Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη (τρίτο μέρος)

Ο Σορέλ πιστώνεται από τον Μπένγιαμιν για το γεγονός ότι είναι ο πρώτος που έκανε την διάκριση ανάμεσα στα δύο εφικτά είδη απεργίας. Όπως είναι γνωστό, αυτά είναι “η πολιτική γενική απεργία” και η “προλεταριακή γενική απεργία”. Τα δύο είδη απεργίας βρίσκονται σε ακραία αντίθεση (“είναι διαμετρικά αντίθετα το ένα από το άλλο”· Στοχασμοί σ. 196/148), και όπως υπογραμμίζει ο Μπένγιαμιν είναι “αντιθετικά σε ό,τι αφορά τη σχέση τους με τη βία” (Gesammelte Schriften 2.1: σ. 193/Selected Writings 1: σ. 245). Η πολιτική γενική απεργία ανταποκρίνεται σ' αυτή την “παθητική” άσκηση του δικαιώματος στην απεργία η οποία βασίζεται στην αρχή του “εκβιασμού”: όντας οργανωτικό όχημα των “πολιτικών” και “διανοουμένων” της ταξικής πάλης, έχει ως στόχο απλώς το να ρίξει μια πολιτική τάξη ώστε να την αντικαταστήσει με μια άλλη. Γράφει ο Σορέλ:
Η πολιτική γενική απεργία συγκεντρώνει όλη την αντίληψή της σε μια ευνόητη εικόνα: δείχνει πώς το Κράτος δεν θα έχανε τίποτε από τη δύναμή του, πώς η μεταβίβαση της εξουσίας από μια προνομιούχο τάξη σε μια άλλη θα λάμβανε χώρα, και πώς η μάζα των παραγωγών θα άλλαζε απλώς αφεντικά. (Στοχασμοί σ. 226/171).
Αντί να απειλεί την εξουσία του νόμου, η πολιτική γενική απεργία είναι απλώς μια αλλαγή αφεντικών της εργατικής τάξης και στόχος της είναι η αντιστροφή των σχέσεων εξουσίας και η συντήρηση —και ενίσχυση— της κρατικής εξουσίας.

Σε αντίθεση μ’ αυτό, η προλεταριακή γενική απεργία θέτει ως μοναδικό της στόχο την καταστροφή της εξουσίας του κράτους, καταργώντας το κράτος και την έννομη τάξη που αυτό συντηρεί.
Η γενική απεργία καταστρέφει όλες τις θεωρητικές συνέπειες κάθε εφικτής κοινωνικής πολιτικής. Οι υποστηρικτές της βλέπουν ακόμα και τις πιο δημοφιλείς κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ως αστικές σε χαρακτήρα (Στοχασμοί σ. 167/126).
Οι συνδικαλιστές, ισχυρίζεται ο Σορέλ, δεν θέλουν να αναμορφώσουν το κράτος, “θέλουν να το καταστρέψουν”, επειδή θέλουν να πραγματώσουν την ιδέα του Μαρξ ότι η σοσιαλιστική επανάσταση “δεν πρέπει να καταλήγει στην αντικατάσταση μιας κυβερνώσας μειοψηφίας από μια άλλη” (Στοχασμοί σ. 142/107). Για τον Σορέλ, οι κοινοβουλευτικοί σοσιαλιστές δεν είναι παρά τα “παιδιά της αστικής τάξης”, τα οποία δεν γνωρίζουν τίποτε έξω από την ιδεολογία του κράτους. Για αυτό τον λόγο, αποπροσανατολίζονται και σοκάρονται από την προλεταριακή βία, την οποία κοιτούν με τρόμο (Στοχασμοί σ. 30/18). Θα το καταλάβαιναν αν ο λαός αποπειρώταν μια εξέγερση όταν νιώσει αρκετά καλά οργανωμένος ώστε να καταλάβει το κράτος, αλλά η βία που δεν έχει τέτοιο στόχο τους φαίνεται απλώς τρέλα, μια απεχθής καρικατούρα της εξέγερσης (Στοχασμοί σ. 31-32/19-20). Έτσι, αναπαράγουν απλώς την κρατική ισχύ. Ο Σορέλ διαφοροποιεί τους όρους ισχύς και βία έτσι ώστε
το αντικείμενο της ισχύος είναι πάντοτε η επιβολή μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης στην οποία κυβερνά η μειοψηφία, ενώ η βία τείνει στην καταστροφή της τάξης αυτής (Στοχασμοί σ. 219-20/165-66).
Η ισχύς αποσκοπεί στην εξουσία ενώ η βία στην καταστροφή της εξουσίας.

Ενάντια στην εικόνα της προόδου που προωθούσε ο μεταρρυθμιστικός και κοινοβουλευτικός σοσιαλισμός, ο Σορέλ νιώθει την ανάγκη για τον σοσιαλισμό να θέσει “την εικόνα της απόλυτης καταστροφής που τόσο τέλεια προσφέρει η γενική απεργία” (Στοχασμοί σ.167-68/126). Μια καταστροφή που θα ήταν “απόλυτη και ανεπίστρεπτη” (Στοχασμοί σ. 206/155), θα διέλυε όλες τις μεταρρυθμιστικές ψευδαισθήσεις για τα “αρχικά δικαιώματα του ανθρώπου” και την “εμμενή δικαιοσύνη”, και θα οδηγούσε στην καταστροφή των θεσμών δια των οποίων ζουν οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι (Στοχασμοί σ. 37-38/24). Ως τέτοια, υπογραμμίζει ο Σορέλ, η προλεταριακή γενική απεργία “εμπεριέχει ολόκληρο τον προλεταριακό σοσιαλισμό” (Στοχασμοί σ. 200/150).

1.3. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Μπένγιαμιν, ενώ στην πρώτη αναφορά στην απεργία αποκαλεί την Gewalt “ενεργό” άσκηση του δικαιώματος στην απεργία (με σορελιανούς όρους “προλεταριακή γενική απεργία”) και όχι “παθητικό” (“πολιτική γενική απεργία”), ανατρέπει τους όρους ενώ συζητά τον Σορέλ και δηλώνει ότι ενώ η πολιτική γενική απεργία είναι Gewalt, “εφόσον προκαλεί μόνο εξωτερική μετατροπή των συνθηκών εργασίας”, η προλεταριακή ανεργία ως reines Mittel είναι gewaltos (μη βίαια). Και εξηγεί:
Γιατί λαμβάνει χώρα όχι στην προθυμία να ξαναξεκινήσει εργασία μετά από εξωγενείς παραχωρήσεις και αυτή ή την άλλη μετατροπή στις συνθήκες εργασίας, αλλά στην αποφασιστικότητα να ξαναξεκινήσει μόνο μια εργασία που έχει ολοκληρωτικά μεταμορφωθεί, γιατί δεν επιβάλλεται πλέον από το κράτος — ανατροπή που αυτού του είδους η απεργία δεν προκαλεί τόσο όσο εκπληρώνει (Gesammelte Schriften 2.1: σ. 194/Selected Works 1: σ. 246).
Η αντίθεση μεταξύ των ρημάτων veranlassen (προκαλώ ως αιτία) και vollziehen (εκπληρώνω) είναι σημαντική: ενώ το πρώτο υπονοεί μια ισχυρή—θα μπορούσε κάποιος να πει βίαια—πράξη πρόκλησης συνεπειών, μία “κυοφόρηση” που μπορεί να γίνει δια της βίας πίεση (verpflichten), το δεύτερο μεταφέρει την έννοια της “εκπλήρωσης” (Vollziehung, Vollbringung, Vollendung). Το veranlassen ανήκει στην κατηγορία του Erspressung (εκβιασμός) και συνεπώς σε μια πολιτική μέσων και σκοπών, μέσων προς έναν εκβιασμό που στοχεύει στην ανακατανομή της βίαιας δύναμης, στην “βίαια” πολιτική της πολιτικής γενικής απεργίας. Αντίθετα, μια πολιτική καθαρών μέσων έχει την Vollziehung, την εκπλήρωσή της, μέσα της, και έτσι “εκπληρώνει” την απεργία ως καθαρή, απόλυτη επανάσταση. Ανήκοντας στην κατηγορία των μη βίαιων, καθαρών μέσων, η προλεταριακή γενική απεργία είναι μια μορφή εμφάνισης αυτής της reine, unmittelbare Gewalt (της καθαρής, αδιαμεσολάβητης βίας), που ο Μπένγιαμιν ονομάζει αργότερα στο δοκίμιο göttliche Gewalt (θεία βία): μια βία που είναι rechts-vernichtend (καταστροφική του νόμου), vernichtet grenzenlos (ατέρμονα καταστροφική των ορίων), entsühnend και schlagend (εξιλεωτική και κεραυνοβόλος) και “φονική κι όμως αναίμακτη”.

Έχουμε εδώ τους όρους του προβλήματος: αφενός, η απεργία ως πολιτική πράξη θεωρείται aktiv και άρα Gewalt, φονική και ολέθρια, και ο καταστροφικός της χαρακτήρας αποθεώνεται στο απόλυτο και το ανεπίστρεπτό της. Αφετέρου, ως μη πράξη, ονομάζεται gewaltlos (μη βίαια) και έτσι καθαρό μέσο, καθαρή μεσολάβηση, και η εκπλήρωσή της συνίσταται σε μια παράλειψη. Για να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την αμφισημία αυτή θα πρέπει να τοποθετήσουμε την απεργία μέσα σε ένα είδος “αστερισμού” ο οποίος συγκροτείται από τον μύθο, την ηθική και την πράξη στο έργο των δύο συγγραφέων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: