Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Σκέψεις για το ιστολογείν, 14/3/2011

Σκέφτομαι αυτές τις μέρες, σε μεγάλο βαθμό αυτοκριτικά, για την εμπειρία μου στην ελληνική ιστόσφαιρα, και κυρίως για την εμπειρία των τελευταίων μηνών. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο, να μορφοποιήσεις αυτό που βλέπεις: τα ιστολόγια είναι πάρα πολλά, οι θεματικές αλλάζουν, το ίδιο και οι διαθέσεις και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αλλά ταυτόχρονα, υπάρχει κάτι εκεί που μοιάζει να επιζητά έκφραση και διατύπωση με έναν κάποιον τρόπο, έστω δοκιμαστικό ή σχετικά χοντροκομμένο. 

Οπωσδήποτε, τα πιο γνωστά ιστολόγια, πέραν των καθαρά σκανδαλοθηρικών, είναι, με την ευρεία έννοια, "κοινωνικού" χαρακτήρα. Άλλα επικεντρώνονται περισσότερο στην οικονομία. Και άλλα είναι κυρίως πολιτικά. Αυτός μοιάζει να είναι ο "σκληρός πυρήνας" των ιστολογίων με σχετικά σημαντική αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα: κοινωνία-οικονομία-πολιτική.

Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι οι μήνες μετά την 5/5/2010 είναι και στα ιστολόγια περίοδος μιας υφέρπουσας παρακμής, μάλλον ανεξάρτητης από τις προθέσεις ή τις προσπάθειες αυτών που τα διατηρούν. Τα περισσότερα ιστολόγια με σχετικά σημαντική αναγνωσιμότητα, για να μην πω όλα, ανανεώνονται συχνά: κάποια αρκετές φορές την εβδομάδα, άλλα αρκετές φορές την ημέρα. Πράγμα που σημαίνει ότι εξαρτώνται από έναν όγκο κειμένων. Ο όγκος αυτός σε ορισμένες περιπτώσεις αφορά καθαρά την παραγωγική ικανότητα του συγγραφέα, ο οποίος λειτουργεί πλέον με ρυθμούς σχεδόν επαγγελματία δημοσιογράφου, σε άλλες συμπληρώνεται με αναδημοσιεύσεις ή μεταφράσεις (όπως γίνεται εδώ).

Η υπερπαραγωγικότητα όμως στο επίπεδο των ιστολογικών δημοσιεύσεων αρχίζει να απέχει όλο και περισσότερο από το τι συμβαίνει στο πραγματικό, κοινωνικό επίπεδο, όπου η κυρίαρχη, αναμφισβήτητα, τάση είναι η ιδεολογική στασιμότητα (και όλο και συχνότερα, η οπισθοδρόμηση). Έχουμε, για να το πω απλά, παραγωγικά ιστολόγια σε μια όλο και λιγότερο δυναμική κοινωνία. Αυτό έχει κάποιες συνέπειες: η ιστολογική παραγωγικότητα, ευρισκόμενη σε όλο και μεγαλύτερη αναντιστοιχία με πραγματικές κοινωνικές ζυμώσεις, αρχίζει να αντιμετωπίζει μια εσωτερική αίσθηση ανασφάλειας και δυσανεξίας: ποιός είναι πλέον ο λόγος για να γράφεις, πόσο μάλλον πολύ;

Για κάποιους, είναι αρκετή η θετική ανταπόκριση στα γραπτά τους, η οποία είναι όμως δίκοπο μαχαίρι. Διότι από ένα σημείο και μετά, αρχίζεις να νιώθεις ότι η επιβράβευση δεν αφορά την ικανότητά σου να αφυπνίσεις ή να προβληματίσεις, αλλά μάλλον αυτή του να προσφέρεις κάποιου είδους αναπλήρωση, κάποια αποζημιωτική αίσθηση ότι "κάτι συμβαίνει" σε μια κοινωνία όπου "συμβαίνουν" όλο και λιγότερα ενδιαφέροντα πράγματα, τουλάχιστον αν με τον όρο "ενδιαφέροντα" εννοούμε "απρόβλεπτα", "εκτός σεναρίου", "δημιουργικά υποσχόμενα." 

Για κάποιους άλλους, ο λόγος είναι η στράτευση, η πεποίθηση ότι οι απόψεις τους, ή αυτές που αναπαράγουν, είναι σημαντικές για την κοινωνική επαγρύπνηση και μεταστοιχείωση. Όμως και εδώ υπάρχουν δυσκολίες, ιδιαίτερα για τα ιστολόγια με πολιτική αντζέντα που έχει, ας το πούμε έτσι, κάποιες μετασχηματιστικές φιλοδοξίες. Διότι βέβαια, είναι πολύ δύσκολο να αποφύγεις την αντίληψη ότι η κοινωνία μπορεί να παρακολουθεί σε ένα βαθμό το ιστολόγιο, δεν ακολουθεί όμως και πολύ τις ιδέες του. Κρατά, ρητά ή υπόρρητα, αποστάσεις. Ακόμα και όταν παθιάζεται, το πάθος αυτό είναι λίγο-πολύ ρητορικό και εξαντλείται σε διαδικτυακούς διαξιφισμούς. Στην ουσία, ο χώρος του ιστολογείν δεν επικοινωνεί παρά περιορισμένα και επιλεκτικά με αυτόν της κοινωνίας. Όχι επειδή "ο κόσμος" δεν διαβάζει ιστολόγια --μάλλον το αντίθετο, τα διαβάζει όλο και περισσότερο-- αλλά επειδή η ετερογένεια του χώρου αυτού χάνει σιγά-σιγά τον δυναμισμό της όσο περισσότερο έρχεται σε επαφή με την "πραγματική" κοινωνία. 

Πρόκειται, στην ουσία, για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι συνέβει σε χώρες όπως η Αίγυπτος: αντί τα ηλεκτρονικά μέσα να λειτουργήσουν ως καταλύτες σε μια ήδη εξελισσόμενη πορεία κοινωνικής ζύμωσης, η επαφή τους με την κοινωνία αρχίζει να τους μεταδίδει μια όλο και μεγαλύτερη συναίσθηση του κοινωνικού αδιεξόδου. Σκέφτομαι το διαλεκτικό παράδοξο ενός ιστολογίου που έχει υιοθετήσει, ας πούμε, έναν λίγο-πολύ σταθερά ελεγειακό τόνο, και ενός που έχει, αντίθετα, ταυτιστεί με μια έντονα εξεγερσιακή και επαναστατική ρητορική: και τα δύο κινδυνεύουν εξίσου να χάσουν την επαφή τους με την κοινωνία στον βαθμό που εγκλωβίζονται στο να αντανακλούν παθητικά τις διαφορετικές της όψεις· την θεσμοποίηση, σιγά-σιγά, της ελεγείας ως βασικού μηχανισμού διαπραγμάτευσης του σοκ της αλλαγής προς το χειρότερο από τη μία πλευρά, και την ρητορικοποίηση της ιδέας της αλλαγής σε προοδευτική κατεύθυνση ως αντίβαρου και αποζημίωσης για την πραγματική κοινωνική αποτελμάτωση από την άλλη. 

Κανένας από τους δύο αυτούς δρόμους, με άλλα λόγια, δεν μπορεί πια να λειτουργήσει κριτικά, διότι έχουν και οι δύο απορροφηθεί από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που μοιάζει να σταθεροποιείται παλινδρομώντας, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό, ανάμεσα στην απελπισία και τον πραγματιστικό κυνισμό, ανάμεσα στην "επαναστατική γυμναστική" και την σιωπηρή οπισθοχώρηση σε όλο και πιο νερωμένες, εκ προοιμίου συμβιβαστικές, μα και τελικά άνευ πρακτικού αποτελέσματος "λύσεις."

Είναι πάρα πολύ δύσκολο, υπό αυτές τις περιστάσεις, για κάποιον να ξαναεφεύρει τον εαυτό του, να ξαναδιαπραγματευτεί τους όρους με τους οποίους επικοινωνεί: η γραφή και τα χαρακτηριστικά της, υφολογικά και αισθητικά, δεν μπορούν να ρυθμίσουν τις περιστάσεις πρόσληψής τους από τη θέση κυρίαρχου. Κι όμως, αν υπάρχει ακόμα κάποιος στόχος στο να γράφει κανείς, αυτός ο στόχος οφείλει να περάσει από ενσυνείδητη επεξεργασία, λαμβάνοντας υπόψη τις απογοητεύσεις και τις διαψεύσεις του πραγματικού. 

Όμως για ποιο λόγο να είναι ανάγκη να γίνει σήμερα αυτό; Για ποιο λόγο δεν μπορούμε να αρκεστούμε στο να αναπαράγουμε απλά τον εαυτό μας, τον τρόπο γραφής μας, που συχνά λειτουργεί ως "κράχτης" ή ως εγγύηση αναγνωσιμότητας; Ποιος είναι ο καταφατικός στόχος μιας άρνησης απέναντι στον τυφλό αυτοματισμό στον οποίο βυθίζονται όλα όλο και περισσότερο; 

Υπάρχει, εξακολουθώ να πιστεύω, κάτι που πρέπει να διαφυλαχθεί στην κοινωνία ακόμα και κόντρα στην κοινωνία. Υπάρχει μια ιστορική υπόσχεση της ανθρωπότητας στον εαυτό της που οφείλει να μην αφεθεί από τα μάτια μας ακόμα και σε σκοτεινές εποχές, σε εποχές σύγχυσης και αποπροσανατολισμού. Όταν δεν υπάρχει γύρω του εύφλεκτη ύλη, ο επαναστάτης που είναι γεμάτος φλόγα αλλά καθόλου πάγο καίγεται μόνος του, άσκοπα. Και χωρίς την καλλιέργεια της στωϊκότητας, το πάθος απογοητεύεται γρήγορα και γίνεται οργή που ισοπεδώνει τις ίδιες τις ρίζες του· γίνεται απαξία, αποστασία, εγκατάλειψη αρχών. 

Οι καιροί δεν είναι ρομαντικοί. Αλλά αλλίμονο αν ο ενσυνείδητος μετριασμός του ρομαντικού στοιχείου που όλο και απομακρύνεται από τον ορίζοντα του μέλλοντος οδηγήσει απλώς σε "ρεαλισμό." Ο ρεαλισμός σήμερα δεν έχει την κριτική εκείνη απόσταση από την πραγματικότητα που θα του επέτρεπε να παραμείνει ο εαυτός του· στην ουσία, την έχει χάσει ήδη από τον 19ο αιώνα όταν, στα χέρια γιγάντων σαν τον Μπαλζάκ, γινόταν όπλο κριτικής κατανόησης του κόσμου. Σήμερα, όταν ο μετα-ψευδαισθησιακός κόσμος αποκαλύπτεται ως παραλυτικά εγκλωβισμένος σε ψευδαισθήσεις που παραμένουν αλώβητες παρά την πλήρη τους απομυθοποίηση, ο ρεαλισμός είναι απλώς ένα πιο εύηχο όνομα για την κυνική παράδοση και τον ατιμωτικό συμβιβασμό με το ενσυνείδητα ψευδές. Νομίζω πως το ζητούμενο είναι μάλλον κάτι που χρειάζεται περισσότερη επεξήγηση και ακρίβεια σύλληψης, και που παρίσταται στο έργο του ώριμου Μαρξ. 

Και αυτό είναι ο κλασικισμός, ως ένας τρόπος σύλληψης του κόσμου που δεν είναι ούτε ουτοπικά ρομαντικός ούτε απλά ρεαλιστικός, αλλά που συνδυάζει διαλεκτικά τη φλόγα και τον πάγο, την ορμή και το μέτρο, την τόλμη και την αυστηρότητα, την ελαφρότητα του σαρκαστικού πνεύματος και την βλοσυρή σοβαρότητα αυτού που έχει επίγνωση ότι υπάρχουν εκδοχές της κόλασης που δεν είναι τόσο αφόρητες ώστε να ξεπερνούν την μέση ανθρώπινη αντοχή. Έτσι σκέφτομαι τον Μαρξ σήμερα: σαν τον εξερευνητή μιας πεζής, τετριμμένης κόλασης, του οποίου το καθήκον δεν είναι να εξιστορήσει τις ανατριχιαστικές φρικαλεότητές της, αλλά να την ιχνηλατήσει πάνω στο χαρτί, λεπτομέρεια προς λεπτομέρεια, με χέρι σταθερό και ατάραχο έτσι ώστε να γίνει κάποτε αντιληπτό ότι υπάρχει καν, και ότι ζούμε μέσα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: