Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Θραύσματα ενός αγγελολογικού αινίγματος

Μάρτιν Μπούμπερ, Αφηγήσεις των Χασιδίμ, εκδ. Shocken, σ. 276-77 (Μέναχεμ Μέντελ του Κοτσκ): 
Για τις λέξεις των γραφών "Ποιος είναι ο νόμος της κεκαυμένης θυσίας;" ο ραβίνος Μέντελ είπε τα εξής:
"Γιατί ζητά θυσία από τον άνθρωπο ο Θεός και όχι από τους αγγέλους; Η θυσία των αγγέλων θα ήταν αγνότερη από ότι θα μπορούσε ποτέ να είναι ποτέ η θυσία των ανθρώπων. Αλλά αυτό που επιθυμεί ο Θεός δεν είναι η πράξη [της θυσίας] αλλά η προετοιμασία [για την πράξη]. Οι άγγελοι δεν μπορούν να προετοιμαστούν· μπορούν μόνο να εκτελέσουν την πράξη [της θυσίας]. Το χρέος του ανθρώπου που είναι παγιδευμένος στο μέσο τεράστιων εμποδίων και πρέπει να απελευθερωθεί είναι η προετοιμασία. Αυτό είναι το πλεονέκτημα του ανθρώπου.

Φραντς Κάφκα, Επιστολές σε φίλους, οικογένεια και εκδότες, εκδ. Shocken. Επιστολή στον Ρόμπερτ Κλόπστοκ, Ιούνιος 1921:
Μπορώ να φανταστώ έναν άλλο Αβραάμ, ο οποίος βέβαια δεν θα γινόταν ποτέ πατριάρχης, ούτε καν έμπορος ρεταλιών, και οποίος θα ήταν όσο έτοιμος να εκτελέσει την διαταγή της θυσίας όσο ένας σερβιτόρος είναι έτοιμος να πάρει παραγγελία, αλλά πάλι δεν θα καταφέρει ποτέ να εκτελέσει την θυσία επειδή δεν μπορεί να φύγει απ' το σπίτι, είναι αναντικατάστατος, τον χρειάζονται στο αγρόκτημα, υπάρχει πάντα κάτι άλλο που πρέπει να κάνει, το σπίτι δεν τέλειωσε. Αλλά μέχρι να τελειώσει το σπίτι, μέχρι να έχει αυτήν ασφάλεια ξωπίσω του, δεν μπορεί να φύγει. [...] Ήταν διαφορετικά με τους προαναφερθέντες Αβραάμ. Πιθανόν να μην έχουν καν γιό και τους καλούν να θυσιάσουν τον γιό τους. Αυτά είναι αδύνατα πράγματα, και καλά κάνει και γελά η Σάρα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να υποπτευθούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι [οι Αβραάμ] επίτηδες δεν τελειώνουν με τα σπίτια τους [...] ώστε να μην χρειάζεται να σηκώνουν τα μάτια τους και να βλέπουν το όρος που υψώνεται στο βάθος.

Φραντς Κάφκα, Ημερολόγια 1910-1923, εκδ. Shocken, σ. 291-292: 
Κατά το απόγευμα, πήγα προς το παράθυρο και κάθησα στο χαμηλό περβάζι. Τότε, καθώς για πρώτη φορά δεν κινούμουν, έτυχε να ρίξω μια ματιά στο εσωτερικό του δωματίου και το ταβάνι. Και τελικά, τελικά, εκτός και αν έκανα λάθος, το δωμάτιο που τόσο βίαια είχα αναστατώσει άρχισε να κινείται. Η αναταραχή άρχισε στις άκρες του λευκού ταβανιού, που είχε ένα λεπτό στρώμα γύψου. Μικρά κομμάτια γύψου ξεκόλλησαν και έπεφταν ένα ξεκάθαρο γδούπο εδώ κι εκεί, ωσάν τυχαία, στο πάτωμα. Άπλωσα το χέρι και πάνω του επίσης έπεσε γύψος. Στην αναστάτωσή μου, τον πέταξα πάνω απ' το κεφάλι μου στο δρόμο, χωρίς να κάνω τον κόπο να γυρίσω το κεφάλι. Οι ρωγμές στο ταβάνι δεν έκαναν ακόμα κάποιο σχέδιο, αλλά ήταν ήδη εφικτό να φανταστείς κάποιο. Αλλά άφησα αυτά τα παιχνίδια στην άκρη όταν ένα γαλαζωπό βιολετί χρώμα άρχισε να ανακατεύεται με το λευκό· απλώθηκε ευθεία από το κέντρο του ταβανιού, το οποίο παρέμεινε λευκό το ίδιο, ακόμα και εκτυφλωτικά λευκό, εκεί που ήταν βαλμένη η φθαρμένη ηλεκτρική λάμπα. Κύμα μετά από κύμα του χρώματος --ή ήταν φως;-- απλώθηκε προς τις άκρες, που τώρα σκοτείνιαζαν. Δεν πρόσεχες πλέον τον γύψο που έπεφτε σαν να τον πίεζε ένα καλά χρησιμοποιημένο εργαλείο. Τώρα το βιολετί διατρήθηκε στις άκρες του από κίτρινα και χρυσοκίτρινα χρώματα. Αλλά το ταβάνι δεν έπαιρνε στην πραγματικότητα αυτές τις διαφορετικές αποχρώσεις· τα χρώματα το έκαναν απλώς κάπως διαφανές. Πάνω του έμοιαζαν να αιωρούνται πράγματα που προσπαθούσαν να διαρρήξουν την επιφάνεια. Μπορούσες να δεις ήδη το περίγραμμα μιας κίνησης εκεί· εξήλθε ένα χέρι, κρεμιόταν μπρος πίσω ένα ασημένιο ξίφος. Ήταν προορισμένο για μένα, δεν υπήρχε αμφιβολία· προετοιμαζόταν ένα όραμα για την απελευθέρωσή μου.

Πήδηξα στο τραπέψει για να τα προετοιμάσω όλα, άρπαξα την ηλεκτρική λάμπα μαζί με την μπρούτζινη απλίκα της, την ξεκόλλησα και την πέταξα στο πάτωμα, και μετά πήδηξα κάτω και έσπρωξα το τραπέζι  από τη μέση του δωματίου στον τοίχο. Αυτό που πάσχιζε να εμφανιστεί μπορούσε να πέσει κάτω στο χαλί χωρίς να παρεμποδίζεται και θα μπορούσε να μου ανακοινώσει ό,τι είχε να ανακοινώσει. Δεν είχα καλά-καλά τελειώσει και το ταβάνι όντως διερράγη. Στο αχνό φως, και σε μεγάλο ύψος ακόμα, το είχα εκτιμήσει λάθος, ένας άγγελος με γαλαζο-βιολετί άμφια και χρυσές μπορντούρες βυθίστηκε σιγά-σιγά σε μεγάλα μεταξωτά και λαμπερά φτερά, το ξίφος στο υψωμένο του χέρι απλωμένο οριζόντια. "Ένας άγγελος, λοιπόν!" σκέφτηκα· "πετάει προς το μέρος μου όλη μέρα και εγώ δεν το γνώριζα εξαιτίας της απιστίας μου. Τώρα θα μού μιλήσει." Χαμήλωσα το βλέμμα μου. Όταν το ξανασήκωσα, ο άγγελος ήταν ακόμα εκεί, είναι αλήθεια, αιωρούμενος μάλλον μακριά κάτω από το ταβάνι (το οποίο είχε ξανακλείσει), αλλά δεν ήταν άγγελος ζωντανός, ήταν μόνο ένα ζωγραφισμένο ξύλινο διακοσμητικό από την πλώρη κάποιου πλοίου, του είδους που κρέμεται από τα ταβάνια στα ταβερνεία των ναυτικών, και τίποτε παραπάνω.

Η άκρη του ξίφους ήταν φτιαγμένη έτσι ώστε να κρατά κεριά και να κατακρατά το λιωμένο κερί που έπεφτε. Είχα ξεκολλήσει το ηλεκτρικό φως. Δεν ήθελα να μείνω στο σκοτάδι, και υπήρχε μόνο ένα κερί. Ανέβηκα στην καρέκλα, κόλλησα το κερί στην άκρη του ξίφους, και μετά κάθησα ως αργά τη νύχτα κάτω από την αχνή φλόγα του αγγέλου.

Μαξ Μπροντ, Κάφκα: Μια βιογραφία, εκδ. Da Capo, σ. 170-171:
Είναι σημαντικό πως ο Φραντς, σε μια επιστολή που μου έστειλε, υπογραμμίζει αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα στον Κίργκεγκωρ που εξηγούν όχι την αδυναμία αλλά την αγαθή ηθική δύναμη της ανθρωπότητας. [...] 'Όπως σε ένα παραμύθι, όταν προφέρεται η σωστή λέξη, το κάστρο που ήταν μαγεμένο για εκατό χρόνια ανοίγει τις πύλες και όλα ζωντανεύουν, με τον ίδιο τρόπο η ύπαρξη γίνεται ολόκληρη τρόπος επίδειξης προσοχής. Οι άγγελοι έχουν κάτι να κάνουν, και κοιτάν με περιέργεια για να δουν τι θα γίνει, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους."

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Αλληλογραφία 1910-1940, εκδ. University of Chicago Press, σ. 554. Επιστολή στον Γκέρσομ Σόλεμ, 14 Απρίλη 1938: 
Δεν έχω προλάβει να την πολυδιαβάσω [τη βιογραφία του Κάφκα του Μαξ Μπροντ], αλλά αμέσως οικειοποιήθηκα για τον εαυτό μου την καφκική αναδιατύπωση της κατηγορηματικής προσταγής: "Πράξε ώστε οι άγγελοι να έχουν κάτι να κάνουν."

Βάλτερ Μπένγιαμιν, "Φραντς Κάφκα: Για την δέκατη επαίτιο του θανάτου του", Εκλάμψεις, εκδ. Schocken, σ. 129, 134, 136-137, 139:
Στη Δίκη, η αναβολή είναι η ελπίδα του κατηγορούμενου [...] Ο ίδιος ο πατριάρχης μπορεί να επωφεληθεί από την αναβολή, ακόμα και αν χρειαστεί να ανταλλάξει τη θέση του στην παράδοση για χάρη της. [Ακολουθεί το απόσπασμα της επιστολής Κάφκα προς Κλόπστοκ, για τον Αβραάμ, που βρίσκει δικαιολογίες για να αναβάλλει τη θυσία]
[...]
Ακόμα κι αν ο Κάφκα δεν προσευχόταν --κι αυτό δεν το γνωρίζουμε-- είχε ωστόσο τον υψηλότερο βαθμό αυτού που ο Μαλμπράνς αποκαλεί "την φυσική προσευχή της ψυχής": την προσοχή. Σε αυτή την προσοχή περιλάμβανε όλα τα ζωντανά πλάσματα, όπως οι άγιοι τα περιλαμβάνουν στις προσευχές τους.
[...]
Το μεγάλο κατόρθωμα [των μαθητών] στον Κάφκα είναι η μελέτη [...] Ίσως οι μελέτες αυτές να μην καταλήγουν σε τίποτα. Όμως είναι πολύ κοντά στο τίποτα εκείνο που μόνο αυτό επιτρέπει σε κάτι να είναι χρήσιμο -- δηλαδή, στο Τάο. [...] Αυτή είναι η αποφασιστική, φανατική συμπεριφορά που έχουν οι μαθητές [στον Κάφκα] όταν μελετούν. Είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που μπορείς να φανταστείς. Οι γραφιάδες, οι μαθητές, είναι ξέπνοοι. Για να κυριολεκτούμε, βιάζονται σαν τρελοί. [...] Ο νόμος που μελετάται αλλά δεν μπαίνει πια σε εφαρμογή είναι η πύλη για το δίκαιο.

Εικόνα: Paul Klee, "Ο άγγελος της καμπάνας"

Δεν υπάρχουν σχόλια: