Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Οι αφορισμοί της ημέρας Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

Πώς γίνεται οι εξόριστοι –ο Χάινε, ο Μαρξ, ο Τζόυς, ο Μπένγιαμιν, ο Αντόρνο, τόσοι και τόσοι άλλοι– να αποτελούν τις φωνές της συνείδησης της κοινωνίας τους, να μπορούν να μιλήσουν για αυτή όταν η ίδια αδυνατεί να συλλάβει τον εαυτό της, να κοιτάξει το πρόσωπό της στον καθρέφτη;

Αλλά ίσως δόθηκε ήδη η απάντηση στην ερώτηση. Ίσως οι κοινωνίες για τις οποίες μπορούν να μιλήσουν με διαύγεια οι εξόριστοι να είναι ακριβώς αυτές που είναι ήδη εξόριστες απ’ τον εαυτό τους, που ζουν μακριά από τη ζωή τους, που έχουν την πλάτη τους γυρισμένη όταν πηγαίνουν να κοιταχθούν στον καθρέφτη. Ίσως να είναι ο αυτοεξορισμός μιας κοινωνίας –αδιόρατος, ύπουλα σιωπηρός, ανεξιχνίαστος– που προσφέρει στα μάτια του εξόριστου αυτό που οι άλλοι εκλαμβάνουν ως ατομική διορατικότητα.





Σπάνια διαβάζει κάποιος πια βιβλία που να είναι θυμωμένα με τον εαυτό τους, με το γεγονός ότι χρειάστηκε καν να γραφτούν. Το Tractatus Logico-philosophicus του Βιτγκενστάιν είναι ένα τέτοιο βιβλίο: στόχος του είναι η κατά το δυνατόν εναργέστερη έκθεση των λόγων για τους οποίους δεν έχει τίποτε να πει για όσα έχουν πραγματική σημασία και για τους οποίους είναι αναγκασμένο να σιωπήσει για όσα δεν έχει μπορέσει να βρει τρόπο να πει. Η πραγματική ευφυία είναι έντονα ανυπόμονη με το γεγονός ότι είναι απλά ευφυία. Θα δεχόταν κανείς να είναι πολύ λιγότερο οξύνους, αν αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσε να κοινωνήσει στους άλλους κάτι περισσότερο από την άχρηστη ευστροφία του.





Τίποτε δεν καθιστά το “είναι-ως-είδος” (Gattungswesen) του ανθρώπου πιο ορατό από την σωματική αδυναμία: και ο πιο στυγνός δολοφόνος, λέμε συχνά, υπήρξε κάποτε παιδί, απροστάτευτο μπροστά στην ανώτερη ρώμη των ενηλίκων, ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του, ευάλωτο· και, στο άλλο άκρο του ηλικιακού κύκλου, κάθε γέρος μοιάζει το ίδιο αθώος επειδή είναι σχεδόν το ίδιο αδύναμος με κάθε άλλο –ακόμα και αν υπήρξε βασανιστής, κατά συρροή δολοφόνος, αρχιμαφιόζος, ή διευθυντής στρατόπεδου συγκέντρωσης, όπως ανακάλυψαν σοκαρισμένοι οι περίοικοι που βρέθηκαν μπροστά σε τέτοιου είδους συλλήψεις.

Οι άνθρωποι μοιάζουν λοιπόν ο ένας με τον άλλο τόσο περισσότερο όσο πιο βιολογικά αδύναμοι είναι, με τις στιγμές αμέσως μετά την γέννηση και αμέσως πριν τον θάνατο να φαντάζουν σαν τα δυο άκρα μιας επί μακρόν κατεσταλμένης αλήθειας, αυτής του θεμελιακά ζωώδους της ύπαρξής μας, που μας καθιστά όχι περισσότερο διακριτούς τον ένα από τον άλλο από ότι δυο ινδικά χοιρίδια, χρυσόψαρα, ή παπαγάλους.

Ίσως όμως αυτή η σύνδεση μεταξύ του είναι-ως-είδος και της βιολογικής αδυναμίας να βρίσκεται στον πυρήνα της απέχθειας και του φόβου απέναντι στον σοσιαλισμό, που φαντάζει ως κάποιου είδους διεστραμμένη συνομωσία επιστροφής του ανθρώπου στην αδιαφοροποίητη κατάσταση του ζώου. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η σκέψη κατέτρεχε τον αντισοσιαλισμό του Νίτσε, που είναι ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός της ταύτισης του σοσιαλισμού με την αδυναμία, με την οικουμενοποίηση της θέσης του ανίσχυρου δούλου.

Τι γίνεται όμως αν η παρουσία της φυσικής, βιολογικής εκείνης δύναμης που διαφοροποιεί κατά το μέγιστο τον έναν άνθρωπο από τον άλλο –κατά την περίοδο της εφηβείας, όπου η ατομικότητα βρίσκει την πιο επιθετική της έκφραση, και κατά αυτή της μέσης ηλικίας, όταν η εφηβική επιθετικότητα μετουσιώνεται σε κάτι πιο βαθύ και πιο αμοιβαία καταστροφικό– είναι αυτό ακριβώς που παρεμποδίζει κάθε πραγματική και ουσιαστική ατομικότητα από το να βρει έκφραση; Το στοίχημα του Μαρξ, αυτό που κρύβεται πίσω από την νεφελώδη έννοια του είναι-ως-είδος, είναι ότι υπάρχει ένα δεύτερο κατώφλι ατομικότητας πέραν αυτού που γίνεται εφικτό βιολογικά, μια ατομικότητα που εκδηλώνεται μόνο στο έδαφος της εξάλειψης του βιολογικού επικαθορισμού μας. Ο απλούστερος τρόπος να γίνει κατανοητό αυτό είναι ως εξής: είναι πολύ εύκολο να νιώθεις διαφορετικός από τους άλλους όταν είσαι ακόμα ρωμαλέος και γεμάτος σφρίγος και ενέργεια, όταν είσαι έφηβος ή στο άνθος της νεότητας. Είναι σαφώς μεγαλύτερη κατάκτηση να συντηρήσεις αυτή την αίσθηση της διαφοράς σου όταν το ίδιο σου το σώμα σε εξομοιώνει με εκατομμύρια άλλα σώματα κάτω από την κοινή μοίρα της σωματικής αδυναμίας.

Η υπόσχεση του είναι-ως-είδος προαναγγέλει το εφικτό της συνύπαρξης της συναίσθησης της βιολογικής ομοιότητάς μας με τους άλλους και της εξάρτησής μας από αυτούς –της συμφιλίωσής μας, επιτέλους, με το άκακο ζώο μέσα μας– και, από την άλλη πλευρά, του πόθου για την απρόσκοπτη πραγμάτωσή μας ως άτομα, ως ενικότητες. Είναι μια υπόσχεση που, έχοντας αποκαλύψει την ανομολόγητη αδυναμία πίσω απ' την εξάρτηση απ’ τη βιολογική ή σωματική δύναμη, εντοπίζει μια δεύτερη δύναμη, ικανή να ανεχτεί και να συνυπάρξει με την βιολογική και σωματική αδυναμία. Η δύναμη αυτή είναι αποκλειστικά πολιτική, είναι δηλαδή προϊόν μιας ρήξης με την τάξη του βιολογικού. Για αυτό και είναι βαθιά χειραφετητική: φιλοδοξία της είναι να επιτρέψει στον άνθρωπο να ζήσει πέρα από αυτό που ο Νίτσε αποκαλούσε “ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.”

Δεν υπάρχουν σχόλια: