Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Andrej Platonov-Chevengur II

Οι αφορμές για την σημερινή δημοσίευση -- από το 20ο κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Andrej Platonov Chevengur (1928) ήταν δύο:  πρώτο, ένα σχόλιο στο προσφιλέστατό μου buzz που μού αποδίδει, επ' αφορμή του κειμένου για την σημερινή Θεσσαλονίκη, πρόθεση μίξης Κάφκα και Καλής Γκελμπέση-Γκιούνη. Την κυρία δεν την γνωρίζω, αλλά στο μυαλό μου, η ιδέα μιας "κομμουνιστικής λογοτεχνίας" --αν ήθελα να γράψω κάτι τέτοιο-- θα ήταν κάτι πολύ εγγύτερο στο ύφος και τον τρόπο γραφής του Platonov. 

Η δεύτερη αφορμή ήταν ένα λινκ, στο ίδιο site, σε συγκλονιστικά απόκοσμες φωτογραφίες από τα εγκατελειμμένα μνημεία της πρώην Γιουγκοσλαβίας: πειστήρια της έντασης, και γιατί όχι, της υβριστικής φιλοδοξίας, της ουτοπικής φαντασίας που βρήκε έκφραση στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Σπάνια σήμερα θυμόμαστε ή καταγράφουμε καν την παθιασμένη σχέση του υπαρκτού σοσιαλισμού στα πρώτα του στάδια με την πυρετώδη φιλοδοξία ξεπεράσματος της προϊστορίας, της φύσης, και του ίδιου του ανθρώπου. Η σχέση αυτή είναι κεντρικής σημασίας στο έργο του Ρώσου συγγραφέα. Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό απόσπασμα είναι ενός από τα εν λόγω μνημεία. Ένα προηγούμενο απόσπασμα από το Chevengur δημοσιεύτηκε εδώ.

Κεφάλαιο 20
Δολοφονώντας τους αστούς

Το Chevengur  είχε αποκτήσει τη συνήθεια να ξυπνά αργά· οι κάτοικοί του συνέρχονταν από αιώνες καταπίεσης και χρειαζόντουσαν όση ξεκούραση γινόταν. Αυτό που η Επανάσταση κατέκτησε για την κωμόπολη του Chevengur ήταν τα όνειρα, και το κύριο επάγγελμα εκεί ήταν τώρα η ψυχή.

Ο Λούι, αγγελιοφόρος του Chevengur, περπατούσε με καλό ρυθμό προς την επαρχιακή πρωτεύουσα. Επάνω του είχε μια επιστολή στον Σάσα Ντάνοφ [...] Το περπάτημα, και η μεθυστική φρεσκάδα του αέρα, είχε λευτερώσει τον Λούι από όλες τις αμφιβολίες της σκέψης και της επιθυμίας. Ο δρόμος τον συνέπαιρνε και τον λευτέρωνε από κάθε ακρότητα μιας βλαπτικής ζωής. Πριν χρόνια, στα νιάτα του, είχε κατορθώσει ολομόναχος να κατανοήσει πώς πετάει η πέτρα: εξαιτίας της χαράς της κίνησης, που την κάνει ελαφρύτερη του αέρα. Χωρίς καμία γνώση για τα γράμματα και τα βιβλία, ο Λούι είχε αποκτήσει την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός πρέπει να είναι η διαρκής κίνηση των ανθρώπων σε απόμακρα μέρη της γης. Προσπάθησε πολλές φορές να πείσει τον Τσεπούρνι να διακηρύξει ότι ο κομμουνισμός σήμαινε ταξίδι, και να λευτερώσει το Chevengur από την αιώνια ακινησία του. 

"Με τι μοιάζει ο άνθρωπος -- με άλογο ή δέντρο; Πείτε μου με κάθε ειλικρίνεια!" ρωτούσε την Επαναστατική Επιτροπή, πεθυμώντας να δραπετεύσει από την βραχύτητα και την στενότητα των δρόμων.

"Μοιάζει με κάτι ανώτερο!" είπε ο Προκόφι. "Μοιάζει με ανοιχτό ωκεανό, αγαπητέ σύντροφε. Μοιάζει με την αρμονία των μεγάλων πλάνων!"

Ο Λούι δεν είχε δει ποτέ κανένα άλλο νερό από αυτό των ποταμών και των λιμνών, και η μόνη αρμονία που γνώριζε ήταν του ακορντεόν.

"Θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι περισσότερο σαν άλογο," δήλωσε ο Τσεπούρνι, ενθυμούμενος τα άλογα που γνώριζε.

"Ξέρω τι εννοείς", είπε ο Προκόφι, αναπτύσσοντας τα αισθήματα του Τσεπούρνι. "Το άλογο έχει στήθος με καρδιά, και ευγενές πρόσωπο με μάτια, ενώ το δέντρο όχι."

"Ακριβώς Πρόσα!" είπε χαρούμενα ο Τσεπούρνι.

"Μα, για αυτό το είπα!"

"Εντελώς σωστό!" συμπέρανε εγκρίνοντας ο Τσεπούρνι.

Ο Λούι ικανοποιήθηκε με αυτό, και πρότεινε στην Επαναστατική Επιτροπή να μετακινήσουν άμεσα την κωμόπολη του Chevengur μακριά. "Ο άνθρωπος πρέπει να λούζεται στον άνεμο," επιχειρηματολόγησε. "Αλλιώς, θα επιστρέψει στην καταπίεση των αδύναμων, ή αλλιώς τα πάντα θα μαραθούν μόνα τους και θα αρχίσει η μελαγχολία! Αλλά δεν μπορείς να ξεφύγεις από την φιλία όταν βρίσκεσαι στον δρόμο -- ο κομμουνισμός θα κόβει σουλάτσες!"

Ο Τσεπούρνι ζήτησε από τον Προκόφι να κρατήσει καθαρογραμμένες σημειώσεις για την πρόταση του Λούι και έπειτα η πρόταση αυτή συζητήθηκε σε σύνοδο της Επιτροπής. Αν και κατανοούσε την βασική αλήθεια των λέξεων του Λούι, ο Τσεπούρνι δεν εξέφρασε τη διαίσθησή του στον Προκόφι και έτσι η σύνοδος προχωρούσε με δυσκολία όλη εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα. Τελικά, ο Προκόφι σκέφτηκε μια επίσημη απόφαση που παρέκαμπτε την πρόταση του Λούι: "Εν όψει των επερχόμενων πολέμων και επαναστάσεων, η κίνηση του λαού θα πρέπει να θεωρείται η πλέον επείγουσα ένδειξη του κομμουνισμού. Ακριβέστερα, όλος ο πληθυσμός της περιοχής θα πρέπει να εξαπολυθεί κατά του καπιταλισμού μόλις η κρίση του δεύτερου έχει απολύτως κορυφωθεί, και από εκεί και πέρα η νικηφόρος μας πορεία δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ, διαμορφώνοντας τους ανθρώπους στην βάση μιας αίσθησης συντροφικότητας στους δρόμους όλου του επίγειου πλανήτη. Εν τω μεταξύ όμως, είναι δέον να περιορίσουμε τον κομμουνισμό στο έδαφος που έχει ήδη κερδηθεί από την μπουρζουαζία, έτσι ώστε να έχουμε κάτι να διοικούμε."

"Όχι, σύντροφοι", είπε ο πάντοτε λογικός Λούι. "Δεν γίνεται να υπάρξει κομμουνισμός σε καθιστική βάση. Δεν θα είχε εχθρό, άρα ούτε και χαρά."

[...]

Λίγες μέρες αργότερα, ο Λούι είδε τον Κοπιότκιν καβάλα σε ένα δυνατό άλογο και ένιωσε αμέσως ντροπή που ο Κοπιότκιν πήγαινε κάπου, ενώ αυτός, ο Λούι, ήταν ακόμα καρφωμένος στο έδαφος. Τότε ο Λούι ήθελε ακόμα περισσότερο να ξεφύγει, και να αφήσει την κωμόπολη ακόμα πιο πολύ πίσω του. Πριν όμως φύγει, ήθελε να φτιάξει κάτι ώστε να δείξει τα αισθήματά του για τον Κοπιότκιν, αλλά δεν υπήρχε τίποτε με το οποίο να το φτιάξει. Το Chevengur  δεν είχε υλικά για δώρα. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να ποτίσει το άλογο του Κοπιότκιν, αλλά ο Κοπιότκιν απαγόρευε αυστηρά σε ξένους να το πλησιάσουν και το πότιζε πάντοτε ο ίδιος. Ο Λούι συνειδητοποίησε στενοχωρημένος ότι αν και ο κόσμος ήταν γεμάτος σπίτια και διαφορετικές ουσίες, δεν υπήρχε τίποτε σ' αυτόν που να σηματοδοτεί την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ο Λούι αποφάσισε να μη γυρίσει στο Chevengur αφού έβλεπε την επαρχιακή πρωτεύουσα, αλλά να προχωρήσει ως το Πέτρογκραντ και μετά να γραφτεί στο ναυτικό και να ξεκινήσει ένα ταξίδι, παρατηρώντας τη γη, τη θάλασσα και τους ανθρώπους όπου πήγαινε, πράγματα που θα ήταν όλα τους θρεπτικά για την αδελφική του ψυχή. Όταν έφτασε σε μια πλαγιά από την οποία μπορούσε να δει τις κοιλάδες του Chevengur, ο Λούι κοίταξε πίσω στην κωμόπολη και στο πρωϊνό φως:  "Αντίο, κομμουνισμέ και σύντροφοι! Αν ζήσω, θα σας θυμάμαι όλους!"

Ο Κοπιότκιν εξασκούσε την Δύναμη του Προλεταριάτου έξω από τα όρια της κωμόπολης και είδε τον Λούι στα ψηλά.

"Φαίνεται πως ο αλήτης πήρε δρόμο για το Χάρκοφ", είπε στον εαυτό του ο Κοπιότκιν. "Αν συνεχίσω να τρώω τον χρόνο μου με τέτοιους τύπους, θα χάσω τις χρυσές μέρες της Επανάστασης!" Ο Κοπιότκιν έστρεψε το άλογό του πίσω προς την κωμόπολη και ξεκίνησε με ταχύ καλπασμό, με την πρόθεση να ελέγξει όλον τον κομμουνισμό την ίδια εκείνη μέρα, οριστικά, και να πάρει τα μέτρα του.

Επειδή τα σπίτια τα μετακινούσαν, δεν υπήρχαν πλέον οδοί στο  Chevengur. Αντί να μείνουν σε έναν τόπο, τα κτήρια κινούνταν. Η Δύναμη του Προλεταριάτου, που είχε συνηθίσει σε δρόμους ομαλούς και ευθείς, άρχισε να αναστατώνεται και να ιδρώνει από τις συνεχείς στροφές. 

[...]

Αφού έδεσε την Δύναμη του Προλεταριάτου μέσα στον αχυρώνα, ο Κοπιότκιν ξεκίνησε, ακολουθώντας τον ξυπόλυτο Τσεπούρνι, που εκείνη τη μέρα ήταν ευτυχής, εφόσον είχε τελικά γίνει αδελφός όλων των ανθρώπων. Στον δρόμο για το ποτάμι συνάντησαν αρκετούς κατοίκους της κωμόπολης που ήταν ξύπνιοι -- συνηθισμένους ανθρώπους, ίδιους με κάθε άλλο μέρος, μόνο που έμοιαζαν φτωχοί και τα πρόσωπά τους ήταν σαν των φαντασμάτων.

"Οι καλοκαιρινές μέρες βαστάνε πολύ. Τι θα κάνουν με τον χρόνο τους;" ρώτησε ο Κοπιότκιν.

"Με ρωτάς για τον ζήλο τους;" απάντησε ο Τσεπούρνι, που δεν είχε πολυκαταλάβει.

"Κάτι τέτοιο."

"Αλλά το κύριο επάγγελμα του ανθρώπου είναι η ψυχή του. Και το προϊόν του είναι η φιλία και η συντροφικότητα! Δεν σου φτάνει τούτο για ενασχόληση;"

Ο Κοπιότκιν σκέφτηκε λίγο για την προηγούμενη, καταπιεσμένη του ζωή. "Τα πράγματα είναι πολύ γαμημένα καλά στο Chevengur σας" είπε μελαγχολικά. "Μπορεί να είναι απαραίτητο να οργανώσουμε λίγη θλίψη. Ο κομμουνισμός πρέπει να είναι καυστικός -- λίγο φαρμάκι κάνει το φαγητό νοστιμότερο."

Στο στόμα του, ο Τσεπούρνι ένιωσε τη γεύση του αλατιού -- και κατάλαβε αμέσως τον Κοπιότκιν. "Ίσως έχεις δίκαιο. Τώρα θα πρέπει να οργανώνουμε την θλίψη ενσυνείδητα. Μπορούμε να ξεκινήσουμε αύριο, σύντροφε Κοπιότκιν."

[...]

Με ατομική προσοχή, ο ήλιος ζέσταινε την λεπτή πλάτη του Τσεπούρνι, μπαίνοντας μέσα σε όλα τα ιδρωμένα ρήγματα και τις ατέλειες του δέρματός του, έτσι ώστε να καταστρέψει με την θέρμη του τα αόρατα πλάσματα που βρίσκονται εκεί και κάνουν τα σώματα να φαγουρίζονται. Ο Κοπιότκιν κοίταξε τον ήλιο με σεβασμό. Λίγα χρόνια πριν, ζέσταινε την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τώρα βοηθούσε το χορτάρι να ζήσει πάνω απ' τον τάφο της. 

Είχε περάσει καιρός από τότε που ο Κοπιότκιν είχε μπει σε ποτάμι, και ανατρίχιασε απ' το κρύο για λίγο πριν το συνηθίσει. Αλλά ο Τσεπούρνι κολυμπούσε θαρραλέα, ανοίγοντας τα μάτια του μέσα στο νερό και φέρνοντας από τον βυθό μεγάλες πέτρες, διάφορα οστά, και κεφάλια αλόγων. Απ' το μέσο του ποταμού, που ήταν μακρύτερα από όσο μπορούσε να κολυμπήσει ο αδέξιος Κοπιότκιν, ο Τσεπούρνι τραγούδαγε φωναχτά και γινόταν όλο και ομιλητικότερος. Ο Κοπιότκιν αναπήδησε στα ρηχά, ένιωσε το νερό στα χέρια του, και σκέφτηκε "Και το ποτάμι πάει κάπου. Είναι σαν εμάς. Θέλει να νιώσει καλά."

'Οταν βγήκε στην όχθη, ο Τσεπούρνι έλαμπε από χαρά. "Ξέρεις, Κοπιότκιν, όταν είμαι μέσα στο νερό, νομίζω πως ξέρω την αλήθεια ως την τελευταία λεπτομέρεια. Αλλά όταν είμαι με την Επαναστατική Επιτροπή, όλα μοιάζουν με όνειρα του ξύπνιου και φαντασιώσεις."

"Τότε να δουλεύετε από την όχθη."

"Θα βρεχόντουσαν απ' τη βροχή οι θέσεις από την επαρχιακή πρωτεύουσα. Είσαι ηλίθιος!"

Ο Κοπιότκιν δεν ήξερε τι είναι η θέση. Θυμόταν τη λέξη από κάπου, αλλά δεν συνδεόταν με κάποιο συναίσθημα. "Μετά τη βροχή έρχεται ο ήλιος, οπότε μην ανησυχείς για τις θέσεις σου" του είπε καθησυχαστικά. "Θα φυτρώσει έτσι κι αλλιώς το καλαμπόκι."

Ο Τσεπούρνι μέτρησε κοπιαστικά μέσα στο μυαλό του, χρησιμοποιώντας και τα δάχτυλα για να βοηθηθεί. "Οπότε, αντιπροσωπεύεις τρεις θέσεις, έτσι;"

"Δεν χρειαζόμαστε ούτε μια", απάντησε ο Κοπιότκιν. "Απλά πρέπει να γράφεις τα τραγούδια για να μην ξεχαστούν."

"Τι εννοείς; Η πρώτη σου θέση είναι ο ήλιος, η δεύτερη είναι το νερό, και η τρίτη το χώμα."

"Μήπως ξεχνάς τον άνεμο;"

"Καλά λοιπόν. Τέσσερις θέσεις. Αυτό είναι. Ίσως έχεις δίκαιο. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις ότι αν δεν απαντήσουμε στις θέσεις από την επαρχιακή πρωτεύουσα και τούς πούμε ότι όλα πάνε καλά εδώ, θα έρθουν και θα εξαλείψουν όλον μας τον κομμουνισμό."

"Όχι, δεν θα κάνουν κάτι τέτοιο", είπε απορριπτικά ο Κοπιότκιν. "Γιατί να διαφέρουν σε κάτι από μας;"

"Μπορεί να μην είναι διαφορετικοί από μας, αλλά γράφουν πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε, και μετά, ξέρεις, ζητάνε συνέχεια να καταγράφουμε το ένα και το άλλο και να ηγούμαστε του λαού πιο σταθερά. Αλλά τι να καταγράψεις εδώ στο Chevengur, και με τι να ηγηθούμε του λαού;"

[...]

"Τα πράγματα είναι καλά σήμερα", είπε ο Τσεπούρνι αφηρημένα. "Βγήκε όλη η ζεστασιά του ανθρώπου!" είπε, δείχνοντας την κωμόπολη και όλο τον κόσμο σ' αυτή. Μετά έβαλε δυο δάχτυλα στο στόμα, σφύριξε, και με ένα ντελίριο ζεστής μύχιας ζωής γύρισε στο ποτάμι χωρίς να βγάλει το πανοφώρι του. Με οδηγό τη μαύρη χαρά του πλήρους σώματος ρίχτηκε στα καλάμια και πιο πέρα, στο καθαρό ποτάμι, ώστε να ξεφορτωθεί τα σκοτεινά, γεμάτα πεθυμιά του πάθη.

"Ο αλήτης είναι γεμάτος χαρά -- νομίζει ότι λύτρωσε όλο τον κόσμο στην λευτεριά του κομμουνισμού!" σκέφτηκε επικριτικά ο Κοπιότκιν. "Αλλά δεν βλέπω τίποτε εδώ εγώ ο ίδιος."

Στις καλαμιές ήταν μια βάρκα, και μέσα της καθόταν σιωπηλός κάποιος γυμνός. Κοίταζε σκεπτικός στην άλλη όχθη του ποταμού, αν και μπορούσε να την φτάσει με τη βάρκα. Ο Κοπιότκιν πρόσεξε ότι είχε αδύνατο κορμί και ότι το μάτι του ήταν χτυπημένο.

"Ο Πασίντσεφ δεν είσαι;" ρώτησε ο Κοπιότκιν.

"Ναι. Ποιός άλλος να μαι;" απάντησε αμέσως ο άντρας.

"Τότε γιατί εγκατέλειψες την Επαναστατική Οπισθοφυλακή και το πόστο σου εκεί;"

Ο Πασίντσεφ χαμήλωσε το ταπεινωμένο του κεφάλι. "Μ' έδιωξαν σύντροφε. Μου φέρθηκαν απαίσια!"

"Και οι χειροβομβίδες σου;"

"Μάλλον τις απενεργοποίησα πολύ νωρίς. Και έτσι τώρα περιφέρομαι δίχως τιμή, σαν κάποιον τρελό σε θεατρικό έργο."

[...]

Από τον πάτο της βάρκας, ο Πανίντσεφ σήκωσε ένα πουκάμισο από σφιχτοπλεγμένη αλυσίδα. 

"Αυτό δεν κάνει τίποτε", είπε ο Κοπιότκιν. "Απλώς προστατεύει το στήθος σου."

"Και ποιος νοιάζεται για κεφάλια;" είπε ο Πανίντσεφ με περιφρόνηση. "Αυτό που θεωρώ πολύτιμο είναι η καρδιά. Αλλά έχω κάτι για να βάλω στη γκλάβα μου, και για να κρατάω." Ο Πανίντσεφ σήκωσε ένα επιπρόσθετο μικρό κομμάτι πανοπλίας, ένα γείσο από κράνος για το μέτωπό του, με ένα κόκκινο αστέριο βιδωμένο επάνω για όλη την αιωνιότητα, και μια τελευταία άδεια χειροβομβίδα. 

[...]

Ο Κοπιότκιν εξέτασε πάλι το γυμνό κορμί του Πανίντσεφ. "Ντύσου λοιπόν. Πάμε να επιθεωρήσουμε το Chevengur μαζί. Δεν έχει ούτε εδώ αρκετά γεγονότα -- και ο κόσμος βλέπει όνειρα."

[...]

Δίπλα στο μόνιμο τούβλινο σπίτι όπου είχε σταματήσει ο Κοπιότκιν όταν πρωτοέφτασε στο Chevengur ήταν ο Πιούσια. Καθόταν μόνος του και κοίταζε αφηρημένα ολόγυρα.

"Άκου, σύντροφε Πιούσια!' είπε ο Κοπιότκιν. "Πρέπει να διεξάγω αναγνώριση όλου του Chevengur. Πάρε μας για μια περιοδεία επιθεώρησης."

"Καλά", είπε ο Πιούσια, χωρίς να σηκωθεί.

Ο Πανίντσεφ πήγε μέσα στο κτήριο και πήρε ένα παλιό στρατιωτικό πανωφόρι σε στυλ του 1914, που κείτονταν στο πάτωμα. Ήταν μεγάλου μεγέθους και έφερε αμέσως τη γαλήνη σε όλα το σώμα του Πανίντσεφ.

"Τώρα είσαι ντυμένος με κάθε λεπτομέρεια σαν πολίτης" ανακοίνωσε ο Κοπιότκιν. "Αλλά απ' την άλλη μοιάζεις λιγότερο εσύ."

Οι τρεις άντρες περπάτησαν μακρύτερα, μέσα στην θέρμη των κτηρίων της κωμόπολης. Μαραμένες δεντροστοιχίες στέκονταν θλιβερά μέσα στη μέση του δρόμου, και πάνω σε κομμάτια κενού χώρου. Τα δέντρα είχαν μεταφυτευτεί πολλές φορές, και τα κουβάλαγαν στον ώμο, και έτσι έχασαν τη δύναμή τους, παρά τον ήλιο και τη βροχή.

"Ορίστε ένα γεγονός!" είπε ο Κοπιότκιν, δείχνοντας τα σιωπηλά πια δέντρα. "Εγκαθίδρυσαν τον κομμουνισμό για τους ίδιους, οι διάολοι, αλλά καμιά τέτοια τύχη για τα δέντρα!"

Τα λίγα παιδιά που τριγύρναγαν, και τα οποία συνάντησαν τώρα στην ανοιχτωσιά, είχαν καρδαμώσει απ' τον αέρα, την λευτεριά και την έλλειψη καθημερινής επιτήρησης. Όσο για τους ενήλικες, η φύση της ζωής τους στο Chevengur ήταν άγνωστη. Ο Κοπιότκιν δεν είχε εντοπίσει νέα αισθήματα μέσα τους. Εξ αποστάσεως, έμοιαζαν με ανθρώπους που βρισκόντουσαν σε διακοπές από τον ιμπεριαλισμό, αλλά δεν υπήρχαν γεγονότα σχετικά με το τι είχαν μέσα τους και ανάμεσά τους. Ο Κοπιότκιν θεωρούσε την καλή διάθεση απλώς ζήτημα θέρμανσης του αίματος μέσα στο σώμα· δεν σηματοδοτούσε τον κομμουνισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: