Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Georges Sorel-Στοχασμοί για τη βία (πέμπτο μέρος)

Γ. Ο σοσιαλισμός ενέπνεε πάντοτε φόβο εξαιτίας του τεράστιου στοιχείου του άγνωστου που εμπεριέχει· ο κόσμος αισθάνεται ότι ένας μετασχηματισμός τέτοιου είδους δεν θα επέτρεπε επιστροφή. Οι ουτοπιστές χρησιμοποίησαν όλη τη λογοτεχνική τους τέχνη στην προσπάθειά τους να κατευνάσουν την αγωνία μέσω εικόνων τόσο μαγευτικών ώστε να εξοβελιστεί κάθε φόβος· όμως όσο περισσότερο μάζευαν ωραίες υποσχέσεις, τόσο οι σκεπτικοί υποπτευόντουσαν παγίδες -- και σ' αυτό δεν είχαν απόλυτο άδικο, μιας και οι ουτοπιστές θα οδηγούσαν τον κόσμο σε καταστροφές, τυραννία και ηλιθιότητα αν έβρισκαν πρόθυμα αυτιά.

Ο Μαρξ ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι η κοινωνική επανάσταση στο όνομα της οποίας μιλούσε θα αποτελούσε μια ανεπίστρεπτη μεταμόρφωση και ότι θα σηματοδοτούσε ένα απόλυτο διαχωρισμό ανέμσα σε δύο ιστορικές εποχές. Επέστρεφε συχνά σ' αυτή την ιδέα ενώ ο Έγκελς προσπαθούσε να δείξει, μέσω εικόνων που καμμιά φορά ήταν λίγο πομπώδεις, το ότι η οικονομική χειραφέτηση θα ήταν το σημείο αναχώρησης για μια εποχή που δεν θα είχε σχέση με το παρελθόν. Απορρίπτοντας όλες τις ουτοπίες, αυτοί οι δύο θεμελιωτές αποκήρυξαν και κάθε πηγή δια μέσω της οποίας οι προκάτοχοί τους καθιστούσαν την προοπτική της επανάστασης λιγότερο τρομακτική· όσο όμως δυνατές και αν ήταν οι εντυπώσεις που χρησιμοποίησαν, τα αποτελέσματα που παρήγαγαν εξακολουθούν να είναι πολύ κατώτερα από αυτά που παράγονται από την επίκληση της γενικής απεργίας. Η αντίληψη αυτή το καθιστά αδύνατο να μη δούμε ότι ένα είδος ασταμάτητο κύμα θα περάσει πάνω από τον παλιό πολιτισμό.

Υπάρχει κάτι πολύ τρομακτικό σε τούτο. Αλλά νομίζω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο να επιμείνουμε σ' αυτό το στοιχείο του σοσιαλισμού αν είναι να διατηρήσουμε την πλήρη του παιδευτική αξία. Οι σοσιαλιστές πρέπει να πειστούν ότι η εργασία στην οποία αφιερώνονται είναι σοβαρή, επιβλητική, και Υψηλή εργασία. Μόνο με την προϋπόθεση αυτή θα μπορέσουν να αντέξουν τις αμέτρητες θυσίες που τους επιβάλλονται από μια προπαγάνδα η οποία δεν μπορεί να προσφέρει ούτε τιμές, ούτε κέρδη, ούτε καν άμεση διανοητική ικανοποίηση. Ακόμα και αν το μόνο αποτέλεσμα της ιδέας της γενικής απεργίας ήταν να κάνει την σοσιαλιστική αντίληψη πιο ηρωική, θα έπρεπε για αυτόν τον λόγο και μόνον να την βλέπουμε ως κάτι που έχει ανεκτίμητη αξία.

Οι ομοιότητες που έχω μόλις υποδείξει ότι υπάρχουν ανάμεσα στον Μαρξισμό και την γενική απεργία θα μπορούσαν να προεκταθούν και να εμβαθυνθούν περαιτέρω. Αν έχουν ως τώρα αγνοηθεί, ο λόγος είναι ότι μάς κάνει μεγαλύτερη εντύπωση η μορφή των πραγμάτων από ότι το περιεχόμενό τους· πολλοί άνθρωποι βρίσκουν μεγάλες δυσκολίες στο να πειστούν ότι μπορεί να υπάρχουν παράλληλοι ανάμεσα σε μια φιλοσοφία που βασίζεται στον εγελιανισμό και τις νοητικές κατασκευές ανθρώπων που δεν έχουν καμία υψηλή κουλτούρα.

[...]

Έχω πει ότι ο Μαρξ απέρριψε κάθε προσπάθεια να καθοριστούν οι συνθήκες μιας μελλοντικής κοινωνίας: δεν μπορούμε να υπερτονίσουμε το σημείο αυτό, διότι δείχνει ότι ο Μαρξ πήρε θέση εκτός του πεδίου της αστικής επιστήμης. Το δόγμα της γενικής απεργίας απίσης αποκηρύττει αυτή την επιστήμη, και πολλοί καθηγητές κατά συνέπεια κατηγορούν την νέα σχολή [του συνδικαλιστικού Μαρξισμού] για το ότι έχει μόνον αρνητικές ιδέες· ο δικός τους στόχος, από την άλλη, είναι ο ευγενής στόχος του να οικοδομήσουν την γενική ευτυχία. Οι αρχηγοί της σοσιαλδημοκρατίας, νομίζω, δεν ήταν και πολύ Μαρξιστές στο σημείο αυτό. Λίγα χρόνια πριν, ο Κάουτσκι έγραψε τον πρόλογο σε μια μάλλον κωμική ουτοπία.

[...]

Οι υπέρμαχοι αυτής της άχρηστης ψευδο-επιστήμης [της αστικής κοινωνιολογίας] δεν επέτρεψαν στον εαυτό τους την αμφιβολία όταν αντιμετώπισαν την αντίρρηση, που είναι νόμιμη στην περίπτωση αυτή, ότι οι μέθοδοι υπολογισμού τους ήταν εντελώς ανεπαρκείς για να μπορέσουν να καθορίσουν κάτι. Η αντίληψή τους για την επιστήμη, έχοντας αντληθεί από την αστρονομία, θεωρεί ότι μπορούν να διατυπωθούν τα πάντα δια μέσω κάποιου μαθηματικού νόμου. Προφανώς, δεν υπάρχουν τέτοιου είδους νόμοι στην κοινωνιολογία. [...] Αυτή η ούτως καλούμενη επιστήμη είναι απλώς φλυαρία.

Οι ουτοπιστές αρίστευσαν στην τέχνη της επίδειξης λύσεων στην βάση τέτοιων προκαταλήψεων. Όσο περισσότερο οι επιδείξεις τους ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις σχολικού εγχειριδίου, τόσο περισσότερο πειστικές νόμιζαν πως ήταν οι εφευρέσεις τους. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι αντίθετη αυτής της πίστης, και ότι θα πρέπει να έχουμε λιγότερη εμπιστοσύνη σε προτάσεις για κοινωνική μεταρρύθμιση όσο περισσότερο βλέπουμε κάθε δυσκολία να φαίνεται να επιλύεται με τρόπο φαινομενικά ικανοποιητικό.

[...]

Ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτα πολύ δυσνόητος, εφόσον ασχολείται με την παραγωγή, δηλαδή με την πιο μυστήρια όψη της ανθρώπινης δραστηριότητας, και εφόσον προτείνει τον δραστικό μετασχηματισμό αυτής της περιοχής, η οποία είναι και αδύνατο να περιγραφεί με την ευκρίνεια που μπορεί κανείς να εντοπίσει σε πιο επιφανειακά θέματα. Καμία προσπάθεια της σκέψης, καμία διαδικασία γνώσης, κανένα λογικό συμπέρασμα δεν θα μπορέσει ποτέ να διαλύσει το μυστήριο που περιβάλλει τον σοσιαλισμό. Και είναι επειδή ο Μαρξισμός αναγνώρισε επιτέλους αυτό το μυστήριο ως χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού που απέκτησε και το δικαίωμα να χρησιμεύσει ως εναρκτήριο σημείο σοσιαλιστικής διερεύνησης.

Αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε άμεσα ότι αυτό το μυστήριο αφορά μόνο τη γλώσσα με την οποία προσπαθούμε να περιγράψουμε τις μεθόδους για την επίτευξη του σοσιαλισμού. Η δυσκολία μπορεί να ειπωθεί ότι είναι απλώς και μόνο σχολαστικιστικού τύπου. Δεν μας εμποδίζει στο παραμικρό να οραματιστούμε το προλεταριακό κίνημα με τρόπο ακριβή, πλήρη και εντυπωσιακό, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το μέσο της ισχυρής εκείνης αντίληψης που έχει συλλάβει το προλεταριακό μυαλό κατά τη διάρκεια των κοινωνικών συγκρούσεων, και που ονομάζεται γενική απεργία. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η τελειότητα αυτής της μεθόδου αναπαράστασης θα εξαφανιζόταν άμεσα αν γινόταν οποιαδήποτε απόπειρα να αναλυθεί η γενική απεργία σε ένα σύνολο ιστορικών λεπτομερειών: πρέπει να λαμβάνεται ως αδιαίρετο όλον, και πρέπει η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό να γίνεται αντιληπτή ως καταστροφή της οποίας η ανάπτυξη υπερβαίνει την περιγραφή.

Η κατάστασή μας μοιάζει κάπως με αυτή των φυσικών, οι οποίοι κάνουν γιγάντιους υπολογισμούς βασισμένοι σε θεωρίες που το πεπρωμένο τους είναι να ξεπεραστούν. Στις μέρες μας, έχουμε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα του να ανακαλύψουμε μια πλήρη επιστήμη της φύσης. Το θέαμα των σύγχρονων επιστημονικών επαναστάσεων δεν είναι ενθαρρυντικό για τους επιστήμονες, και αναμφίβολα έχει οδηγήσει πολλούς --είναι φυσικό-- να ανακηρύξουν την χρεοκοπία της επιστήμης. Όμως θα πρέπει να ήμασταν τρελοί για να εκχωρήσουμε την διαχείριση της βιομηχανίας σε μάγους, μέντιουμ και θαυματοποιούς. Ο φιλόσοφος που δεν αναζητά την πρακτική εφαρμογή των θεωριών του μπορεί να αναλάβει την οπτική γωνία του μελλοντικού ιστορικού της επιστήμης, και κατόπιν να αμφισβητήσει τον απόλυτο χαρακτήρα των σημερινών επιστημονικών θεωριών. Αλλά έχει όση άγνοια έχει και ο σημερινός φυσικός όταν του ζητείται να διορθώσει τις εξηγήσεις που δίνει ο δεύτερος. Πρέπει λοιπόν να αναζητήσει καταφύγιο στον σκεπτικισμό;

Σήμερα, κανένας φιλόσοφος που να αξίζει τον κόπο ενασχόλησης δεν δέχεται την σκεπτικιστική θέση. Ο μεγάλος τους στόχος, αντίθετα, είναι να αποδείξουν την νομιμότητα μιας επιστήμης η οποία όμως δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αληθινή φύση των πραγμάτων, και η οποία περιορίζεται σε σχέσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πρακτικούς σκοπούς. Είναι επειδή η κοινωνιολογία βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων που είναι ανίκανοι φιλοσοφικής συλλογιστικής που γίνεται εφικτό να μάς επιτίθενται (στο όνομα της μικρής επιστήμης) για το γεγονός ότι μας ικανοποιούν μέθοδοι που βασίζονται στους νόμους της δράσης, οι οποίοι μας αποκαλύπτονται απ' όλα τα μεγάλα ιστορικά κινήματα.

Το να προχωρούμε σε επιστημονική βάση σημαίνει, πρώτα από όλα, το να γνωρίζουμε ποιες δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο και κατόπιν, το να παίρνουμε μέτρα ώστε να μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε, συλλογιζόμενοι με βάση την εμπειρία. Για αυτό λέω ότι δεχόμενοι την ιδέα της γενικής απεργίας, αν και γνωρίζουμε ότι είναι μύθος, προχωρούμε ακριβώς όπως ένας σύγχρονος φυσικός, ο οποίος έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στην επιστήμη του, αν και γνωρίζει ότι στο μέλλον η επιστήμη αυτή θα φαίνεται απαρχαιωμένη. Εμείς είμαστε αυτοί που έχουν πραγματικό επιστημονικό πνεύμα, ενώ οι κριτές μας έχουν χάσει επαφή τόσο με τη σύγχρονη επιστήμη όσο και με τη φιλοσοφία. Και έχοντάς το αποδείξει, είμαστε ήσυχοι με τη συνείδησή μας.

[Τέλος τέταρτου κεφαλαίου]

Δεν υπάρχουν σχόλια: