Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Theodor Adorno και Max Horkheimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (όγδοο μέρος)

8. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ
Αντόρνο: Το βασικό ζήτημα είναι πώς να συνδέσουμε θεωρία και πρακτική γενικά. Είπες ότι η σωστή θεωρία επιζητά αυτό που είναι σωστό. Μπορούμε να πάμε πέρα από αυτό. Πρώτα, πρέπει να πούμε ότι η σκέψη είναι μια μορφή πρακτικής· όταν σκέφτομαι, κάνω κάτι. Ακόμα και η πιο εκλεπτυσμένη μορφή διανοητικής δραστηριότητας περιέχει ένα στοιχείο του πρακτικού.

Χορκχάιμερ: Δεν συμφωνώ απόλυτα με αυτό.

Α.: Η σκέψη είναι μια μορφή συμπεριφοράς που, με ένα παράξενο τρόπο, έχει πάρει την όψη ενός πράγματος στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ανθρώπινη δραστηριότητα.

Χ.: Θυμήθηκα κάτι που σχετίζεται με αυτό. Δεν μπορείς να πεις ότι η πρόσθεση είναι μια δραστηριότητα με την ίδια έννοια που είναι το να ακούς ένα μουσικό κομμάτι. Όπως υπάρχει και διαφορά ανάμεσα στο να σπρώχνεις μια καρέκλα κάπου και να κάθεσαι σ’ αυτή. Το στοιχείο της ανάπαυσης, της περισυλλογής, ανήκει στην πλευρά της θεωρίας.

Α.: Από την άλλη, ο ισχυρισμός της θεωρίας ότι είναι καθαρό είναι, απαλλαγμένο από δράση, έχει ένα στοιχείο παραίσθησης μέσα του.

Χ.: Η θεωρία είναι θεωρία με την αυθεντική έννοια μόνο όταν υπηρετεί την πρακτική. Η θεωρία που επιθυμεί να είναι αυτάκρης είναι κακή θεωρία. Από την άλλη, είναι επίσης κακή θεωρία αν υπάρχει μόνο για να παραγάγει το ένα ή το άλλο.

Α.: Επιστρέφω διαρκώς στο συναίσθημα που έχω όταν με ρωτά κάποιος πώς θα φερόμουν αν ήμουν διευθυντής ραδιοσταθμού ή υπουργός πολιτισμού. Οφείλω πάντα να παραδέχομαι στον εαυτό μου ότι θα βρισκόμουν στην πιο έντονη αμηχανία. Το αίσθημα του ότι γνωρίζουμε πάρα πολλά, αλλά ότι για λόγους κατηγοριών δεν είναι εφικτό για μας να βάλουμε την γνώση μας σε πραγματική πρακτική χρήση είναι ένα αίσθημα που πρέπει να λογιστεί στις αποφάσεις μας.

Χ.: Αυτό δεν προχωρά αρκετά μακριά. Όσο εργάζεσαι σε μια κοινωνία πλάι σε άλλους δεν μπορείς να επιστρέψεις στην έννοια της πρακτικής που ήταν ακόμα διαθέσιμη για τον Μαρξ. Η κατάστασή μας είναι ότι είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του ρεφορμισμού. Ποιο είναι το νόημα της πρακτικής όταν δεν υπάρχει πλέον κόμμα; Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν ισούται η πρακτική είτε τον ρεφορμισμό είτε τον ησυχασμό;

Α.: Η έννοια της πρακτικής για μας είναι διαφορετική από του Lazarsfeld [14]. Οι άνθρωποι προσπαθούν πάντα να μας φορτώσουν μια έννοια που είναι κατάλληλη για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Χ.: Εφόσον το Κομμουνιστικό Κόμμα υπάρχει ήδη εντός της κοινωνίας, αυτό σημαίνει την αποκήρυξη αυτού που εννοούμε ως πρακτική. Με τον όρο πρακτική εννοούμε στην πραγματικότητα ότι βλέπουμε σοβαρά την ιδέα ότι ο κόσμος χρειάζεται εκ βάθρων αλλαγή. Αυτό πρέπει να αναδεικνύεται τόσο στη σκέψη όσο και στην πράξη. Η πρακτική άποψη έγκειται στην έννοια της διαφοράς: ο κόσμος πρέπει να γίνει διαφορετικός. Δεν είναι ότι πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο από το να σκεφτόμαστε, αλλά ότι πρέπει να σκεφτόμαστε και να δρούμε διαφορετικά. Ίσως η πρακτική αυτή να αναμένει στην πραγματικότητα να αυτοκτονήσουμε; Ίσως θα πρέπει να αρχίσουμε από την θέση του να λέμε στον εαυτό μας ότι αν δεν υπάρχει πλέον το κόμμα, το γεγονός ότι είμαστε ακόμα εδώ έχει μια κάποια αξία.

Α.: Επιπλέον, δεν είμαστε με κανένα τρόπο τόσο δυστυχισμένοι όσο άλλοι άνθρωποι.

Χ.: Και από άποψη χαρακτήρα, απέχουμε πολύ από το να θέλουμε να αυτοκτονήσουμε.

Α.: Ακριβώς εξαιτίας του εξαιρετικού της χαρακτήρα, η θεωρία είναι ένα είδος υποκατάστατου της ευτυχίας. Η ευτυχία που θα έφερνε η πρακτική δεν βρίσκει συσχετιζόμενο όρο στον σημερινό κόσμο, εκτός από την συμπεριφορά ενός ανθρώπου που κάθεται σε μια καρέκλα και σκέφτεται.

Χ.: Αυτό είναι αριστοτελική αντίληψη.

Α.: Δεν είναι αλήθεια εφόσον η ευτυχία είναι απλώς κάτι που σκεφτόμαστε και όχι κάτι πραγματικό, είναι όμως αλήθεια με την έννοια ότι αυτό το εξαιρετικό στάτους [της θεωρίας], το ότι είναι έξω από τον χώρο της καθημερινής ρουτίνας την καθιστά ένα είδος υποκατάστατου για την ευτυχία. Και με την έννοια αυτή η διαφορά ανάμεσα στο να σκέφτεσαι και να τρως πάπια ψητή δεν είναι και τόσο μεγάλη. Το ένα μπορεί να υποκσταστήσει το άλλο.

Χ.: Αλλά το να τρως πάπια ψητή δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να ασχολείσαι με τη θεωρία. Σου δίνεται η ελευθερία να κάνεις αυτό που επιθυμείς. Το γεγονός ότι η σκέψη μάς δίνει ευχαρίστηση δεν δικαιολογεί την πριμοδότηση της θεωρίας σε σχέση με την πρακτική. Εκεί όπου δεν υπάρχει σύνδεση με την πρακτική, η θεωρία δεν είναι διαφορετικό πράγμα από οτιδήποτε άλλο τυχαίνει να απολαμβάνουμε. Η διαφορά μεταξύ της σκέψης την οποία εγκρίνουμε και αυτής την οποία απορρίπτουμε είναι ότι η σκέψη την οποία εγκρίνουμε πρέπει να έχει μια σύνδεση με ένα κόσμο όπου έχει αποκατασταθεί το δίκαιο και πρέπει να κοιτά τον κόσμο από αυτή την οπτική γωνία [του δίκαιου κόσμου]. Πρέπει να σχετίζεται με το ερώτημα του πώς μπορεί να αλλάξει ο κόσμος. Αν θέλουμε να γράφουμε για την θεωρία και την πρακτική θα πρέπει να επιχειρήσουμε μια πιο διορατική ανασκόπηση αυτής της άποψης. Ορισμένες φορές, με τον όρο πρακτική εννοούμε οτιδήποτε αφορά τη διαφορά ανάμεσα στο να σκέφτεσαι και το να κάνεις. Θα πρέπει να κάνουμε κάθε προσπάθεια να βεβαιωθούμε ότι όλες μας οι σκέψεις και οι πράξεις ταιριάζουν με την έννοια της πρακτικής που αναφέραμε πρώτα. Εσύ, από την άλλη, ανθίστασαι στην ιδέα ότι μπορεί κάποιες δυνατότητες να μην επιτρέπονται στη σκέψη και επιμένεις πάντα να ρωτάς πώς μπορούμε να ξεκινήσουμε.

Σημείωση
[14] Paul Lazarsfeld (1901-1976): αυστριακός κοινωνιολόγος που έζησε στην εξορία, και κάτω από την διεύθυνση του οποίου εργάστηκε ο Αντόρνο για την έρευνα στη ραδιοφωνία του πανεπιστημίου του Πρίνστον. Είναι γνωστός για την έμφασή του στον εμπειρισμό και της επιχειρηματικές του τάσεις. Ο Αντόρνο τον περιέγραψε ως “τεχνικό της έρευνας.”

Δεν υπάρχουν σχόλια: