Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Georges Sorel-Στοχασμοί για τη βία (έκτο μέρος)

Georges Sorel
Στοχασμοί για τη βία
Μτφρ.: Radical Desire

Κεφάλαιο 5
Η πολιτική γενική απεργία

I
Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι των οποίων το μυαλό οξύνεται μοναδικά εξαιτίας της αχόρταγης τους όρεξης, και στους οποίους το κυνήγι για μια εργασία που θα εξασφαλίσει την άνεση βοηθά να αναπτυχθεί η πανουργία που θα ζήλευαν Απάτσι. Βλέπουν τους καθαρά προλεταριακούς οργανισμούς με τρόμο και τους απαξιώνουν όσο μπορούν. [...] Αλλά όταν αντιληφθούν ότι το μίσος τους είναι αδύναμο, ότι η απαξία τους δεν παρεμποδίζει την λειτουργία αυτών των περιφρονημένων οργανισμών, και ότι αυτοί έχουν αντίθετα γίνει ισχυροί, τότε αναζητούν τρόπο να εκμεταλλευτούν για ίδιον όφελος τις δυνάμεις που δημιούργησε το προλεταριάτο.

[...]

Οι πολιτικοί έχουν συχνά εμπλακεί σε απεργίες, επιθυμώντας να καταστρέψουν το κύρος των αντιπάλων τους και να αδράξουν την εμπιστοσύνη των εργατών. [...] Ορισμένοι σοσιαλιστές πολιτικοί [...] έχουν εκπληκτικό ταλέντο στον συνδυασμό των ενστίκτων εξέγερσης και των εκλογικών δυνάμεων. Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν κάποιοι να έχουν την ιδέα ότι τα μεγάλα κινήματα των μαζών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολιτικούς σκοπούς.

Η ιστορία της Αγγλίας μας δίνει αρκετά παραδείγματα μιας κυβέρνησης που υποχωρεί όταν πραγματοποιούνται πολλές διαδηλώσεις ενάντια στα μέτρα της, αν και ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να απωθήσει κάθε επίθεση κόντρα στους υπάρχοντες θεσμούς.  Φαίνεται να είναι παραδεκτή αρχή της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης ότι η πλειοψηφία δεν μπορεί να επιμείνει στο να ακολουθεί σχέδια τα οποία δημιουργούν λαϊκές διαμαρτυρίες υπερβολικά σοβαρού είδους. Πρόκειται για μια από τις εφαρμογές της αρχής του συμβιβασμού στην οποία βασίζεται το σύστημα αυτό. Κανένας νόμος δεν έχει ισχύ όταν μια μειονότητα τον βλέπει ως τόσο καταπιεστικό ώστε να ξεσηκωθεί σε βίαια αντίσταση. Οι μεγάλες βίαιες διαδηλώσεις είναι ένδειξη ότι δεν απέχει πολύ η στιγμή που μπορεί να εξσπάσει ένοπλη εξέγερση. Οι κυβερνήσεις που σέβονται τις παλιές παραδόσεις υποχωρούν μπροστά σε τέτοιες διαδηλώσεις.[1]

Ανάμεσα στην πρώτη απλή απειλή επεισοδίων και την εξέγερση μπορεί να λάβει χώρα μια πολιτική γενική απεργία, η οποία μπορεί να λάβει οποιαδήποτε από μια σειρά μορφών: μπορεί να είναι ειρηνική και μικρής διάρκειας, με στόχο να δείξει στην κυβέρνηση ότι έχει πάρει λάθος δρόμο και ότι υπάρχουν δυνάμεις που μπορούν να της αντισταθούν· ή μπορεί να είναι η πρώτη πράξη σε μια σειρά αιματηρών εξεγέρσεων.

[...] 

Συχνά έχει προταθεί [από κοινοβουλευτικούς σοσιαλιστές] να τεθεί υπό αίρεση η κυβέρνηση με τον τρόπο αυτό, με την διακοπή εργασίας στα ανθρακωρυχεία ή στους σιδηροδρόμους. Για να δημιουργήσουν αυτές οι τακτικές τις συνέπειες που είναι επιθυμητές, η απεργία πρέπει να ξεσπάσει απροειδοποίητα με την πρώτη διαταγή του κόμματος, και πρέπει να σταματήσει τη στιγμή που το κόμμα υπογράφει συμφωνία με την κυβέρνηση.[2] Για τους λόγους αυτούς, οι πολιτικοί είναι τόσο ένθερμοι υποστηρικτές της κεντρικής διοίκησης των συνδικάτων και μιλούν τόσο πολύ για πειθαρχία. Είναι καλά κατανοητό ότι αυτή η πειθαρχία είναι τέτοιου είδους ώστε να υποτάξει το προλεταριάτο στον έλεγχό τους. 

[...]

Η πολιτική γενική απεργία έχει αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα, ότι δεν θέτει σε μεγάλο κίνδυνο τις πολύτιμες ζωές των πολιτικών. [...] Ο Ζορές, που φοβάται μην θορυβήσει τους πελάτες του, τους χρηματιστές [...] θαυμάζει πολύ κάθε κίνημα που έχει απαλλαγεί από τις βίαιες πράξεις που "προκαλούν θλίψη στην ανθρωπότητα." Αλλά δεν είναι κατά συνέπεια και αμετανόητος εχθρός της πολιτικής γενικής απεργίας.[3]

[...] Αυτό που έγινε [στην περίπτωση του Βελγίου] ήταν λοιπόν κάτι μάλλον αντίθετο με την προλεταριακή γενική απεργία, εφόσον οι εργάτες [δια της πολιτικής γενικής απεργίας] υπηρέτησαν τους στόχους του Κράτους και των καπιταλιστών.

[...]

Η βελγική αυτή εμπειρία δεν στερείται ενδιαφέροντος, διότι μάς καθιστά σαφές ότι η προλεταριακή γενική απεργία και η πολιτική γενική απεργία είναι διαμετρικά αντίθετες.

[...]

Όλος ο βελγικός σοσιαλισμός τείνει προς την ανάπτυξη του κρατικού βιομηχανισμού και της σύστασης μιας τάξης εργατο-δημοσίων υπαλλήλων που θα πειθαρχούνταν αυστηρά κάτω από το σιδηρό χέρι των ηγετών που αποδέχεται η δημοκρατία. Είναι αρκετά φυσικό λοιπόν σε μια τέτοια χώρα η γενική απεργία να γίνεται αντιληπτή με πολιτική μορφή. Υπό τέτοιες συνθήκες, ο μόνος στόχος της λαϊκής εξέγερσης πρέπει να είναι να παραδώσει την πολιτική ισχύ από τη μια ομάδα πολιτικών στην άλλη [4] -- με τον λαό να παραμένει το παθητικό ζώο που υπομένει τον ζυγό.

[...]

Έχουμε λοιπόν εδώ ένα κριτήριο το οποίο θα χρησιμεύσει για να διακρίνουμε μεταξύ δύο ειδών κινήματος τα οποία γενικά τείνουν να σηματοδοτούνται με το ίδιο όνομα. Μελετήσαμε μια προλεταριακή γενική απεργία, η οποία είναι ένα αδιαίρετο όλον. Τώρα θα πρέπει να σκεφτούμε για την γενική πολιτική απεργία, η οποία συνδυάζει τα περιστατικά της οικονομικής εξέγερσης με πολλά άλλα στοιχεία που εξαρτώνται από συστήματα ξένα προς την οικονομία.  Στην πρώτη περίπτωση, δεν μπορούμε να μελετήσουμε καμία λεπτομέρεια αποσπασματικά. Στην δεύτερη, τα πάντα εξαρτώνται από την τέχνη με την οποία συνδυάζονται ετερογενείς λεπτομέρειες. Στην περίπτωση αυτή [της πολιτικής γενικής απεργίας], τα μέρη πρέπει να εξετάζονται χωριστά, και πρέπει να γίνεται προσπάθεια να εναρμονιστούν. Θα σκεφτόταν κανείς ότι ένα τέτοιο καθήκον θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό ως καθαρά ουτοπικό (ή ακόμα και μάλλον παράλογο) από όσους έχουν την συνήθεια να έχουν τόσες πρακτικές αντιρρήσεις ως προς την προλεταριακή γενική απεργία. Αλλά αν το προλεταριάτο, δεν μπορεί υποτίθεται να κάνει τίποτε μόνο του, οι πολιτικοί μπορούν να κάνουν τα πάντα. Δεν είναι ένα από τα δόγματα της δημοκρατίας ότι η ευφυία των δημαγωγών μπορεί να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο;

Δεν θα κάνω παύση εδώ ώστε να συζητήσω τις πιθανότητες επιτυχίας που έχουν αυτές οι τακτικές. Το αφήνω στους σπεκουλαδόρους που διαβάζουν Ουμανιτέ να ανακαλύψουν πώς η πολιτική γενική απεργία μπορεί να εμποδιστεί από το να καταλήξει στην αναρχία. Το μόνο μου ενδιαφέρον στις σελίδες που ακολουθούν θα είναι να φωτίσω πλήρως την μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις της γενικής απεργίας. 

Σημειώσεις του μεταφραστή
1.Επαφίεται στην κρίση του αναγνώστη αν αυτό που περιγράφεται εδώ ως θεσμοποίηση του συμβιβασμού και σεβασμός στην αντίσταση της μειοψηφίας εξακολουθεί να υφίσταται στις αστικές δημοκρατίες μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσης. Κατά συνέπεια, επαφίεται στην κρίση του αναγνώστη η κρίση για το αν οι σημερινές αστικές δημοκρατίες είναι εξίσου ή λιγότερο "ανεκτικές" και δεκτικές "συμβιβασμών" από αυτές των αρχών του 20ου αιώνα.
2. Αυτό είναι το συστατικό υπολογιστικού "εκβιασμού" --και κατά συνέπεια, χρήσης βίας-- που ο Μπένγιαμιν της "Κριτικής της βίας" διακρίνει στις επιμέρους, πολιτικά υποκινούμενες απεργίες, σε αντίθεση με την γενική προλεταριακή απεργία.
3. Ο Σορέλ επισημαίνει εδώ την αντίφαση ανάμεσα στην γενική ηθική εναντίωση απέναντι στη βία και την υποστήριξη της πολιτικής γενικής απεργίας, παρά το γεγονός ότι αυτή ασκεί υπολογιστικά εκβιαστική βία ή, με τα λόγια του Σορέλ, "μπορεί να είναι η πρώτη πράξη σε μια σειρά αιματηρών εξεγέρσεων." Αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ το πώς περιγράφει ο Μπένγιαμιν τη "θεϊκή βία": είναι καταστροφική αλλά αναίμακτη.
4. Εδώ, ο Σορέλ εισάγει το περαιτέρω --και για τον Μπένγιαμιν καθοριστικό-- στοιχείο της βίας της γενικής πολιτικής απεργίας, της απεργίας που δεν σηματοδοτεί την πλήρη καταστροφή του υπάρχοντος: Δεν καταργεί το κράτος, ούτε την πολιτική ισχύ μιας κάστας "διοικητών"· απλώς μεταβιβάζει την διακυβέρνηση από μια πολιτική ομάδα σε μια άλλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: