνία, και όχι σε μία τάξη: η καστοριαδικά εκπορευόμενη Αριστερά έχει ουσιαστικά ανεπιστρεπτί απεμπολήσει την ιδέα ότι η οργάνωση στην βάση της ταξικής θέσης και της ταξικής συνείδησης είναι εφικτή ή επιθυμητή.[1]

Για την πιο ορθόδοξη, ας το πούμε έτσι, μαρξιστική Αριστερά, η αναζήτηση αυτή είναι μάταιη. Είναι μάταιη όχι απλώς επειδή έχει χάσει κάθε επαφή με την ταξική συγκρότηση των κοινωνικών αντιφάσεων, αλλά και επειδή κατά συνέπεια διατηρεί την εντελώς λανθασμένη πεποίθηση ότι η δημοκρατία είναι μια αυτόνομη από οικονομικούς επικαθορισμούς πολιτειακή μορφή (κάτι που το έργο των κλασικών του μαρξισμού αμφισβητεί ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα). Η καστοριαδική και αρεντική θεωρία αναδύθηκε, όχι τυχαία, σε εποχές ραγδαίας καπιταλιστικής ανάπτυξης σε όλη τη Δύση, και είναι φυσικό να αγνοεί το πρόβλημα των στενότατων ορίων των δημοκρατικών θεσμών στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, όταν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα εισέρχεται σε σφοδρή οικονομική κρίση. Τα όρια αυτά γίνονται εμφανέστατα καθώς η κρίση αρχίζει να συμπιέζει κάθετα τα περιθώρια οποιωνδήποτε δημοκρατικών διαπραγματεύσεων με το κράτος, καθώς και τα περιθώρια οποιουδήποτε ενδο-κοινωνικού διαλόγου. Η δήλωση Παπανδρέου στην οποία αναφέρθηκε το σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση, η δήλωση δηλαδή ότι "Όσοι διαδηλώνουν στις πλατείες απευθύνονται σε εθνικά συστήματα δημοκρατίας, τα οποία είναι αδύναμα και αιχμάλωτα μιας παγκόσμιας εξουσίας» κατονομάζει με μεγάλη ακρίβεια το πρόβλημα το οποίο αρνούνται όλες οι καστοριαδικής και αρεντικής (ή νεγκρικής) έμπνευσης αναλύσεις των κινητοποιήσεων. Όταν ο Μπαντιού λέει επανελειμμένα ότι στο σύστημα "δημοκρατία-αγορά" ο πρώτος όρος καθυποτάσσεται απόλυτα στον δεύτερο, το εννοεί, ακόμα και αν οι έλληνες αναγνώστες του στον ΣΥΡΙΖΑ δεν μοιάζουν να το κατανοούν πρακτικά στο παραμικρό. Καμία βολονταριστική φαντασίωση επανεκίνησης της δημοκρατίας σε πείσμα της αγοράς δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο με το πτώμα της πρώτης απ' το να το μεταμορφώσει σε τεχνητά κινούμενο τέρας. Και βέβαια, η φαντασιακή σύγκλιση αριστεράς και δεξιάς πίσω απ' το νεφελώδες μόρφωμα της "αμεσοδημοκρατίας" δείχνει ήδη προς αυτή την κατεύθυνση.

5. Τούτο δεν συνεπάγεται ότι η "λύση" για την αριστερά είναι η επιστροφή στον σοβιετικό μαρξισμό. Η επιστροφή αυτή είναι ιστορικά αδύνατη και δεν θα προσέφερε τίποτε παρά μία ακόμα φάρσα. Μάλλον, συνεπάγεται ότι για να ανταποκριθεί στη φύση της συγκυρίας, η Αριστερά οφείλει να υποβάλλει και τα δύο πλαίσια σκέψης που κληροδότησε ο Ψυχρός Πόλεμος σε ταυτόχρονη κριτική, αντλώντας από το καθένα μόνο τα στοιχεία αυτά τα οποία να της είναι τακτικά χρήσιμα την παρούσα στιγμή. Από την παράδοση του δυτικού μαρξισμού, μπορεί να ωφεληθεί από την εγκόλπωση της απτής μελέτης των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, συγκρούσεων και εντάσεων σε κοινωνίες όπου ο τρόπος παραγωγής παραμένει καπιταλιστικός και όπου η ταξική συνείδηση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα διαμόρφωσης, ιδιαίτερα για τις υποτελείς τάξεις. Από αυτή των κλασικών όμως, έχει επίσης πολλά να κερδίσει εάν εγκολπώσει τόσο την ιστορική μελέτη των δυναμικών πίσω από τα μορφώματα της επανάστασης και της αντεπανάστασης (με την δεύτερη να είναι πιθανολογικά το ισχυρότερο σενάριο για την Ελλάδα αυτή τη στιγμή), όσο και και την θεωρία της ταξικής οργάνωσης και του ταξικού αγώνα που λαμβάνει καίρια υπόψη την φύση τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής συγκυρίας, χωρίς να απομονώνει το ένα επίπεδο από το άλλο.

6. Όλα ανεξαιρέτως τα κομματικά μορφώματα της ελληνικής Αριστεράς είναι ήδη εκ των πραγμάτων ξεπερασμένα, για τους λόγους που αναλύθηκαν πιο πάνω. Ο ορθόδοξος μαρξισμός εκδίπλωσε όλα του τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις στην περίοδο από την άνοδο του Στάλιν στην εξουσία μέχρι το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού. Οι εγγενείς αδυναμίες του δυτικού μαρξισμού και μεταμαρξισμού (κάθε ποικιλίας και απόχρωσης, περιλαμβανομένων αντιεξουσιαστικών εκδοχών) αποκαλύπτονται σταδιακά όλο και περισσότερο μετά την άνοδο στην εξουσία των νεοφιλελεύθερων σε ΗΠΑ και ΗΒ στην δεκαετία του 80. Η άφιξη της παγκόσμιας κρίσης από το 2008 και μετά σηματοδοτεί την οριστική τους παρακμή. Αυτό που ερμηνεύεται, ακόμα και σήμερα, ως πανικόβλητη στροφή όπισθεν, προς την ορθοδοξία που απονομιμοποιήθηκε από τις εγκληματικές πρακτικές του σταλινισμού, δεν είναι παρά το σύμπτωμα αυτής της δεύτερης καταστροφής της αριστερής παράδοσης, και συνάμα μια προσπάθεια να αναζητηθεί έξοδος διαφυγής, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, από το διπλό --και ολέθριο για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα-- αδιέξοδο στο οποίο εισέρχεται πλέον η Αριστερά.

[1] Θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε το παράδοξο μιας θεωρητικής κατεύθυνσης (και μιλώ εδώ κυρίως για αυτή του Αντόνιο Νέγκρι που παρίσταται, έστω σιωπηρά, στην πρόσφατη και ενθουσιώδη ελληνική φιλολογία περί ανάδυσης του δημοκρατικού "πλήθους"), η οποία αποπειράται να προχωρήσει πέρα απ' τον Μαρξ και την μαρξική ανάλυση οπισθοχωρώντας αρκετούς αιώνες πριν απ' αυτόν, σε σημεία που προηγούνται ιστορικά του βιομηχανικού καπιταλισμού και της ώριμης καπιταλιστικής πολιτικής κοινωνίας: στην φιλοσοφία της εποχής του μερκαντιλισμού (Σπινόζα), και στην πολιτική ορολογία της αρχαίας Ρώμης και του πρώιμου Χριστιανισμού ("multitudo", "potestas", "caritas", κλπ).

Προφανώς, κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με την αντίληψη για την ιστορία και την χρονικότητα όταν, π.χ, η πρόταση για επιστροφή στον Λένιν απορρίπτεται ανακλαστικά ως "οπισθοδρομική" ή "ρετρό" (εδώ πρυτανεύει μια παραδοσιακή, γραμμική ιστορικιστική λογική), ενώ αυτή για επιστροφή στον Σπινόζα ή τον Άγιο Αυγουστίνο χαιρετίζεται ως η τελευταία λέξη στην σκέψη του ολόφρεσκου "μετά" (εδώ η ίδια αυτή λογική εκπαραθυρώνεται και αντικαθίσταται, επειδή έτσι βολεύει προφανώς, από μια μάλλον χαϊντεγγεριανή αντίληψη περί της φύσης της "ιστορίας").

Δεν υπάρχουν σχόλια: