Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Σχετικά με ένα προαναγγελθέν πογκρόμ εναντίον των μεταναστών

Από το aformi.gr. Οι υπογραμμίσεις δικές μου.


Την Τετάρτη μια απεργιακή διαδήλωση δεκάδων χιλιάδων ατόμων, από τις πιο «ειρηνικές» που έχουν γίνει τον τελευταίο χρόνο, δέχτηκε την απρόκλητη επίθεση – από τις πιο άγριες – της αστυνομίας. Η αστυνομική βαρβαρότητα είχε σαν αποτέλεσμα δεκάδες τραυματίες, τρεις σοβαρά, εκ των οποίων ο ένας παραμένει ακόμα στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση. Την επόμενη μέρα, η πορεία διαμαρτυρίας ενάντια στην καταστολή – μία πορεία η οποία ξεπερνούσε τα δέκα χιλιάδες άτομα, δέχτηκε ξανά την επίθεση της αστυνομίας με δακρυγόνα και προσαγωγές.

Τις ίδιες μέρες, μετά την δολοφονία ενός 44χρονου άντρα στο κέντρο της Αθήνας από άγνωστους που τον λήστεψαν, μία ομάδα πεντακοσίων περίπου ατόμων, ξεκίνησε μια πλατιάς κλίμακας «επιχείρηση» (πογκρόμ) εναντίον μεταναστών, από τον άγιο Παντελεήμονα έως την πλατεία Κοτζιά, η οποία κατέληξε στη δολοφονία ενός νέου από το Μπαγκλαντές, σε τραυματισμούς δεκάδων άλλων μεταναστών και σε καταστροφές περιουσιών μεταναστών. Ενάντια σ’ αυτή την «διαμαρτυρία» «αγανακτισμένων πολιτών που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους», διαπράττοντας εγκλήματα κατά της ζωής και των περιουσιών ανθρώπων, η αστυνομία δεν έκανε καμιά ενέργεια για να περιορίσει την εγκληματικότητα.


Καλλιέργεια κλίματος
Αμέσως μετά την δολοφονία του 44χρονου άντρα, ξεκίνησε μια εκστρατεία πληροφόρησης, αναλύσεων και πολιτικών δηλώσεων γύρω από το θέμα της εγκληματικότητας. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των επίσημων λόγων, ήταν η σύνδεση του εγκλήματος με την μετανάστευση. Η σύνδεση αυτή έγινε είτε με τον πιο απροκάλυπτο και χυδαίο τρόπο, μέσω της «πληροφορίας» που σκοπίμως διαρρέει η αστυνομία, ότι οι δράστες ήταν μετανάστες, είτε με τον πιο έμμεσο και ύπουλο τρόπο, των «κοινωνιολογικών» αναλύσεων, που συνδέουν ευθέως το έγκλημα με την φτώχεια και την συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων αυτών παρεμβάσεων ήταν η δημιουργία ενός κλίματος εκτάκτου ανάγκης, για να αντιμετωπιστεί η «εγκληματικότητα». Ξαφνικά δηλαδή, με αφορμή την δολοφονία του 44χρονου, έπεσαν στο τραπέζι όλα τα «θέματα» που υποτίθεται ότι σχετίζονται με την μετανάστευση: η εγκληματικότητα, η οποία «έχει χτυπήσει κόκκινο» (ληστείες, δολοφονίες και μικροκλοπές, ναρκωτικά και πορνεία), η ανεργία, η υποβάθμιση των γειτονιών, οι κίνδυνοι για διάδοση ασθενειών κτλ. Και όλα αυτά συνοδεύτηκαν από την διαπίστωση ότι το κράτος, η κυβέρνηση, η αστυνομία δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δώσουν λύση στο πρόβλημα.

Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε, ότι κατ’ αρχάς και στο επίπεδο της μαζικής προπαγάνδας, καλλιεργήθηκε από τις πρώτες στιγμές μετά τη δολοφονία του 44χρονου, ένα κλίμα με το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και να γίνει αποδεκτή η φασιστική βία που ακολούθησε. Το σύνολο των καναλιών και του αστικού τύπου (επί της ουσίας χωρίς καμιά εξαίρεση), παρουσίασε το έγκλημα ως «προαναγγελθέν» (σε πολλά άρθρα υπήρχε αυτός ο τίτλος) δηλαδή ως ένα έγκλημα για το οποίο το κράτος ήξερε ότι θα συνέβαινε, αλλά άφησε να συμβεί. Ως εκ τούτου, η ανάληψη δράσης από τους «κατοίκους» για να σώσουν την «γειτονιά τους», παρουσιάστηκε ως απόλυτα δικαιολογημένη, πριν ακόμα εκδηλωθεί. Ή για να το πούμε διαφορετικά, εκλήθησαν οι «κάτοικοι», με έναν έμμεσο τρόπο, να αναλάβουν δράση. Διαβάζουμε για παράδειγμα, σε άρθρο της Καθημερινής1, ότι: «το κενό μιας δημοσίας τάξεως για όλους τους πολίτες έχει ήδη αρχίσει να καλύπτεται στις μαύρες περιοχές των Αθηνών από τους ακτιβιστές της «Χρυσής Αυγής» κατά τον τρόπο τους». Στη φράση αυτή έχουμε όλα τα δεδομένα του προβλήματος. Το μόνο που έχει να προσάψει ο αρθρογράφος στην Χρυσή Αυγή, είναι το ότι αναλαμβάνει να κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει η αστυνομία. Μια αντεστραμμένη παραδοχή, ότι η αντιμετώπιση των μεταναστών από την αστυνομία (και άρα η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης) ποιοτικά δεν διαφέρει από αυτόν της Χρυσής Αυγής.

Την ίδια μέρα, ένας άλλος δημοσιογράφος προέβαινε σε μία εντόνως συναισθηματική παρουσίαση του προβλήματος: «Μας πήραν την Αθήνα…» είναι ο τίτλος άρθρου του Πρετεντέρη2, μια σαφής έκκληση για έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, ενάντια στην κατοχή της Αθήνας. Στο άρθρο ο συγγραφέας θρηνεί αρχικά, για το γεγονός ότι εκεί που έδωσε «τα πρώτα φιλιά», τώρα ζουν μετανάστες. Τον λυρισμό του αρθρογράφου διαδέχεται η «κοινωνιολογική» προσέγγιση: «ΤΩΡΑ, το κέντρο της πόλης έχει καταληφθεί από απροσδιόριστες φυλές, οι οποίες ανεξαρτήτως προέλευσης, χρώματος και θρησκείας έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το έγκλημα. ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ, η ζωή είναι φτηνή – ξεκινώντας από τη δική τους. Το αίμα ξοδεύεται χωρίς ενδοιασμούς». Το συγκεκριμένο άρθρο θα αποτελούσε απλώς ένα συνονθύλευμα ρατσιστικών ανοησιών, εάν δεν υπήρχε σ’ αυτό ένα άκρως επικίνδυνο σημείο (το οποίο μάλλον διέφυγε του ψυχικού μηχανισμού αυτολογοκρισίας του αρθρογράφου): εάν η ζωή των μεταναστών είναι φτηνή ακόμα και γι’ αυτούς τους ίδιους, τότε ο οποιοσδήποτε μπορεί χωρίς πολλά έξοδα να την αφαιρέσει. Δεν θα είναι σοβαρή ζημιά ούτε για τα ίδια τα θύματα.

Και φυσικά αυτό το κλίμα δεν άλλαξε, ούτε μετά την δολοφονία του νεαρού μετανάστη από το Μπαγκλαντές. Η σημασία του συγκεκριμένου εγκλήματος υποβαθμίστηκε, το γεγονός γρήγορα εξαφανίστηκε από τα δελτία ειδήσεων, όπου ποτέ δεν συνδέθηκε με την φασιστική δράση στην περιοχή, και, μια μέρα μετά, ακόμα και τα κρατικά δελτία ειδήσεων ανακοίνωναν την ώρα και τον τόπο του επόμενου ραντεβού για πογκρόμ, παρουσιάζοντάς το σαν μια αθώα συγκέντρωση κατοίκων. Το γεγονός της δολοφονίας ενός μετανάστη δεν ήταν αρκετό για να αντιστραφεί το κλίμα συμπάθειας και υποστήριξης στις πογκρομικές δραστηριότητες. Εφημερίδες και κανάλια συνέχισαν να παρουσιάζουν την φασιστική βία, ως, λίγο πολύ, μία υπερβολική, αλλά δικαιολογημένη και κατανοητή απάντηση σε ένα πρόβλημα, το οποίο όλοι αναγνωρίζουν ως πραγματικό, αλλά το κράτος αρνείται να επιλύσει. Στην «καλύτερη» περίπτωση, κάποια κανάλια και κάποιες εφημερίδες, εντόπιζαν τον κίνδυνο της φασιστικής βίας, κυρίως στην πιθανότητα να υπάρξουν κινητοποιήσεις υπεράσπισης των μεταναστών, ή, στα πλαίσια μιας διαστροφικής αντίληψης για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, επιχείρησαν να παρουσιάσουν «όλες τις απόψεις». Για παράδειγμα στο ρεπορτάζ του Βήματος3, με τίτλο, «Πρόσωπα και τραγωδίες στο Κέντρο του φόβου» και υπότιτλο, «Ένα «Γουέστερν» διαδραματίζεται καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας», ο λόγος του «Χρυσαυγίτη» παρατίθεται δίπλα και πριν από το λόγο του «Μετανάστη», ως ίσης σημασίας για την κατανόηση των γεγονότων. Πάντως, για να μην χωράει αμφιβολία για το που εν τέλει γέρνει η ζυγαριά της αντικειμενικότητας, το ρεπορτάζ κλείνει και με την παρουσίαση των απόψεων της αδελφής ενός θύματος ληστείας, από… «μία σπείρα νεαρών Αλβανών». Έτσι, για μην ξεχνάνε οι αναγνώστες να κάνουν την σύνδεση της εγκληματικότητας με την μετανάστευση.

Ανακεφαλαιώνοντας: όλες αυτές τις μέρες, η απίστευτη ρατσιστική-φασιστική βία στο κέντρο της Αθήνας, μπόρεσε να εκδηλωθεί και να αναπτυχθεί και επειδή από τα ΜΜΕ υπήρξε μια αντιμετώπιση που κυμάνθηκε από την καλυμμένη αλλά σαφή δικαιολόγηση αυτών των πρακτικών (στην χειρότερη περίπτωση), μέχρι την απόρριψη αυτών των ενεργειών, όταν γίνονται από την Χρυσή Αυγή και όχι από την αστυνομία (στην καλύτερη περίπτωση). Και στις δύο περιπτώσεις όμως δεν αμφισβητείται η ανάγκη να γίνουν αυτές οι ενέργειες (είτε πογκρόμ εναντίον των μεταναστών, είτε «επιχειρήσεις σκούπας») για το καλό των «Ελλήνων πολιτών».

Η «παθητική» στάση της αστυνομίας
Αν όλες αυτές τις μέρες τα ΜΜΕ βάλθηκαν να επιβεβαιώσουν το σύνθημα που καταγγέλλει τη συνεργασία ΜΜΕ, αστυνομίας και Χρυσής Αυγής, η ίδια η αστυνομία από τη μεριά της δεν διέψευσε το σύνθημα. Βέβαια η συνηθισμένη μομφή που προσάπτουν οι πιο «προοδευτικές» φωνές στην αστυνομία, είναι ότι τόσες μέρες, παρακολουθεί «παθητικά» να πραγματοποιούνται επιθέσεις εναντίον των μεταναστών και δεν επεμβαίνει. Είναι όμως έτσι;

Στην πραγματικότητα, όλες αυτές τις μέρες, οι πορείες που πραγματοποίησαν οι ακροδεξιοί στο κέντρο της Αθήνας, δέρνοντας μετανάστες, καταστρέφοντας μαγαζιά, εισβάλλοντας στα μέσα μαζικής συγκοινωνίας για να βρουν μετανάστες, και επιχειρώντας ακόμα και εισβολές σε σπίτια που διέμεναν μετανάστες, γινόταν υπό την στενή παρακολούθηση της αστυνομίας. Οι δυνάμεις καταστολής επενέβαιναν μόνο για να εμποδίσουν τους ακροδεξιούς να πραγματοποιήσουν επιθέσεις που ξέφευγαν από τα όρια του άμεσου στόχου τους (που ήταν κυρίως οι μετανάστες). Για παράδειγμα, η αστυνομία εμπόδισε τους ακροδεξιούς να εισβάλλουν στο Δημαρχείο, δεν τους εμπόδισε όμως να δείρουν τους μετανάστες στην πλατεία Κοτζιά και τα γύρω στενά και να καταστρέψουν τα μαγαζιά τους.

Στην πραγματικότητα ο ρόλος της αστυνομίας ήταν κάθε άλλο παρά παθητικός. Η αστυνομία ήταν εκεί για να εξασφαλίσει ότι οι επιθέσεις λίγων ακροδεξιών και «αγανακτισμένων κατοίκων» (ο αριθμός των οποίων δεν ξεπέρασε τις μερικές εκατοντάδες και πολλές από τις επιθέσεις τους γινόταν από μερικές δεκάδες μόνο), δεν θα συναντούσαν την παραμικρή αντίσταση από τους μετανάστες και τον κόσμο του κινήματος. Για να κατανοήσουμε αυτή την μορφή «παθητικότητας», ας σκεφτούμε το εξής παράδειγμα: Αν τρία άτομα εισβάλλουν σε ένα χώρο όπου είναι συγκεντρωμένες γυναίκες και οι δύο εξ αυτών αρχίσουν να κακοποιούν μία γυναίκα, ενώ ο τρίτος, ένοπλος (πάνοπλος), εμποδίζει με την απειλή των όπλων του τις υπόλοιπες γυναίκες να παρέμβουν για να σταματήσουν την κακοποίηση, τότε φυσικά ο ένοπλος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για απάθεια, αλλά για συνέργεια. Αυτός ήταν ο ρόλος της αστυνομίας στις επιθέσεις που έγιναν εναντίον των μεταναστών. Με την «παθητική» παρουσία της, δίπλα στις ομάδες των ακροδεξιών κακοποιών, εμπόδιζε κάθε δυνατότητα άμυνας των μεταναστών. Σε κάθε περίπτωση που επιχειρήθηκε να οργανωθεί κάποια αντίσταση (για παράδειγμα από τους αντιεξουσιαστές που συγκεντρώθηκαν στην κατάληψη της Βίλας Αμαλίας, στην οποία μάλιστα οι ακροδεξιοί επιχείρησαν να εισβάλουν), η αστυνομία ήταν εκεί για να εμποδίσει με τα χημικά, με ξύλο και συλλήψεις την αντίσταση στη φασιστική βία.


Η ακόμα πιο παθητική στάση της κυβέρνησης
Από τις περιγραφές του αντιμεταναστευτικού πογκρόμ που πραγματοποιήθηκε τις προηγούμενες μέρες, αναδεικνύεται η εικόνα μιας, κάθε άλλο παρά παθητικής, στάσης της αστυνομίας. Ο ρόλος της ήταν κατά βάση υποστηρικτικός των επιχειρήσεων που διεξήγαγαν οι φασίστες, με τις ενέργειες της να ποικίλουν ανά περίπτωση. Θα μπορούσε πολλά να πει ή να γράψει κανείς, για τις πολιτικές-ιδεολογικές πεποιθήσεις από τις οποίες εμφορούνται τα άτομα του διογκωμένου κατασταλτικού μηχανισμού, αλλά εδώ δεν πρόκειται για ατομικές προσπάθειες πραγματοποίησης του κοσμοοράματος των ενστόλων. Οι αστυνομία όλες αυτές τις μέρες κινήθηκε βάσει συγκεκριμένου σχεδίου και άρα βάσει πολιτικού σχεδίου και κυβερνητικών αποφάσεων. Θα πρέπει λοιπόν να προσθέσουμε και ένα τέταρτο συνεργάτη, στο σύνθημα που λέει ότι τα ΜΜΕ, η αστυνομία και οι Χρυσή Αυγή συνεργάζονται: την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μαζί με τα κόμματα που της επιτρέπουν να κυβερνά (ΝΔ και ΛΑΟΣ). Το πογκρόμ εναντίον των μεταναστών, το οποίο μεταξύ άλλων είχε ως αποτέλεσμα και τη δολοφονία ενός μετανάστη, αποτελεί τμήμα της κυβερνητικής πολιτικής για τους μετανάστες.

Από τη μεριά τους τα κυβερνητικά στελέχη και τα στελέχη της δεξιάς και ακροδεξιάς αντιπολίτευσης, αμέσως μετά την δολοφονία του 44χρονου προέβησαν σε δηλώσεις, οι οποίες ευθύνονται για την καλλιέργεια του κλίματος μέσα στο οποίο ξέσπασε το αντιμεταναστευτικό πογκρόμ. Αναπαρήγαγαν σε όλους τους τόνους την άποψη που συνδέει την μετανάστευση με την εγκληματικότητα και τη φτώχεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στην πραγματικότητα η αντιμεταναστευτική βία αποτέλεσε το συμπλήρωμα της κλιμάκωσης της κρατικής-αστυνομικής βίας, την οποία ζήσαμε στην εργατική διαδήλωση στις 11 Μάη. Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αυξήσει τα όρια της βίας εναντίον όσων αντιδρούν στην πολιτική της, φτάνοντας στα όρια της αστυνομικής βίας του Καραμανλικού κράτους της δεκαετίας του 70 και του 60. Η κυβέρνηση προσχεδίασε μια φονική επίθεση εναντίον της διαδήλωσης της πανεργατικής απεργίας, με στόχο να στείλει το μήνυμα, ότι θα συντρίψει με τη βία κάθε αντίσταση στην πολιτική που εφαρμόζει, χωρίς να λογαριάσει το πολιτικό κόστος από την πιθανότητα να υπάρχει νεκρός διαδηλωτής.

Αν έτσι σκοπεύει η κυβέρνηση να λύσει τους λογαριασμούς της με το οργανωμένο εργατικό κίνημα, τότε εναντίον των μεταναστών μπορεί να αυξήσει ακόμα περισσότερο τον πήχη της βίας και της τρομοκρατίας. Εδώ δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί άμεσα ο κατασταλτικός μηχανισμός, αφού το πιο βρώμικο κομμάτι της μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης, μπορούν να αναλάβουν να το υλοποιήσουν οι φασιστικές ομάδες δράσης.

Το αντιμεταναστευτικό πογκρόμ ήταν η απάντηση της κυβέρνησης στην απεργία πείνας των 300 μεταναστών. Αυτός ο πολύ σημαντικός αγώνας έφερε για πρώτη φορά τα αιτήματα των μεταναστών στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και κυρίως, για πρώτη φορά εκδηλώθηκε ένα τόσο μαζικό κίνημα μεταναστών και αλληλεγγύης, το οποίο ανάγκασε την κυβέρνηση να καθίσει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με εκπροσώπους «παράνομων» μεταναστών και την υποχρέωσε να προβεί σε μια σειρά από υποσχέσεις… Αυτή η απεργία πείνας ήρθε ως επιστέγασμα μιας σειράς μικρότερων μεταναστευτικών κινητοποιήσεων, αλλά κυρίως ήρθε να επιβεβαιώσει τον φόβο της ελληνικής άρχουσας τάξης, να βρεθεί μπροστά σε κινήματα μεταναστών που θα διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους, ή ακόμα και μπροστά σε μια εξέγερση μεταναστών, η οποία, σε μια περίοδο αναβρασμού της εργατικής τάξης θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και σε ριζικές ανατροπές.


Ο κίνδυνος της ακροδεξιάς
Η Χρυσή Αυγή λοιπόν και οι δυνάμεις που μπορεί να συσπειρώσει, μπορούν να παίξουν το ρόλο του ανεπίσημου μηχανισμού καταστολής και πειθάρχησης των μεταναστών και ταυτόχρονα να συμβάλει στην ενίσχυση μιας ρατσιστικής ιδεολογίας, με την οποία η κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη επιχειρούν να δημιουργήσουν σύγχυση και να αδρανοποιήσουν τις λαϊκές μάζες, παρουσιάζοντας ως υπεύθυνους της φτώχειας τους μετανάστες. Και σ’ αυτή την περίπτωση, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι τα στιλέτα των φασιστών διαθέτουν και μια ιδεολογική δυναμική. Όταν αυτά τα στιλέτα, υποστηριζόμενα από τα χημικά και τα όπλα της αστυνομίας επιβάλουν τον τρόμο στο κέντρο της Αθήνας, ο τρόμος αυτός δεν έχει μόνο ψυχολογικές συνέπειες αλλά και ιδεολογικές. Αυτός ο συνδυασμός της πολιτικής της τρομοκρατίας, της ιδεολογίας της τρομοκρατίας και της ιδεολογίας που προκύπτει από την εξάπλωση της τρομοκρατίας, είναι σήμερα το ισχυρό και ως εκ τούτου το πιο επικίνδυνο σημείο αυτής της πολιτικής κατάστασης.

Πριν από λίγες μέρες, οι πιο κινδυνολογικές πολιτικές τοποθετήσεις επί του θέματος, πρόβαλαν ως πιθανό το ενδεχόμενο γενίκευσης τού, επιτυχημένου για τους φασίστες, πειράματος του Αγίου Παντελεήμονα. Σήμερα έχουμε περάσει σε ένα πιο επικίνδυνο στάδιο. Το πείραμα του Αγίου Παντελεήμονα δεν γενικεύτηκε με τη λογική της αριθμητικής προόδου αλλά της γεωμετρικής. Οι δράσεις των φασιστών δεν αυξήθηκαν μόνο, αλλά και αναβαθμίστηκαν. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα είχαμε ταυτόχρονες επιχειρήσεις των φασιστών σε πολλές γειτονιές της Αθήνας, καθώς και σε άλλες πόλεις, αλλά και για πρώτη φορά είχαμε μιας τέτοιας έκτασης και χρονικής διάρκειας πογκρόμ, πολλές δεκαετίες μετά την εποχή της πυρπόλησης της Εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη τον Ιούνη του ’31 και των επιχειρήσεων (μπλόκα) που διεξήγαγαν οι Χίτες και οι άλλες φασιστικές οργανώσεις της κατοχής μαζί με τις δυνάμεις της Γκεστάπο και της Βέρμαχτ, εναντίον των εργατικών συνοικιών της Αθήνας.

Φυσικά ο κίνδυνος της ακροδεξιάς και των φασιστών δεν βρίσκεται (ευτυχώς ακόμα) στα επίπεδα του Μεσοπολέμου. Όμως υπάρχει ως κίνδυνος, με πολλαπλές συνέπειες. Η μία συνέπεια της έξαρσης της φασιστικής βίας, όταν μένει χωρίς απάντηση από το μαζικό κίνημα, είναι να γίνει αυτή η βία και οι ιδεολογίες που συνδέονται με αυτήν, αποδεκτή από τμήματα των λαϊκών μαζών. Απέναντι σε μία κυρίαρχη, συνεχώς εξαπλούμενη και χωρίς αντίλογο ιδεολογία, που επιρρίπτει τις ευθύνες της φτώχειας στους μετανάστες, θα υπάρξουν τμήματα των λαϊκών μαζών που θα είναι έτοιμα να αποδεχτούν τον οποιονδήποτε τους παρουσιάσει μία άμεση «λύση», γι’ αυτό αυτό που έχουν μάθει να θεωρούν αιτία των προβλημάτων τους. Θα υπάρξουν επίσης τμήματα των λαϊκών μαζών, τα οποία θα υιοθετήσουν μια παθητική στάση απέναντι στον κίνδυνο της ακροδεξιάς τρομοκρατίας («δεν μπορούμε να σταματήσουμε τα πογκρόμ εναντίον των μεταναστών άρα δεν αντιδρούμε για να μην πολώσουμε την κατάσταση, αφού η πόλωση ευνοεί τους φασίστες»).

Οι φασίστες με το πογκρόμ που εξαπέλυσαν τις προηγούμενες μέρες εναντίον των μεταναστών, επιχείρησαν να δείξουν στο κίνημα και τις οργανώσεις του, ότι μπορούν να γίνουν ίδιοι αυτοί οι οποίοι ελέγχουν τους δρόμους. Ένα φασιστικό πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας που ξεκίνησε σχεδόν την ίδια μέρα με την πανεργατική απεργία, σε μια πόλη που τα τελευταία χρόνια συνταράσσεται από πρωτοφανούς έκτασης και έντασης κινηματικά γεγονότα, αποτελεί σοβαρή πρόκληση για το κίνημα αλλά και σοβαρό κίνδυνο, εάν αυτή η πρόκληση δεν βρει άμεσα απάντηση. Ο επόμενος στόχος των φασιστών δεν θα είναι μόνο οι μετανάστες, αλλά και οι πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του κινήματος. Όποιος ή όποια θεωρεί ότι αυτό το ενδεχόμενο δεν προκύπτει από τις σύγχρονες κοινωνικές καταστάσεις, δεν έχει παρά να κάνει μία προσπάθεια να αναπτύξει κινηματική δράση στον Άγιο Παντελεήμονα, για οποιοδήποτε ζήτημα.


Μήπως είναι ήδη αργά;
Όσοι και όσες πιστεύουν ότι οι φασίστες έχουν ισχυροποιηθεί σε τέτοιο σημείο που να είναι πια αδύνατη η διάλυσή τους, δεν κάνουν τίποτε άλλο, απ’ το να χρησιμοποιούν την άλλη όψη ενός πολύ διαδεδομένου στην αριστερά νομίσματος: αυτό που έχει στην άλλη του όψη την πεποίθηση ότι το πρόβλημα της φασιστικής βίας και το καθήκον της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μεταναστών, αποτελούν περιφερειακά και δευτερεύοντα ζητήματα της ταξικής πάλης και η ενασχόληση μ’ αυτά, απειλεί να σπείρει την σύγχυση στο κίνημα. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία άποψη, αυτά τα ζητήματα θα λυθούν ως υποπροϊόντα της ταξικής πάλης για κεντρικά ζητήματα. Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι το κίνημα θα λύσει το πρόβλημα της φασιστικής βίας και της καταπίεσης των μεταναστών, χωρίς να ασχοληθεί με αυτά. Η άποψη αυτή αποτελεί απλώς έναν συνδυασμό διαφόρων πολιτικών φοβιών: ότι δεν έχουμε τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα, ότι εάν ασχοληθούμε με αυτά θα συγκρουστούμε με καθυστερημένες απόψεις και θα χάσουμε σε επιρροή κτλ.

Το θέμα μας όμως εδώ, δεν είναι η αποδελτίωση των καθυστερημένων αντιλήψεων που αναπτύσσονται μέσα στο κίνημα. Αυτό που πρέπει άμεσα να γίνει κατανοητό, είναι η επιτακτική ανάγκη να υπάρξει άμεση και μαζική απάντηση από το κίνημα. Για να είναι και άμεση και μαζική, χρειάζεται η συνεργασία στο επίπεδο της δράσης, όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων του κινήματος. Από την αριστερά μέχρι τον αντιεξουσιαστικό χώρο και από τις αντιρατσιστικές οργανώσεις και τις κινήσεις πολιτών μέχρι τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις που θέλουν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο κεντρικός άξονας κάθε προσπάθειας αντιμετώπισης της ακροδεξιάς και της φασιστικής βίας, είναι η αποφασιστική υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών και η δυναμική αυτής της σύγκρουσης, θα εξαρτηθεί από τον βαθμό στον οποίο θα αναπτυχθούν μεταναστευτικά κινήματα, ταυτόχρονα με την οικοδόμηση κοινών (ντόπιων και μεταναστών) οργανώσεων πάλης. Δηλαδή θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον η αριστερά θα καταφέρει αναδείξει τους αγώνες των μεταναστών, ως μία από τις δυναμικές που μπορεί να αναπτύξει το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα. Οι στόχοι αυτοί μπορεί να θεωρηθούν μη ρεαλιστικοί μόνο εάν παραβλέψουμε την κινηματική δράση των ίδιων των μεταναστών τα τελευταία χρόνια. Το γεγονός ότι στις εργατικές διαδηλώσεις της τελευταίας περιόδου, υπάρχουν πάντοτε μαζικά μπλοκ μεταναστών, αποδεικνύει, ότι εάν η αριστερά έχει την διάθεση να απευθυνθεί με ταξικούς όρους στους μετανάστες και να υποστηρίξει εμπράκτως τα δικαιώματά τους, οι συνθήκες είναι κάτι περισσότερο από ώριμες, για να αρχίσουν οι μετανάστες εργάτες να πυκνώνουν τις γραμμές όχι μόνο του κινήματος αλλά και της αριστεράς.

Αυτά τα σοβαρά γεγονότα όμως, όπως είναι το αντιμεταναστευτικό πογκρόμ (το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει), αποτελούν μία κρίσιμη δοκιμασία των δυνατοτήτων της αριστεράς να παίξει αυτό το ρόλο. Σε αυτό το καθήκον φυσικά, δεν θα ανταποκριθούν όλα τα τμήματα της αριστεράς. Το σίγουρο είναι ότι εκείνα τα οποία θα το κάνουν, θα είναι τα μόνα που θα συμβάλουν στην αλλαγή του ταξικού συσχετισμού, υπέρ της εργατικής τάξης.

Κώστας Κ

Σημειώσεις

1. Μιχάλης Ν. Κατσιγερας, «Εκτός πολιτεύματος», Καθημερινή, 11 Μαΐου 2011

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_11/05/2011_441739

Το άρθρο, δικαιολογημένα, αναδημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής. Χρυσή Αυγή, 12 Μαΐου 2011

http://xryshaygh.wordpress.com/2011/05/12/%CE%

2. Πρετεντέρης, «Μας πήραν την Αθήνα…», Τα Νέα, Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=136&artid=4630465

Παραμένει αδιευκρίνιστο, γιατί η Χρυσή Αυγή δεν αναδημοσίευσε αυτό το άρθρο. Ίσως επειδή δεν προλαβαίνει να μαζεύει τα άρθρα που εκδηλώνουν συμπάθεια για την πολιτική της δράση και τις ιδέες της.

3. «Πρόσωπα και τραγωδίες στο Κέντρο του φόβου. Ενα «Γουέστερν» διαδραματίζεται καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας», ρεπορτάζ του Γ. Πουλιόπουλου, Το Βήμα, 15 Μαΐου 2011.

http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=400685

Το ρεπορτάζ θεωρήθηκε κατάλληλο για αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής, 15 Μαΐου 2011 http://xryshaygh.wordpress.com/2011/05/15/%CF%83%

Δεν υπάρχουν σχόλια: