Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Etienne Balibar-Στοχασμοί για την Gewalt (τρίτο μέρος)

Βλέπουμε εδώ τις πολλαπλές νοηματοδοτήσεις που αναφέραμε νωρίτερα για τον όρο Gewalt, τις οποίες εκμεταλλεύεται ο Ένγκελς για να να ιχνογραφήσει μια διαλεκτική εγγενή σε ό,τι αφορά την ιστορία της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, απ' την μία πλευρά, η ισχύς, εφόσον ανάγεται σε οργανωμένη βία (και συγκεκριμένα στον πόλεμο, είτε τον διεθνή είτε τον εμφύλιο), αποτελεί μόνο τμήμα του συστήματος των πολιτικών εργαλείων. Από την άλλη πλευρά, περιλαμβάνει όλες τις συνέπειες της δύναμης και επικαθορίζεται από άλλους όρους που συνδηλώνουν επίσης πολιτική δράση. Ακολουθώντας μια παράδοση σαιν-σιμονικών απαρχών, ο Ένγκελς μοιάζει ορισμένες φορές να πιστεύει ότι η πολιτική έχει την τάση --εφόσον σπρωχθεί στις λογικές της συνέπειες από το σοσιαλιστικό κίνημα-- να εκπολιτίζει τονε αυτό της, μειώνοντας το στρατιωτικό στοιχείο και αντικαθιστώντας το με το θεσμικό στοιχείο. Αλλά η βασική του γραμμή στοχεύει αντίθετα στο να δείξει ότι ο ταξικός αγώνας, του οποίου η πολιτική είναι απλώς η μορφή, τείνει προς μια τελική, αναγκαστικά βίαια σύγκρουση ανάμεσα σε ανταγωνιστικές δυνάμεις (αστική τάξη και προλεταριάτο), που είναι επίσης μια σύγκρουση μεταξύ δύο αντιθετικών τροπικοτήτων πολιτικής βίας. Ή, ακριβέστερα, το επιχείρημα δείχνει ότι αυτή η σύγκρουση εκφράζει μια αναγκαιότητα εμμενή στην οικονομική ανάπτυξη, η οποία τείνει να υπερβαίνει τις μορφές της εκμετάλλευσης και της υποταγής (έκφραση απευθείας δανεισμένη απ' τον Χέγκελ).

Η γραμμή της επιχειρηματολογίας του Ένγκελς καθυπαγορεύεται από την ανάληψη εκ μέρους του ενός λογικού σχήματος το οποίο έπαιξε νωρίτερα τον κεντρικό ρόλο στην εγελιανή διαλεκτική της ιστορίας:  το σχήμα των μέσων (ή του "ανθρώπινου" υλικού) και ιστορικών σκοπών (βλ. Χέγκελ, Η λογική στην ιστορία). Το σχήμα αυτό υπονοεί ότι οι συγκεκριμένες πράξεις και προθέσεις των δραστών (των ατόμων, και πάνω από όλα των λαών ή των "συλλογικών ατόμων") μπορούν να διαβαστούν σε δύο διαφορετικά επίπεδα: με έναν άμεσο, ενσυνείδητο τρόπο, εμφανίζονται ως ενδεχομενικές, αλλά με έναν έμμεσο (και αποφασιστικό, αν και ασυνείδητα αποφασιστικό) τρόπο είναι απαραίτητες, τουλάχιστον στον βαθμό που συνεισφέρουν στην επίτευξη του σκοπού προς τον οποίο εργάζεται ιστορικά το Πνεύμα [Geist] (δηλαδή την ίδια του τη λογική). Ο Χέγκελ όμως πηγαίνει ακόμα πιο μακριά και στο σημείο αυτό είναι στην πραγματικότητα ήδη ο θεωρητικός του "ρόλου της ισχύος στην ιστορία": δηλώνει ότι η προφανής έλλειψη λογικής των ανθρώπινων πράξεων, η χρήση των παθών, της σύγκρουσης και της βίας εκ μέρους τους, είναι στην πραγματικότητα η φαινομενική, αντιφατική μορφή δια της οποίας εκφράζεται η αντικειμενική δύναμη της λογικής. Αυτό εξηγεί τον "ρεαλισμό" της πολιτικής του Χέγκελ, ο οποίος είναι εντελώς αδύνατο να διαχωριστεί από τον "ιδεαλισμό" του. Στην εργασία του Ένγκελς, η τελεολογία της λογικής γίνεται τελεολογία της οικονομικής ανάπτυξης της ανθρωποότητας, η οποία προχωρά δια μέσω της διάλυσης των "πρωτόγονων" κοινοτήτων και τις διαδοχικές μορφές ατομικής ιδιοκτησίας πριν την επανασύνθεση μιας υψηλότερης μορφής κοινωνίας, της οποίας τις συνθήκες προετοιμάζει η καπιταλιστική "κοινωνικοποίηση" των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό εξηγεί την επιμονή του στο γεγονός ότι η πολιτική ισχύς (και η κρατική ισχύς συγκεκριμένα) είναι αποτελεσματική/πραγματική μόνο στον βαθμό που είναι λειτουργική από τη σκοπιά της οικονομικής ανάπτυξης της κοινωνίας (ο Ένγκελς μιλά για την άσκηση της "κοινωνικής λειτουργίας" της ισχύος), καθώς και στον βαθμό που ακολουθεί την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης (όπως έγινε με τη Γαλλική Επανάσταση). Εξηγεί ακόμη την ευφυή θεωρία του Ένγκελς για την αναστροφή των φαινομένων στην πολιτική σφαίρα, σε αντίθεση με την υποφώσκουσα οικονομική λογική, θεωρία η οποία του επιτρέπει να λάβει υπόψη έναν αριθμό πραγμάτων: το πώς η πολιτική ιστορία και οικονομική ιστορία μπορούν να βρεθούν "εκτός συντονισμού" μεταξύ τους· το πώς οι πολιτικές ιδέες, οι δυνάμεις και οι θεσμοί μπορούν να αποκτήσουν την δική τους δυναμική, αυτόνομη από την θεμελιακή ταξική πάλη· και ακόμα την ανικανότητα των οικονομικά κυρίαρχων τάξεων να γίνουν επίσης πολιτικά κυρίαρχες (εδώ συνδεόμαστε με το θέμα του Βοναπαρτισμού ή του Βισμαρκισμού, δηλαδή με το θέμα της ήττας των "λαϊκών επαναστάσεων" ή των "επαναστάσεων από τα κάτω" και της υπερκέρασής τους από "επαναστάσεις από τα πάνω" στον δέκατο ένατο αιώνα). Αλλά μια αναστροφή τέτοιου τύπου δεν μπορεί παρά να είναι εφήμερη· ή, για να το πούμε καλύτερα, θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τη μορφή της μετάβασής της προς την λογική της επανόρθωση, χωρίς την οποία η λογική μέσων και σκοπών θα είχε, μιλώντας αυστηρά, καταργηθεί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: