Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Σκέψεις με αφορμή την ομιλία του Immanuel Wallerstein στην Κύπρο

Παρακολούθησα, την Πέμπτη που μας πέρασε, την ομιλία του Immanuel Wallerstein στην Λευκωσία, που είχε τίτλο "Η παγκόσμια κρίση, τα κοινωνικά κινήματα και οι εξεγέρσεις." Η ομιλία, όπως είπε ο ίδιος, ήταν βασισμένη στο κείμενο "Δομικές Κρίσεις", το οποίο κυκλοφόρησε στο περιοδικό New Left Review, μεταφράστηκε εδώ και δημοσιεύτηκε σε ελληνική μετάφραση στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα.

Στην ομιλία λοιπόν, ανάμεσα σε αρκετά άλλα, ο Wallerstein επανέλαβε κάτι το οποίο λέει στο κείμενό του "Η τωρινή συγκυρία" και το οποίο είναι ότι το παγκόσμιο σύστημα --δηλαδή ο παγκόσμιος καπιταλισμός-- στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες που είναι η ιεραρχία, η εκμετάλλευση και η πόλωση, δηλαδή η διαστρωμάτωση της κοινωνίας ιεραρχικά, η δυνατότητα βάσει αυτής της ιεραρχίας της εκμετάλλευσης της εργασίας, και η συνεπακόλουθη πόλωση μέσα στο κοινωνικό σύνολο μεταξύ ανταγωνιζόμενων μερών.

Είναι μια απλή ιδέα. Αλλά αυτό το οποίο προσέθεσε ο Wallerstein είναι αυτό το οποίο λέει και στο "Η τωρινή συγκυρία":
Πιθανές εξελίξεις στα επόμενα 15-25 χρόνια:
Ανοιχτή αναγνώριση από τους σημαντικούς ελεγκτές του κεφαλαίου της αδυνατότητας σημαντικής μελλοντικής συσσώρευσης κεφαλαίου, και συνεπώς ενεργητική αναζήτηση εναλλακτικών συστημικών μοντέλων που θα τους επέτρεπαν να συντηρήσουν τρία στοιχεία-κλειδιά στο τωρινό σύστημα (ιεράρχηση, εκμετάλλευση και πόλωση).
Με λίγα λόγια, η ιδέα είναι η εξής:  

Οι κεφαλαιοκράτες, ατομικά και συλλογικά, δεν αισιοδοξούν ότι κάτω από τις συνθήκες στις οποίες έχει περιέλθει η παγκόσμια οικονομία είναι εφικτή η διατήρηση ενός αποδεκτού για τους ίδιους ποσοστού κέρδους στην βάση του θεσμικού οικοδομήματος που ονομάζουμε "καπιταλισμό" και αναζητούν οι ίδιοι ένα εναλλακτικό μοντέλο που θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν τους τρεις πυλώνες που εγγυήθηκε ιστορικά ο καπιταλισμός, αλλά χωρίς τον καπιταλισμό.

Τι εννοεί όμως ο Wallerstein όταν μιλά για ένα μέλλον όπου θα μπορούμε να έχουμε συσσώρευση κεφαλαίου χωρίς τον καπιταλισμό και όταν λέει ότι αυτό το μέλλον απεργάζονται τώρα οι κεφαλαιοκράτες;

Νομίζω ότι για να απαντήσουμε, θα πρέπει να παραπέμψουμε τον εαυτό μας στον Μαρξ και στην κεντρική σημασία που δίνει στο έργο του στην ανάδυση ενός νομικο-θεσμικού πλαισίου πάνω στο οποίο γίνεται εφικτή η καπιταλιστική συσσώρευση. Κεντρικής σημασίας για αυτό το πλαίσιο είναι η έννοια των συμβασιακών σχέσεων, η ιδέα δηλαδή ότι πυρήνας της οικονομίας γίνεται η απελευθέρωση εργοδοτών και εργαζομένων από φεουδαλικού χαρακτήρα δεσμά (αφοσίωση του χωρικού στον τοπικό άρχοντα, βίαια εξαναγκασμένη εργασία, περιορισμοί κάθε είδους στα κριτήρια εισόδου σε μία εργασία από συντεχνιακές δομές, κλπ) και η συνάντησή τους ως αφηρημένα ίσα συμβαλλόμενα μέρη τα οποία εισέρχονται στην εργασιακή συμφωνία αυτοβούλως και με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον και μπορούν να αποχωρήσουν από αυτήν ελεύθερα όταν κρίνουν ότι το προσωπικό τους συμφέρον τους το επιβάλλει: ο εργοδότης απολύοντας και ο εργαζόμενος ψάχνοντας κάπου αλλού καλύτερη εργασία με καλύτερους όρους, π.χ αποδοχών.

Η ιδέα του συμβασιακού χαρακτήρα των σχέσεων κυρίαρχησε παντού στην καπιταλιστική κοινωνία και όχι μόνο σε ό,τι αφορά στενά τη σφαίρα της εργασίας. Ας πάρουμε το παράδειγμα της σεξουαλικότητας, το οποίο βρίσκεται όσο μακριά από το εργοστάσιο όσο μπορούμε να φανταστούμε κάτι να βρίσκεται.

Τι έχουμε στην αντίληψη για την σεξουαλικότητα στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού: Έχουμε πρώτα την ιδέα ότι το σώμα του καθενός ανήκει πρώτιστα στον εαυτό του. Ήδη στον δέκατο όγδοο αιώνα, ο Καντ διατύπωνε την διαβόητη παρατήρηση ότι ο γάμος ήταν η συναινετική συμφωνία μεταξύ δύο να χρησιμοποιούν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου για σεξουαλική απόλαυση. Έχουμε ήδη εδώ την κωδικοποίηση της σεξουαλικής σχέσης με όρους ελεύθερης σύμβασης. Στον εικοστό αιώνα, η ιδέα αυτή επεκτάθηκε, μέσα στον λεγόμενο λόγο της πολιτικής ορθότητας, στην ιδέα ότι κάθε μία σεξουαλική πράξη ανάμεσα σε δύο απαιτεί ρητή αμοιβαία συναίνεση, έτσι ώστε να πρέπει ο καθένας να ρωτάει τον άλλο για το αν το να του κάνει το α ή το β είναι αποδεκτό. Όσο αστείο και να φαίνεται αυτό, δεν είναι, διότι ταυτόχρονα κυριάρχησε η ιδέα ότι η διάπραξη οποιασδήποτε σεξουαλικής πράξης χωρίς την συναίνεση του άλλου συνιστά βιασμό, ακόμα και αν ο άλλος είχε πρότερα συναινέσει σε ανάλογες πράξεις. Στην περίπτωση της νομικής κωδικοποίησης της σεξουαλικής αμοιβαιότητας στον θεσμό του γάμου, η απελευθέρωση, μετά τον δέκατο ένατο αιώνα, των διαζυγίων, σήμαινε την ακόμα πιο ξεκάθαρη κωδικοποίηση της σεξουαλικότητας με όρους εργασιακής σύμβασης. Κάθε ένας από τους δύο που εισέρχονται στον γάμο κρίνει με βάση το προσωπικό του συμφέρον αν ο γάμος αυτός εξακολουθεί να τον/την ικανοποιεί. Αν όχι, είναι απόλυτα ελεύθερος/ελεύθερη να διαλύσει τον γάμο, όπως και ο υπάλληλος μιας εταιρείας είναι ελεύθερος να αναζητά άλλη και καλύτερη εργασία από αυτή που έχει. Με την διάλυση δε του γάμου, η σεξουαλική σχέση αποκαλύπτει όλη την ουσιαστικά οικονομική της βάση, καθώς τα δύο μέρη ανταγωνίζονται για την εξασφάλιση των οικονομικών τους συμφερόντων όπως κάθε έλλογο υποκείμενο της αγοράς: ύψος διατροφής, εξασφάλιση ως πρότινος κοινών περιουσιακών στοιχείων για ατομική εκμετάλλευση, κλπ. 

Οι συμβασιακές λοιπόν σχέσεις, ή μάλλον η οικουμενικοποίηση του συμβασιακού χαρακτήρα των σχέσεων και όλων όσων συνεπάγονται (αφηρημένη ισότητα των συμβαλλομένων, αφηρημένη ελευθερία εισόδου και εξόδου από την σύμβαση, έλλογο της επιλογής, κλπ), απετέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της φιελελεύθερης καπιταλιστικής κοινωνίας. Και την βάση, ταυτόχρονα, μιας σειράς μέτρων φιλελευθεροποίησης των εργασιακών σχέσεων, στα οποία αναφέρεται ο Eric Hobsbawm στο Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875:
Στη Βρετανία ο νόμος ‘περί προϊσταμένων και υφισταμένων’ τροποποιήθηκε, καθιερώνοντας την ίση αντιμετώπιση των δύο μερών σε περιπτώσεις παραβάσεων συμβολαίου […] ανάμεσα στο 1867 και το 1875 όλα τα σημαντικά νομικά εμπόδια για τη δημιουργία συνδικαλιστικών οργανώσεων και για το δικαίωμα στην απεργία καταργήθηκαν με αξιοσημείωτα λιγοστή αντίσταση […] Μόνον η αγορά θα ρύθμιζε την αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης, όπως και οποιουδήποτε άλλου πράγματος.
Αυτές οι θεσμικές ρυθμίσεις, που αναδύθηκαν ως εκφάνσεις της τεράστιας αυτοπεποίθησης της αστικής τάξης για την δυνατότητά της να συσσωρεύει κέρδη εις το διηνηκές, είναι οργανικά κομμάτια του ιστορικού καπιταλισμού. Πρόκειται, όπως και στην περίπτωση των σεξουαλικών ρυθμίσεων στις οποίες αναφέρθηκα, για ιστορικές καινοτομίες που είχαν σημαντικά θετικά αποτελέσματα για τους κοινωνικά αδύνατους: κανείς δεν μπορεί να πει ότι η συμβασιακή κωδικοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων δεν προστάτευσε τις γυναίκες από την βία και την καταπίεση της προνεωτερικής πατριαρχίας, όπως κανείς δεν μπορεί να πει ότι το δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού μετασχηματισμού, στον συνδικαλισμό και στην απεργία δεν απετέλεσε ένα θεμελιωδώς προοδευτικό βήμα για την ανθρωπότητα.

Όμως, και εδώ επιστρέφουμε επιτέλους στον Wallerstein,  αυτές ακριβώς οι προοδευτικές όψεις του καπιταλισμού είναι τούτες που το κεφάλαιο θεωρεί πλέον εμπόδια. Τούτο είναι νομίζω αρκετά εμφανές και γίνεται όλο και εμφανέστερο στο ελληνικό και ευρωπαϊκό παράδειγμα: τα θεσμικά προπύργια του φιλελεύθερου καπιταλισμού κατεδαφίζονται το ένα μετά το άλλο: η ελευθερία κίνησης της εργασίας, η προστασία του δικαιώματος στην απεργία, η έγκαιρη καταβολή μισθών, η μαζική προσβασιμότητα στην παιδεία, η πληρωμή συμφωνηθέντων προνοιών (ένσημα, κλπ), η δημόσια εκμετάλλευση δημόσιας γης, όλα αυτά βρίσκονται στον αέρα.

Και δεν είναι μόνο αυτό: όπως μαρτυρά η εξέλιξη από την πρώτη μορφή του Μνημονίου στην τέταρτη, δεν διαφαίνεται καμία ικανοποίηση από την πλευρά του κεφαλαίου για τις συνεχείς και πειθήνιες υποχωρήσεις της κοινωνικής πλειοψηφίας στις όλο και πιο άγριες απαιτήσεις του. Όχι, αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι κεφαλαιοκράτες θυμώνουν όλο και περισσότερο για την βραδύτητα με την οποία η κοινωνία και οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους, ωσάν η όλο και μεγαλύτερη πίεση την οποία ασκούν να τους ανοίγει απλώς την όρεξη για περισσότερη καταπίεση πάνω στις μάζες. Θα ήταν φενάκη, επιπλέον, να θεωρεί κανείς ότι σκοπός της πίεσης αυτής είναι η "αναστύλωση" της καπιταλιστικής οικονομίας που κατέρρευσε το 2007-08. Θα ήταν μνημειωδώς ανόητοι οι κεφαλαιοκράτες αν θεωρούσαν ότι η πλήρης ασφυξία, για παράδειγμα, που επιβάλλουν τα μέτρα λιτότητας στους παραγωγείς που κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο, αποτελούν μέτρο "εξυγίανσης". Είναι ηλίου φανερότερο ότι η "δημιουργική καταστροφή" για την οποία μιλούσε ο Schumpeter έχει απλώς μεταμορφωθεί σε "καταστροφική καταστροφή" για τον απλούστατο λόγο ότι αδυνατεί πλήρως να στηρίξει την δημιουργία νέων πεδίων παραγωγικής συσσώρευσης. Όχι, αυτό το οποίο βλέπουμε σήμερα από την σκοπιά των κινήσεων του κεφαλαίου δεν είναι μια προσπάθεια να σωθεί ο καπιταλισμός. Είναι, αντίθετα, μια προσπάθεια να καταστραφεί ολοσχερώς το ιστορικό του πλαίσιο, αφήνοντας όρθιους μόνο τους πυλώνες αυτούς που είναι απαραίτητοι για την συσσώρευση κέρδους. 

Αν λοιπόν δεν είναι το κεφάλαιο που θέλει να σώσει τον ιστορικό καπιταλισμό, αν το κεφάλαιο, αντίθετα, απεργάζεται την έξοδο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης από τον καπιταλιστικό θεσμικό ορίζοντα της ελεύθερης αγοράς, του ανταγωνισμού, και της ελευθερίας των συμβασιακών σχέσεων, τότε ποιος θέλει να τον σώσει;

Μα φυσικά η (δυτική) αριστερά, η οποία, μη έχοντας καμία πίστη σε οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση ή σχέδιο, αγωνίζεται απελπισμένα όχι για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας (για αυτόν αγωνίζονται οι κεφαλαιοκράτες), αλλά για την διάσωση της μορφής της πριν την κρίση, την συντήρηση τμήματος έστω των προνομίων που είχαν οι εργαζόμενοι στην Δύση από την πλήρη ιστορική εξάλειψη.

Είναι τεράστιο σφάλμα λοιπόν να εγκαλούμε τη (δυτική) αριστερά για την αδυναμία της να οδηγήσει σε κάποιου είδους σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Τέτοιο στόχο δεν έχει, και συνεπώς δεν μπορεί να της χρεωθεί αποτυχία για το γεγονός ότι δεν πετυχαίνει αυτό το οποίο δεν προσπαθεί να πετύχει. Η αδυναμία της αριστεράς σήμερα έγκειται μάλλον στην αποτυχία της να σώσει τον ιστορικό καπιταλισμό. Αυτή είναι η αποστολή την οποία ανέθεσε στον εαυτό της, και αυτή είναι η αποστολή που αποτυγχάνει να υπηρετήσει επαρκώς.

Πρόκειται όμως για μια προδιαγεγραμμένη και αναπόφευκτη αποτυχία: σε οποιαδήποτε διαφωνία ξεκινάς συμφωνώντας πλήρως με τις αρχές που ο αντίπαλος υποτίθεται πως έχει, αλλά τις οποίες έχει προ πολλού εγκαταλείψει,  το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να καταλήξεις να υποδύεσαι τον αντίπαλο, την στιγμή που ο αντίπαλος έχει ήδη μετασχηματίσει το πεδίο του ανταγωνισμού. Πίσω από τις ψευδοεπαναστατικές κραυγές της αριστεράς κρύβεται η απελπισμένη προσπάθεια να σωθεί ο καπιταλισμός από τον εαυτό του, προσπάθεια μάταιη στον βαθμό που δεν κατανοεί την δομική ανεξαρτησία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης από το θεσμικό πλαίσιο του ιστορικού καπιταλισμού. Εάν αυτή η μάταιη προσπάθεια δεν εγκατελειφθεί έγκαιρα, αν δεν ορθώσουμε απέναντι στην έξοδο του κεφαλαίου από τον καπιταλισμό (με κατεύθυνση έναν νέο μεσαίωνα με καλύτερους όρους για τη συσσώρευση) ένα στιβαρό αντι-όραμα για την ισότητα και την κοινοκτημοσύνη, αν δεν σταματήσουμε να παίζουμε με την εξεγερσιακή ρητορική προσπαθώντας στην ουσία να διατηρήσουμε το αστικό κράτος και την αστική κοινωνία στα προ του 2007-08 επίπεδα, θα έχουμε συναινέσει σε κάτι σαφώς χειρότερο για μας και για τα παιδιά μας από τον ιστορικό καπιταλισμό των τελευταίων τριών αιώνων. Μία από τις δυνητικές περιγραφές του φασισμού άλλωστε --και είναι σημαντικό να την θυμόμαστε σήμερα-- είναι "κεφαλαιοκρατική συσσώρευση χωρίς το θεσμικό και ιδεολογικό κέλυφος του καπιταλισμού."

Δεν υπάρχουν σχόλια: