Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ρούντι και Ρούντι, ή, ο εκφυλισμός της "ηγεμονίας" (πρώτο μέρος)

Θα ήθελα σήμερα να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις πάνω σε ένα κείμενο του Ρούντι Ρινάλντι που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς υπό τον τίτλο "Να σταματήσουμε τα πογκρόμ, αλλά πώς;" Σε πρώτη φάση, θα παραθέσω εδώ ολόκληρο το κείμενο:

Η κοινωνική πλευρά
Οι στυγνές δολοφονίες, του 44χρονου Έλληνα οικογενειάρχη στην οδό Ηπείρου και Γ' Σεπτεμβρίου και του Μπαγκλεντίνου μετανάστη στα Πατήσια, έρχονται να υπογραμμίσουν τη σφροδρότητα αλλά και την τραγικότητα της κατάστασης. Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι τα εγκλήματα αυτά δεν έχουν σχέση με το μεταναστευτικό ή ρατσιστικό ζήτημα, ο συμβολισμός ήταν μεγάλος και έπαιξε το ρόλο για να πυροδοτήσει αντιδράσεις, δηλαδή το έδαφος ήταν «γόνιμο».
Εξάλλου, τα πογκρόμ που συνέβησαν για δύο νύκτες από οργανωμένες ομάδες ακροδεξιών και φασιστών ενάντια σε μετανάστες, είχαν ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό 27 ατόμων, το σπάσιμο δεκάδων μαγαζιών και την εξάπλωση του τρόμου σε πολλές γειτονιές.
Όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε ορισμένες βασικές διαπιστώσεις.
Φθάνουμε σε μια κατάσταση εκρηκτική. Η ελληνική κοινωνία, μπαίνοντας σε μια φάση σκληρής στέρησης με βάση τα ζητήματα της κρίσης, ένα όχι μικρό τμήμα ανθρώπων οδηγείται σε μια σκλήρυνση. Η διαπίστωση ότι έχουν εγκαταλειφθεί από όλους, η διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια και τα προβλήματα που δημιουργεί -έτσι κι αλλιώς- το στοίβαγμα ανθρώπων μέσα σε ανεξέλεγκτα γκέτο στα οποία οι μετανάστες αποτελούν μια πλειοψηφία, τους οδηγεί να αποδέχονται πραγματιστικές, σκληρές λύσεις.
Όταν υπάρχουν καταγεγραμμένοι 800.000 άνεργοι (περίπου 16%), 200.000 περισσότεροι από πέρσι, όταν η φτωχοποίηση και η στέρηση αγκαλιάζουν πλατιά στρώματα, όταν η αυξανόμενη μετανάστευση προς τη χώρα μας ξεπερνάει το 1.000.000, η συνύπαρξη γίνεται πιο δύσκολη. Ιδιαίτερα όταν η εγκληματικότητα, η παραβατικότητα του δρόμου και οι συμμορίες τροφοδοτούνται και αυξάνονται και στο χώρο των μεταναστών, τότε η «χημεία» και τα συναισθήματα μπορεί να πάρουν ένα ρατσιστικό και επικίνδυνο χαρακτήρα.
Η πολιτική πλευρά
Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται, σε σχέση με το μεταναστευτικό και έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση. Υπάρχει, πλέον, μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που έχει κάνει σημεία της το μεταναστευτικό με αρκετή επιτυχία μέχρι τώρα.
Αυτή η υπολογίσιμη πολιτική δύναμη έχει δύο πτέρυγες. Ένα επίσημο κομμάτι, το ΛΑΟΣ, που έχει ενταχθεί στο συστημικό τόξο, εκφέροντας ένα πότε καλυμμένο και πότε ανοικτό ρατσιστικό λόγο. Θα θυμόσαστε όταν, προεκλογικά, είχε καταφέρει να θέσει στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας το μεταναστευτικό και την πάταξη της παραοικονομίας-παραβατικότητας. Και ένα ακραίο ακτιβίστικο τμήμα, την Χρυσή Αυγή, που λειτούργησε με επάρκεια, εστιάζοντας στο πρόβλημα του κέντρου της Αθήνας και της εγκληματικότητας, βρίσκοντας δηλαδή ευνοϊκό πεδίο για παρέμβαση, κατόρθωσε να γειωθεί με τον κόσμο και τα προβλήματά του, ενεργοποιώντας τα πιο καθυστερημένα – ρατσιστικά ανακλαστικά. Στηριζόμενοι, όμως, σε πραγματικά προβλήματα που είχαν οι κάτοικοι στις περιοχές αυτές.
Το συμπέρασμα είναι ότι αυτός ο πολιτικός χώρος όχι μόνο βρήκε ακροατήριο αλλά και διαμόρφωσε. Η δραστηριοποίηση του πολιτικού χώρου δεν απαλλάσσει το ακροατήριο από ευθύνες. Για παράδειγμα η Πλατείας Βικτωρίας αποτελεί ένα ξεπεσμένο αστικό περιβάλλον που όσο τα πράγματα ήταν άλλης κλίμακας μπορεί και να χρησιμοποιούσε τους «λευκούς» μετανάστες για διάφορες δουλειές. Τώρα, όμως, που η πλατεία πλημμύρισε από μελαψούς και στους δρόμους απλώθηκε η εγκληματικότητα, ενεργοποιήθηκαν τα ανακλαστικά που λέγαμε.
Η επιτυχία του πολιτικού χώρου της ακροδεξιάς οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους: α) Τόνισαν ότι υπάρχει πρόβλημα. β) Πρότειναν καθαρή λύση: να φύγουν όλοι, να μην κυκλοφορούν τα βράδια, να έρθει η αστυνομία να επιβάλλει την τάξη.
Έτσι πολιτικοποίησαν την παρέμβασή τους.
Αντίθετα, η Αριστερά δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να έχει οποιαδήποτε σοβαρή παρέμβαση στο ζήτημα, ούτε να ανασχέσει την ακροδεξιά διείσδυση και επιρροή. Κυρίως για δύο λόγους: α) Δεν αντιμετώπισε ποτέ το πρόβλημα ως πραγματικό, υπήρχε συστηματική άρνηση να ειδωθεί στις πραγματικές του διαστάσεις. β) Η θετική πολιτικοποίηση της Αριστεράς είναι σαφώς πιο δύσκολη από αυτήν που προσφέρουν τα ακροδεξιά-ρατσιστικά ανακλαστικά. Η εξήγηση των αιτιών της μετανάστευσης, η προώθηση της ιδέες της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης, η απαίτηση να μη γίνει η χώρα χωματερή δυστυχίας και δίχτυ για την ανάσχεση της πορείας των μεταναστευτικών προς τη Δύση, η αναγκαία κοινωνικότητα για να μην υπάρχει εγκληματικότητα δεν φθάνουν. Δεν φθάνουν ούτε οι γενικές διακηρύξεις, ούτε τα συνθήματα όπως «οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα, έχουν προβλήματα», «σύνορα ανοικτά για την εργατιά», «νομιμοποίηση όλων χωρίς προϋποθέσεις» κ.λπ. Αυτά όλα φανερώνουν πως δεν αναγνωρίζεται το μεταναστευτικό πρόβλημα. Ακόμα λείπουν οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις στο πρωτογενές επίπεδο, εκεί που υπάρχουν τα προβλήματα και δεν έχει να επιδείξει καμιά παρέμβαση σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα, πολλές φορές «χαρίζει» με ευκολία τους κατοίκους σε ακροδεξιές πολιτικές. Τέλος πάντων, αδυνατεί να σταματήσει και να κατανοήσει την εξάπλωση των αισθημάτων απέχθειας προς τους ξένους και του φόβου. Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών. Η εικόνα πλήρους διάλυσης της κρατικής μηχανής και η εγκατάλειψη ή η σκόπιμη προώθηση σε ορισμένες συνοικίες και περιοχές των μεταναστών δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα και τρομερά προβλήματα. Η ορισμένη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς δράσης και της αυτοδικίας έχει τη ρίζα της σε αυτήν την κατάσταση.
Τι θα γίνουν σε λίγο καιρό πολλές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά; Τι θα γίνουν τα λιμάνια όπως η Πάτρα και η Ηγουμενίτσα; Τι θα γίνει η κοινωνία με τον πόλεμο όλων εναντίων όλων; Τι θα γίνουν και σε τι περιβάλλον θα μεγαλώσουν τα παιδιά Ελλήνων και μεταναστών; Πότε και πώς θα καταδειχτούν οι πραγματικοί υπεύθυνοι για αυτές τις καταστάσεις; Ο φόβος, το μίσος, ο τρόμος, η απελπισία δεν γεννούν προοδευτικά πράγματα. Τα πογκρόμ, το κυνήγι των μαγισσών, ο ρατσισμός είναι το σύγχρονο δηλητήριο που δυναμώνει όλες τις αστικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης.
Θα ξεκινήσω την ανάλυσή μου από ένα κάποιο παράδοξο σε ό,τι αφορά την σχέση του τίτλου του κειμένου με το περιεχόμενό του. Πιο συγκεκριμένα, ο τίτλος, που έχει την μορφή ερωτήματος, υποδηλώνει ότι μέριμνα του κειμένου είναι η πρακτική απάντηση στα αυξανόμενα σημάδια έκρηξης ρατσιστικής βίας: το πώς θα σταματήσουμε, με την φρασεολογία του κυρίου Ρινάλντι, τα πογκρόμ. Προκαλεί λοιπόν μια κάποια έκπληξη ότι σε ό,τι αφορά το ερώτημα που θέτει, το κείμενο δεν δίνει καμία προφανή (και θα ήθελα το επίθετο να διαβαστεί με την δέουσα έμφαση) απάντηση. Με λίγα λόγια, δεν φαίνεται να προτείνει κάτι με τρόπο καταφατικό το οποίο να απαντά στο ερώτημα που το ίδιο θέτει. Αν υπάρχει κάτι στο επίπεδο της πρακτικής πολιτικής προσέγγισης, αυτό είναι μια αποτίμηση των λόγων της αποτυχίας της αριστεράς να σταματήσει τα πογκρόμ εγκαίρως. Και παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "η εξήγηση των αιτιών της μετανάστευσης, η προώθηση της ιδέες της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης, η απαίτηση να μη γίνει η χώρα χωματερή δυστυχίας και δίχτυ για την ανάσχεση της πορείας των μεταναστευτικών προς τη Δύση, η αναγκαία κοινωνικότητα για να μην υπάρχει εγκληματικότητα δεν φθάνουν. Δεν φθάνουν ούτε οι γενικές διακηρύξεις, ούτε τα συνθήματα όπως «οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα, έχουν προβλήματα», «σύνορα ανοικτά για την εργατιά», «νομιμοποίηση όλων χωρίς προϋποθέσεις» κ.λπ. Αυτά όλα φανερώνουν πως δεν αναγνωρίζεται το μεταναστευτικό πρόβλημα. Ακόμα λείπουν οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις στο πρωτογενές επίπεδο, εκεί που υπάρχουν τα προβλήματα και δεν έχει να επιδείξει καμιά παρέμβαση σε τοπικό επίπεδο."

Σε ό,τι αφορά λοιπόν το τι πραγματικά λέει το κείμενο, ο σωστός τίτλος μοιάζει να είναι "Γιατί δεν μπορέσαμε να σταματήσουμε τα πογκρόμ", και όχι αυτός ο οποίος υιοθετήθηκε, και ο οποίος μοιάζει να υπόσχεται την παρουσίαση κάποιας λύσης.

Γιατί επιλέγει λάθος τίτλο ο συγγραφέας του κειμένου; Το ερώτημα χρήζει κάποιου σκεπτικισμού σε ό,τι αφορά την ακριβή φύση του "λάθους". Διότι αν και το κείμενο μιλά για την αριστερά με αρνητικούς όρους, ως χώρο που απέτυχε να σταματήσει τα πογκρόμ, περιέχει ως τόσο και την καταφατική περιγραφή μιας επιτυχημένης, με τα δικά του λόγια, διαχείρισης του λεγόμενου --και από το άρθρο-- "μεταναστευτικού προβλήματος". Και παραθέτω, δίνοντας έμφαση στις λέξεις που δηλώνουν καθαρά ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μοντέλο δράσης που ο συγγραφέας κρίνει πολιτικά επιτυχημένο: "Υπάρχει, πλέον, μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που έχει κάνει σημεία της το μεταναστευτικό με αρκετή επιτυχία μέχρι τώρα. Αυτή η υπολογίσιμη πολιτική δύναμη έχει δύο πτέρυγες. Ένα επίσημο κομμάτι, το ΛΑΟΣ, που έχει ενταχθεί στο συστημικό τόξο, εκφέροντας ένα πότε καλυμμένο και πότε ανοικτό ρατσιστικό λόγο. Θα θυμόσαστε όταν, προεκλογικά, είχε καταφέρει να θέσει στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας το μεταναστευτικό και την πάταξη της παραοικονομίας-παραβατικότητας. Και ένα ακραίο ακτιβίστικο τμήμα, την Χρυσή Αυγή, που λειτούργησε με επάρκεια, εστιάζοντας στο πρόβλημα του κέντρου της Αθήνας και της εγκληματικότητας, βρίσκοντας δηλαδή ευνοϊκό πεδίο για παρέμβαση, κατόρθωσε να γειωθεί με τον κόσμο και τα προβλήματά του, ενεργοποιώντας τα πιο καθυστερημένα – ρατσιστικά ανακλαστικά. Στηριζόμενοι, όμως, σε πραγματικά προβλήματα που είχαν οι κάτοικοι στις περιοχές αυτές. [...] Η επιτυχία του πολιτικού χώρου της ακροδεξιάς οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους: α) Τόνισαν ότι υπάρχει πρόβλημα. β) Πρότειναν καθαρή λύση: να φύγουν όλοι, να μην κυκλοφορούν τα βράδια, να έρθει η αστυνομία να επιβάλλει την τάξη."

Ανάμεσα λοιπόν στον τίτλο και στο συγκεκριμένο περιεχόμενο εμφανίζεται μια δευτερογενής αντίφαση, πολύ εκρηκτικότερη της πρώτης: ενώ ο συγγραφέας μιλά σε αριστερό έντυπο χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και υποδηλώνοντας έτσι την συμμετοχή του σε κάτι που λέγεται "αριστερά" ("Να σταματήσουμε", εννοείται "εμείς οι αριστεροί"), η αποτίμησή του το ρόλου της αριστεράς είναι εξ ολοκλήρου κριτική, ενώ αντίθετα, η θετική αποτίμηση σε ό,τι αφορά την πολιτική αποτελεσματικότητα αφορά τον χώρο της άκρας δεξιάς. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η θετική αυτή αποτίμηση αφορά ένα χώρο ο οποίος δεν πέτυχε να σταματήσει βέβαια τα πογκρόμ (ζήτημα το οποίο υποτίθεται ότι απασχολεί το άρθρο), αλλά να τα ξεκινήσει.

Πώς να επιλύσουμε αυτή την δεύτερη και εκρηκτικότερη αντίφαση; Πώς δηλαδή να δώσουμε απάντηση στο γιατί, εφόσον το ζητούμενο είναι να σταματήσουμε τα πογκρόμ, η θετική πολιτική αποτίμηση αφορά αυτούς που τα ξεκινούν;

Η βασική και προφανής απάντηση θα είχε ως εξής: Για να υπερνικήσουμε τον πολιτικό μας εχθρό, θα πρέπει να κατανοήσουμε τι τον ισχυροποιεί και τον ενισχύει και να του αφαιρέσουμε τα όπλα αυτά που τον κάνουν αποτελεσματικό. Τούτη η απάντηση θα αντιστοιχούσε με μια προβληματική αυτού που επικράτησε να ονομάζεται προβληματική της "ηγεμονίας" -- προβληματική που αφορά το πώς σε μια πολιτική σύγκρουση μπορείς να καταφέρεις να είσαι εσύ αυτός ο οποίος εκπροσωπεί το "γενικό συμφέρον" με πειστικότητα.

Σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο Ρινάλντι προσπαθεί όχι βέβαια να εξάρει τον τρόπο λειτουργίας της άκρας δεξιάς, αλλά να εξοπλίσει την αριστερά να τον αντιμετωπίσει επαρκώς. Και συνεπώς, ο τίτλος δεν είναι στην πραγματικότητα παραπλανητικός, διότι η πραγματική απάντηση στο ερώτημα "πώς να σταματήσουμε τα πογκρόμ" υπάρχει στο σώμα του κειμένου και είναι η εξής: "κατανοώντας καλύτερα τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού εχθρού και προσαρμόζοντας την δική μας δράση στις προκλήσεις που αυτός θέτει με τον δικό του τρόπο δράσης."

Αλλά βέβαια αυτή η αθωωτική ανάγνωση, σύμφωνα με την οποία ο κύριος Ρινάλντι βάζει απλώς τον Γκράμσι να δουλέψει για την σημερινή ελληνική αριστερά, θα ήταν κάπως βιαστική. Και θα ήταν βιαστική εφόσον δεν απαντά σε ένα πολύ βασικό ερώτημα:

Τι σημαίνει "προσαρμόζω την δική μου δράση στον τρόπο δράσης του πολιτικού εχθρού;"

Το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί συγκεκριμένα. Ο τρόπος δράσης του πολιτικού εχθρού έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, και είναι ο εξής (ακολουθώντας πάντοτε την ανάλυση του κυρίου Ρινάλντι):

α) η δεξιά χωρίστηκε σε μια "επίσημη", συγκριτικά "ήπια" εκδοχή που λέγεται ΛΑΟΣ και μια ακραία, τρομοκρατική πτέρυγα που λέγεται Χρυσή Αυγή, ώστε οι δράσεις της δεύτερης να νομιμοποιούν, μέσω της ίδιας τους της ακρότητας, την δήθεν "ηπιότητα" των αντιμεταναστευτικών προτάσεων της πρώτης (βλ. και κείμενό μου για τις δύο δεξιές).

β) αναγνώρισε την ύπαρξη πραγματικού προβλήματος με τους μετανάστες, σε αντίθεση με την αριστερά, που το αρνείται ("Στηριζόμενοι [οι της ακροδεξιάς], όμως, σε πραγματικά προβλήματα που είχαν οι κάτοικοι στις περιοχές αυτές" [...] "Τόνισαν ότι υπάρχει πρόβλημα", ενώ αντίθετα στην αριστερά "όλα φανερώνουν πως δεν αναγνωρίζεται το μεταναστευτικό πρόβλημα").

γ) "πρότεινε καθαρή λύση" για το πρόβλημα που εντόπισε και το οποίο χρησιμοποίησε για να αυξήσει την πολιτική της επιρροή στα λαϊκά στρώματα: "κατόρθωσε να γειωθεί με τον κόσμο και τα προβλήματά του".

Αυτές είναι νομίζω οι βασικές διαστάσεις της δράσης της άκρας δεξιάς, όπως τις εκθέτει ο κύριος Ρινάλντι. Ας τις δεχτούμε ως ακριβείς και αντικειμενικά εξαγόμενες προς το παρόν. Το ερώτημα παραμένει, παρ' όλα αυτά, και είναι: τι θα σήμαινε για την αριστερά να προσαρμοστεί σε αυτόν τον τρόπο δράσης;

Είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν απαντά ευκρινώς το κείμενο του κυρίου Ρινάλντι. Προφανώς, δεν λέει ότι η αριστερά θα έπρεπε επίσης, για να ανταποκριθεί στην πρόκληση, να χωριστεί σε ένα κοινοβουλευτικό και ένα τρομοκρατικό κομμάτι που να ενισχύουν υπόγεια το ένα το άλλο, άρα σίγουρα δεν προτείνει μια συμμετρική απάντηση στην στρατηγική α).

Προφανώς δεν προκρίνει μια συμμετρικά "καθαρή" λύση που να ανταποκρίνεται στην στρατηγική γ), δηλαδή είτε υπό την μορφή της αντιπρότασης "να μείνουν όλοι" --αυτή την απορρίπτει ρητά και εδώ και καιρό ο συγγραφέας μας-- είτε υπό την μάλλον γκροτέσκα, εφόσον μιλούμε για αριστερό συγγραφέα και ιδεολόγο, μίμηση και αναπαραγωγή της πρότασης της ακροδεξιάς, τουτέστιν "να φύγουν όλοι, να μην κυκλοφορούν τα βράδια, να έρθει η αστυνομία να επιβάλλει την τάξη."

Μας μένει, δια της εις άτοπο απαγωγής, η στρατηγική β), δηλαδή η παραδοχή, η αναγνώριση, της ύπαρξης μεταναστευτικού προβλήματος. Αυτή είναι η μόνη πρόταση που δεν αντιβαίνει στο δεδηλωμένο περιεχόμενο του κειμένου του κυρίου Ρινάλντι και στην κοινή λογική για το τι θα μπορούσε να λέει, έστω κάπως έμμεσα και κάπως τεθλασμένα, ως φορέας της αριστεράς.

Οπότε, ουσιαστικά, η απάντηση του κυρίου Ρινάλντι στο δικό του ερώτημα "πώς να σταματήσουμε τα πογκρόμ;" είναι "παραδεχόμενοι ότι υπάρχει μεταναστευτικό πρόβλημα· ότι η μετανάστευση είναι πρόβλημα, και ότι οι μετανάστες δημιουργούν προβλήματα". Και παραθέτω τα σχετικά εδάφια: "Ιδιαίτερα όταν η εγκληματικότητα, η παραβατικότητα του δρόμου και οι συμμορίες τροφοδοτούνται και αυξάνονται και στο χώρο των μεταναστών, τότε η «χημεία» και τα συναισθήματα μπορεί να πάρουν ένα ρατσιστικό και επικίνδυνο χαρακτήρα." [...] "Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών."

Θα συνεχίσουμε σε επόμενη ανάρτηση την ανάλυση του κειμένου του κυρίου Ρινάλντι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: