Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Που με βιά μετράει C.V


Είναι πολύ ωραίο για έναν άνθρωπο να μιλά για τη βία από μια θέση συναίσθησης ότι τα δικά του χέρια είναι καθαρά. Και ψευδές. Είναι αδύνατο να έχεις καθαρά χέρια όταν ο κόσμος είναι άδικος. Και είναι αδύνατον να πράξεις το δίκαιο όσο κινείσαι νομιμοφρόνως μέσα στα πλαίσια ενός άδικου κόσμου. 

Πριν λίγες ημέρες, εργάστηκα σε μια επιτροπή πρόσληψης για μια θέση. Υπήρχαν δεκαεπτά αιτήσεις. Κατ' εξαίρεση, επειδή από λάθος της διοίκησης η θέση διαφημίστηκε λιγότερο από ότι συνήθως. Σε άλλες προκηρύξεις, εξήντα άτομα, σαράντα, τριανταπέντε. Βιογραφικά στοίβα στο γραφείο, ζωές που περιμένουν να τις κοιτάξεις, να τις ζυγίσεις και να πεις πόσο αξίζουν. Φαντασματική επανάληψη των πλειστηριασμών δούλων: αυτόν να πάρεις, έχει γερά δόντια, είναι υγιής και θα σου δουλέψει. Στις φωτογραφίες των σύγχρονων βιογραφικών, τώρα που η ανεργία χτυπά ταβάνι παγκόσμια, ο δούλος μπορεί να χαμογελάει και να φοράει κουστούμι, αλλά η ανατριχίλα απέναντι στην πράξη επιλογής ανάμεσα σε ζωές-εμπορεύματα είναι η ίδια. Να ζήσει ή να μαραζώσει ο Χ ή η Ψ; Να κλάψει η Α ή ο Β; Να αισθανθεί θριαμβευτής ο Γ ή κουρέλι; Αποφασίστε.

Στη διαδικασία της συνέντευξης κλήθηκαν επτά άτομα, από τα οποία το ένα δεν μπόρεσε να παραστεί. Όλοι οι υποψήφιοι που κλήθηκαν σε συνέντευξη ήταν οικτρά υπερεξοπλισμένοι για τις τυπικές απαιτήσεις της θέσης. Το διδακτορικό ήταν πλέον το μίνιμουμ, και ας μην χρειαζόταν καν τυπικά διδακτορικό. Αναγκαστήκαμε να τους ζητήσουμε να υποβάλλουν επιπρόσθετα έγγραφα, ώστε να μπορέσουμε να κρίνουμε αυτό που στην ουσία ήταν εξ ορισμού άδικο να κριθεί:  ποιος από τους έξι θα έχει εργασία εφεξής.

Κρίναμε, πιστεύω κατά το δυνατόν δικαιότερα, λαμβάνοντας υπόψη την συνολική εικόνα βιογραφικού, συνέντευξης και πρόσθετων εγγράφων. Την επόμενη μέρα, ένας από τους υποψήφιους που δεν επιλέχθηκαν, Έλληνας στην καταγωγή, μου ζήτησε, με μάτια σβησμένα και σφιγμένα χείλη, να τον ενημερώσω για την απόφαση άτυπα ώστε να μπορέσει να δει τι θα κάνει στο μέλλον. 

Τον ενημέρωσα. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρθηκα στις αδυναμίες του βιογραφικού, που δεν είχε αρκετές ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις. Αληθές, και συνάμα ψευδές, διότι η θέση δεν ήταν καν ερευνητική. Αλλά όταν όλοι έχουν δημοσιεύσεις, και η θέση είναι μόνο μία, αναγκάζεσαι να το λάβεις υπόψη. Μου απάντησε αποστομωτικά: για να επιβιώσεις στην Ελλάδα, για να θρέψεις παιδιά, αναγκάζεσαι να κάνεις άλλα πράγματα απ' το να γράφεις επιστημονικά άρθρα. Τα άρθρα δεν τρέφουν τα στόματα των παιδιών σου, μου είπε. Αν μου δινες την ευκαιρία, θα δούλευα όσο ποτέ, θα το βλεπες, θα το βλεπες. Δεν του είχα δώσει την ευκαιρία.

Είχα κρίνει, και τώρα ήταν η ώρα να κριθώ. Ήταν άδικο να πρέπει να κρίνω, και άδικο να κρίνομαι για αυτό. Ήταν δίκαιο και αναπόφευκτο, και το να κρίνω και το να κριθώ. Ο άνθρωπος που δεν επέλεξα δεν έχει πια δουλειά στην Ελλάδα. Αυτήν που είχε την άφησε για να έρθει και την έχασε. Έχει δύο παιδιά. Δουλεύει όλη του τη ζωή, σκληρά, σκληρά. Είναι χαρακτηριστικό δείγμα του φιλότιμου, του νομοταγούς παιδιού, αυτού που πληρώνει την εργατικότητά του με κλειστές πόρτες. Πριν, επειδή βρισκόταν σε ένα περιβάλλον που δεν του επέτρεπε να εργαστεί όσο έπρεπε ακαδημαϊκά. Τώρα, επειδή κρίνεται με βάση καθαρά ακαδημαϊκού είδους εργασία. Από εμένα, που από καθαρή τύχη είχα την πολυτέλεια να εργαστώ ακαδημαϊκά. Η ζωή του και η ζωή μου, παιχνίδι σε μια αυθαίρετη λοταρία. Ο κύριος κέρδισε, ο άλλος κύριος έχασε.

Ο άνθρωπος που δεν επέλεξα δεν είναι Μαρξιστής. Το τελευταίο πράγμα στο μυαλό του είναι η πάλη των τάξεων και η επανάσταση. Είναι όμως ένας από τους λόγους για τους οποίους είμαι εγώ Μαρξιστής. Εγώ, που δεν τον επέλεξα. Ακολουθώντας το γράμμα του νόμου, το γράμμα του βιογραφικού που είναι πλέον ο νόμος που σε κρίνει και σε καταδικάζει ή σε αθωώνει. Της αποκορύφωσης της πραγμοποίησης της ζωής, που μεταμορφώνεται σε κέντρο παραγωγής δημοσιεύσεων. Να κρίνω προσπαθώντας να μην αδικήσω κάποιον άλλο, κάποια άλλη από τις αδήλωτες ζωές πίσω απ' τα βιογραφικά, κάποια άλλη από τις αγωνίες που μεταμφιέζονται σε αυτοπεποίθηση για τριάντα λεπτά, όσο διαρκεί μια συνέντευξη σε μια εποχή εργασιακού τρόμου. Χθες, έτερη έντρομη υποψήφιος, η οποία διαισθάνθηκε ότι δεν απάντησε όσο καλά θα ήθελε σε ερώτηση που της έκανα, έστειλε δισέλιδη επεξήγηση. Πολύ αργά. Η απόφαση είχε ήδη βγει. Δεν υπάρχει αναστολή. Χάσατε. Η πύλη έκλεισε.

Σε λίγες μέρες, ο πρώτος θα επιστρέψει στην Αθήνα, σαράντα ετών και άνεργος. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι θα κάνει για να ζήσει την οικογένειά του, απ' την οποία χωρίστηκε για να μπορέσει να εργαστεί έστω για ένα χρόνο εδώ. Ούτε ο ίδιος βέβαια ξέρει τι να κάνει. Εδώ και μέρες, το άγχος για την διαδικασία, την οποία έβλεπε ως τελευταία του ευκαιρία, και η συντριβή της απογοήτευσης, τον έχουν κάνει φάντασμα. Περιφέρεται σαν ζωντανός-νεκρός. Εγώ, που έκρινα, ήμουν τυχερός. Είμαι επιβιώσας. Έχω δουλειά, κρίνω για το αν θα έχουν άλλοι δουλειά. Και δεν μπορώ να μην γνωρίζω ότι η δική μου επιβίωση προϋποθέτει, όσο έμμεσα και απόμακρα, τη δική τους συντριβή.

Με ρωτούν τι λέω για τη βία και γιατί. Με ρωτούν τι θέση έχω για τη βία. Εκτελούμε ο ένας τον άλλο, καταδικάζουμε ο ένας τον άλλο, αφανίζουμε ο ένας τον άλλο κάθε μέρα. Για να επιβιώσουμε. Για να κάνουμε τη δουλειά μας "σωστά." Για να είναι όλα καθαρά και νόμιμα. Για να ζήσουν οι θεσμοί. 

Και με ρωτούν.

1 σχόλιο:

stelios papalangi είπε...

ρε φίλε έτσι εν τούτη η πουτάνα η δουλειά. Παρομοία εμπειρία με αυτή που περιγράφεις δεν είχα, αλλά το ότι με τη δουλειά που κάμνω γίνομαι ένα γρανάζι κλεψιάς του κόσμου, το νιώθω καθημερινά. Κάποιες φορές ο κόσμος διαμαρτύρεται, άλλες φορές λέεις πιο λίες πληροφορίες για να μεν μάθουν, τζαι να μεν σου φωνάζουν εσένα

όπως τα λέεις.... βία κανονική.