Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Etienne Balibar-Στοχασμοί για την Gewalt (δεύτερο μέρος)

[...]
1.1 Οι σημερινοί ιστορικοί δίνουν ακόμα την μεγαλύτερη σημασία στην ανάλυση του Ένγκελς για την "επανάσταση από τα πάνω" (έκφραση που υιοθετήθηκε, αν δεν πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Βίσμαρκ), το μέσο δια του οποίου "εκπληρώθηκε" επιτέλους το όνειρο της γερμανικής ενοποίησης. Η ανάλυση θέτει πολλά και στενά συνδεδεμένα προβλήματα: το πρόβλημα του περιορισμένου ενθουσιασμού του Ένγκελς για την Realpolitik του Βίσμαρκ, το ερώτημα της φερεγγυότητας της θέσης του ότι η αστική τάξη ήταν ανίκανη να δράσει μόνη της, και τέλος, το πρόβλημα των αιτιών της μη ολοκλήρωσης της γερμανικής ενοποίησης. 

Ο ενθουσιασμός του Ένγκελς αφορούσε ουσιαστικά την ικανότητα που είχε επεδείξει στα μάτια του Ένγκελς ο Βίσμαρκ, ο οποίος επέβαλε μια πολιτική στην γερμανική αστική τάξη "ενάντια στη θέλησή της", που ήταν όμως αποτελεσματική στο να διαφυάξει τα συμφέροντά της (συγκεκριμένα, την στρατιωτική πολιτική του Βίσμαρκ, αλλά επίσης την εδραίωση του οικουμενικού δικαιώματος στην ψήφο). 

[...]

Σε μια σχεδόν σμιτική περιγραφή της "ντε φάκτο δικτατορίας" η οποία επέτρεψε στον Βίσμαρκ να προσπεράσει τις αντιφάσεις στις οποίες είχε βυθιστεί η γερμανική αστική τάξη (εγκλωβισμένη καθώς αυτή ήταν ανάμεσα στους διαφορετικούς "ιστορικούς δρόμους" που μπορούσαν να οδηγήσουν στην εθνική ενότητα την οποία επιζητούσε), ο Ένγκελς συνδέει στενά την ιδέα της  Realpolitik, που κατέστρεφε τις ηθικές και νομικές "αυτο-εξαπατήσεις"με τις οποίες ήταν γεμάτοι οι "ιδεολογικοί εκπρόσωποι" της αστικής τάξης, με την ιδέα των "επαναστατικών [δηλαδή κατ' εξαίρεση ή αντισυνταγματικών] μέσων" στην υπηρεσία ενός ¨επαναστατικού στόχου": την δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, το οποία είχαν καθυστερήσει στην Γερμανία για πολύ καιρό τα δυναστικά συμφέροντα και "τα παιχνίδια με κρατίδια". Ο Ένγκελς λοιπόν παίρνει μια θέση η οποια αντιτίθεται στην φιλελεύθερη σκέψη με δύο τρόπους:  περιγράφει τις κοινοβουλευτικές αρχές ως ιδεολογική φλυαρία που εκφράζει ιστορική ανημπόρια (τουλάχιστον σε μια κατάσταση στην οποία το "πρόβλημα" που θέτει η ιστορία, η επίτευξη της "αδύνατης" γερμανικής ενότητας, μπορεί να λυθεί μόνο δια της βίας)· και προσεγγίζει τον πρωσικό μιλταρισμό τον οποίο ενσάρκωνε ο Βίσμαρκ (τουλάχιστον ως τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870-71) ως προοδευτική και όχι αντιδραστική δύναμη.

Αλλά ο ενθουσιασμός του Ένγκελς έχει τα όριά του. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ο Ένγκελς τόνισε τόσο πολύ το εγκώμιο του "Σιδηρού καγκελάριου" ακριβώς έτσι ώστε να κάνει τα όρια του ενθουσιασμού του ορατά. Δείχνοντας στην αστική τάξη ότι χρειαζόταν έναν αφέντη, όπως θα έλεγε ο Καντ, προετοιμάζεται για τον συλλογικό δράστη (το προλεταριάτο), ο οποίος θα αποδειχθεί αφέντης του αφέντη, καταλαμβάνωντας την σκηνή, και δείχνοντας στην αστική τάξη ότι πολιτικά δεν έχει καμία αξία (Θυμάται κανείς την παρατήρηση του Ντε Γκωλ το 1945: "Ανάμεσα σε μας και στους Κομμουνιστές, υπάρχει  κενό". Ο Ένγκελς διατυπώνει αυτήν την πρόταση με όρους ισχύος  [Gewalt]: υπάρχουν μόνο δύο "δυνάμεις" που πραγματικά γράφουν ιστορία, το κράτος και ο λαός ("Στην πολιτική υπάρχουν μόνο δύο αποφασιστικές δυνάμεις: η οργανωμένη ισχύς του κράτους [Staatsgewalt], ο στρατός, και η ανοργάνωτη, φυσική ισχύς των λαϊκών μαζών"· η μία απ' τις δύο πρέπει αναπόφευκτα να αναλάβει όταν η άλλη εγκαταλείπει. Αυτό θα συμβεί επειδή ο εθνικός ιμπεριαλισμός, όταν πετύχει τον στόχο του, γίνεται αντιδραστικός, ανίκανος να διαχειριστεί τις συνέπειες της δικής του δράσης (όπως φαίνεται στην πολιτική προσαρτήσεων παρά τη θέληση των εμπλεκομένων πληθυσμών του Βίσμαρκ, ή τις αστυνομικές του μεθόδους εθνικά), και επειδή εφεξής (σε αντίθεση με το 1848), η εργατική τάξη "ξέρει τι θέλει." Η εργατική τάξη λοιπόν θα μπορέσει να στρέψει τα όπλα που το κράτος χρησιμοποιεί για να την ελέγχει ενάντια στο κράτος. Παρ' όλα αυτά, η διόρθωση του Ένγκελς σε ό,τι αφορά την ιστορική λειτουργία του "μεγάλου άνδρα" (ότι ο ίδιος του ο ρεαλισμός θα τον οδηγήσει τελικά σε ψευδαισθήσεις) δεν απαλάσσεται από κάθε αμφισημία.

[...] η ίδια η έννοια της επανάστασης καθίσταται προβληματική. Είναι μια "επανάσταση από τα πάνω" επανάσταση; Δεν είναι ο όρος "επανάσταση" ανεξάλειπτα αμφίσημος, ακριβώς στον βαθμό που εγκολπώνει αναφορές σε πολλά διαφορετικά είδη ισχύος, τα οποία δεν μπορούν να συμπεριληφθούν όλα στο ίδιο σχήμα ταξικού αγώνα; Θα δούμε σύντομα ότι αυτή η δυσκολία βρίσκεται επίσης στο κέντρο των "θεωρητικών" αναπτυγμάτων που ο Ένγκελς δανείζεται από το Anti-Dühring. Αλλά εδώ μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τα είδη εμποδίων που οδήγησαν τελικά τον Ένγκελς να εγκαταλείψει την εργασία του.

Γιατί έμεινε ανολοκλήρωτο αυτό το κείμενο (όπως και τόσα του Μαρξ;) Μια πρώτη υπόθεση είναι ότι ο Ένγκελς δεν κατάφερε να "πιστέψει" εντελώς στην ίδια του την ανάλυση της βισμαρκικής αυτοκρατορίας, η οποία αποσιωπά κάποια βασικά θέματα. [...] Όπως ο Μαρξ μερικά χρόνια πριν, ο Ένγκελς βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε διατυπώσεις αναρχικού (μπακουνικού) και κρατικιστικού (λασαλιανού) τύπου, χωρίς πραγματικά να μπορεί να διατηρήσει έναν συγκεκριμένα μαρξιστικό λόγο.

[...]

1.2. [...]  Η αντίληψη για την ισχύ [Gewalt] που υιοθετεί το Anti-Dühring είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Από την μία, αντέστρεφε το σχήμα του ιστορικού υλισμού, θέτοντας την ιδέα ότι οι οικονομικές δομές, ή ακριβέστερα οι σχέσεις απαλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης, πρόερχονται από τα "δεδομένα πρώτης τάξης", τα Gewalttaten, δηλαδή τα φαινόμενα της υποταγής και της κυριαρχίας που επιβάλλεται μέσω της ισχύος -- προοπτική που τοποθετεί όλη την ιστορία κοινωνικών μορφών και σχέσεων ιδιοκτησίας κάτω από την επικεφαλίδα της αδικίας. Από την άλλη πλευρά, η αντίληψη του Dühring ανήγαγε τα πάντα στην μεταφυσική κατηγορία της ισχύος [Gewalt], την οποία όριζε με τρόπο αφηρημένο ή ανιστορικό, αλλά, κυρίως, την τοποθετούσε πριν από αντιθέσεις ανάμεσα στην "εκμετάλλευση των ανθρώπων", και την "εκμετάλλευση της φύσης", την "πολιτική" και την "οικονομία" (ο Dühring μιλά για "δια της βίας κατάκτηση" [Gewalteigentum]. Αυτό εξηγεί τον βαθιά ρουσσωικό χαρακτήρα του επιχειρήματός του, τον οποί σωστά υπογραμμίζει ο Ένγκελς. Αντίθετα, ο Ένγκελς τείνει να επιστρέφει σε μια εγελιανή αντίληψη της αρνητικότητας η οποία "υπερκεράζει" ή "υψώνει"  [aufhebt] την ίδια της την καταστροφική δύναμη σε όλη την ιστορία έτσι ώστε να φέρει την υλοποίηση μιας πραγματικής ανθρώπινης κοινωνίας.

Το μέλημα του Ένγκελς είναι κυρίως να κατεβάσει την "ισχύ" από τα ουράνια των μεταφυσικών ιδεών ώστε να την αναλύσει ως πολιτικό φαινόμενο, που περιλαμβάνεται σε μια ιστορία των μεταμορφώσεων της πολιτικής. Σε αρκετά διαφορετικά εδάφια, μοιάζει να τίθεται μια καθαρή και απλή αναλογία ανάμεσα στις δύο έννοιες: "Αυτή ήταν πράξη ισχύος, και άρα πολιτική πράξη" (Anti-Dühring, ΙΙ, σ. 2). Η πραγματική σχέση μεταξύ τους είναι μάλλον ότι η μία είναι υποσύνολο της άλλης: η πολιτική περιλαμβάνει την ισχύ [Gewalt] αλλά δεν μπορεί να αναχθεί σ' αυτή. Ή μάλλον, η ισχύς είναι ένα βασικό συστατικό κάθε πολιτικής, έτσι ώστε είναι ψευδαίσθηση να φανταζόμαστε μια αποτελεσματική πολιτική δράση που δεν έχει πρόσβαση στην ισχύ. Θα μπορούσε ακόμα και να πει κάποιος ότι αυτό το στοιχείο της ισχύος παίζει αποφασιστικό ρόλο, όποιες κοινωνικές δυνάμεις ή τάξεις και αν εμπλέκονται, και άρα και στην προλεταριακή πολιτική -- ακόμα και αν πρέπει κατόπιν να τεθεί το δύσκολο ερώτημα για το αν υπάρχει μια συγκεκριμένα προλεταριακή τροπικότητα βίαιας δράσης που να διακρίνεται από τον πόλεμο. Όμως η πολιτική δεν μπορεί να αναχθεί απλώς στην ισχύ, η οποία υπό αυτή την έννοια δεν είναι ποτέ "γυμνή" ή "καθαρή." Η ισχύς δεν προϋποθέτει απλώς τα οικονομικά μέσα που είναι απαραίτητα για την άσκησή της, αλλά συμπεριλαμβάνει ένα στοιχείο "αντιλήψεων" (τις αστικές φιλελεύθερες ιδέες, ή τον σοσιαλισμό) και "θεσμών" (τον κοινοβουλευτισμό και την οικουμενική ψήφο, την λαϊκή εκπαίδευση, τον στρατό τον ίδιο).

Δεν υπάρχουν σχόλια: