Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Michael Kolhaas

Διάβασα εχθές μονορούφι --μού πήρε περίπου 4 ώρες-- το Μίκαελ Κολχάας του Χάινριχ Φον Κλάιστ. Η νουβέλα αφορά το ζήτημα νόμου, δικαιοσύνης και βίας στα ιστορικά συμφραζόμενα της θρησκευτικής μεταρρύθμισης του 16ου αιώνα. Ένας φιλήσυχος και άκρως νομοταγής έμπορος αλόγων αδικείται κατάφωρα από έναν ευγενή, που προκαλεί ζημιές σε δύο άλογά του, και όταν αποτυγχάνει να βρει το δίκιο του δια της νομικής οδού, και η γυναίκα του πεθαίνει στην προσπάθειά της να τον βοηθήσει να προσεγγίσει τις αρχές, εκδίδει διάταγμα με το οποίο χρίζει τον εαυτό του εκτός κράτους και νόμου και μεταμορφώνεται σε αρχάγγελο-τιμωρό της αδικίας (εξού και η συμβολική σημασία του "Μιχαήλ"), αρχίζοντας έναν ανελέητο πόλεμο που τον οδηγεί σε συνεταιρισμό με αποκτηνωμένους εγκληματίες, αδίστακτες σφαγές και εμπρησμούς -- κι όλα αυτά με μοναδικό στόχο να εξαναγκαστούν οι αρχές να εκδικάσουν δίκαια και με διαδικαστική διαφάνεια την αγωγή του. Στο τέλος, και μετά από πολύπλοκες διπλωματικές και νομικές αμφιταλαντεύσεις και συμβιβασμούς (που γίνονται απαραίτητοι γιατί ο Κολχάας έχει γίνει επικίνδυνα λαοφιλής), ο πρωταγωνιστής δικαιώνεται πλήρως στις νομικές του απαιτήσεις αλλά καταδικάζεται ταυτόχρονα σε θάνατο για όσα χρειάστηκε να κάνει ώστε να εισακουστεί από τον νόμο. Πεθαίνει ευτυχής και χωρίς ενοχές για τίποτε, με την λάμα του δήμιου να είναι επίσης το τιμητικό χρίσμα της δικαίωσής του, της επιτυχίας του σε αυτό που ο καφκικός Κ. δεν θα κατορθώσει ποτέ, να περάσει το αφιλόξενο και απόμακρο κατώφλι του νόμου (ο Κολχάας δεν κληροδοτεί ντροπή αλλά τιμή στους γιούς του, και η μακρά ευημερία των απογόνων του είναι το θέμα της τελευταίας πρότασης της νουβέλας).

Ο Κλάιστ --που αυτοκτόνησε πένης και εξαθλιωμένος-- είναι ο Κάφκα χωρίς την ειρωνική δυσπιστία απέναντι στην παράδοση. 'Οπως ακριβώς ο Κ., ο Κολχάας παίρνει τα πάντα απόλυτα σοβαρά. Αλλά στην περίπτωσή του, το να παίρνεις τα πράγματα σοβαρά είναι ανατρεπτικό για τα πράγματα και όχι υπονομευτικό για σένα. Η δράση του Κολχάας έχει πραγματικές προσωπικές και ιστορικές συνέπειες, αναταράσσει την διάταξη του κόσμου του. Το τελικό αποτέλεσμα της δράσης αυτής βέβαια είναι παράδοξο και ειρωνικό, όπως επίπονα και προκλητικά ειρωνικό είναι το γεγονός ότι είναι ακριβώς ο απόλυτος και αδιαπραγμάτευτος σεβασμός του ήρωα για την έννομη τάξη που τον αναγκάζει να την καταλύσει με καταστροφική βία. Αλλά η ειρωνεία στον Κλάιστ είναι τόσο αδιόρατη, τόσο δύσκολο να αποδοθεί στην απόσταση του αφηγητή από τον χαρακτήρα του και τον κόσμο που τον περιβάλλει, ώστε να μην είναι ποτέ ακριβώς ειρωνεία, γεγονός που δημιουργεί την δευτερογενή ειρωνεία της ειρωνείας που παρ' όλα αυτά δεν εκλαμβάνεται καθόλου ως τέτοια απ' τον αφηγητή.

Αυτό το φαινόμενο παρεπηδημεί στον Κλάιστ, που στην "Μαρκησία του Ο" γράφει για μια έγκυο που αρνείται πεισματικά ότι είχε ποτέ σεξουαλική επαφή, και το κάνει χωρίς ειρωνεία για το εντελώς παράδοξο του ισχυρισμού, αλλά και χωρίς να παραδίδεται σε εύκολες χριστιανολογικές αναλογίες. Υπάρχουν πάντα αδιευκρίνιστα πράγματα για τούς ήρωές του, αλλά μπροστά σ' αυτό το αδιευκρίνιστο ο Κλάιστ κατεβάζει το βλέμμα με την ταπεινοφροσύνη κάποιου που παραδέχεται --ρητά, αρκετές φορές-- πως ορισμένα πράγματα είναι τελεσίδικα δυσερμήνευτα. Αυτή η ταπεινοφροσύνη δυναμώνει τον σκληρό πυρήνα των έργων του, και που δεν είναι άλλος από την βίαια επιμονή του πραγματικού, την υπομονετική ανάδειξη ενός στοιχείου στην ανθρώπινη συμπεριφορά που δεν μπορεί να αναλυθεί (δηλαδή επίσης να διαλυθεί, να αποσυναρμολογηθεί) με όρους αιτιατότητας, ψυχολογίας, βιωμάτων, κλπ. Ο κόσμος του Κλάιστ είναι ταυτόχρονα απόλυτα εξηγήσιμος και ύπουλα ακατανόητος: τα πράγματα δείχνουν να είναι συναρμολογημένα λογικά, αλλά την ίδια στιγμή η λογική της συναρμολόγησής τους φαντάζει λογικά απίστευτη. Είναι αυτή η ανεξάλειπτη διττότητα άτεχνης, ρομαντικής αφέλειας (τα πάντα είναι πιστευτά) και προμελετημένης ερμηνευτικής/γνωσιακής καχυποψίας (τίποτε δεν είναι εντελώς διαφανές) που δίνει σε όλα του τα κείμενα την αίσθηση του άχρονου, ή μάλλον του ιστορικά εξόριστου και απόβλητου, κάτι το οποίο τον έκανε ίσως ακόμα αγαπητότερο στον μακρινό και απρόσμενό του απόγονο που λέγεται Φραντς Κάφκα.*

* Η εκλεκτική συγγένεια της Δίκης με το Μίκαελ Κολχάας είναι επίσης συγγένεια μεταξύ επιστροφών του γράμματος: ο αναδιπλασιασμός του "K" ανάμεσα σε συγγραφέα και χαρακτήρα στην πρώτη περίπτωση (Κλάιστ, Κόλχαας), επιστρέφει εμβληματικά και ανεξίτηλα στην δεύτερη (Κάφκα, Κ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: