Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Andrej Platonov-Chevengur III


Κεφάλαιο 20
(συνέχεια)


Κοντά στο νεκροταφείο όπου βρίσκονταν η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής υπήρχε μια μεγάλη λακούβα όπου είχε βουλιάξει η γη.

"Εδώ είναι θαμένοι οι μπουρζουάδες", είπε ο Πιούσια. "Εγώ και ο Τσεπούρνι τους πήραμε τις ψυχές για να βεβαιωθούμε."

Ικανοποιημένος, ο Κοπιότκιν δοκίμασε τη βουλιαγμένη γη του τάφου με το πόδι του. "Ναι", είπε, "αυτό μάλλον ήταν το μόνο που έπρεπε να γίνει."

"Ήταν", είπε ο Πιούσια, για να δικαιώσει το γεγονός. "Είναι δική μας σειρά να ζήσουμε."

Ο Πανίντσεφ ήταν εκνευρισμένος που ο τάφος δεν είχε γεμίσει σωστά και παχτωθεί με χώμα. Έπρεπε να ήταν επίπεδος, και θά πρεπε να είχαν μετακινήσει μια δεντροστοιχία εκεί -- έτσι τα δέντρα θα ρουφούσαν τα απομεινάρια του καπιταλισμού απ' τη γη, και θα τα μεταμόρφωναν οικονομικά στο πράσινο του σοσιαλισμού. Ο ίδιος ο Πιούσια το είχε θεωρήσει σημαντικό να κάνει τον τάφο σωστά επίπεδο, και είχε αποτύχει να λάβει αυτό το μέτρο μόνο επειδή η επαρχιακή πρωτεύουσα τον είχε απομακρύνει βιαστικά από το πόστο του προέδρου της Τσεκά. Δεν τον είχε προσβάλει αυτό, μιας και γνώριζε ότι οι θεσμοί των Σοβιέτ απαιτούσαν ανθρώπους μορφωμένους, και όχι σαν τον ίδιο, και ότι οι αστοί ήταν χρήσιμοι εκεί. Χάρη σε αυτή την αντίληψη, ο Πιούσια, αναγνώρισε μια και καλή, μετά την απομάκρυνσή του από τα Επαναστατικά καθήκοντα, ότι η Επανάσταση ήταν πιο έξυπνη απ' τον ίδιο και έτσι χάθηκε στη μάζα της κολλεκτίβας του Chevengur. Τίποτε δεν φόβιζε τον Πιούσια περισσότερο από τα γραφεία και τα έγγραφα -- μόλις τα βλεπε βουβαινόταν αμέσως και ένιωθε αδύναμος και πενιχρός απ' την κορφή ως τα νύχια, νιώθωντας τη μαύρη μαγεία της σκέψης και της γραφής. Στις μέρες του Πιούσια, η Τσεκά του Chevengur βρισκόταν στο λιβάδι της κωμόπολης. Αντί να γράφει αναφορές για τα τιμωρητικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν απέναντι στο κεφάλαιο, ο Πιούσια έκανε τα μέτρα αυτά δημόσια και ανοιχτά, προτείνοντας οι γαιοκτήμονες που είχαν συλληφθεί να εκτελεστούν απ' τους εργάτες τους -- πρόταση που τέθηκε σε εφαρμογή. Τώρα όμως, εφόσον αυτό που είχαν στο Chevengur ήταν η οριστική ανάπτυξη του κομμουνισμού, η Τσεκά, χάρη σε μια προσωπική απόφαση του Τσεπούρνι, είχε κλείσει δια παντός, και είχαν μετακινήσει σπίτια στη θέση της στο λιβάδι.

Ο Κοπιότκιν στάθηκε σκεπτικός πάνω από τον κοινό τάφο της μπουρζουαζίας, που ήταν δίχως δέντρα, δίχως λοφίσκο και δίχως μνήμη. Ένιωθε θολά ότι αυτό ήταν αναγκαίο ώστε ο απόμακρος τάφος της Ρόζα Λούξεμπουργκ να έχει αυτός δέντρο, και λοφίσκο, και αιώνια μνήμη. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα που δεν ενέκρινε ο Κοπιότκιν: ο τάφος της μπουρζουαζίας δεν ήταν επίπεδος. "Είπατε ότι πήρατε τις ψυχές των μπουρζουάδων για να βεβαιωθείτε;" είπε με αμφιβολία. "'Οχι, αν σε απομάκρυναν, είναι επειδή δεν τελειώσατε με τους μπουρζουάδες μαζικά, επειδή δεν τους σκοτώσατε εντελώς μέχρι θανάτου. Ούτε καν παχτώσατε το χώμα!"

Εδώ, ο Κοπιότκιν έκανε μεγάλο σφάλμα. Η μπουρζουαζία του Chevengur είχε σφαγιαστεί οριστικά και επιμελώς. Ούτε καν η ζωή πέρα από τον τάφο δεν μπορούσε να της φέρει χαρά. Αφού εκτελέστηκαν τα σώματά της, εκτελέστηκαν και οι ψυχές της. 

Μετά από λίγο μόνο καιρό στο Chevengur, ο Τσεπούρνι ένιωθε την καρδιά του να αρχίζει να πονά εξαιτίας της πυκνής παρουσίας των μικροαστών της κωμόπολης. Μετά άρχισε να νιώθει αγωνία σε όλο του το σώμα -- ο χώρος του Chevengur είχε αποδειχθεί υπερβολικά στενός για τον κομμουνισμό, βρωμιζόταν από την ιδιοκτησία και τους ιδιοκτήτες. Είχε ζωτική σημασία να εδραιωθεί ο κομμουνισμός σε ζωντανή βάση, αλλά τα σπίτια εκεί τα είχαν στα βάθη του χρόνου άνθρωποι παράξενοι που μύριζαν κερί. Ο Τσεπούρνι είχε πάει στα χωράφια για να αναζητήσει νέους, ανοιχτούς χώρους. Τα κτήρια και τα εργαλεία του Chevengur, δημιουργήματα των χεριών των καταπιεσμένων, θα ήταν άχρηστα για το προλεταριάτο και τους φτωχούς αγρότες. Ήξερε, μπορούσε να δει πόσο η μπουρζουαζία του Chevengur στοιχειωνόταν από την προσδοκία μιας Δεύτερης Παρουσίας -- και ο ίδιος δεν είχε τίποτε ενάντια σε μια Δεύτερη Παρουσία. 

Μετά από δυο μήνες στην προεδρία της Επαναστατικής Επιτροπής, ο Τσεπούρνι βρισκόταν σε βάσανο -- η μπουρζουαζία ήταν ζωντανή, δεν υπήρχε κομμουνισμός, και ο δρόμος προς το μέλλον, σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες από την επαρχιακή πρωτεύουσα, ήταν μια σειρά από διαρκώς προοδευτικά μεταβατικά στάδια για τα οποία η διαίσθηση του Τσεπούρνι υποπτευόταν ότι αποτελούσαν εξαπάτηση των μαζών.

Αρχικά, ο Τσεπούρνι διόρισε μια Επιτροπή, και η Επιτροπή τον πληροφόρησε για το αναγκαίο μιας Δεύτερης Παρουσίας, αλλά τότε ο Τσεπούρνι δεν είχε πει τίποτε, αποφασίζοντας στα κρυφά να χαρίσει τη ζωή στους μικρο-μπουρζουάδες, έτσι ώστε η Παγκόσμια Επανάσταση να έχει κάτι για να ασχολείται. Αλλά μετά ο Τσεπούρνι ήθελε ανακούφιση από το βάσανό του και είχε ειδοποιήσει του Πιούσια, τον πρόεδρο της Τσεκά. "Καθάρισε το καταπιεστικό στοιχείο!" τον διέταξε. 

"Εντάξει", είπε ο Πιούσια, που είχε ήδη κάνει σχέδια να εξολοθρεύσει όλους τους ζωντανούς στο Chevengur. 

Ο Τσεπούρνι συμφώνησε με ανακούφιση. "Είναι ο πιο τρυφερός τρόπος", συνέχισε. "Αλλιώς, αδελφέ, όλος ο λαός θα καταλήξει να πεθάνει σ' αυτά τα μεταβατικά στάδια. Και τέλος πάντων οι μπουρζουάδες δεν είναι πλέον στ' αλήθεια άνθρωποι. Διάβασα ότι μόλις ο άνθρωπος γεννήθηκε απ' τις μαϊμούδες στράφηκε και τους σκότωσε. Οπότε να θυμάσαι: τώρα που υπάρχει προλεταριάτο, τι χρησιμότητα έχουν οι μπουρζουάδες; Δεν είναι καθόλου ωραίο να τους έχουμε να τριγυρνάνε!"

Ο Πιούσια γνώριζε προσωπικά την μπουρζουαζία. Ήξερε τους δρόμους του Chevengur και μπορούσε να φανταστεί ξεκάθαρα την όψη του κάθε ιδιοκτήτη σπιτιού: του Σεκότοφ, του Περεκρουσένκο, του Σιουσιουκάλοφ, και όλων των γειτόνων τους. Επιπρόσθετα, ο Πιούσια γνώριζε τον τρόπο ζωής τους και σε βάρος πoιού ζούσαν, και ήταν έτοιμος να τους σκοτώσει όλους με τα χέρια, χωρίς καν να χρησιμοποιήσει όπλο. Η ψυχή του δεν ησύχαζε από τη μέρα που τον διόρισαν πρόεδρο της Τσεκά: ένιωθε διαρκώς εκνευρισμένος που οι μικροαστοί τρώγανε σοβιετικό ψωμί και ζούσαν στα σπίτια του (ο Πιούσια είχε δουλέψει είκοσι χρόνια οικοδόμος), και που τα γουρούνια συνέχιζαν ήσυχα-ήσυχα να μπλοκάρουν τον δρόμο της Επανάστασης. Οι πιο γέροι και ξεδοντιάρηδες εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας μεταμόρφωναν τον υπομονετικό Πιούσια σε πυγμάχο. Kατά την διάρκεια συναντήσεων με τον Σάποφ, τον Ζνομπίλιν και τον Ζάβιν-Ντουβαϊλο, τούς είχε επιτεθεί με γροθιές περισσότερες από μια φορά. Καθαριζόντουσαν ήσυχα, υπομένοντας την προσβολή και τοποθετώντας τις ελπίδες τους στο μέλλον. Οι άλλοι μπουρζουάδες απέφευγαν τον Πιούσια, και αυτός δεν είχε την όρεξη να τους ψάχνει εξεπίτηδες στα σπίτια τους -- ο διαρκής εκνευρισμός που τού προκαλούσαν τού έπνιγε την ψυχή.

Ο Προκόφι Ντάνοφ, όμως, γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής της περιοχής, δεν συμφωνούσε ότι η μπουρζουαζία έπρεπε να εξολοθρευτεί με τη μία και σύμφωνα με τις ορέξεις της στιγμής. Είπε ότι έπρεπε να γίνει πιο θεωρητικά. 

"Καλά λοιπόν -- διατύπωσέ το!" είπε ο Τσεπούρνι.

Καθώς σκέφτηκε ο Προκόφι τίναξε προς τα πίσω τα μαλλιά του -- τα σκεπτικά μαλλιά ενός Κοινωνικού Επαναστάτη. "Στην βάση των δικών τους προκαταλήψεων!", άρχισε σταδιακά να το διατυπώνει.

"Το πιάνω", είπε ο Τσεπούρνι, χωρίς να καταλαβαίνει, αλλά προετοιμαζόμενος να σκεφτεί.

"Στη βάση της Δευτέρας Παρουσίας!" εξήγησε ο Προκόφι με περισσότερη ακρίβεια. "Αυτό θέλουν, οπότε ας τούς το δώσουμε! Δεν θα φταίμε εμείς."

Ο Τσεπούρνι όμως ανέλαβε την ευθύνη. "Τι εννοείς δεν θα φταίμε εμείς; Εμείς είμαστε η Επανάσταση, θα φταίμε ολοκληρωτικά εμείς! Αν προσπαθείς να διατυπώσεις κάτι για να συγχωρεθείς εσύ, στα τσακίδια!"

Όπως κάθε έξυπνος άνθρωπος, ο Προκόφι δεν είχε έλλειψη αυτοελέγχου. "Είναι απολύτως ζωτικό, σύντροφε Τσεπούρνι, να ανακοινώσουμε τη Δευτέρα Παρουσία επισήμως. Και στη βάση αυτή, να καθαρίσουμε την κωμόπολη για προλεταριακή εγκατάσταση."

Δεν υπάρχουν σχόλια: