Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Η αντιβουλή των Ελλήνων

Πατησίων και Ηπείρου βρίσκεται σήμερα η αντιβουλή των Ελλήνων. Ο χώρος στον οποίο κρίνεται το μέλλον όχι απλώς των μελών της αντιβουλής αλλά της πολιτικής υπόστασης ενός έθνους, της δικής του πολιτικής αξιοπρέπειας. Η βουλή ξεκινά την ζωή της από την έμπρακτη, έμπλεη ρίσκου διακήρυξη ενός δικαίου, του δικαίου της αυτοδιάθεσης ενός λαού, του δικαιώματός του να υπάρχει ως λαός. Στην αντιβουλή, την βουλή όπου αποφάσισε να μετοικήσει το πνεύμα των ξεχασμένων εθνοσυνελεύσεων του δέκατου ένατου αιώνα σε μια χώρα φοβισμένη και εσωτερικά ηττημένη, ξαναβρίσκει κεντρικό χώρο αυτό που έχει προ πολλού εγκαταλείψει τα έδρανα του κοινοβουλίου: η αποφασιστική διεκδίκηση του δικαίου με το ρίσκο του θανάτου. Και το δίκαιο του μετανάστη, όπως και το δίκαιο ενός λαού που ξεσηκώνεται και αυτοσυγκροτείται στον ξεσηκωμό, συνοψίζεται σε μια λέξη: Υπάρχω. Είμαι εδώ. 

Η απεργία πείνας, αυτή η αντιδιαδικασία που συμπληρώνει και συνάμα επερωτά σήμερα την ιστορία των διαβουλεύσεων και των ψηφισμάτων κάθε βουλής, είναι αντιτηλεοπτική. Στο "Ο καλλιτέχνης της πείνας", ο Φραντς Κάφκα ανέδειξε με σκοτεινό σαρκασμό τον θεμελιωδώς αντιθεαματικό χαρακτήρα της αργής εξάλειψης του σώματος μέσα από την στέρηση. Όχι τυχαία, ο ορυμαγδός των ΜΜΕ γύρω από το θέμα της Νομικής κόπασε όταν ανέκυψε το μη μηντιακά εκμεταλλεύσιμο κομμάτι της απεργίας πείνας, που δεν είναι παρά η ίδια η απεργία πείνας. Τα μοναδικά ίχνη τηλεοπτικότητας που απέμειναν είναι οι εκδηλώσεις των αλληλέγγυων. Οι ίδιοι οι απεργοί έχουν αποσυρθεί από το πεδίο του ορατού, και, όταν δεν επικοινωνούν με γραπτά μηνύματα, ζουν στην ιδιωτικότητα του φθίνοντος (και μολυσματικού κατά κάποιους) σώματός τους. Η αποκοπή της πολιτικής πράξης από το θέαμα αποτελεί αποκοπή της από την τάξη της αναπαράστασης, που με την σειρά της συμπληρώνει πάντοτε τις λειτουργίες του καθεστώτος της εκπροσώπησης: η αντιβουλή δεν μιλάει από μικρόφωνα, κάμερες και μπαλκόνια. Μιλάει στην γλώσσα της Αντιγόνης, την γλώσσα της πράξης που επιτελείται εκτός σκηνής, και του εξίσου αντιθεαματικού μαρτυρίου με το οποίο πληρώνει κάποιος για την πράξη αυτή. Στην περίπτωση της αντιβουλής, η πράξη πολιτικής αντίστασης και το μαρτύριο με το οποίο πληρώνει κάποιος για αυτή την πράξη αμφισβήτησης της τάξης των πραγμάτων συγχωνεύονται σε μια και μόνο πράξη: την πείνα. 

Έκπτωτοι από το πεδίο του ορατού τώρα όπως ήταν έκπτωτοι από το πεδίο του ορατού σε όλη τους τη ζωή, οι χωρίς χαρτιά ζουν και ρισκάρουν να πεθάνουν στις παρυφές του κοινωνικά αντιλήψιμου. Είναι μια θέση περιθωριοποιημένη, αλλά η περιθωριοποίηση αυτή δεν είναι μονοσήμαντα αποτρεπτική νοήματος: σε μια περίοδο που η αντίσταση εξαντλείται στις διεκδικήσεις δικαιωμάτων ή προνομίων, η αντιβουλή επαναφέρει τις σχεδόν καθολικά ξεχασμένες διαστάσεις του θάρρους, της αυταπάρνησης και του ηρωϊσμού που απαιτεί η αναμέτρηση με τον θάνατο. Στο φάντασμα της δυνητικής προλεταριοποίησης ενός λαού, η αντιβουλή αντιτείνει την παράδοξη οικουμενικότητα του απόλυτα προλεταριοποιημένου, αυτού που όχι μόνο δεν έχει τίποτε παρά μόνο το σώμα του για να πουλήσει, αλλά που πλέον αντιμετωπίζει το ίδιο το σώμα του, την ίδια του την υλική υπόσταση, ως το όριο εκείνο που πρέπει να ξεπεράσει για να αρχίσει να ζει. Στην αντιβουλή, η ζωή ξεκινά από το πέρασμα μέσα από την κοιλάδα του θανάτου. Δεν δίνεται από συντάγματα, αλλά κερδίζεται μέσα από τα χέρια της ανυπαρξίας. 

Η αντιβουλή δεν εκδίδει διατάγματα, δεν ψηφίζει νόμους. Η αντιβουλή στέκεται ως το μέτρο κάθε νόμου, γιατί αποτελεί το μέτρο του δικαίου, και στα χέρια της βρίσκεται η απόφαση για το μερίδιο του δικαίου που μπορεί να διεκδικήσει η ελληνική κοινωνία. Δεν ζήτησε την άδεια της κοινωνίας για αυτό, αν και η ελληνική κοινωνία θεωρεί, κατά βάθος, ότι η ίδια δικαιούται να καθορίσει το μέτρο του δικαίου που της αναλογεί με τα δικά της μέτρα και σταθμά, με τις δικές της προτεραιότητες. Η αντιβουλή δεν εξουσιοδοτήθηκε από κανένα, ούτε εκλέχθηκε. Επιβάλλει δια της βίας, της βίας που ασκεί η ίδια στον εαυτό της, το δικαίωμα να μετράει αυτή την υπόσταση του δικαίου στην ελληνική, και κατ' επέκταση στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Κάθε θάνατος απεργού πείνας είναι πλήγμα στην αυτοαντίληψη των Ελλήνων ως λαού δικαίων ανθρώπων είτε το θέλουν, είτε όχι· είτε αναλώνονται σε εκλογικεύσεις για την αποφυγή της ουσίας του θέματος είτε σιωπούν· είτε περί άλλων τυρβάζουν είτε ξεχνούν ό,τι δεν βλέπουν. 

Πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα επίπονο για όσους ζουν εκτός αντιβουλής: από ένα λαό μπορεί να στερηθεί με χρονολογική σειρά η άνεση, η εξασφάλιση, η δυνατότητα επιβίωσης, και η ίδια ακόμα η ελπίδα για το μέλλον· όχι όμως ο θυμός τον οποίο εμπνέει η αίσθηση του άδικου, όχι όμως η δυνατότητα του αυτοσεβασμού όσο υπάρχει μέσα του αυτός ο θυμός. Όταν όμως ένας λαός αντιμετωπίσει την κατηγορία ότι στερεί από τον εαυτό του το δικαίωμα να θυμώνει με το άδικο --όταν, ανεχόμενος το άδικο στον πιο αδύνατο από τον ίδιο απωλέσει το δικαίωμα να οργίζεται με την αδικία χωρίς να εκτίθεται στην φαύλη συνείδηση της υποκρισίας-- τότε αυτός ο λαός θα έχει γονατίσει ευτελισμένος μπροστά στα ίδια του τα μάτια.

Έτσι, εντελώς αυθαίρετα και αντιδημοκρατικά, μού φαίνεται πως αποφασίζει για μας τους υπόλοιπους η αντιβουλή των Ελλήνων κατά τις σιωπηρές της συνεδριάσεις επί 23 ημέρες απεργίας πείνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: