Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Theodor Adorno και Max Horkheimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (έβδομο μέρος)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΣ
24 Μάρτη

Χορκχάιμερ: Υπάρχει μια θεματική με την οποία θα ήθελα κάποια μέρα να ασχοληθώ: το ζήτημα της φύσης του επιχειρήματος. Είναι πάντα εφικτό να πεις οτιδήποτε για το οτιδήποτε. Αυτό συνδέεται επίσης με το ζήτημα της θεωρίας και της πρακτικής.
Αντόρνο: Η σκέψη που αποκηρύσσει το επιχείρημα—Χάιντεγκερ—μεταβάλλεται σε καθαρό ιρρασιοναλισμό.
Χ.: Μπορεί να επιχειρηματολογήσει κάποιος μόνο αν υπάρχουν πρακτικές απολήξεις από πίσω.
Α.: Αν υπάρχει μια συγκεκριμένη έλξη από πίσω. Καντ.
Χ.: Μπορείς να συζητάς την Κριτική του Καθαρού Λόγου μέχρι να μην έχει απομείνει τίποτε.
Α.: Η ουσιαστικότητά του βρίσκεται στα επιχειρήματά του. Τα επιχειρήματα είναι το εφήμερο στοιχείο, κάποια στιγμή εκπίπτουν. Μπορεί κάποιος οπωσδήποτε να ορίσει την ευφυία. Η έννοια περιέχει ένα μείγμα από αρκετά διαφορετικά πράγματα. Την ικανότητα να σκέφτεσαι ανεξάρτητα από το θέμα που είναι υπό διερεύνηση, και από την άλλη, την ενόραση που πηγάζει από τη σύλληψη αυτού του θέματος. Αυτές οι δύο όψεις συνδέονται, αλλά η συνήθης έννοια της ευφυίας αναφέρεται απλώς στην πρώτη, ενώ η δεύτερη, που έχει το πραγματικό βάρος, σέρνεται κάτω από την ταμπέλα της διαίσθησης ή κάτι παρόμοιου. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι η τυπική ευφυία είναι η αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη, και ότι η διαίσθηση είναι απλώς ένας τύπος εμπειρίας που ενεργοποιείται ξαφνικά, και δεν είναι κατά κανένα τρόπο μη έλλογη. Θα έπρεπε να υπάρχει μια φαινομενολογία της ευφυίας στην οποία θα εμφανιζόταν ως το τρίτο συστατικό, εμφανιζόμενη επίσης και στα άλλα δύο συστατικά, αλλά με παραμορφωμένη μορφή.
Χ.: Εννοείς ότι όταν μιλάμε υπάρχει πάντα κάποιος στόχος από πίσω, το σύνολο των εμπειριών και των παθών μας. Υπάρχει κάτι απερίγραπτα αφελές στο να θέλεις να εξετάσεις την ευφυία απομονωμένα.
Α.: Υπάρχει όμως πράγματι κάτι σαν διανοητική αρετή—το να αφιερώνεσαι σε κάτι για χάρη αυτού του κάτι και το να του αποδίδεις τα δέοντα.[13]
Χ.: Η πρακτική υπονοείται από τη δικαιοσύνη.
Α.: Αυτό μάς οδηγεί στο σημείο όπου μπορεί να φανεί ότι υπάρχει κάτι απατηλό στον διαχωρισμό της θεωρίας και της πρακτικής. Το να διαχωρίζεις τα δύο αυτά στοιχεία είναι στην πραγματικότητα ιδεολογία.
Χ.: Τι εννοούμε όταν μιλάμε για το να αποδίδεις σε κάτι τα δέοντα; Θα πρέπει να βρούμε μια διατύπωση για να εκφράσουμε τι θέλει στην πραγματικότητα αυτό το κάτι. Την διάσταση της μαμής.
Α.: Αυτό υπονοείται επίσης στην ιδέα του Χέγκελ για την αυτο-κίνηση της έννοιας.
Χ.: Το πράγμα δεν έχει αναάγκη του καλού. Ενώ εμείς, αν θέλουμε να βοηθήσουμε το πράγμα, έχουμε πράγματι κάποιο καλό αντικείμενο κατά νου και βλέπουμε το πράγμα ως κάτι που χρειάζεται βοήθεια.
Α.: Το πράγμα έχει ανάγκη την έννοια. Η έννοια θα έπρεπε πράγματι να είναι η καλή όψη του πράγματος.
Χ.: Αυτό παραείναι αφηρημένο για μένα. Είναι σαν κάποιος να ψηλαφίζει στα σκοτεινά, χωρίς να γνωρίζει ότι υπάρχει φως.
Α.: Η φιλοσοφία υπάρχει για να λυτρώσει αυτό που βλέπεις στο βλέμμα ενός ζώου. Αν νιώθεις ότι μια ιδέα πρέπει να υπηρετεί έναν πρακτικό σκοπό, τότε γλιστρά μέσα στη διαλεκτική. Αν, από την άλλη πλευρά, η σκέψη σου καταφέρνει να αποδώσει στο πράγμα τα δέοντα, τότε δεν μπορείς να επιβεβαιώσεις όντως και το αντίθετο. Το σημάδι της αυθεντικότητας μιας σκέψης είναι ότι αρνείται την άμεση παρουσία των συμφερόντων κάποιου. Η πραγματική σκέψη είναι σκέψη που δεν έχει την επιθυμία να επιμείνει ότι έχει δίκαιο.
Χ.: Όταν μιλάς, μιλάς πάντα για τον εαυτό σου. Όταν υπερασπίζεσαι έναν αγώνα, υπερασπίζεσαι επίσης τον εαυτό σου. Το να κάνεις έκκληση για χάρη ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι απαραίτητα κακό. Νιώθεις βαθιά ότι διακυβεύονται τα δικά σου συμφέροντα. Όλοι νιώθουν την αδικία που θα συνέβαινε αν ένας εξολοθρευόταν. Το να κάνεις έκκληση εκ μέρους του άλλου είναι επίσης να κάνεις έκκληση εκ μέρος του εαυτού σου.
Α.: Η καχυποψία απέναντι στο επιχείρημα είναι κατά βάση αυτό που ενέπνευσε τούς Χούσερλ και τούς Χάιντεγκερ. Η διαβολική διάσταση του θέματος είναι ότι η κατάργηση του επιχειρήματος σημαίνει ότι η γραφή τους καταλήγει στην ταυτολογία και την ανοησία. Το επιχείρημα έχει τη μορφή του “Ναι, αλλά…”
Χ.: Αλλά το “Ναι, αλλά…” παραμένει στην υπηρεσία του να κάνεις κάτι ορατό στο ίδιο το αντικείμενο.
Α.: Υπάρχει κάτι κακό στην προάσπιση—το να επιχειρηματολογείς σημαίνει να εφαρμόζεις τούς κανόνες της σκέψης στα θέματα προς συζήτηση. Εννοείς ότι αν βρεθείς στην κατάσταση του να πρέπει να εξηγήσεις γιατί κάτι είναι κακό, έχεις ήδη χαθεί. Εναλλακτικά, καταλήγεις να λες, όπως ο Μεφιστοφελής: “Περιφρόνησε τη λογική, δείξε απέχθεια στη γνώση.” Τότε θα ανακαλύψεις τις πανάρχαιες δυνάμεις του είναι.
Χ.: Οι ΗΠΑ είναι η χώρα των επιχειρημάτων.
Α.: Το επιχείρημα είναι αμετακίνητα αστικό.
Χ.: Είναι το καταραμένο μας καθήκον να παντρέψουμε τη σκέψη με τη σωστή πρακτική.

[13] Ο Αριστοτέλης διέκρινε μεταξύ ηθικών και διανοητικών αρετών, δηλαδή μεταξύ πρακτικού και θεωρησιακού λόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: