Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη (δεύτερο μέρος)

Στόχος του παρόντος δοκιμίου είναι να ακολουθήσει την κατεύθυνση των Χάμαχερ και Γουργουρή και να προσπαθήσει να εξηγήσει πώς καταλήγει η βία να εξισώνεται με την καθαρή πράξη στο έργο των δύο συγγραφέων. Η υπόθεση η οποία οδηγεί και δικαιολογεί την σύγκριση είναι ότι το μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον του Μπένγιαμιν για τους Στοχασμούς μαρτυρά μια βαθύτερη κατανόηση ενός κειμένου συχνά --και ακόμα και σήμερα-- υποτιμημένου. Χωρίς να προσπαθεί να "μπενγιανοποιήσει" τον Σορέλ, το δοκίμιο αυτό θα αποπειραθεί μια ανάγνωση του έργου του υπό το φως ορισμένων ζητημάτων που καθοδηγούν την προσέγγιση του Μπένγιαμιν στο ζήτημα της βίας. Η ανάλυση θα επικεντρωθεί στην φιλοσοφία (ή τις φιλοσοφίες) της ιστορίας στις οποίες αποκτούν τα συγκεκριμένα τους νοήματα οι αλληλοσχετιζόμενες έννοιες της απεργίας, του μύθου και της ηθικής. Στην περίπτωση του Μπένγιαμιν, θα χρησιμοποιήσω μια σειρά κειμένων και σπαραγμάτων τα οποία επεξεργάστηκε ο Μπένγιαμιν την περίοδο --ή λίγο πριν ή μετά- που ετοίμαζε το "Για μια κριτική της βίας". Δεν αναφέρομαι μόνο στα ανοιχτά "πολιτικά" κείμενα, αλλά και στα κείμενα που μας βοηθούν να καταλάβουμε την πολιτική του. Δεν θα ακολουθήσω τις προφανείς συμφωνίες με το ύστερο έργο του Μπένγιαμιν. Όσο για τον Σορέλ, οι Στοχασμοί είναι οι ίδιοι μια σειρά άρθρων, τα οποία πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιταλικό περιοδικό Il Divenire sociale ανάμεσα στο 1905 και το 1906, και κατόπιν ξαναέτυχαν επεξεργασίας για δημοσίευση σε μορφή βιβλίου το 1908. Το βιβλίο εκθέτει τους στοχασμούς του συγγραφέα για τη βία για ένα εκτεταμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, η ανάλυση θα περιοριστεί στο κείμενο αυτό.

1. Απεργία
1.1. Το νόημα της "απεργίας" στα κείμενα των Σορέλ και Μπένγιαμιν έχει συζητηθεί και αναλυθεί διεξοδικά στην σχετική βιβλιογραφία. Θα πρέπει εδώ να συνοψίσουμε το επιχείρημα για να θέσουμε τους όρους του ζητήματος. Στις πρώτες σελίδες του "Για μια κριτική της βίας", η παραχώρηση του δικαιώματος στην απεργία αποκαλύπτει μια "αντικειμενική αντίφαση στην νομική κατάσταση", διότι είναι η μόνη περίπτωση στην οποία επιτρέπεται η εφαρμογή Gewalt από μια μη κρατική δύναμη. Όταν το δικαίωμα στην απεργία οδηγείται στις ακραίες του συνέπειες, την επαναστατική γενική απεργία, ανακηρύσσεται παράνομο απ' το κράτος. Το κράτος λοιπόν δέχεται μια μορφή βίας, τους στόχους της οποίας βλέπει κάποιες φορές ως αδιάφορους (βελτίωση συνθηκών εργασίας ή μισθών). Αλλά υπό άλλες συνθήκες (αυτές της επαναστατικής γενικής απεργίας) αντιδρά με βία. Η αντίφαση και το παράδοξο εδώ είναι ότι η άσκηση ενός δικαιώματος, το οποίο τυγχάνει νομικής προστασίας, μπορεί ορισμένες φορές να ιδωθεί ως βίαια. Ή αλλιώς, η απεργία ως εκπλήρωση ενός δικαιώματος αντιτίθεται, όταν χρησιμοποιεί τη βία, στην έννομο τάξη που εγγυάται εξ αρχής το δικαίωμα της απεργίας (Gesammelte Schriften 2.1 σ. 183-84/Selected Writings 1: σ. 239-40). Η αντίφαση αυτή ανοίγει τον χώρο για μια κριτική της κρατικής Gewalt.

Ο πρώτος σημαντικός χαρακτηρισμός της απεργίας γίνεται εδώ: η απεργία ορίζεται ως παράλειψη δράσης και άρα ουσιαστικά ως μη πράξη. Η μη πράξη θεωρείται συνώνυμη με την μη βία, και άρα η απεργία εξισώνεται με την μη βίαια μη πράξη. Μια μη πράξη δεν θεωρείται βίαια από το κράτος και συνεπώς η απειλή της δεν γίνεται αντιληπτή. Ή καλύτερα, όταν η παράλειψη μιας δράσης συνιστά απλή διακοπή σχέσεων, τότε μπορεί να θεωρηθεί μη βίαια, ή καθαρό μέσο. Το δικαίωμα στην απεργία το οποίο εκχωρεί η κρατική ισχύς στους εργαζόμενους έχει ως σκοπό απλώς την απόσυρση ή την αποξένωση από μια βία η οποία ασκείται έμμεσα από τον εργοδότη. Όμως αν η παράλειψη της δράσης λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα με την προθυμία να ξαναρχίσει κανείς εργασία υπό διαφορετικές συνθήκες, τότε η παράλειψη περιέχει μια στιγμή βίας υπό την μορφή του εκβιασμού. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση, το δικαίωμα στην απεργία γίνεται απλώς άλλο ένα μέσο προς ένα σκοπό, γίνεται δικαίωμα στην άσκηση ισχύος για να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι (Gesammelte Schriften 2.1 σ. 183-84/Selected Writings 1: σ. 239). Στην περίπτωση της γενικής απεργίας, λέει ο Μπένγιαμιν, η συμπεριφορά των απεργών μπορεί να αποκληθεί ενεργητική (aktiv) και η απεργία μπορεί να αποκληθεί Gewalt, καθώς οι απεργοί ασκούν το δικαίωμά τους να απεργήσουν "ώστε να ανατρέψουν το νομικό σύστημα που τούς έχει αποδώσει το δικαίωμα αυτό." Αλλιώς, η συμπεριφορά των απεργών είναι παθητική (passiv) και η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί απλώς "εκβιασμό" (Gesammelte Schriften 2.1 σ. 185/Selected Writings 1: σ. 240).

Το κράτος λοιπόν εκχωρεί το δικαίωμα στην απεργία κόντρα στα συμφέροντά του και ακριβώς επειδή [το δικαίωμα αυτό] "αποτρέπει βίαιες πράξεις που το κράτος φοβάται να αντιμετωπίσει": η άρνηση αυτού του δικαιώματος θα προκαλούσε βίαια αντίδραση. Εκχωρώντας όμως το δικαίωμα, το κράτος στο τέλος μπαίνει σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο. "Ο φόβος των αμοιβαίων μειονεκτημάτων τα οποία απειλούν να ανακύψουν από μια βίαια σύγκρουση" μπορεί να παράσχει καθαρά και όχι βίαια μέσα, μπορεί δηλαδή να κάνει τους ανθρώπους "να συμφιλιώσουν τα συμφέροντά τους ειρηνικά, χωρίς να εμπλέξουν το νομικό σύστημα." (Gesammelte Schriften 2.1 σ. 192-93/Selected Writings 1: σ. 245). Στην περίπτωση όμως της επαναστατικής γενικής απεργίας, προκαλείται μια αντίφαση η οποία απειλεί την ίδια την ύπαρξη του νόμου. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί, προς στιγμήν, είναι ότι η απεργία ταυτίζεται, κάτω από ορισμένες συνθήκες, με μια πολιτική καθαρών μέσων: μέσων τα οποία είναι "καθαρά" εφόσον βρίσκονται επέκεινα του νομικού συστήματος, πέρα από την βίαια τάξη του νόμου. [14]

Σημειώσεις
[14] Η έννοια του "καθαρού μέσου", που είναι κεντρικής σημασίας στο δοκίμιο, είναι εξαιρετικά αμφίσημη και δύσκολο να οριστεί. Για τον Peter Fenves είναι έντονα παράδοξη. Ο Fenves γράφει: "Τα μέσα μπορούν να οριστούν ως τέτοια μόνον εφόσον είναι μέσα για ορισμένους σκοπούς, και τα μέσα εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τους σκοπούς που υπηρετούν από ότι εξαρτώνται οι σκοποί από τα μέσα δια των οποίων επιτυγχάνονται. Διότι οι καθαροί σκοποί --ή, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Καντ, οι σκοποί αυτοί καθαυτοί-- είναι αυτοί οι οποίοι δεν χρειάζονται μέσα και συνεπώς είναι, με τον τρόπο τους, άμεσοι [...] αντιθέτως, η ιδέα ενός καθαρού μέσου δεν μπορεί να καταλήξει σε αυτή "του μέσου αυτού καθαυτού", διότι μπορούμε να καλέσουμε κάτι "αυτό καθαυτό" μόνον εφόσον είναι "τέλειον" με την αριστοτελική έννοια, δηλαδή, βρίσκεται στο τέλος του. Μπορεί κανείς να μιλήσει για καθαρό μέσο μόνο αν το τέλος/σκοπός που αναζητείται, και για τον οποίο το μέσο ορίζεται ως μέσο, δεν εκμηδενίζεται ή κενώνεται περιεχομένου τόσο όσο αναβάλλεται επ' αορίστω, επεκτείνεται, τσιτώνεται, ή ίσως διπλώνει πάνω --και όχι μέσα-- στον εαυτό του. Τα μέσα δεν μπορούν να αποσπαστούν καθαρά από τους σκοπούς τούς οποίους υπηρετούν, μπορούν όμως να αποκαθαρθούν από τους σκοπούς αυτούς υπό την προϋπόθεση ότι ο συμπερασματικός σκοπός, ο τελικός στόχος, ή ο Endzwecke κατά τον οποίο οι σκοποί παύουν να λειτουργούν ως περαιτέρω μέσα αναβάλλεται για ένα χρονικό διάστημα ή αποσύρεται μέσα στον δικό του χώρο. [...] Μόνο εκθέτοντας τον χώρο μέσα στον οποίο και τον χρόνο κατά τον οποίο μπορούν οι τελικοί σκοποί να αίρονται, μπορεί κάποιος να αποκαλύψει την διάσταση των καθαρών μέσων." Peter Fenves, "Out of the Order of Number: Benjamin and Irigaray toward a Politics of Pure Means", Diacritics, τομ. 26, αρ. 1 (Άνοιξη 1998), σ. 46-47.

Δεν υπάρχουν σχόλια: