Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Giorgio Agamben-Βασιλεία και διακυβέρνηση

Le règne et la gloire (4.4, σελ.124-27)
G.Agamben

Στο έργο τού Καρλ Σμιτ είναι πολλές φορές εμφανής η εχθρότητα με την οποία αυτός αντιμετωπίζει κάθε απόπειρα διάκρισης τής Βασιλείας από την Κυβέρνηση και, ειδικότερα, η επιφύλαξή του απέναντι στο — άρρηκτα συνδεδεμένο με την εν λόγω διάκριση — δημοκρατικό-φιλελεύθερο δόγμα τής διαίρεσης των εξουσιών. Ήδη από το 1927, στο Συνταγματικό Δίκαιο, ο Σμιτ επικαλείται τη διάκριση αυτή αναφερόμενος στη «βελγικού τύπου κοινοβουλευτική μοναρχία», όπου οι υπουργοί τής κυβέρνησης αναλαμβάνουν τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, ενώ ο μονάρχης αντιπροσωπεύει ένα είδος «ουδέτερης εξουσίας». Ως μόνο θετικό στοιχείο τού διαχωρισμού τής Βασιλείας από την Κυβέρνηση ο Σμιτ φαίνεται να θεωρεί το γεγονός ότι ανάγεται στη διάκριση μεταξύ auctoritas και potestas [αρχής και εξουσίας]:
Η απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ένας μεγάλος θεωρητικός τού δημοσίου δικαίου — ο Μαξ φον Σάιντελ: τι θα απομείνει από τη «βασιλεία», αν αφαιρέσουμε το «κυβερνάν»; — βρίσκεται στη διάκριση μεταξύ auctoritas και potestas και αναδεικνύει τον ιδιαίτερο ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η έννοιας τής αρχής κατ’ αντιδιαστολή προς αυτήν τής πολιτικής εξουσίας. (Σμιτ, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ.382-83, γαλλ. μετφρ.σελ.435)[1]
Το στοιχείο αυτό διασαφηνίζεται απόλυτα στο δοκίμιο με τίτλο Κράτος, κίνημα, λαός (1933), όπου επιχειρώντας να προσδιορίσει τον χαρακτήρα τού νέου εθνοσοσιαλιστικού Συντάγματος τού Ράιχ ο Σμιτ εξετάζει υπό νέο πρίσμα τη διάκριση μεταξύ Βασιλείας και Κυβέρνησης. Ενώ κατά τη διάρκεια των πιο βίαιων κοινωνικοπολιτικών διενέξεων που σημειώθηκαν στη δημοκρατία τής Βαϊμάρης ο Σμιτ υποστήριξε έντονα τη διεύρυνση των εξουσιών τού προέδρου τού Ράιχ λόγω τής ιδιότητάς του ως «προστάτη τού Συντάγματος», δηλώνει στο εξής ότι «η συνταγματική θέση» τού Προέδρου «είναι τώρα κατά κάποιο τρόπο ισοδύναμη με αυτή τού επικεφαλής ενός απολυταρχικού κράτους, ο οποίος “βασιλεύει, χωρίς όμως να κυβερνά”» (Σμιτ, ΚΚΛ, σελ.10· γαλλ. μετφρ. σελ.22).[2] Σε αντιπαράθεση προς αυτόν τον ανώτατο άρχοντα ο οποίος δεν κυβερνά, συγκεντρώνεται στο εξής στο πρόσωπο τού καγκελάριου Αδόλφου Χίτλερ όχι μόνο μια λειτουργία διακυβέρνησης (Regierung), αλλά και μια νέα μορφή πολιτικής εξουσίας που ο Σμιτ αποκαλεί Führung [καθοδήγηση] και η οποία πρέπει ακριβώς να διακριθεί από την κλασική μορφή διακυβέρνησης. Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο εντός τού οποίου ο Σμιτ θα επιχειρήσει μια γενεαλογική διερεύνηση τής «κυβέρνησης των ανθρώπων» που μοιάζει να προαναγγέλλει και να συμπυκνώνει με δυσθεώρητο τρόπο τις ερευνητικές αναζητήσεις τού Φουκό κατά το δεύτερο μισό τής δεκαετίας τού 1970 στο πλαίσιο των παραδόσεών του στο Κολέζ ντε Φρανς. Όπως ο Φουκό, έτσι και ο Σμιτ θεωρεί ότι πρότυπο τής σύγχρονης έννοιας τής κυβέρνησης αποτελεί το ποιμαντικό λειτούργημα τής Καθολικής Εκκλησίας:
Το ποιμαίνειν [führen] δεν ταυτίζεται με το εντέλλεσθαι […]. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία παραμόρφωσε την εικόνα τού ποιμένα και τού ποιμνίου σε δογματική ιδέα τής θεολογίας. (αυτόθι, σελ.57)
Κατά τον ίδιο τρόπο ο Πλάτωνας, σε ένα περίφημο χωρίο τής Πολιτείας:[3]
ασχολείται με τις παρομοιώσεις που συνήθως επιστρατεύονται σε σχέση με τους πολιτικούς, οι οποίοι παραβάλλονται, για παράδειγμα, με γιατρούς, βοσκούς ή πλοιάρχους, επισφραγίζοντας τελικά την εικόνα τού πλοιάρχου. Η εικόνα αυτή καθιερώθηκε σε όλες τις γλώσσες που δέχτηκαν την επίδραση τής λατινικής των λαών ρωμανικής και αγγλοσαξονικής προέλευσης μέσω τού όρου gubernator [κυβερνήτη] και συνέβαλε στον σχηματισμό λέξεων που αντιστοιχούν στο «Regierung», όπως gouvernement, governo, government ή το «Gubernium» τής παλιάς μοναρχίας των Αψβούργων. Η ιστορία τού «gubernator» αποτελεί καλό παράδειγμα τού τρόπου με τον οποίο μια μεταφορική σύγκριση μετατρέπεται σε τεχνικό νομικό όρο. (αυτόθι, σελ.57-58)
א Πάνω σε αυτό το κυβερνητικό υπόβαθρο ο Σμιτ επιχειρεί να σκιαγραφήσει την «πρωταρχικά γερμανική σημασία» τής εθνοσοσιαλιστικής έννοιας τής «καθοδήγησης» [Führung], που δεν «προέρχεται ούτε από μπαρόκ αλληγορίες και αναπαραστάσεις [υπαινιγμός για τη θεωρία τής κυριαρχίας που αναπτύσσει ο Μπένγιαμιν στις Απαρχές τού Γερμανικού Τραγικού Δράματος], αλλά ούτε και από μια καρτεσιανή γενική ιδέα». Πρόκειται, αντιθέτως, για μια «άμεσα σύγχρονη έννοια με πραγματική υπόσταση» (αυτόθι). Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια απλή διάκριση, αφενός μεν διότι δεν υφίσταται μια «πρωταρχικά γερμανική» σημασία τού όρου και αφετέρου διότι τόσο ο όρος Führung όσο και το ρήμα führen, όπως επίσης και το ουσιαστικό Führer (σε αντιδιαστολή προς τον ιταλικό όρο «duce», η χρήση τού οποίου εντοπίστηκε ειδικά στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα, όπως, για παράδειγμα, συνέβη στην περίπτωση τού Ενετού «δόγη»), παραπέμπουν σε μια εξαιρετικά ευρεία σημασιολογική σφαίρα που περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κάποιος καθοδηγεί και προσανατολίζει την κίνηση ενός ζώντος όντος, ενός οχήματος ή ενός άλλου αντικειμένου (συμπεριλαμβανομένης και τής περίπτωσης τού «κυβερνήτη», δηλ. τού πλοιάρχου ενός σκάφους). Εξάλλου, στην αμέσως προηγηθείσα ανάλυση τής τριπλής άρθρωσης τού νέου εθνοσοσιαλιστικού ουσιαστικού Συντάγματος μεταξύ «Κράτους», «κινήματος» και «λαού», ο Σμιτ είχε ορίσει τον λαό ως «το απολιτικό μέρος [unpolitische Seite], που αναπτύσσεται και ευημερεί υπό τη σκέπη και την προστασία των πολιτικών αποφάσεων» (αυτόθι, σελ.25), πράγμα που οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι το κόμμα και ο Φύρερ έχουν επιφορτιστεί με μια ποιμαντική και κυβερνητική λειτουργία. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σμιτ, το στοιχείο εκείνο που διακρίνει την έννοια τού Führung από το ποιμαντικό-κυβερνητικό παράδειγμα είναι το εξής: ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο «ποιμένας παραμένει απόλυτα υπερβατικός ως προς το ποίμνιό του», στην πρώτη περίπτωση, απεναντίας, ορίζεται βάσει μιας «απόλυτης ομοιότητας “είδους” [Artgleichheit][4] μεταξύ Führer [ηγέτη] και οπαδών» (αυτόθι, σελ.58-9). Εδώ, η έννοια τού Führung παρουσιάζεται με τη μορφή τής εκκοσμίκευσης τού ποιμαντικού παραδείγματος αναιρώντας τον υπερβατικό του χαρακτήρα. Επιθυμώντας να διαχωρίσει την έννοια τού Führung από το κυβερνητικό μοντέλο, ο Σμιτ υποχρεούται εκ των πραγμάτων να περιβάλλει με συνταγματικό χαρακτήρα την έννοια τής φυλής, πράγμα που κατά τον Σμιτ συνιστά τον μόνο δυνατό τρόπο πολιτικοποίησης τού απολιτικού στοιχείου τού λαού: μέσω, δηλαδή, τής αναγωγής τής φυλετικής ταυτότητας [égalité d'origine] σε κριτήριο βάσει τού οποίου μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακρίνει κανείς τον ξένο από τον όμοιο και κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποφανθεί ως προς την σχέση φίλου-εχθρού. Κατά τρόπο ανάλογο, ως ένα βαθμό, με την ανάλυση που αναπτύσσει ο Φουκό στις διαλέξεις του με τίτλο «Για την υπεράσπιση τής Κοινωνίας», ο ρατσισμός μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό μέσω τού οποίου η κυρίαρχη εξουσία —που, σύμφωνα με τον Φουκό, ταυτίζεται με την εξουσία ζωής και θανάτου, ενώ για τον Σμιτ έγκειται στην απόφαση επί τής εξαίρεσης — θα παρεισφρήσει ξανά στην βιοπολιτική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το οικονομικοκυβερνητικό παράδειγμα επαναφομοιώνεται σε μια ακραιφνώς πολιτική σφαίρα, όπου η διάκριση των εξουσιών στερείται πλέον νοήματος και όπου η κυβερνητική πράξη (Regierungakt) δίνει τη θέση της αποκλειστικά στην εξαιρετική δραστηριότητα μέσω τής οποίας «εκδηλώνεται και επιβάλλεται το υπέρτατο Führertum τού Führer».[5]

[1] Carl Schmitt, Verfassungslehre, Berlin, Duncker & Humblot, 1928· γαλλ. μετφρ.: Théorie de la Constitution, O.Beaud, Paris, PUF, συλλ. «Léviathan», 1993.
[2] Carl Schmitt, Staat, Bewegung, Volk. Die Dreigliederung der politischen Einheit, Hambourg, 1933· γαλλ. μετφρ.: État, mouvement, peuple. L’organisation triadique de l’unité politique, μετφρ., εισαγ. και σχ. A. Pilleul, Paris, Kimé, συλλ. «Philosophie politique», 1997.
[3] Σημ. Μετφρ. 345 κε.
[4] Σημ. Μετφρ. εναλλακτικά, φυλετική ισότητα [égalité de races].
[5] Σημ. Μετφρ. Το άνω απόσπασμα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: