Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Απ' το εύκολο κέρδος στο εύκολο χρέος

Στο διάστημα ενός χρόνου επιβολής του μνημονίου είδαμε την Ελλάδα να χάνει ουσιαστικά σχεδόν μια δεκαετία οικονομικής επέκτασης και να κερδίζει άλλα 42 δισ. ευρώ πρόσθετο δημόσιο χρέος.
Δ. Καζάκης

Θυμάμαι το 1999, όταν ήμουν φαντάρος, έναν συνάδελφο, δικηγόρο το επάγγελμα (τυχαίο; δεν νομίζω) που με κορόιδευε που δεν έπαιζα χρηματιστήριο, να βγάλω εύκολα λεφτά. Θυμάμαι ότι μη έχοντας διάθεση για πολλές κουβέντες, του απάντησα ότι για να παίξεις χρηματιστήριο πρέπει πρώτα να έχεις λεφτά, συνθήκη που τω καιρώ εκείνο δεν ικανοποιούσα ούτε κατά διάνοια. Ήταν μια εποχή όπου όλοι θεωρούσαν ότι τα λεφτά βγαίνουν εύκολα. Οι τηλεοράσεις ήταν μόνιμα σε κανάλια με δείκτες μετοχών. Ήταν σαν η χώρα να είχε ανακαλύψει, προς μεγάλη της έκπληξη, ότι δεν χρειάζεται εργασία για να πλουτίσεις, πράγμα που βρήκε λογικό, μιας και κανείς ποτέ δεν φάνηκε να πλουτίζει με την εργασία. Η μαρξιστική πολιτική οικονομία φαινόταν να έχει πέσει ανεπιστρεπτί στο καναβάτσο, μαζί με τους απαισιόδοξους για τα όρια της ανάπτυξης τύπου Μιλ ή Μάλθους. Οι μαγικές θεωρίες πλουτισμού θριάμβευαν, και όλοι, εκτός ίσως από τους πιο σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές, έδιναν σιωπηλά συγχαρητήρια στην χώρα που πήγε με την σωστή πλευρά μετά τον εμφύλιο και δεν κατέληξε Γιουγκοσλαβία.

Σήμερα, που το ποσοστό ανθρώπων κάτω από το όριο της φτώχειας στη Σερβία είναι πολύ λιγότερο του μισού αυτού της Ελλάδας, η μαγική πρόσληψη του κόσμου παραμένει, αλλά η μορφή της έχει αντιστραφεί. Ξυπνάς το πρωί. Μέχρι να φτιάξεις τον καφέ σου χρωστάς ως πολίτης της χώρας ήδη πέντε ευρώ. Μέχρι να ντυθείς, δέκα. Μέχρι να φας κάτι στη δουλειά, είκοσι. Σε όλη τη χώρα, άνθρωποι σηκώνονται το πρωί, φτιάχνουν καφέ, ντύνονται, πηγαίνουν στη δουλειά και το αποτέλεσμα είναι να χρωστάνε όλο και περισσότερα. Η ίδια η εργασία ως προϊόν εξαφανίζεται, εξαϋλώνεται μπροστά στα μάτια τους, καθώς την καταβροχθίζει μια αόρατη μαύρη τρύπα που λέγεται χρέος. Όσο δουλεύεις, τόσο χρωστάς· όσο περισσότερο χρωστάς, τόσο νιώθεις αναγκασμένος να δουλεύεις. 

Από το να βγάζεις χρήματα χωρίς να εργάζεσαι στο να χάνεις χρήματα ενώ εργάζεσαι· από το εύκολο κέρδος στο εύκολο χρέος· από το μαγικό μυστικό του πλουτισμού στην ανεξήγητη κατάρα της διαρκούς πτώχυνσης: δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, εκφάνσεις του βαθιά άλογου χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας, της απόλυτης λογικής αυθαιρεσίας που για κάποιο λόγο απορρέει ως το κυρίαρχο παράγωγο δεκαετιών στενά έλλογης, υποτίθεται, τεχνοκρατικής αντίληψης. Έχοντας ήδη εκπέσει στην συνείδηση του πρωτόγονου ανθρώπου, του ανθρώπου για τον οποίο τα πάντα οφείλονται σε μαγικές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις, του ανθρώπου που, με φοϋερμπαχιανούς όρους, έχει αλλοτριώσει πλήρως την δική του συμμετοχή στην δημιουργία του κόσμου βρίσκοντας καταφύγιο σε δεισιδαιμονίες, ο άνθρωπος του ύστερου καπιταλισμού, αυτός ο νέος πρωτόγονος, κοιτάζει έκθαμβος και αποσβολωμένος τις μεταλλάξεις μιας ιστορίας που δεν μπορεί πια να κατανοήσει παρά με όρους τερτιπιών της τύχης, ως fortuna

Το να διαβάζει ένας τέτοιος άνθρωπος Μαρξ και Λένιν είναι σαν να να προσπαθεί αβοριγίνας να διαβάσει παρτιτούρες του Μότσαρτ: τα κείμενα του δεύτερου μισού του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα έρχονται από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, έναν κόσμο πριν την κατάρρευση των θεμελιωδών ιδεωδών του Διαφωτισμού, έναν κόσμο που πίστευε στην έλλογη δυνατότητα του ανθρώπου να φτιάξει τη μοίρα του ως μέλος μιας συλλογικότητας. Ο σύγχρονος πρωτόγονος κοιτάζει αυτά τα κείμενα όπως θα τα κοίταζε και ο προ χιλιετιών πρόγονός του: ως δυνητικούς φορείς μιας αντι-μαγείας, που θα ξορκίσει τα κακά πνεύματα που έχουν αναστρέψει την πρότερη παραδείσια κατάσταση, ως ξόρκια που υπόσχονται να σταματήσουν την ξηρασία, να ξαναφέρουν την βροχή. Όταν διαπιστώνει ότι τίποτε τέτοιο δεν μπορούν να κάνουν όσο μένουν νεκρά γράμματα, ότι τα έργα των μαρξιστών δεν έχουν καμία δύναμη χωρίς την στοχαστική και πρακτική δραστηριοποίηση του αναγνώστη τους, ότι δεν είναι τοτεμικά ή μαγικά αντικείμενα με υπερφυσικές δυνάμεις, απογοητεύεται.

Και τότε φυσικά στρέφεται, πιασμένος σε έναν στρόβιλο έλλειψης προσοχής και τυφλής ανυπομονησίας, σε νέα τοτεμικά αντικείμενα, εκ των οποίων δεν υπάρχει ποτέ έλλειψη, ζητώντας τους πάντα το ίδιο πράγμα: να αναστρέψουν μόνα τους την πορεία ενός κόσμου που ο νέος πρωτόγονος, στερούμενος ουσιαστικά μνήμης, αδυνατεί να αντιληφθεί με όρους λογικής και διαλεκτικής συνέχειας. Γιατί στα μάτια του ανθρώπου που ξεκινάει κάθε μέρα της ζωής του σαν να ήταν η πρώτη, όπως έλεγε ο Έρικ Άουερμπαχ για τον Οδυσσέα, η ιστορία εμφανίζεται σαν ένα αντιδιαλεκτικό tromp l' oeil όπου εναλάσσονται λογικά ασύνδετες, σαν σε σουρεαλιστικό φιλμ, εικόνες: το κέρας της αμαλθείας, από όπου ξεχύνονται διαρκώς πλούτη, και ο Αχέροντας, το χαίνον στόμα που παίρνει όλους του τους κόπους και τους εξαφανίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: