Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ρούντι και Ρούντι, ή, ο εκφυλισμός της "ηγεμονίας" (δεύτερο μέρος)

Κλείσαμε το πρώτο μέρος της ανάλυσης του κειμένου του κυρίου Ρινάλντι επιχειρηματολογώντας ότι η μόνη πραγματολογικά αξιόπιστη ερμηνεία του τι εννοεί ο συγγραφέας ως ανάγκη ηγεμονικής αριστερής απάντησης στην ακροδεξιά δράση εναντίον μεταναστών είναι η αναγνώριση του ότι (με τα δικά μας λόγια) "υπάρχει μεταναστευτικό πρόβλημα· ότι η μετανάστευση είναι πρόβλημα, και ότι οι μετανάστες δημιουργούν προβλήματα". Παραθέσαμε δύο σχετικές με αυτή την ερμηνεία φράσεις του κυρίου Ρινάλντι: "Ιδιαίτερα όταν η εγκληματικότητα, η παραβατικότητα του δρόμου και οι συμμορίες τροφοδοτούνται και αυξάνονται και στο χώρο των μεταναστών, τότε η «χημεία» και τα συναισθήματα μπορεί να πάρουν ένα ρατσιστικό και επικίνδυνο χαρακτήρα." [...] "Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών."

Το πρώτο ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτο στοιχείο εδώ έχει και πάλι την μορφή παραδόξου: η δεδηλωμένη πρόθεση του κειμένου είναι να βοηθήσει την αριστερά να αποκρούσει την ηγεμονική πολιτική της ακροδεξιάς στο μεταναστευτικό: η "βοήθεια" όμως αυτή παίρνει τη μορφή της αποδοχής του βασικού πυρήνα της ακροδεξιάς ρητορικής. Ποιος είναι αυτός; Με τα λόγια του κυρίου Ρινάλντι, η Χρυσή Αυγή "λειτούργησε με επάρκεια, εστιάζοντας στο πρόβλημα του κέντρου της Αθήνας και της εγκληματικότητας", πέτυχε δηλαδή στο να συνδέσει την ύπαρξη των μεταναστών με την αύξηση της παραβατικότητας και του εγκλήματος στο κέντρο. Και τι αντιπροτείνει εδώ ο κύριος Ρινάλντι; Τίποτε απολύτως, εφόσον ο ίδιος δέχεται ρητώς αυτή την σύνδεση. Στην πρώτη πρόταση που παραθέσαμε, η σύνδεση εμφανίζεται ως ουδέτερη: η εγκληματικότητα αυξάνεται και στον χώρο των μεταναστών, δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, όχι μόνο εκεί. Στην δεύτερη όμως πρόταση, η αύξηση της εγκληματικότητας φέρεται να συνδέεται συγκεκριμένα με την αύξηση του μεταναστευτικού πληθυσμού: "κι όχι τυχαία", λέει ο κύριος Ρινάλντι, η εγκληματικότητα πολλαπλασιάζεται "με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών."

Για να το πούμε αλλιώς, απόδειξη της αποτελεσματικότητας της ακροδεξιάς ρητορικής δεν είναι απλώς ότι έχει πείσει τα λαϊκά στρώματα, αλλά ότι έχει επίσης πείσει τον κύριο Ρινάλντι: το κείμενο ξεκινά ήδη από τη βάση ότι στην ουσία η ακροδεξιά έχει κατ' ουσία δίκαιο (αν όχι στις μεθόδους της, που δεν είναι δυνατό να γίνουν ευθέως αποδεκτές από φορείς της "αριστεράς", πάντως στις "ευαισθησίες" της), και όχι απλώς ότι είναι πολιτικά αποτελεσματική.  Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο για την κατανόηση του τι συμβαίνει στην έννοια της "ηγεμονίας" στη σκέψη του κυρίου Ρινάλντι: η έννοια αυτή μεταφράζεται όχι σε μια πρόταση για το "πώς να αντιμετωπίσουμε την άκρα δεξιά αντιπροτείνοντας στις προτάσεις της προτάσεις που να διεκδικούν πειθώ για τον μέσο άνθρωπο" αλλά σε μια πρόταση για το "πώς να αντιμετωπίσουμε την άκρα δεξιά υιοθετώντας τον δημοφιλή τρόπο σκέψης της εμείς οι ίδιοι", δηλαδή, πώς να εκκενώσουμε τον χώρο της άκρας δεξιάς μεταμορφωνόμενοι εμείς σε ακροδεξιούς. Προφανώς, έχουμε να κάνουμε με την ολοκληρωτική παρωδία της σκέψης του Γκράμσι περί ηγεμονίας, που φυσικά δεν συνίσταται στον αγοραίο μικροπολιτικισμό της συμφεροντολογικής μίμησης του πολιτικού αντιπάλου.

Αν ο κύριος Ρινάλντι είχε στο μυαλό του κάτι διαφορετικό από αυτό που μόλις περιέγραψα, προφανώς και το κείμενό του θα περιείχε έστω μια λέξη που να αφορά αριστερές αντιπροτάσεις. Δεν περιέχει ούτε μία. Αν ο κύριος Ρινάλντι δεν δεχόταν ήδη την επί της ουσίας (και όχι απλώς τακτική) ανωτερότητα της ακροδεξιάς προσέγγισης, δεν θα υιοθετούσε τους όρους τους οποίους ο ίδιος εντοπίζει σε αυτή. Φυσικά, ο κύριος Ρινάλντι δεν αποτολμά να αντλήσει τις πρακτικές συνέπειες των όσων λέει, να εξηγήσει δηλαδή τι θα έπρεπε να κάνει μια αριστερά η οποία αποδέχεται ότι οι μετανάστες αποτελούν πρόβλημα στην σημερινή ελληνική κοινωνία. Κάτι τέτοιο θα ενείχε τον κίνδυνο να μεταμορφώσει το κείμενο σε κείμενο ανοιχτής αποστασίας από κάθε αριστερή πολιτική αρχή, και αυτό δεν θα ήταν προς συμφέρον του κυρίου Ρινάλντι.

Δεν φτάνουμε λοιπόν ποτέ σε μια ρητή τοποθέτηση επί των συνεπειών του σκεπτικού "εφόσον η δεξιά ανταποκρίνεται στην πραγματική φύση του προβλήματος και η αριστερά όχι, η αριστερά θα πρέπει..." Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κείμενο του κυρίου Ρινάλντι δεν προβαίνει σε έναν αριθμό φραστικών πράξεων ή παραλείψεων που μαρτυρούν την έκταση του σχήματος "απόδειξη της ακαταμάχητα ηγεμονικής πειστικότητας του ακροδεξιού λόγου είναι το γεγονός ότι τον υιοθετώ εγώ ο ίδιος πριν επιχειρήσω να αποδείξω γιατί είναι πειστικός".

Η πρώτη: Σε κανένα σημείο του κειμένου δεν υιοθετείται μια θέση άρθρωσης λόγου η οποία να συμπεριλαμβάνει τους μετανάστες ως μέρος ενός "εμείς". Ο κύριος Ρινάλντι μιλάει ήδη εξ αρχής, και σε όλη την πορεία του κειμένου, ως μέλος "ημών" (των Ελλήνων) οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με προβλήματα που εντοπίζονται σε άλλους (στους μετανάστες). Η όλη οπτική αντανακλά τις συνέπειες του ήδη ειλημμένου της απόφασης διαχωρισμού των ανθρώπων με βάση τον τόπο καταγωγής. Συνεπώς, τα όποια συμπεράσματα του κειμένου απορρέουν όλα από την άρρητη και εκ των προτέρων αποδοχή της ιδέας ότι "άλλο εμείς και άλλο αυτοί."

Τούτο γίνεται προφανές από την ασυμμετρία που χαρακτηρίζει την πρώτη πρόταση του κειμένου, αυτή που αναφέρεται σε δολοφονίες αφενός "Έλληνα οικογενειάρχη" και αφετέρου "Μπαγκλεντίνου μετανάστη." "Οικογενειάρχης" από τη μία, άνθρωπος δηλαδή που ορίζεται με βάση το πρότυπο του "νοικοκύρη", "μετανάστης" από την άλλη, άνθρωπος που δεν έχει κάποιο θετικό ή καταφατικό χαρακτηριστικό άλλο από το γεγονός της μετανάστευσής του, ανεξάρτητα, π.χ, από το αν είχε ή όχι οικογένεια (ποιος νοιάζεται;) Και φυσικά, υπάρχει η εθνικότητα, ο εθνικός προσδιορισμός, που συναρτά το "Έλληνας" και το "οικογενειάρχης" (δηλαδή "νοικοκύρης", "νομοταγής", "απλός άνθρωπος σαν εμάς", κλπ) και το "Μπαγκλεντίνος" με το "μετανάστης" (αδιάφορο βιωματικού περιεχομένου μέλος των "άλλων"). 

Η δεύτερη: Σε κανένα σημείο του κειμένου δεν γίνεται λόγος για την πολυμορφία και ετερογένεια της εγκληματικότητας στο κέντρο (Έλληνας εγκληματεί σε βάρος μετανάστη, μετανάστης εγκληματεί σε βάρος Έλληνα, Έλληνας εγκληματεί σε βάρος Έλληνα, μετανάστης εγκληματεί σε βάρος μετανάστη). Αντίθετα, αυτό το οποίο υιοθετείται είναι ένα καθαρά και απροβλημάτιστα διπολικό μοντέλο σκέψης ("Έλληνας" από τη μία, "μετανάστης" από την άλλη) το οποίο βέβαια είναι απόλυτα συμβατό με το ιδεολογικό σκεπτικό της άκρας δεξιάς, το οποίο και πριμοδοτεί. 

Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ενώ, αναφερόμενοι στην δολοφονία του Έλληνα στην συμβολή Ηπείρου και Αχαρνών, κάποιοι αναφέρθηκαν στην μακρά ιστορία βίας στην περιοχή --ιστορία η οποία περιλαμβάνει κατά συρροή δολοφονίες ή απόπειρες δολοφονίας μεταναστών από τον έλληνα ρατσιστή Παντελή Καζάκο-- ο κύριος Ρινάλντι φαίνεται να έχει πάθει πλήρη αμνησία σε ό,τι αφορά την μακροσκελή αυτή ιστορία βίας και να παρακάμπτει την πιθανή σημαντικότητά της για έναν αριστερό λόγο πάνω στο "πρόβλημα των μεταναστών." Η επιλεκτική μνήμη η οποία αγνοεί πλήρως το γεγονός της σιωπής της άκρας δεξιάς για είδη και εκδοχές βίας οι οποίες έχουν ως θύματα μετανάστες, και η οποία δεν έχει τίποτε να παρατηρήσει για την τάση να προσλαμβάνονται αυτά είτε ως θετικά συμβάντα (μετανάστης σκοτώνει μετανάστη; Ένας λιγότερος!) είτε ως ατομικές εξάρσεις χωρίς πολιτική σημασία (ε, παλάβωσε ο άνθρωπος μ' αυτά που έβλεπε και άρχισε να πυροβολεί τους σκούρους, τι να κάνουμε τώρα!) είναι ενδεικτική μιας μάλλον υπέρ του δέοντος απροϋπόθετης δεκτικότητας στις προτεραιότητες του συντηρητικού, νεοσυντηρητικού και ακροδεξιού ρατσισμού.

Η τρίτη: Η αποδοχή των όρων "μετανάστευση=εγκληματικότητα" δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό από τον ρατσισμό, παρά τις διαβεβαιώσεις του κυρίου Ρινάλντι --προς τον εαυτό του ουσιαστικά-- ότι "δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών." Θα ήταν καλό να θυμηθεί ο κύριος Ρινάλντι ότι μετά το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, η ευγονική ρητορική περί φυσικής και φυλετικής κατωτερότητας των μεταναστών έχασε πολύ σημαντικό έδαφος στην ρητορική του ρατσισμού. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να συντηρηθεί μια τέτοια ρητορική με δεδομένη την ευρεία ευρωπαϊκή συναίνεση για την θηριωδία του ναζισμού. Αυτό που πήρε την θέση της ήταν η ρητορική περί εγκληματικού χαρακτήρα του μετανάστη, περί σύνδεσης της μετανάστευσης με την "παραβατικότητα, την αδιαφορία για τους θεσμούς, την διάλυση του κοινωνικού ιστού, των αξιών και συνεκτικών παραδόσεων της κοινωνίας", κλπ.). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι καινούργια· ήταν παρόντα στην αντιμεταναστευτική ρητορική, για παράδειγμα στις ΗΠΑ, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Απλώς, ενώ κατά την περίοδο εκείνη συνυπήρχαν με την ρητορική περί φυλετικής ανωτερότητας και κατωτερότητας, μετά το 1950 την αντικατέστησαν σε πολύ σημαντικό βαθμό. Χωρίς την παραμικρή ενασχόληση με συγκριτικά στατιστικά στοιχεία για την εθνοτική καταγωγή των παραβατών του κοινού ποινικού δικαίου, χωρίς ούτε μία αναφορά στο "νόμιμο" και ατιμώρητο έγκλημα του κεφαλαίου που βυθίζει ολόκληρες κοινωνίες στη φτώχεια (ούτε ένας πολιτικός, τραπεζίτης, ή επενδυτής στις φυλακές, κύριε "μαρξιστή" Ρινάλντι!) και χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την γενική μορφή της αύξησης της εγκληματικότητας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης (θυμηθείτε την περίφημη εποχή των γκάνγκστερ και των ληστών τραπεζών μετά το αμερικανικό κραχ), ο κύριος Ρινάλντι αποδέχεται την ακροδεξιά τακτική του εστιασμού του ζητήματος της εγκληματικότητας στο ζήτημα "μετανάστευση" πλήρως και εξ αρχής. 

Θα άξιζε ίσως για τον κύριο Ρινάλντι να θυμηθεί ότι ο συνονόματός του, συντηρητικός πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, δεν δήλωσε ποτέ ρατσιστής, και ότι η σημαία της δράσης του δεν ήταν παρά η πάταξη της εγκληματικότητας "από όπου και αν προέρχεται". Αυτό δεν τον εμπόδισε καθόλου απ΄ το να χτίσει το προφίλ του πιο ρατσιστή δημάρχου της Νέας Υόρκης στη πρόσφατη εποχή, ούτε απ' το να αφήσει πίσω του μια κληρονομιά δραστικών διακρίσεων στην άσκηση αστυνομικής βίας σε βάρος έγχρωμων και μεταναστών. Εάν υπάρχει κάποιο ανάλογο της μορφής και κατεύθυνσης της σκέψης του Ρούντι Ρινάλντι σε ιταλικής καταγωγής προσωπικότητες, φοβούμαι ότι ο καταλληλότερος υποψήφιος δεν θα ήταν ο Αντόνιο Γκράμσι, με τον οποίο κάτι εξ ολοκλήρου ακατανόητο τον ωθεί να συγχέει τον εαυτό του, αλλά ένας άλλος Ρούντι, ο Ρούντι Τζουλιάνι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: