Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Περί εθνικισμού και πατριωτισμού

Οι Ινδοί, μας λέει ο Vinay Lal, αναζητούν τα ρεκόρ με ζέση. Καμία χώρα δεν στέλνει τόσες αιτήσεις για αναγνώριση ρεκόρ στο Βιβλίο Γκίνες —τουλάχιστον το ένα δέκατο όλων των αιτήσεων που καταφθάνουν εκεί έρχεται από την Ινδία— και κάποιες από αυτές καταχωρούνται τελικά στο Βιβλίο — από τον σιωπηλό άγιο που έμεινε στο ίδιο σημείο σε έναν δρόμο του χωριού του για εικοσιδύο χρόνια ως αυτόν που έγραψε 1314 χαρακτήρες σε ένα και μόνο κόκκο ρυζιού για να σπάσει το ρεκόρ στην μικροσκοπική γραφή. Περιέργως, οι Ινδοί δεν έχουν αιτηθεί να τους αναγνωριστεί ένα μοναδικό ρεκόρ. Αφορά ένα κατόρθωμα το οποίο δεν έχει ξεπεραστεί κατά την ιστορία των εθνών-κρατών εδώ και τριακόσια πενήντα χρόνια, και το οποίο είναι απίθανο να ξεπεραστεί για όσο επιβιώνει το σύστημα των εθνών-κρατών. Ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (1861-1941), εθνικός ποιητής της Ινδίας δια κοινής συναινέσεως, είναι επίσης ο συγγραφέας και συνθέτης του εθνικού ύμνου του Μπαγκλαντές. Στα πρόσφατα χρόνια, τα αντι-Ινδικά συναισθήματα αυξάνονται στο Μπαγκλαντές και υπάρχει ένα ανερχόμενο φονταμενταλιστικό κίνημα στη χώρα, το οποίο είναι εχθρικό απέναντι σε οτιδήποτε ινδικό ή Ινδουιστικό. Κι όμως, δεν έχει ακουστεί ούτε μια φωνή, εξ όσων γνωρίζω, ενάντια στον εθνικό ύμνο που έγραψε ο Ταγκόρ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο Ταγκόρ έγραψε επίσης τη μελωδία του εθνικού ύμνου της Σρι Λάνκα, αν και δεν έγραψε τους στίχους του. Και οι Σριλανκέζοι επίσης δεν ζουν πάντοτε αρμονικά με το ινδικό κράτος· μοιάζουν όμως να ζουν ευτυχισμένα με τον εθνικό ποιητή της Ινδίας.

Ο Ταγκόρ δεν είναι ο μόνος. Υπάρχουν και άλλα, λιγότερα δραματικά παραδείγματα του ίδιου είδους. Θα μπορούσα να αναφέρω εδώ το τραγούδι ‘Sare Jahan se Accha’ του Μοχάμαντ Ικμπάλ, εθνικού ποιητή και ενός από τους πατέρες του Πακιστάν, το οποίο αποτελεί τον βασικό σκοπό παρελάσεων του ινδικού στρατού, ακόμα και όταν συντάσσεται για μάχες με τον στρατό του Πακιστάν. Προφανώς, οι έννοιες της εδαφικότητας και του "εθνικού πολιτισμού" δουλεύουν λιγάκι διαφορετικά στην Νότια Ασία.

Όταν κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1913, ο Ταγκόρ έγινε ήρωας για όλη την Ασία. Ήταν ο πρώτος ασιάτης που κέρδισε το Νόμπελ σε οποιονδήποτε τομέα και το πέτυχε κατά την κορύφωση της αποικιοκρατίας. Αυτό είχε σημασία. Το 1916, καθώς μαινόταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη, ο Ταγκόρ πήγε για πρώτη φορά στην Ιαπωνία για μια περιοδεία ως ομιλητής. Όταν έφτασε στο Κόμπε, οι Ιάπωνες τον υποδέχτηκαν ένθερμα. Σε ορισμένα μέρη, του φέρθηκαν σαν σε μονάρχη σε επίσημη επίσκεψη, και οι κινήσεις του έγιναν πρώτο θέμα σε ορισμένες ιαπωνικές εφημερίδες. Δυστυχώς, κάποιες από τις ομιλίες που έκανε ο Ταγκόρ ήταν για τον εθνικισμό. Σήμερα, δεν θα μας φαινόντουσαν ενοχλητικά ριζοσπαστικές· κάποια από τα επιχειρήματα είναι πλέον οικεία, αν και άλλα παραμένουν αναπάντεχα φρέσκα και προκλητικά. Αλλά κανένα τους δεν είναι πιθανό να βάλει φωτιά στον κόλπο του Τόκιο. Όμως τον καιρό εκείνο οι Ιάπωνες βρισκόντουσαν στην αγκαλιά μιας μάλλον παραληρηματικής εκδοχής εθνικισμού. Βρήκαν την κριτική του Ταγκόρ στον εθνικισμό τρομερά ενοχλητική. Δεν ήταν απλώς ότι υπήρχε στις διαλέξεις μια αυστηρότατη καταδίκη του μιλιταρισμού και του ιμπεριαλισμού που εμπνέει ο εθνικισμός· υπήρχαν επίσης σαρκαστικά σχόλια για τον νεότευκτο πολιτικό εαυτό της Ιαπωνίας και την επιρροή που ασκούσε ο ευρωπαϊκός εθνικισμός επάνω του. Αυτό που ήταν επικίνδυνο για την Ιαπωνία, επέμενε ο Ταγκόρ, δεν "ήταν η μίμηση των επιφανειακών χαρακτηριστικών της Δύσης, αλλά η αποδοχή της κινητήριας δύναμης του δυτικού εθνικισμού ως δικής της." Ντροπιασμένοι και θυμωμένοι, οι περισσότεροι διανοούμενοι και εφημερίδες της Ιαπωνίας εκλογίκευσαν τα περιεχόμενα των διαλέξεων ως παραληρήματα ενός ποιητή από έναν ηττημένο πολιτισμό (όπως έκαναν και κάποιοι Κινέζοι για άλλους λόγος όταν ο Ταγκόρ επισκέφθηκε την Κίνα το 1924). Απολαμβάνοντας την νέα αυτοκρατορική αίγλη της Ιαπωνίας και της επιτυχίας της ως παγκόσμιας δύναμης, εξέλαβαν τον Ταγκόρ ως κακό μπελά. Όταν ο ποιητής αφίχθηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Τόκιο, τον υποδέχθηκαν χιλιάδες. Όταν έφυγε από την Ιαπωνία, λέγεται, τον αποχαιρέτησε μόνο ένας—ο οικοδεσπότης του.

Ο εθνικισμός δεν ήταν σπάνιο είδος ούτε στην αποικιοκρατούμενη Ινδία βέβαια. Πολλοί Ινδοί έβρισκαν παράξενη τη συμπεριφορά του Ταγκόρ, αν και όχι ακατανόητη ή απροσδόκητη. Η ανταπόκρισή τους στον ποιητή ήταν από αρκετές απόψεις συμβατή με αυτή που βρήκε στην Ιαπωνία και την Κίνα. Ήταν πάντα εχθρικός απέναντι στους σκληροπυρηνικούς Ινδούς εθνικιστές γιατί απέρριπτε την ιδέα της εθνικιστικής βίας· ήταν προετοιμασμένοι για τα χειρότερα εκ μέρους του. Τρία από τα μυθιστορήματά του —τα Gora (1909), Ghare Baire (1916) και Char Adhyay (1934)— ερμηνεύτηκαν ως άμεσες επιθέσεις ενάντια στον σκληρό, ανδροκρατικό εθνικισμό. Πλήγωσαν τα συναισθήματα αυτών που έπρεπε όμως να τα καταπιούν για λόγους πολιτικής ορθότητας. Διότι παραδόξως, ο Ταγκόρ ήταν ήδη ο ανεπίσημος εθνικός ποιητής της Ινδίας. Δεν είχε απλώς γράψει εκατοντάδες πατριωτικά τραγούδια, αλλά τα τραγούδια αυτά ήταν έμπνευση για πολλούς από όσους συμμετείχαν στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ινδίας — από τον Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι ως τους ταπεινούς εθελοντές και διαμαρτυρόμενους που ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τα γκλομπ και τις σφαίρες της αστυνομίας. Ακόμα και στη φυλακή, πολλοί μαχητές για την ελευθερία κρατούσαν το ηθικό τους τραγουδώντας τα τραγούδια του Ταγκόρ.

Ashis Nandy, "Εθνικισμός, γνήσιος και απατηλός." Economic and Political Weekly, 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: