Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

"Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός..."

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ' την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ' απόξερους βολβούς.

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ' ανθίσει εφέτο;
Τ.Σ. Έλιοτ, "Έρημη χώρα", μτφρ. Γ. Σεφέρης

Το πρώτο πράγμα που προσέχεις μετά την επιστροφή στην Ελλάδα είναι μια απόκοσμη πτώση στα ντεσιμπέλ της ατμόσφαιρας: σπανιότατα ακούς πια κάποιον να μιλά δυνατά, να καγχάζει ή να κομπορρημονεί. Η πραγματική κοινωνία είναι αρκετά πιο εσωστρεφής από τους ιστολόγους της. Κυριακή των Βαϊων, ο δρόμος απόκοσμα έρημος. Η κίνηση στις 9 το βράδυ μοιάζει σαν να αφορά τις 4 ή 5 το πρωί. Στο λεωφορείο, Τρίτη μετά το Πάσχα, πρόσωπα σκυθρωπά, κουβέντες ελάχιστες και χαμηλόφωνες. Καμία θορυβώδης παρέα γεμάτων τεστοστερόνη εφήβων, από αυτές που είχα συνηθίσει. Ο κόσμος μοιάζει να δίνει όλη του την ενέργεια για να κρατηθεί σε μια αμυντικογενή αξιοπρέπεια. Πληγωμένος μικροαστισμός και μια αδιόρατη, ανεντόπιστη αίσθηση ντροπής και ενοχής. Οι τσάντες των κυριών σφιχτά στο στήθος. Κλέβουν παντού τώρα, μέρα μεσημέρι. Αναρωτιέμαι σε τι ανταποκρίνονται οι επικλήσεις της εθνικής υπερηφάνειας σ' αυτόν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο λαό. Η επαιτεία εξαπλωμένη. Πιάνω τον εαυτό μου να δίνει αυθόρμητα χρήματα σε έναν καλοντυμένο και ευθυτενή ηλικιωμένο κύριο. Είναι η ανακλαστική, υποσυνείδητη σκέψη "αυτός δεν θα πρεπε να ζητιανεύει, δεν θα πρεπε να είναι στον δρόμο." Γιατί όχι; Υπάρχουν άλλοι που θα πρεπε; Με τυλίγει ήδη και εμένα αυτή η πλανώμενη, γενικευμένη ενοχή. Θυμώνω με τον εαυτό μου, και μετά θυμώνω που θυμώνω με τον εαυτό μου. Την πληρώνει ο επόμενος επαίτης. Στο τέλος αποφασίζω να δίνω χρήματα τυχαία, αυθαίρετα, χωρίς κανένα κριτήριο. Είναι μια κάποια λύσις.

Το Θεσσαλονικιώτικο τοπίο "γκρίζο πάνω στο γκρίζο", που έλεγε ο Χέγκελ. Ουρανός και θάλασσα στο χρώμα του μολυβιού, τα κτίρια να ξεφλουδίζονται σιωπηρά, γκρίζα από καυσαέρια. Στους περιπάτους,μετράς εμπορικά θύματα: πάει αυτός, κι ο παραδίπλα, κι εκείνος στη γωνία. Ανάμεσα στα θύματα το μπουγατσατζίδικο της παιδικής μου ηλικίας. Κάθε φορά που εξαφανίζεται ένας τόπος όπου έζησες ή σύχνασες, πεθαίνει ένα κομμάτι του παρελθόντος σου οριστικά. Παράξενες τούτες οι διαπλοκές της αγοράς με την μνήμη και την προσωπική υπόσταση. Πίσω απ' τα γκράφιτι και τις αφίσες που γεμίζουν ευσπεσμένα τις άδειες βιτρίνες με μια ευτελή και άνευ ανταλλακτικής αξίας πολυχρωμία, βρίσκονται βουβές οι ιστορίες. Ενοίκια απλήρωτα, δόσεις δανείου αναπτυξιακού, κεσάτια. Ένα έθνος μικροεμπόρων που βουλιάζει ταυτόχρονα, καθώς ο ένας περιμένει την σωτηρία από τον άλλο. Καταστηματάρχες που τούς θυμάμαι παλαιότερα μπλαζέ παλεύουν με ό,τι έχουν για ένα χαμόγελο και μια επίφαση ευγένειας. Ένα ποτάμι φτηνού ρουχισμού έχει αναβλύσει απ' το πουθενά -- οτιδήποτε πάνω από 30 ευρώ, μετά από ένα σημείο, αρχίζει να σου φαίνεται παράλογα ακριβό. Συζητάμε για την αμυντικογενή απέχθεια της μικροαστικής τάξης για τον σοσιαλισμό και το πόσο τραγικά αστείο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι συνεχίζουν να θεωρούν ότι η ζωή τους υπερτερεί --σε ό,τι αφορά το υλικό σκέλος τουλάχιστο-- απ' αυτή της Σοβιετικής Ένωσης πριν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Προφανώς, το να είσαι αναγκασμένος να ψωνίζεις μπλουζάκια με 8 ευρώ και παντελόνια με 15 σε κρατά σε μια εντελώς διαφορετική θέση ως καταναλωτή από τον αντίστοιχο σοβιετικό της δεκαετίας του 80, που δεν είχε τουλάχιστον να ανησυχήσει για τον μισθό ή το ενοίκιό του όπως εσύ. Τι σε χωρίζει στην ουσία από αυτόν; Το ότι έχεις το δικαίωμα να κοιτάς όσα δεν έχεις και δεν μπορείς πια να αποκτήσεις: ο βαθμός μηδέν της ελευθερίας.

Στην τηλεόραση, καθημερινή ιλαροτραγωδία. Νέα τρύπα στο έλειμμα, η αναζήτηση τριών δισεκατομμυρίων ευρώ. Παράθυρα. Βουβοί τηλεθεατές και φωνασκούντες δημοσιογράφοι, πολιτικοί, δύσκολο πια να καταλάβεις ποιος είναι τι. Το ευρώ υπάρχει πλέον είτε σε τριψήφιο συνδυασμό --λέγεται μισθός-- είτε σε εννιαψήφιο -- λέγεται χρέος. Οτιδήποτε ανάμεσα έχει εξαφανιστεί από την περιοχή του νοητού. Η εικόνα του ύψους του χρέους είναι ένα κακό αστείο όπου κάθε φορά που ακούς πόσα χρωστάμε ο αριθμός έχει για κάποιον αδιόρατο και ανεξήγητο λόγο αυξηθεί. Από ένα σημείο και μετά, το μυαλό αφήνει τους αριθμούς να ευημερούν επιδιδόμενοι σε διονυσιακά όργια στα οποία μπλέκονται, ερωτοτροπούν μεταξύ των, και πολλαπλασιάζονται με ρυθμό ανεξέλεγκτο, έξω από την σαφώς ταπεινότερη σφαίρα των καθημερινών συναλλαγών, όπου κυριαρχούν η αφαίρεση, η διαίρεση και ενίοτε η πρόσθεση, και σπανιότατα ο πολλαπλασιασμός. Στα μικρά κανάλια τις νύχτες, η εθνικιστική συνομωσιολογία συνεχίζεται ακάθεκτη με νέα σενάρια που αντιβαίνουν στα αμέσως προηγούμενα (αλλά δεν έχει σημασία, κανείς δεν κρατά λογαριασμό για τέτοια πράγματα), οι εκπομπές για την νυχτερινή ζωή διαχέουν μια λούμπεν θλίψη, τα ριάλιτι επαναλαμβάνονται τόσο αδιάφορα που δεν μπαίνεις καν στον κόπο να καταλάβεις την βασική ιδέα του διαγωνισμού, πόσο μάλλον να ακούσεις όλες αυτές τις προ πολλού ξεθωριασμένες στιχομυθίες όψιμα φιλόδοξων διαγωνιζόμενων. Ένας μοιραία μεταδοτικός λήθαργος τυλίγει τα πάντα. Η Θεσσαλονίκη μοιάζει να έχει μετατοπιστεί κάπου βορειότερα, στο Βελιγράδι ή την Σόφια που θυμάμαι το 80, στις πρώτες διεθνείς μου διακοπές (φτηνά πακέτα για έλληνες μισθωτούς της εποχής, μικροένταση στα σύνορα, τελωνειακοί έλεγχοι στο λεωφορείο, λαθραία τσιγάρα, καλσόν, μπλου τζιν). Ή αλλιώς, η προς Βαρδάρη Εγνατία, παραδοσιακά χώρος καταστημάτων για Σλάβους, μοιάζει να έχει επεκταθεί σ' όλη την πόλη. Ή αλλιώς, όπως ακούω κάποια να λέει, είναι σαν να μετακόμισαν οι μικροπωλητές του δρόμου μέσα στα καταστήματα και παριστάνουν τους bona fide εμπόρους.

Ίσως. Αλλά ένας ψηλός αφρικανός με τέλειο δέρμα και μια κατάλευκη φόρμα adidas με χρυσές λεπτομέρειες διασχίζει τον δρόμο με μια τσάντα μικροεμπορευμάτων χωρίς ίχνος αγωνίας ή ντροπής στο βάδισμα ή το βλέμμα του. Κοιτάει ευθεία μπροστά και είναι νέος και σφριγηλός, και η βαλκανική κατήφεια γύρω του μοιάζει για λίγο να διαλύεται, σαν όνειρο κακό ή σαν παροδικό νεφέλωμα. "Υπάρχει ατέρμονη ελπίδα, αλλά όχι για μας", έλεγε υποτίθεται ο Κάφκα στον φίλο του τον Μαξ Μπροντ. Οι λέξεις του μού έρχονται στο μυαλό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: