Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη: Μπένγιαμιν και Σορέλ (πρώτο μέρος)

Carlo Salzani
Η βία ως καθαρή πράξη: Ο Μπένγιαμιν και ο Σορέλ περί Απεργίας, Μύθου και Ηθικής
Περιοδικό Colloquy, τευχ. 16 (2008)
Μτφρ. Radical Desire

Αν και για την δυτική πολιτική παράδοση η βία θεωρείται συνήθως απλώς εργαλειακή, και συνεπώς ως ούτε ουσιώδης, ούτε θεμελιώδης για τον πολιτικό βίο [1], το "Για την κριτική της βίας" (1921) του Βάλτερ Μπένγιαμιν, καθώς και το Στοχασμοί για τη βία (1908) του Ζορζ Σορέλ αποτελούν εξαίρεση [2]. Με πολύ διαφορετικούς τρόπους, και τα δύο κείμενα προτείνουν μια έννοια της βίας που φτάνει να ταυτίζεται με την καθαρή πράξη [3], δηλαδή με την καθαρή πολιτική δράση, σε έντονη αντίθεση με μια πολιτική παράδοση η οποία τείνει μάλλον να ταυτίσει τη βία με μια μη πολιτική ή αντιπολιτική μορφή δράσης. Στην περίπτωση του Μπένγιαμιν, η αμφισημία του όρου Gewalt δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας για το επιχείρημα. Στα γερμανικά μπορεί να σημαίνει ισχύς, δύναμη, ρώμη, και βία, ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Έτσι, ξανασυνδέει τους όρους potestas και violentia σε μια διαλεκτική που ο Ετιέν Μπαλιμπάρ αξιολογεί ως θετική και γόνιμη.[4] Το γαλλικό violence, από την άλλη, παρουσιάζει μη αμφίσημες συνδηλώσεις, αν και ο Σορέλ, όπως θα δούμε, το επανακαθορίζει για τους δικούς του σκοπούς. [5] Παρ' όλα αυτά, η επεξήγηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην ορολογία, αλλά θα πρέπει μάλλον να ακολουθήσει την χρήση της έννοιας της πράξης από τους δύο.

Η ιστορία της πρόσληψης των δύο κειμένων στιγματίζεται από αυτή την δυσαρμονία. Το Στοχασμοί για τη βία είναι το έργο που έκανε το όνομα του Σορέλ γνωστό στις επόμενες γενιές. Αλλά του έδωσε επίσης το όνομα του απολογητή της βίας, και η υψηλή εκτίμηση που είχαν άνθρωποι όπως ο Μωράς και ο Μουσολίνι για αυτό το έργο το στιγμάτισαν ως ψευδο- ή προ-φασιστικό.[6] Από την άλλη, το "Για την κριτική της βίας" είναι το μόνο τμήμα που διασώζεται από ένα σχέδιο για μια μεγάλου μεγέθους μελέτη της πολιτικής, η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. [7] Είναι ένα εξαιρετικά πυκνό και δυσερμήνευτο κείμενο, το οποίο υποβιβάστηκε από την πρώτη γενιά έρευνας για τον Μπένγιαμιν στην νεανική, προμαρξιστική (και άρα λιγότερο "εύπεπτη") φάση του έργου του. Ακόμα και για μεταγενέστερους ερμηνευτές όμως, το έργο αυτό φαινόταν εκτός συντονισμού με τον Μπένγιαμιν της δεκαετίας του 1930, και ο τόνος του παραμένει "ύποπτος" για την φιλελεύθερη σκέψη. Αν ο Χάμπερμας αποκαλεί την ερμηνευτική του Μπένγιαμιν "συντηρητικο-επαναστατική", η διάσημη ανάγνωση του "Για την κριτική της βίας" στο "Ισχύς του νόμου" του Ντεριντά προσεγγίζει το κείμενο -- και κυρίως τη θέση μιας καθαρής, θείας βίας-- με καχυποψία. Σε ένα πιο πρόσφατο έργο, η Μπεατρίς Χάνσεν τοποθετεί το δοκίμιο του Μπένγιαμιν σε μια "αντιφιλελεύθερη παράδοση, η οποία δεν περιφρονεί τη βία για να πετύχει το μετασχηματιστικό κοινωνικοπολιτικό της πρόταγμα." [8] Τα τελευταία τριάντα χρόνια έχουν προσφέρει όμως μαρτυρία για μια επαναξιολόγηση των δύο κειμένων. Ένα καινούργιο ενδιαφέρον για τον Σορέλ, κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία, έχει οδηγήσει σε μια πιο "νηφάλια" επανεκτίμηση του έργου του, πέρα από το στίγμα της οιονεί φασιστικής απολογίας της βίας. [9] Το δοκίμιο του Ντεριντά εξασφάλισε νέο ενδιαφέρον για το "Για την κριτική της βίας", και η εκτεταμένη χρήση του που κάνει ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στο έργο του, μαζί με μια πιο βαθιά κατανόηση των πρώιμων κειμένων του Μπένγιαμιν, έχουν παράξει μια σειρά νέων ερμηνειών.

Αυτή όμως η βιβλιογραφία σπάνια συνδυάζει ή συγκρίνει τα κείμενα των Μπένγιαμιν και Σορέλ σε βάθος. Τα δύο κείμενα προέρχονται από πολιτισμικές και θεωρητικές παραδόσεις που είναι πολύ απόμακρες και παράγουν δύο διαφορετικά είδη λόγου. Φυσικά, συναντώνται στην "χρήση" των Στοχασμών για τη βία από τον Μπένγιαμιν. Όμως οι κριτικές ερμηνείες πάντοτε υπογραμμίζουν το θεωρητικό χάσμα ανάμεσά τους, έτσι ώστε η βιβλιογραφία πάνω στον Μπένγιαμιν σπάνια να ασχολείται με την ανάλυση του κειμένου του Σορέλ, και έτσι ώστε η βιβλιογραφία για τον Σορέλ να αναφέρει συνήθως τον Μπένγιαμιν ως υποσημείωση. Ο ίδιος ο Μπένγιαμιν, αν και αναγνωρίζει το χρέος του στον Σορέλ, επισημαίνει τη διαφορά ανάμεσα στις politischer (πολιτικές) προτεραιότητες του δεύτερου και την δική του rein theoretischer (καθαρά θεωρητική) [10] ανάλυση (Gesammelte Schriften τομ. 2.1, σ. 193/Selected Writings τομ. 1, σ. 245). [11] Υπάρχουν αναλυτικές συζητήσεις της ανάγνωσης του Σορέλ από τον Μπένγιαμιν [12], αλλά καμία δεν αποπειράται την σύγκριση των δύο εννοιών καθαρής πράξης. Σημαντικά σ' αυτή την κατεύθυνση είναι δύο δοκίμια: το επιδραστικό "Afformative, Strike" του Βέρνερ Χάμαχερ και το "Η έννοια του μυθικού" του Στάθη Γουργουρή, που αφορά τον μύθο για τον Σορέλ (και τον Σμιτ). [13] Οι οπτικές τους, τα επιχειρήματά τους και το φάσμα τους είναι διαφορετικά, αλλά και τα δύο δοκίμια επιμένουν πάνω στην έννοια της καθαρής πράξης και της σχέσης της με τη βία.

Σημειώσεις
[1] ΣτΜ. Στα ελληνικά στο πρωτότυπο.
[2] Θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ολίβια Γκουαράλντο για τα διεισδυτικά και ερεθιστικά της σχόλια στην πρώτη εκδοχή αυτού του κειμένου.
[3] Ετιέν Μπαλιμπάρ, "Gewalt", Historisch-Kritisches Woerterbuch des Marxismus, τομ. 5, επιμ. Wolfgang Fritz Haug (Αμβούργο, Argument Verlag, 2002), σ. 1270-1308. Όμως ο Βέρνερ Χάμαχερ παρατηρεί ότι στα συμφραζόμενα του κειμένου του Μπένγιαμιν "δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οποιαδήποτε μετάφραση [του όρου] άλλη από 'βία' κινδυνεύει να να δημιουργήσει ευφημισμούς για τα προβλήματα που εμπλέκονται εδώ (Werner Hamacher, "Afformative, Strike", αγγ. μτφ. Dana Hollander, στο Walter Benjamin's Philosophy: Destruction and Experience, επιμ. Andrew Benjamin και Peter Osborne (Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Routledge, 1994), σ. 127 (υποσημ). Στην μετάφραση των δοκιμίων και σπαραγμάτων του Μπένγιαμιν που παραθέτω εδώ, ο όρος αποδίδεται ασταθώς ως βία, ισχύς ή δύναμη. Έτσι, θα χρησιμοποιήσω κυρίως τον γερμανικό όρο για να δώσω έμφαση στο γεγονός. 
[4] ΣτΜ. Ο όρος "πράξη" στα ελληνικά στο πρωτότυπο.
[5] Ο όρος violence συνδυάζει τα vis (ισχύς) και latus (μετοχή αορίστου του ferre, που σημαίνει φέρω), και συνεπώς έχει την έννοια "φέρω ισχύ πάνω σε κάτι ή προς κάτι".
[6] Η λίστα της βιβλιογραφίας για τον Σορέλ ως απολογητή της βίας --βιβλιογραφία που πολύ συνά αφορά τους "σορελιστές" και όχι την εργασία του Σορέλ-- θα ήταν πολύ μακρά. Κάποια παραδείγματα θα ήταν το βιβλίο του Τζιουζέπε Λ. Γκοισί, Sorel e i soreliani: le metamorfosi dell' attavismo (Βενετία, Helvetia, 1983), Jack J. Roth, The Cult of Violence: Sorel and the Sorelians (Berkeley: University of California Press, 1980). Μια ιδιαίτερα φαρμακερή κριτική είναι αυτή του Μπερνάρ Ανρί-Λεβί, L' ideologie francaise (Παρίσι, Grasset, 1981).
[7] Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία, το εγχείρημα θα είχε τρία μέρη. 1) Der wahre Politiker ("Ο αληθινός πολιτικός") 2) Die wahre Politik ("Η αληθινή πολιτική"), που θα χωριζόταν σε α) "Η αποσύνθεση της βίας", πιθανόν το "Για την κριτική της βίας" και β) "Τελεολογία χωρίς τελικό σκοπό" 3) Μια φιλοσοφική κριτική του ουτοπικού μυθιστορήματος του Paul Scheerbart, Lesabendio. Για το υπόβαθρο και την ανάπτυξη του εγχειρήματος αυτού βλ. H. Folkers "Recht und Politikik in Walter Benjamin", στο Global Benjamin: Internationale Walter-Benjamin-Kongress, επιμ. K. Garber, L. Rehm (Μόναχο, Wilhelm Fink, 1999), τομ. 3, σ. 1724-48, καθώς και το εξαιρετικό κείμενο του Uwe Steiner "The True Politician: Walter Benjamin's Concept of the Political", New German Critique, τομ. 83 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2001), σ. 43-88.
[8] Βλ. Jurgen Habermas, "Consciousness-Raising or Redemptive Criticism: The Contemporaneity of Walter Benjamin", New German Critique τομ. 17 (άνοιξη 1979). Jacques Derrida, "Force of Law: The Mystical Foundation of Authority", Cardozo Law Review τομ. 11 (1989-90). Beatrice Hanssen, Critique of Violence: Between Poststructuralism and Critical Theory (Λονδίνο και Νέα Υόρκη, Routledge, 200), σ. 3. Αυτές οι αξιολογήσεις του δοκιμίου του Μπένγιαμιν δεν είναι καθόλου απορριπτικές. Είναι όμως παραδείγματα της "φιλελεύθερης" καχυποψίας απέναντί του.
[9]. Η ίδρυση της Εταιρίας για τις σορελικές σπουδές το 1983 και η δημοσίευση των Τετραδίων για τον Ζορζ Σορέλ την ίδια χρονιά είναι μερικά από τα σημάδια. Το 1989, το περιοδικό άλλαξε όνομα και συνέχισε να εκδίδεται ως Mil neuf cent: Revue d'histoire intellectuelle.
[10] Θα πρέπει να υπογραμίσουμε, όπως ο Uwe Steiner, ότι "η πολιτική είναι για τον Μπένγιαμιν πρωτίστως φιλοσοφικό πρόβλημα, πράγμα που αποτελεί μόνιμη βάση για τις μεταγενέστερες πολιτικές του παρατηρήσεις και οδηγεί σε συχνές παρεξηγήσεις". Steiner, "The True Politician", σ. 46.
[11] Όλες οι αναφορές στα έργα του Μπένγιαμιν και του Σορέλ γίνονται παρενθετικά στο κείμενο. Όλες οι αναφορές στα έργα του Μπένγιαμιν γίνονται τόσο στο γερμανικό κείμενο των Gesammelte Schriften, επιμ. Rolf Tiedemann και Hermann Schweppenhauser, 7 τόμοι (Φρανκφούρτη, Suhrkamp,1972-89), ή Gesammelte Briefe, επιμ. Christopher Goedde και Heinrich Lonitz, 6 τόμοι (Φρανκφούρτη, Suhrkamp, 1995-2000), και στην αγγλική μετάφραση των Selected Writings, 4 τόμοι, επιμ. Marcus Bullock και Michael W. Jennings (Κέμπριτζ, Μασσαχουσσέττη, Harvard University Press, 1996-2003). Όλες οι αναφορές στο Στοχασμοί για τη βία είναι τόσο στο γαλλικό κείμενο (Loverval: Labor, 2006), όσο και στην αγγλική μετάφραση, μτφρ. Ernest Hulme (Κέμπριτζ, Cambridge University Press, 1999).
[12] Βλ. για παράδειγμα Χρυσούλα Καμπά, "Walter Benjamin liest Georges Sorel: Reflexions sur la violence", στο Arbeit ein Sturm weht vom Paradiese her: Texte zu Walter Benjamin, επιμ. Michael Opiz και Edmund Wizisla (Λειψία, Reclarn, 1992), σ. 250-69, πρώτη δημοσίευση στο Cahiers Georges Sorel τομ. 2 (1984), σ. 71-87. Και Jan-Werner Mueller, "Myth, Law and Order: Schmitt and Benjamin Read Reflections on Violence", History of European Ideas, τομ. 20 (2003), σ. 459-73.
[13] Βλ. τον ήδη παρατεθέντα Χάμαχερ, "Afformative, Strike". Και Στάθης Γουργουρής, "The Concept of the Mythical (Schmitt with Sorel)", Cardozo Law Review τομ. 21 (1999), σ. 1487-1514. Βλ. επίσης Γουργουρής, "Enlightenment and Paranomia" στο Violence, Identity and Self-Determination, επιμ. Hent de Vries και Samuel Weber (Stanford, Stanford University Press, 1987), 119-40.

Δεν υπάρχουν σχόλια: