Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη (έκτο μέρος)

Έτσι, το σύνολο του σοσιαλισμού συγκεντρώνεται στο δράμα της γενικής απεργίας, ως ένα είδος θεατρικής αναπαράστασης όπου δεν έχει χώρο η εγελιανή συμφιλίωση των αντιθέτων και όπου "τα πάντα χαρτογραφούνται ξεκάθαρα, έτσι ώστε να είναι εφικτή μόνο μια ερμηνεία του σοσιαλισμού" (Στοχασμοί, σ. 150/11).[27] Ο μπερξονικός τόνος αυτών των δηλώσεων είναι προφανής και η επιρροή του Μπερξόν αναγνωρίζεται επανειλημμένα και ανοιχτά απ' τον Σορέλ.[28] Ο μύθος αφομοιώνεται στην "conaissance totale" του Μπερξόν, δηλαδή σε μια μορφή γνώσης που είναι εντατική, ενστικτώδης, ολική, αδιαίρετη και αστραπιαία. Η γνώση αυτή επενεργεί πάνω στον χρόνο, όχι όμως εγκολπώνοντάς τον σε μια ουτοπική προβολή του παρελθόντος. Μάλλον επιβάλλει στο μέλλον τις ενστικτώδεις ελπίδες μιας ολόκληρης τάξης. Οι μύθοι λοιπόν πρέπει να γίνονται αντιληπτοί ως "μέσα δράσης πάνω στο παρόν" (Στοχασμοί, σ. 155/116). Το σημείο αυτό συνοψίζεται σε ένα απόσπασμα:
Κι όμως, δεν μπορούμε να δράσουμε χωρίς να αφήσουμε αυτό το παρόν, χωρίς να αναλογιστούμε το μέλλον, το οποίο μοιάζει για πάντα καταδικασμένο να διαφεύγει της λογικής μας. Η εμπειρία μάς δείχνει ότι η πλαισίωση του μέλλοντος σε κάποιο ακαθόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, να είναι πολύ αποτελεσματική και να παρουσιάζει λίγες δυσκολίες. Αυτό συμβαίνει όταν πρόκειται για ζήτημα μύθων, όπου βρίσκονται όλες οι δυνατότερες τάσεις ενός λαού, ενός κόμματος ή μιας τάξης, τάσεις οι οποίες επιστρέφουν στο μυαλό με την επιμονή ενστίκτων σε όλες τις περιστάσεις της ζωής, και οι οποίες δίνουν μιαν όψη πλήρους πραγματικότητας στις ελπίδες για άμεση δράση πάνω στις οποίες θεμελιώνεται η ανάπλαση αυτής της θέλησης (Στοχασμοί, σ. 152-53/115).[29]
Η απαραίτητη προϋπόθεση για την καθαρή επαναστατική πράξη είναι η "έξοδος από το παρόν" και η "κατασκευή" του μέλλοντος με έναν τρόπο που δεν είναι προκαθορισμένος.[30]

Ο μύθος λοιπόν είναι ένα είδος αφηγήματος, το οποίο απαρτίζεται από τις εικόνες, λέξεις, δοξασίες που μοιράζονται οι άνθρωποι που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη ομάδα -- οι συλλογικές πεποιθήσεις που γίνονται αντικείμενα διαίσθησης με όρους "ολοκληρωμένης γνώσης" (conaissance totale). O Marco Garvasoni συγκρίνει τον μύθο στον Σορέλ με μια γλώσσα, η οποία έχει χρηστική σχέση με τους κοινωνικούς δράστες, και ταυτόχρονα διαμορφώνει τον τρόπο σκέψης τους. Πρόκειται για σημαντικό σημείο: πόρρω απέχοντας απ' το να είναι είναι απλό μέσο προς ένα (πολιτικό) σκοπό, ο μύθος στον Σορέλ, επισημαίνει ο Gervasoni, "διαμορφώνει ένα λόγο"· έτσι, δεν παρουσιάζει καμία τελεολογία, ούτε εργαλειακού ούτε εσχατολογικού τύπου, εφόσον η ανάπτυξη του σοσιαλισμού που περιγράφεται απ' τον μύθο θα πρέπει διαρκώς να ανασκευάζεται και να υπόκειται σε μετατροπές. [31] Σύμφωνα με τον Γουργουρή, η απουσία τέλους συμπληρώνεται από την απουσία αρχής: Ο μύθος στον Σορέλ δεν έχει κάποιο ενικό πυρήνα, δεν ακολουθεί κάποια αρχή, δεν έχει απαρχές, αλλά είναι μια ιστορική και όμως καθαρή μορφή. Είναι καθαρή πράξη. Συνεπώς, και σύμφωνα με τον Γουργουρή, η πολιτική του Σορέλ είναι μη εργαλειακή, "βασιζόμενη στην διαμεσολάβηση της επιστημολογίας της πράξης ως αναρχικής δράσης (δηλαδή, ως δράσης χωρίς αρχή ή τέλος). Ο μύθος είναι η στιγμή της ηθικής απόφασης, η στιγμή της κρίσης.[32]

Αν για τον Μπένγιαμιν ο μύθος αποτελεί τον δαιμονικό κύκλο της φυσικής ιστορίας που πρέπει να διακοπεί από την έκρηξη του ηθικού, για τον Σορέλ είναι αντίθετα αυτή η πολύ ανθρώπινη (δηλαδή, ηθική) απόφαση που διακόπτει την αδράνεια του παρόντος και εγκαινιάζει μια νέα ιστορική εποχή. Και οι δύο συγγραφείς όμως ταυτοποιούν αυτή την στιγμή ρήξης ως καθαρή, ηθική πράξη.

Ηθική
3.1 Αν και το κάνουν από πολύ διαφορετικές θεωρητικές και ιδεολογικές προοπτικές, και με διαφορετική ορολογία, ο Μπένγιαμιν και ο Σορέλ θεωρητικοποιούν ως καθαρή πράξη μια ρήξη με τους περιορισμούς ενός κύκλου (μυθικής ή φαντασμαγορικής) αναγκαιότητας, μια αναίρεση του συνεχούς της αρχής και του τέλους κατά την αστραπιαία και ρηξιγενή στιγμή του ηθικού. Με αυτή την έννοια, η αντίληψή τους για την καθαρή πράξη είναι ουσιαστικά αν-αρχική: δηλαδή δεν συνδέεται με μια αρχή και ένα τέλος, μια καταγωγική στιγμή και μια αρχή που να την καθορίζει εκ των προτέρων.

Αυτή η αν-αρχική πράξη συνεπάγεται την απόρριψη της ουτοπίας. Ο Μπένγιαμιν τοποθετεί την πολιτική γενική απεργία στην κατηγορία της "νομοθετικής" βίας, ενώ η προλεταριακή γενική απεργία ορίζεται ως "αναρχική" [anarchistisch] (Gesammelte Schriften 2.1: σ. 194/Selected Writings 1: σ. 246).  Ασπάζεται συνεπώς την σορελιανή απόρριψη της ουτοπίας, δηλαδή οποιουδήποτε είδους προγράμματος, στην βάση ότι είναι εγγενώς "νομοθετικά" [rechtsetzend], επιβάλλουν δηλαδή έναν νόμο στο μέλλον. Ο Σορέλ ισχυρίζεται ότι ο "πραγματικός" Μαρξισμός "καταδικάζει κάθε υπόθεση για το μέλλον που κατασκεύασαν οι ουτοπιστές". Προς επίρρωση του ότι αυτή ήταν η θέση του Μαρξ, αναφέρεται στην αφήγηση του L. Brentano περί μιας επιστολής που υποτίθεται ότι έγραψε ο Μαρξ το 1869 στον φίλο του  Edward Beesly, ο οποίος είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο για το μέλλον του προλεταριάτου. Ο Μαρξ, σύμφωνα με τον Brentano,  έβλεπε τον Beesly ως επαναστάτη μέχρι εκείνο το σημείο, αλλά έγραψε ότι εφεξής θα τον έβλεπε ως αντιδραστικό επειδή "όποιος σχεδιάζει προγράμματα για το μέλλον είναι αντιδραστικός" [33]. Δεν υπάρχει ανάγκη για προγράμματα για το μέλλον· "τα προγράμματα τυγχάνουν ήδη επεξεργασίας μέσα στα εργοτάξια". Οι ουτοπίες αποτελούνται πάντοτε "απ' το παρελθόν και συχνά το πολύ μακρινό παρελθόν" (Στοχασμοί σ. 171, σημ. σ. 410-11/σ. 128-29, σημ. σ. 128).

Οι ουτοπίες, γράφει ο Γουργουρής, είναι "προβολές" και έτσι συνδέονται με το παρόν δια της αναλογίας: η αρχή τους είναι το παρόν και δεν μπορούν να διαφύγουν από την επίδρασή του. [35] Είναι οτιδήποτε εκτός από καθαρή πράξη, οτιδήποτε εκτός από καθαρή επαναστατική δράση. [36] Αντίθετα, η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να αποτελέσει έναν "ανεπίστρεπτο μετασχηματισμό", "έναν απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ δύο ιστορικών εποχών" ο οποίος "δεν θα επιτρέπει επιστροφή". "Το τεράστιο στοιχείο του άγνωστου" που περιέχει ο σοσιαλισμός, "η τρομακτική του φύση", έχει πάντοτε εμπνεύσει τον φόβο και οι ουτοπιστές "χρησιμοποίησαν όλη τους την λογοτεχνική τέχνη στην προσπάθεια να αποκοιμήσουν την αγωνία με εικόνες του μέλλοντος τόσο μαγευτικές ώστε να καταργηθεί κάθε φόβος." Οι πολιτικοί, περιλαμβανομένων των σοσιαλιστών μεταρρυθμιστών, ασπαζόντουσαν πάντοτε την ουτοπική "επιστήμη της μπουρζουαζίας" ώστε να καθησυχάσουν την αστική τάξη και να να υποσχεθούν να μην επιτρέψουν στον λαό "να παραδοθεί εντελώς στα αναρχικά του ένστικτα." Οι ίδιοι πολιτικοί και διανοούμενοι κατηγορούσαν πάντα αυτόν τον αναρχισμό ότι "έχει μόνο αρνητικές ιδέες", και συνεπώς του επέρριπταν μηδενισμό (Στοχασμοί σ. 172-73, 154/129, 204).

Δεν υπάρχουν σχόλια: